Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021





Περίμενα να περάσει η ώρα για να βγω έξω. Καθόμουν στον καναπέ και κοίταζα το ταβάνι, ντυμένος, μόνο τα παπούτσια έμενε να βάλω ,όταν θα έβγαινα από το σπίτι. Είχα αφήσει το κινητό στην άκρη, γιατί ήξερα πως είχα τουλάχιστον κάνα εικοσάλεπτο ακόμα και ήθελα απλά να ηρεμήσω. Είχα αφεθεί πίσω στον καναπέ, έκλεισα τα μάτια μου και, όταν τα ξανάνοιξα, είχαν περάσει δύο ώρες. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου γρήγορα, σηκώθηκα και είδα πως είχα δύο κλήσεις και τρία μηνύματα. 
Πήρα κατευθείαν τηλέφωνο τον Σταύρο, ενώ έβαζα τα παπούτσια μου.
<<Που είσαι ρε;>>, με ρώτησε. Από πίσω ακουγόταν φασαρία.
<<Σόρρυ με πήρε ο ύπνος. Βγήκατε;>>.
<<Εσένα θα περιμέναμε; Άντε έλα>>.
<<Βάζω παπούτσια και βγαίνω. Που κάτσατε;>>.
<<Ήρθαμε ταράτσα. Στο Fragile>>.
<<Καλώς! Πάω να πάρω αστικό και έρχομαι>>.
<<Άντε!>>.
Κάνα σαραντάλεπτο μετά, έφτασα στο μαγαζί. Ήταν τίγκα. Τελικά, τους βρήκα να κάθονται σε μια γωνία, στην πλευρά που είχε το πανί που έπαιζε τις ταινίες. Ήταν εκεί ο Σταύρος, ο Ηλίας και η κοπέλα του, η Πηνελόπη- Πέννυ την φώναζαν χαϊδευτικά και ήθελε και εμείς να την φωνάζουμε έτσι. Εγώ δεν την συμπαθούσα την Πέννυ τελευταία, για τους δικούς μου λόγους. Γι' αυτό σπάστηκα όταν την είδα ,γιατί δεν ήξερα πως θα ερχόταν και αυτή. Κάθισα κάτω χαμογελώντας και έκανα νόημα στη σερβιτόρα για να παραγγείλω, γιατί περνούσε εκείνη την ώρα από δίπλα μου.
<<Ένα τζιν με τόνικ θα ήθελα. Με πάγο, ναι, ευχαριστώ.... Σόρρυ, με πήρε ο ύπνος>>.
<<Σε καταλαβαίνω απόλυτα, Φώτη, και εγώ είχα μια πολύ δύσκολη βδομάδα. Με το ζόρι βγήκα, αλλά , ξέρεις τώρα, μια Παρασκευή και ένα Σάββατο έχουμε να βγούμε>>, είπε η Πέννυ.
Τότε γιατί δεν έμεινες σπίτι να ξεκουραστείς;, σκέφτηκα και γέλασα. 
<<Έτσι είναι>>, της απάντησα ευγενικά. Μετά γύρισα στο Σταύρο.
<<Πώς πήγε η συγκόλληση χθες;>>.
<<Η ποια;>>.
<<Χαχαχα. Το ραντεβού με την Νατάσα>>.
<<Αααα. Πως να πάει. Καλά πήγε. Τέλεια πήγε>>.
<<Α, τόσο καλά!>>.
<<Έπρεπε να τον ακούσεις πριν>>, είπε ο Ηλίας. <<Για δέκα λεπτά παραπονιόταν>>.
<<Ξέρεις πως αν βγείτε μια ακόμα φορά και δεν κάνεις κίνηση, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει ποτέ μετά κάτι , έτσι; Ήδη είσαι στα πρόθυρα του να γίνει ο καλός της φίλος, Σταύρος, αν δεν έγινες ήδη>>, του είπα.
<<Αφού δεν βρίσκω ποτέ την κατάλληλη στιγμή, εγώ φταίω; Δεν μου δίνει κάποιο πάτημα>>, παραπονέθηκε ο Σταύρος και ήπιε μια γουλιά από το Mai Tai του.
<<Καλέ μου, δεν θα σου δώσει ποτέ το πάτημα, να ξέρεις. Ή μπορεί να στο έδωσε και να μην το κατάλαβες. Θυμάμαι εγώ με τον Ηλία...>>, άρχισε να λέει η Πέννυ, αλλά σταμάτησα να της δίνω σημασία. Είχα ακούσει την ίδια ιστορία κοντά στις πέντε φορές. Άλλο ,βέβαια, που, τον τελευταίο καιρό, δεν την συμπαθούσα και τόσο για να με ενδιαφέρει το τι έλεγε. Είχα τους λόγους μου.
Με την άκρη του ματιού μου, είδα πως είχαν βάλει ταινία να παίζει στο πανί. Γύρισα προς τα εκεί. Ήταν το A Beautiful Mind. Την είχα δει την ταινία και μου άρεσε αρκετά, οπότε προσηλώθηκα για λίγο στην οθόνη και δεν έδινα σημασία στο τι έλεγαν οι φίλοι μου και η Πέννυ. 
Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει, αλλά ένιωσα ένα σκούντημα στον ώμο και γύρισα. 
<<Ναι...;>>.
<<Αν σε ενοχλούμε μπορούμε να φύγουμε ρε>>, είπε ο Σταύρος σαρκαστικά.
Χαμογέλασα και γύρισα προς αυτούς.
<<Συγνώμη, αφαιρέθηκα. Τι λέγατε;>>.
<<Για το τι θα κάνουμε το καλοκαίρι>>, είπε ο Ηλίας.
<<Εγώ έλεγα πως θα περνάω καταπληκτικά στο γραφείο. Υπέροχα θα είναι>>.
<<Ωχού μωρέ παπάρα. Λες και εμείς είμαστε καλύτερα>>, του είπε ο Ηλίας. <<Δεν είμαστε πια φοιτητές. Είμαστε κρέατα προς παραγωγή κιμά στην κρεατοβιομηχανία της αγοράς. >>.
<<Πως τα λέει το μωρό μου!>>, αναφώνησε η Πέννυ.
<<Ό,τι πεις>>, μουρμούρισα.
<<Τι;>>, με ρώτησε ο Ηλίας.
<<Λέω... Ό,τι πεις. Δίκιο έχεις. Γάμησε τα. Νοστάλγησα τα παλιά>>.
<<Καλέ ποιος δεν τα νοσταλγεί; Εγώ θυμάμαι στο πρώτο έτος....>>.
Και πάλι, άρχισα να αφαιρούμαι. Ήμουν έτοιμος να σηκωθώ να φύγω, ωστόσο κάθισα. Γιατί πλέον δεν συμπαθούσα την Πέννυ, αλλά είχα τους λόγους μου. Όλοι έχουν τους λόγους τους να μην συμπαθούν κάποιον.
Όταν φύγαμε, το ζεύγος πήγε προς την αντίθετη κατεύθυνση από εμένα και τον Σταύρο, γιατί εμείς θα συνεχίζαμε ενώ αυτοί θα πήγαιναν σπίτι, γιατί ήταν κουρασμένοι. Ενώ περπατούσαμε, ο Σταύρος με αγκάλιασε από τους ώμους.
<<Τι έχεις ρε; Τρέχει τίποτα; Δεν σε είδα καλά>>.
<<Όχι ρε. Μια χαρά. Λίγο κουρασμένος είμαι μόνο>>.
<<Σίγουρα; Έλα, πες>>.
Σταμάτησα να περπατάω και πήρα μια βαθιά ανάσα. Με την άκρη του ματιού μου, τσέκαρα πως ο Σταύρος είχε πάρει βλέμμα λες και θα του αποκάλυπτα πως είχα καρκίνο. Αποφάσισα να το διασκεδάσω και έμεινα έτσι, σιωπηλός μέχρι που με διέκοψε.
<<Μαλάκα, μίλα, τί έγινε;>>.
Άρχισα να γελάω.
<<Είναι κάτι αστείο; Άντε και γαμήσου, μην μου πεις τίποτα>>.
Τον έπιασα από τον ώμο.
<<Σόρρυ, με πιάσαν τα δικά μου. Βασικά, είναι κάτι, αλλά.... δεν ξέρω. Υπόσχεσαι να μην το πεις πουθενά;>>.
<<Φυσικά. Τι έγινε;>>.
<<Πριν λίγες μέρες... ήμουν έξω.... Είχα βγει έξω με.... με την Μαρία->>.
Ο Σταύρος με βάρεσε σφαλιάρα.
<<ΠΑΣ ΚΑΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ; ΔΗΛΑΔΗ ΟΣΑ ΕΙΠΑΜΕ ΟΤΑΝ ΣΕ ΧΩΡΙΣΕ->>
<<Πάψε. Δεν είναι αυτό το θέμ->>.
<<Είναι και παραείναι, αλλά συνέχισε>>.
<<Είχαμε συναντηθεί για να.... και εκεί που περπατούσαμε, πάνω στα κάστρα, είδα.... ήταν η Πέννυ. Φασωνόταν με κάποιον. Νόμιζα ήταν ο Ηλίας, αλλά όταν σηκώθηκαν....δεν ξέρω ποιος ήταν. Δεν ξέρω...>>.
Δεν κοιτούσα τον Σταύρο. Κοιτούσα προς τα κάτω. Ωστόσο, εκείνος κάθισε κάτω , σε ένα παγκάκι που υπήρχε δίπλα μας και έπιανε το στόμα του με την παλάμη του. Πήγα δίπλα του και σήκωσα το δεξί μου πόδι για να σταθώ πάνω στο παγκάκι.
<<Καταλαβαίνεις τώρα; Γάμα την Μαρία, μετά από αυτό, πάει, τελείωσε. Ήταν μια πράξη απόγνωσης. Όμως ο Ηλίας....>>.
Ο Σταύρος δεν μιλούσε. Ούτε εγώ μιλούσα. Δεν μιλούσε κανένας μας. Έσπασα όμως την σιωπή. 
<<Δεν πρέπει να του πούμε. Ακόμα δηλαδή. Πρέπει να βρούμε τον κατάλληλο τρόπο>>.
<<Και ποιος είναι αυτός ρε πανέξυπνε; Σε δύο βδομάδες θα πάνε στους Παξούς διακοπές>>.
<<Ναι αλλά...πως θα το πάρει;>>.
<<Νομίζω πως πρέπει να του πούμε όσο πιο άμεσα γίνεται>>.
<<Εκείνο το βράδυ ήπια δέκα μπύρες σπίτι, αλλά λύση δεν μπόρεσα να βρω>>.
<<Αστείε. Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος. Πρέπει να του πεις τι έγινε. Δυστυχώς>>.
<<Θες να του το πεις εσύ; Είσαι καλύτερος με τα λόγια.>>
<<Πας καλά ρε; Τι να του πω; Εεεε, Ηλία, άκου εδώ τι έγινε ρε χαχαχα, ο Φώτης είδε την δικιά σου να ανταλλάζει στοματικά υγρά με έναν τυπά. Πας καλά;>>.
<<Καλά, καλά. Πάμε για καμιά μπύρα τώρα και βλέπουμε>>.
<<Άντε, πάμε>>.
-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

 


<<Νομίζω πως θα ήθελα να πεθάνω μια μέρα που θα βρέχει καταρρακτωδώς, όπως σήμερα>>,  του είπε, ενώ άνοιγε την ομπρέλα της, για να μην βραχούν,
<<Εγώ σκέφτομαι να αυτοκτονήσω σήμερα>>, της απάντησε, ενώ έμπαινε κάτω από την ομπρέλα <<Τι με κοιτάς; Εσύ το ξεκίνησες>>.
Την χτύπησε στον ώμο και κουνήθηκε ελάχιστα, τόσο που η βροχή να καλύψει μερικές τρίχες από τα μαλλιά της. Είχαν πάει για καφέ, τον καθιερωμένο Κυριακάτικο καφέ τους. Ο Φώτης και η Έλενα ήταν φίλοι από παλιά, συμμαθητές από το Δημοτικό και τώρα σπούδαζαν στη Θεσσαλονίκη. Είχαν κοντά στον ενάμιση χρόνο φοιτητές.
<<Πιστεύεις οτι πραγματικά θα κλείσουν τα πάντα; Τις σχολές και όλα αυτά;>>, την ρώτησε κάπως ανήσυχος.
<<Δεν ξέρω. Λένε κάτι περίεργα γι' αυτό τον ιό που ήρθε από την Κίνα. Ελπίζω να μην είναι αλήθεια>>.
<<Τι θα κάνεις αν μας κλείσουν;>>.
<<Δεν ξέρω. Σκέφτομαι αν γυρίσω στη Λάρισα. Και εδώ τι να κάνεις;>>.
<<Είναι αλήθεια αυτό. Πότε πέρασε ο καιρός, ε; Σαν χθες θυμάμαι που περιμέναμε να βγουν οι βάσεις>>.
<<Και τώρα είμαστε στα μισά από το να γίνουμε λαμπροί επιστήμονες. Εσύ λαμπρή φιλόλογος και εγώ λαμπρός κτηνίατρος>>.
<<Έχω τυφλωθεί από την λαμπρότητα>>.
Γελούσαν και περπατούσαν. Σταμάτησαν σε μια διάβαση, όταν ένα αμάξι πέρασε και τους έλουσε με το βρώμικο νερό. Δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο από το να γελάσουν. Τουλάχιστον εκείνος έτσι έκανε. Ωστόσο, η Έλενα νευρίασε.
<<Λίγο νερό είναι μωρέ. Πως κάνεις έτσι;>>, την καθησύχασε.
Η βροχή είχε φουντώσει, οπότε έψαξαν κάτι σαν υπόστεγο για να περιμένουν μέχρι να ηρεμήσει λίγο για να συνεχίσουν. Βρήκαν την πυλωτή μιας πολυκατοικίας και στάθηκαν από κάτω. Η Έλενα έκλεισε την ομπρέλα και την ακούμπησε στον τοίχο στα δεξιά της. Ο Φώτης τίναζε λίγο νερό που είχε πέσει στα μαλλιά του.
<<Τώρα σπίτι τι θα κάνεις;>>, την ρώτησε.
<<Δεν ξέρω. Λέω να βάλω καμιά σειρά να δω στο Netflix. Εσύ;>>.
<<Και εγώ αυτό λέω να κάνω. Είδα πως έβαλαν το Community και έχω ακούσει καλά λόγια>>.
<<Δεν την έχω ακουστά>>
<<Θα την δω και θα σου πω γνώμη>>.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει καταρρακτωδώς. Ο Φώτης έβγαλε το κινητό του για να δει την ώρα.
<<Πήγε 7. Πέρασε η ώρα, ε;>>.
<<Ναι.... πέρασε>>.
<<Με τον Ξιφουνόν ξαναμιλήσατε; Δεν σε ρώτησα πριν και να->>.
<<Ξενοφώντα τον.... Μπα, όχι...>>.
<<Άρα αυτό ήταν; Τέλος; Δεν ήταν ο ένας και μοναδικός; Με τέτοιο όνομα τι περίμενες>>.
<<Χα χα, αστείο. Ο ένας και μοναδικός παπάρας ίσως>>.
<<Εσύ τον ψάχνεις τον έναν και μοναδικό, όχι εγώ. Είσαι καλά; Σόρρυ που σε πρήζω, αλλά ανησυχώ λίγο>>.
<<Ναι μωρέ. Δηλαδή, εντάξει. Θα μπορούσε να ήταν και καλύτερα. Αλλά τι να κάνεις; .......Κατάλαβες ο κύριος; Εγώ πήγα να του κάνω έκπληξη την παραμονή των γενεθλίων του, γιατί μου είπε οτι είχε διάβασμα για πρόοδο και εκείνος γαμιόταν με μια->>.
Έσφιξε τα χείλη της και σταμάτησε να μιλάει. 
<<Ε ,φταις και εσύ. Τι ήταν αυτό το ''ήρθε η παραγγελία''; Δεν του έδωσες χρόνο να προετοιμαστεί>>.
Η Έλενα τον βάρεσε στον ώμο και γέλασε. Τότε, την πήρε αγκαλιά και την φίλησε στο μέτωπο.
<<Τώρα κοίτα να είσαι καλά εσύ. Ασ' τον αυτόν>>.
<<Ένα χρόνο ήμασταν μαζί. Ήταν ο πρώτος μου, ο πρώτος άνδρας που ερωτεύτηκα και....Δεν με πλήγωσε τόσο ο ίδιος. Ήταν η εμπιστοσύνη που του είχα και.... Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι. Προσπαθώ τόσο καιρό. Προσπαθώ σε όλα να είμαι καλή και ποιο το όφελος; Απλά βρίσκεται κάτι εκεί έξω και σου καταστρέφει όσα προσπαθείς να χτίσεις... Γιατί να μην είμαστε πιο σοφοί όταν είμαστε ερωτευμένοι;>>
<<Έλα τώρα! Τα πας περίφημα. Έχεις καλούς φίλους, μια οικογένεια που σε αγαπάει, τα πας καλά με τη σχολή σου....Έρχονται δυσκολίες. Πάντα θα έρχονται δυσκολίες. Ξέρω πόσο τον αγαπούσες. Αλλά, όπως και να έχει.... έτσι είναι η ζωή. Έτσι είναι η ζωή. Δεν θέλω να είσαι δυστυχισμένη>>.
<<Δεν είμαι δυστυχισμένη. Απλά λίγο θλιμμένη. Αυτό είναι όλο. Είμαι καλά. Αλήθεια, είμαι καλά...Νομίζω η βροχή έχει αρχίσει να σταματάει. Τι λες, προχωράμε;>>.
<<Όπως νομίζεις>>.
<<Ξέρεις τι θα ήταν ωραίο;>>, τον ρώτησε καθώς σήκωνε την ομπρέλα της.
<<Τι;>>, απάντησε όσο σήκωνε το φερμουάρ από το μπουφάν του.
<<Να τα ξέπλενε η βροχή όλα. Έτσι όπως έπεφτε και κυλούσε στο σώμα μας, να τα έπαιρνε όλα μαζί της, έστω για λίγο>>.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει. Και θα συνέχιζε να πέφτει για ώρα ακόμα. Ο Φώτης και η Έλενα περπατούσαν. Και θα συνέχιζαν να περπατάνε για λίγη ώρα ακόμα. Κάποια στιγμή θα έφταναν σε μια διασταύρωση και θα χώριζαν οι δρόμοι τους. Και ο καθένας θα πήγαινε στο σπίτι του, μόνος. Θα άλλαζε ρούχα και αυτό θα ήταν για την μέρα. Ωστόσο,  μόλις μπήκαν στα σπίτια τους και οι δύο, απλά έβγαλαν τα μπουφάν τους και τα κρέμασαν. Μετά. με τα ίδια ρούχα, βγήκαν στο μπαλκόνι και, κοιτώντας ψηλά, άφησαν την βροχή να πέσει πάνω τους.
-Ο.Γ.Θ.


Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021




Κάθε βράδυ, κατά τις 3, ο Ηρακλής έβγαινε στο μπαλκόνι του για να κάνει ένα τσιγάρο. Όχι πως του το απαγόρευε κανένας μέσα στο σπίτι του. Ωστόσο, του άρεσε αυτή η γαλήνη, αυτή η ηρεμία που αισθανόταν έξω. Έμενε σε μια ήσυχη σχετικά γειτονιά, στον τέταρτο όροφος μιας παλιάς αλλά κάπως όμορφης πολυκατοικίας, με την αρραβωνιαστικιά του. Το συνήθειο αυτό το είχε αποκτήσει τους τελευταίους μήνες, κατά τύχη. Ένα βράδυ είχε γυρίσει κάπως μεθυσμένος, βγήκε να πάρει λίγο αέρα και , βάζοντας τα χέρια του στα κάγκελα, με το τσιγάρο στο στόμα ένιωσε λες και ανακάλυψε ένα νέο κόσμο για τον ίδιο.
Η πόλη θα ήταν πάντα ήσυχη εκείνη την ώρα, εκτός αν ήταν Παρασκευή ή Σάββατο, όταν και έβγαινε ο περισσότερος κόσμος και, αν τύχαινε να έχει γυρίσει νωρίς ή να μην έχει βγει καθόλου, παρατηρούσε όσους γυρνούσαν απ' έξω. Χαρούμενοι, σκεπτικοί,  συνοφρυωμένοι, θλιμμένοι, ανυπόμονοι να γυρίσουν σπίτι τους, κάποιοι μεθυσμένοι. Κάμποσα βράδια είχε δει αρκετούς να κατουράνε σε δένδρα , είχε ακούσει κάνα δυο να ξερνάνε και ένας σκόνταψε πάνω σε έναν κάδο και μετά του ζήτησε συγγνώμη.
Ήταν Τρίτη. Η νύχτα εκείνη του έμεινε χαραγμένη. Είχε μόλις στρίψει το τσιγάρο του και αγνάντευε, όταν , από κάπου, άκουσε κάτι που δεν ήταν ο συνηθισμένος θόρυβος της πόλης. Κράτησε για λίγο την αναπνοή του για να μπορέσει να συγκεντρωθεί.... Ω, λαλαλαλαλα....λαλαλαλα. Παραξενεύτηκε. Με το βλέμμα του έψαξε την πηγή. Μα, όσο και να προσπάθησε, δεν κατάφερε να την ανακαλύψει. Έτσι, μπήκε μέσα για ύπνο λίγο απορημένος.
Το επόμενο βράδυ που βγήκε έξω, το άκουσε πάλι.... Λαλαλαλα.....Ω, λαλαλαλα. Τι στο καλό;, σκέφτηκε. Ο αναπτήρας άναψε και τράβηξε μια γερή τζούρα. Άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και μπήκε μέσα για να πάρει τα γυαλιά του.
<<Δεν μπορεί. Τι σκατά είναι αυτό;>>.
Του πήρε πέντε μέρες μέχρι να ανακαλύψει αυτό που τον ''ταλαιπωρούσε''. Ήταν σίγουρος πως ήταν ένα τραγούδι, πως αυτά ήταν λόγια ή μελωδία ή ό,τι ήταν αυτό τελοσπάντων που άκουγε. Βέβαια, όσο και να το έψαξε στο Youtube, δεν μπόρεσε να το βρει. Είχε απογοητευτεί. Άρα, σκέφτηκε, πρέπει πάση θυσία να βρω από που προέρχεται αυτό, δεν πάει άλλο.
Την πέμπτη μέρα, λοιπόν, ήταν Σάββατο. Γυρνούσε απ' έξω και είχε πιει αρκετά. Έψαχνε τα κλειδιά του, ενώ τρέκλιζε προς την πολυκατοικία του, όταν άκουσε τον πλέον γνώριμο ήχο. Εκστασιασμένος, σήκωσε το κεφάλι του και άρχισε να γυρνάει γύρω από τον εαυτό του. Ωστόσο, πάλι βρέθηκε σε αδιέξοδο. Έτσι, ξεκίνησε να φωνάζει.
<<ΠΕΣ ΜΟΥ. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ; ΠΕΣ ΜΟΥ>>.
Δεν έλαβε καμία απάντηση. Επανέλαβε την ερώτηση του, αλλά πάλι τίποτα. Έχοντας χάσει τον προηγούμενο ενθουσιασμό του, περπάτησε τα τελευταία βήματα πριν φτάσει την πόρτα της πολυκατοικίας του. Πριν βάλει το κλειδί στην κλειδαριά, άκουσε μια φωνή να λέει CROCODILE ROCK.
Δεν κατάλαβε αμέσως πως σε αυτόν απευθυνόταν.
<<ΜΕ ΑΚΟΥΣ;>>, ρώτησε η ίδια φωνή.
Άφησε τα κλειδιά στην πόρτα πάνω και έτρεξε στη μέση του δρόμου.
<<ΝΑΙ>>, είπε ο Ηρακλής.
<<CROCODILE ROCK>>, είπε η φωνή και ακούστηκε ένα παντζούρι να κλείνει. Ο Ηρακλής γύρισε εκσταστιασμένος για να ξεκλειδώσει και είδε μια γάτα να προσπαθεί να φτάσει το κλειδί του για να παίξει. Την έδιωξε ευγενικά και παραλίγο να σπάσει το κλειδί για να ξεκλειδώσει. Όταν η πόρτα έκλεινε πίσω του, μια φωνή ακούστηκε.
<<ΣΚΑΣΤΕ ΡΕ ,ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ>>.
Πάτησε το κουμπί για να κατέβει το ασανσέρ, ενώ κουνούσε νευρικά το δεξί του πόδι. Έβλεπε πως το ασανσέρ αργούσε και έτσι έτρεξε με τα πόδια στις σκάλες. Ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος του και έσπευσε να ανοίξει το laptop του. Από την φασαρία, ξύπνησε η αρραβωνιαστικιά του.
<<Τι έγινε;>>, τον ρώτησε νυσταγμένα, τρίβοντας τα μάτια της. Ωστόσο, δεν της έδωσε σημασία. Τα μάτια του γυάλιζαν. Όσο πατούσε τα κουμπιά του πληκτρολογίου, κάτι μέσα του ένιωθε σαν μικρό παιδί που ανοίγει δώρα. 
<<Υπάρχει...ΓΕΩΡΓΙΑ, ΥΠΑΡΧΕΙ!>>, φώναξε και πάτησε το βίντεο. Η μελωδία ξεκίνησε να παίζει.... μετά ήρθαν τα λόγια... και μετά ....la....oh, lalalala....
Εντωμεταξύ,  είχε σηκωθεί όρθιος και άρχισε να κουνιέται ρυθμικά. Στα μισά του τραγουδιού, πήρε την αρραβωνιαστικιά του από το χέρι και άρχισε να χορεύει.
<<Τι σε έπιασε;>>, τον ρωτούσε γελώντας. Όμως εκείνος δεν απαντούσε. Απλά χόρευε. Όταν τέλειωσε το τραγούδι, το έβαλε πάλι από την αρχή. Και ξανά. Και ξανά, για την επόμενη μισή ώρα. 
Από όταν ξύπνησε το επόμενο μεσημέρι , περίμενε ανυπόμονα να έρθει το βράδυ. Να πάει κοντά τρεις και να βγει στο μπαλκόνι. Είχε ακούσει εκείνη την μέρα το ίδιο τραγούδι πάνω από 30 φορές. Όταν βγήκε, ανυπομονούσε να ακούσει το νέο του ''φίλο'' και να μιλήσει μαζί του. Πέρασαν πέντε...μετά δέκα....μετά δεκαπέντε λεπτά, αλλά τίποτα. Δεν εμφανίστηκε. Στεναχωρήθηκε λίγο. 
Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Τέσσερις μέρες πέρασαν και τίποτα. Είχε αρχίσει να ανησυχεί. Την πέμπτη μέρα, είχε θυμώσει λίγο.
Την έκτη μέρα είχε απαυδήσει. Που είναι, που είναι, σκεφτόταν. Είχε βάλει το τραγούδι να παίζει, κάπως δυνατά μήπως το άκουγε από όπου ήταν , αλλά τίποτα. Είχε αρχίσει να βρέχει. Ωστόσο, δεν τα παρατούσε. Του ήρθε ασυναίσθητα μια τρελή ιδέα. Πήρε θέση μπροστά από τα κάγκελα και χτυπούσε πάνω τους τα δάχτυλα του σα να ήταν ένα μεταλλικό πιάνο.
Λα.... ω, λαλαλαλα.....
Στα μισά του τραγουδιού, μια φωνή ακούστηκε. Μια γνώριμη φωνή, που προερχόταν από ένα σώμα που δεν γνώριζε που βρισκόταν, αλλά είχε γίνει πια απαραίτητη. Ο Ηρακλής χαμογέλασε και συνέχισε. Όταν το τραγούδι τελείωσε, είχε λαχανιάσει.
Ακούστηκαν γέλια.
<<ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ;ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ;>>, φώναξε ο Ηρακλής, ενώ η βροχή τον είχε μουσκέψει από πάνω μέχρι κάτω.
<<ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ;>>.
<<ΠΟΙΟ;>>.
<<ΟΤΑΝ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΠΩΣ ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΘΕΙ, ΝΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΕΚΠΛΗΣΣΟΥΝ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΩΡΑΙΑ;>>.
<<ΕΙΝΑΙ. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ. ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΟΜΩΣ;ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ>>.
<<ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΧΤΥΠΑΣ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΟΥ. ΚΟΥΝΑ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ. ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΣ. ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΣ ΚΑΙ ΧΤΥΠΑ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΟΥ ΟΣΟ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙΣ>>.
Έμοιαζε σα σκηνικό ταινίας. Δύο μορφές, βροχή να πέφτει, σκοτάδι, να κουνιούνται στο ρυθμό, διάλογοι σουρεαλιστικοί. 
Βέβαια, δεν ήταν ταινία. Ένα παράθυρο άνοιξε απότομα.
<<ΣΚΑΣΤΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ, ΑΥΡΙΟ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ!>>.
-Ο.Γ.Θ.

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021



Είχε φέρει τα χέρια του στην κοιλιά του και έπαιζε με τα δάχτυλα του, ενώ κοίταζε το ταβάνι, ξαπλωμένος ανάποδα στον καναπέ του, που ήταν βαμμένο άσπρο, επομένως μπορούσε να φανταστεί ό,τι ήθελε, κάτι σαν μεγάλος καμβάς για την φαντασία του. Βέβαια, όταν άκουσε  κλειδιά να  ξεκλειδώνουν την πόρτα, δεν σκεφτόταν τίποτα. Απλά μουρμούριζε στίχους από ένα τραγούδι.... maybe i' ll just place my hands over you.....and close my eyes real tight... .
<<Τι έπαθες τώρα;>>, τον ρώτησε η κοπέλα του, όταν τον είδε σε αυτή την στάση.
<<Τίποτα>>, μουρμούρισε τάχα αδιάφορα.
Άφησε την τσάντα της στο τραπεζάκι της κουζίνας και πήρε δύο κουτάκια μπύρας από το ψυγείο. Άνοιξε την μια και, κρατώντας την άλλη κλειστή,  πήγε πάλι στο σαλόνι. Ακούμπησε με τον ώμο της τον τοίχο
<<Τι σε έπιασε;>>.
<<Άνοιξες μπύρα;>>.
<<Ναι>>.
<<Θα μου φέρεις και μένα μία;>>.
Τότε, του πέταξε την κλειστή, το οποίο, σα να ήταν βολή παγκόσμιου πρωταθλητή, έσκασε απαλά δίπλα του. 
<<Σε ευχαριστώ!>>, της είπε και την άνοιξε. Άρχισε να πίνει, με το κεφάλι ανάποδα.
<<Θα πνιγείς, πρόσεχε>>.
Έκανε να καταπιεί, αλλά δυσκολεύτηκε. Άφησε την μπύρα προσεκτικά στο τραπέζι και, με ένα σάλτο, τα έβλεπε όλα πάλι κανονικά.
<<Πως ήταν η μέρα σου;>>, την ρώτησε.
<<Το αφεντικό μου είναι μαλάκας>>.
<<Τι έκανε πάλι;>>.
<<Πως σου φαίνεται αυτό που φοράω;>>.
Έκανε μια σβούρα γύρω από τον εαυτό της. Φορούσε ένα μαύρο, απλό  φόρεμα.
<<Πολύ ωραίο>>.
<<Και όμως! ''Ναταλία, ο Λαζούδης είπε για το ντύσιμο σου μπλα μπλα''. Βέβαια, ο ίδιος το αρνήθηκε. Τον πείραξε τον μπάρμπα που η πλάτη φαινόταν λίγο παραπάνω. Τον->>.
<<Έλα εδώ>>, της είπε και ήπιε μια γουλιά από την μπύρα του. <<Ξέρεις πως αν δεν σου αρέσει αυτό το γραφείο, μπορείς να βρεις αλλού να συνεχίσεις την άσκηση>>.
<<Δεν είναι αυτό ρε Παντελή. Απλά ώρες-ώρες είναι λίγο μαλάκες εκεί μέσα>>,του είπε ενώ βολευόταν δίπλα του.
<<Όλοι οι άνθρωποι είναι λίγο μαλάκες ώρες-ώρες. Δες το σαν προετοιμασία για το μετά>>.
<<Ωραία τα λες. Πάντα ωραία τα λες>>.
<<Πήγα στρατό. Κάτι έμαθα από μαλάκες>>.
Κάθισαν για λίγο αμίλητοι, απολαμβάνοντας τις μπύρες τους. Δεν ήθελαν κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή. Απλά να καθίσουν ήρεμα για λίγο και να απολαύσουν την μπύρα τους. Τελικά ο Παντελής έσπασε την σιωπή.
<<Σήμερα απέρριψε και ο τελευταίος εκδοτικός το μυθιστόρημα μου>>.
Η Ναταλία τον κοίταξε και, κρατώντας την μπύρα με το δεξί της χέρι, πέρασε το αριστερό στον ώμο του.
<<Γι' αυτό είσαι έτσι;>>.
<<Μπα μωρέ. Δεν ξέρω. Μπορεί. Θες να ακούσουμε λίγη μουσική;>>.
<<Αμέ. Τι θες;>>.
<<Δώσ' μου μισό>>.
Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στο Laptop. Κούνησε λίγο το ποντίκι και η οθόνη άνοιξε. Το Youtube ήταν επίσης ανοικτό. Πάτησε το space και επέστεψε στη θέση του.
Love of my life, you've hurt me....
Η Ναταλία τον κοίταζε. 
<<Ωραίο τραγούδι. Δεν συμφωνείς;>>, την ρώτησε ενώ κοίταζε το κενό.
<<Ωραίο ναι. Πράγματι, πολύ ωραίο>>.
<<Ξέρεις, θέλω να... πως το λένε.... ουσιαστικά, να δημιουργήσω κάτι τέτοιο κάποια στιγμή. Και κάτι τέτοιο. Κάτι τόσο όμορφο>>.
<<Έλα, μην είσαι έτσι. Θα έρθει η ευκαιρία σου. Το ξέρεις καλύτερα από εμένα. Απλά θέλει υπομονή. Κουράγιο, τύχη και υπομονή>>.
Ήπιαν λίγη ακόμα μπύρα. O Παντελής έπαιζε με τα δάχτυλα του.
<<Νιώθεις ποτέ πως η ζωή σου χρωστάει περισσότερα από όσα σου έχει δώσει;>>.
Η Ναταλία ξεφύσηξε.
<<Πάλι τα ίδια; Σαν τι δηλαδή; Φίλους που ήδη έχεις; Κοπέλα που ήδη έχεις; Μια οικογένεια εντάξει, που ήδη έχεις; Την υγεία σου, που ήδη έχεις; Σαν τι δηλαδή σου χρωστάει η ζωή;>>.
<<Ναι μωρέ, το ξέρω. Δεν είναι αυτό, αλλά.... δεν ξέρω. Είναι κάτι σαν ένα μικρό κενό. Σαν μια μικρή τρυπούλα, κάπου μέσα, που δεν λέει να κλείσει και απλά σου ρουφάει λίγο από την χαρά. Που όλο ζητάει παραπάνω. Μια αδηφάγα, τόσο δα καριόλα, που σου κάνει τη ζωή δύσκολη>>.
Η Ναταλία τα είχε ακούσει αυτά πολλές φορές. Ήξερε πως τα έλεγε όταν ένιωθε απογοητευμένος ή μπουχτισμένος. Γι' αυτό σηκώθηκε, πήγε στο δωμάτιο τους και γύρισε με ένα διάφανο σακουλάκι και μερικά σύνεργα. Τα άφησε όλα πάνω στο τραπέζι. Ο Παντελής την περίμενε αυτή τη στιγμή ώρα. Δεν ήθελε να χαθεί μόνος του. Δεν ήθελε να τα αφήσει όλα για λίγο μόνος του. Δεν φοβόταν τον εαυτό του ή πως θα γινόταν κάτι κακό. Το αντίθετο, ήξερε πως αυτό θα του έκανε καλό εκείνη τη στιγμή. Να τα αφήσει όλα για λίγο και να πέσει για ύπνο με το κεφάλι του άδειο.
Δεκαπέντε λεπτά μετά, είχαν αφεθεί και οι δύο πίσω στον καναπέ. Τα πάντα τους φάνταζαν τόσο απλά εκείνη τη στιγμή. Η Ναταλία είχε βάλει τα πόδια της πάνω στα δικά του και ο Παντελής της τα χάιδευε.
<<Πως είσαι;>>, τον ρώτησε.
<<Πιο ήρεμος>>.
<<Έτσι σε θέλω>>.
<<Μου αρκεί που είσαι εδώ>>.
<<Θες άλλο; >>.
<<Μπα. Καλά είμαι>>.
Τότε, η Ναταλία σηκώθηκε όρθια.
<<Θα μπω για μπάνιο. Να φύγει η κούραση της ημέρας>>.
<<Εγώ λέω να πέσω για ύπνο. Είμαι ξύπνιος δύο μέρες σχεδόν και αύριο δουλεύω πρωί>>.
<<Θα με περιμένεις πριν κοιμηθείς; Έτσι, να χουχουλιάσουμε λίγο πριν κοιμηθείς>>.
<<Και να μην έρθεις ποτέ, εγώ πάντα θα σε περιμένω>>.
Χαμογέλασαν. Τον φίλησε στο μέτωπο και πήγε μέσα. Ο Παντελής άκουσε το νερό να τρέχει. Θα μπορούσε τουλάχιστον αν είναι λίγο πιο γαλήνια, λίγο πιο συχνά, σκέφτηκε. Και σηκώθηκε.
-Ο.Γ.Θ.


Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021




Έχει πάει 00:27. Δεν έχω ύπνο. Βασικά έχω ύπνο, αλλά δεν θέλω να κοιμηθώ ακόμη. Είναι Τετάρτη. Θα κοιμηθώ καλά την Παρασκευή. Και ας έχω ξύπνημα αύριο, νωρίς το πρωί. Τώρα δεν θέλω να κοιμηθώ γιατί, νιώθω πως, αν κοιμηθώ, θα χαθεί η ουσία. Αλλά ποια είναι η ουσία; Τι να σας πω και 'γω τώρα; Λες και είμαι κανένας ειδικός ή κανένας κατατοπισμένος. Κινούμαι με το συναίσθημα, με το τι λέει η καρδιά. Και ξέρω πως αύριο θα νυστάζω. Με το ζόρι θα σηκωθώ από το κρεβάτι. Όμως βλέπω τον καπνό να ανεβαίνει , κάτι έχει πάρει φωτιά, και πρέπει να καταφέρω κάτι, προτού πάρει το μέρος ολοκληρωτικά φωτιά. 
Σας έλεγα για τον Παύλο. Δεν σας είπα για τον Παύλο; Δεν τον ανέφερα έστω; Νόμιζα πως τον είχα αναφέρει, αλλά φαίνεται έκανα λάθος. Δεν πειράζει, ξεκινάω τώρα.
Ο Παύλος είναι παιδικός μου φίλος. Είχε ξεκινήσει να παίζει κιθάρα από όταν ήμασταν ήδη στην Πρώτη Δημοτικού και , μέχρι να τελειώσουμε το Δημοτικό, ήξερε να παίζει πολλά τραγούδια. Κυρίως ξένα, ροκ. Στο Γυμνάσιο έμαθε λίγο Πυξ Λαξ, Χατζηγιάννη και κανένα έντεχνο της πλάκας, για να ρίξει καμία κοπέλα. Ωστόσο, ο Παύλος ήταν άσχημος και κοινωνικά άγαρμπος. Ωστόσο, είχε πάθος με την μουσική. Πολύ μεγάλο πάθος. Ακόμα και όταν ήμασταν στο σχολείο, είχε στο μυαλό του πότε θα πάει σπίτι για να παίξει κιθάρα. Είχαμε αράξει σπίτι του μερικές φορές και τον άκουγα να παίζει. Και έπαιζε τόσο ωραία....
Όταν ξεκινήσαμε το Λύκειο, ο Παύλος μου εκμυστηρεύτηκε, άκρως εμπιστευτικά, πως σκεφτόταν να το παρατήσει για να κυνηγήσει μια καριέρα στη μουσική. Τον κοίταξα και γέλασα. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Σαν τι να έκανα δηλαδή; Μου φαινόταν λίγο χαζό αυτό που είπε. Αφού το συζητήσαμε λίγο και, αφού του έδωσε και λίγο σκέψη, αποφάσισε να περάσει σε κάποιο Μουσικό Πανεπιστήμιο. Έστω, να έχω κάποιο χαρτί, είπε. Να κάνω και τους δικούς μου περήφανους οτι ο γιος τους σπουδάζει.
Στο Πανεπιστήμιο χαθήκαμε λίγο. Περάσαμε σε διαφορετικές πόλεις, εγώ και ο Παύλος. Μιλούσαμε μέσω Facebook και με κλήσεις στο κινητό. Μου έστελνε συχνά- πυκνά βίντεο που έπαιζε κιθάρα, δικά του κομμάτια, για να του πω την γνώμη μου. Ήθελε δουλειά, αλλά σε γενικές γραμμές, έβλεπα ένα μέλλον, αν συνέχιζε και δεν τα παρατούσε.  Και ήξερε πως έλεγα αλήθεια και όχι κάτι για να του γλυκάνω τα αυτιά και πείσμωνε ακόμα περισσότερο.
Κάπου στα μισά του τρίτου έτους, ο Παύλος βρήκε κοπέλα. Μου είπε τα καλά νέα όταν βρεθήκαμε στην πόλη μας. Την έλεγαν Ελπίδα. Σπούδαζε στην ίδια σχολή με αυτόν, έναν χρόνο μικρότερη. Είχαν συναντηθεί τυχαία, σε ένα μάθημα δικό της, που ο Παύλος χρωστούσε. Εκείνη έπαιζε βιολί, άρεσαν και στους δύο οι Tindersticks και, ένα απόγευμα, την κάλεσε σπίτι του για να παίξουν μερικά τραγούδια και το καλό έγινε. Εσύ ρε Μιχάλη πως πας; Έχεις βρει καμία; , με ρώτησε. Δεν ήταν ξεκάρφωτη ερώτηση ή τάχα ειρωνική, που έκρυβε μια αλαζονεία. Με ρωτούσε γιατί ήθελε να μάθει. Και η αλήθεια είναι πως δεν είχα βρει ούτε μία. Ψέματα. Παραλίγο θα την έβρισκα, αλλά την έχασα μέσα από τα χέρια μου. Γιατί άργησα πολύ, άργησα πάρα πολύ και πέρασα στο Friendzone. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή, την κατάλληλη ευκαιρία, την κατάλληλη καταλληλότητα για να της πω τι ένιωθα και, πριν το καταλάβω, άρχισε να μου μιλάει για τον Δημήτρη, ένα αγόρι που είχαν αρχίσει να μιλάνε και της άρεσε πολύ και με ρωτούσε τι να κάνει και εγώ της χαμογελούσα και της έλεγα μαλακίες για να μην πετύχει, αλλά τελικά είχαν τα αντίθετα αποτελέσματα. 
Έτσι, έμεινα μόνος.
Έπεσα. Έπεσα. Έπεσα. Έπεσα τόσο, που τα παράτησα όλα, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και κοιμήθηκα τελικά. 6 γεμάτες ώρες.  7:14. Τελικά δεν έχω να πάω κάπου. Είναι Σάββατο, μπέρδεψα τις μέρες, αν και πετάχτηκα όρθιος, γιατί νόμιζα πως ήταν καθημερινή και άργησα. Έτσι,  έτριψα τα μάτια μου. Έριξα μια κλεφτή ματιά δίπλα μου, βεβαιώθηκα πως η άλλη πλευρά ήταν ακόμα κενή και σηκώθηκα και κάθισα αμέσως στην άκρη του κρεβατιού μου.
Ο Παύλος τώρα είναι μαζί με την Ελπίδα επτά χρόνια. Μου είπε πως σκέφτεται να τη ζητήσει σε γάμο. Και δεν θα μπορούσα να είμαι πιο χαρούμενος για τον φίλο μου και να μην τον ζηλέψω λίγο.  Συν τοις άλλοις, είναι καθηγητής σε ωδείο και διδάσκει και ιδιαίτερα. Έχει μάθει να παίζει πλέον και μπάσο και ντραμς. Ορίστε, κυρίες και κύριοι, ένας άνθρωπος που έχει πετύχει στη ζωή του. Κάνει αυτό που θέλει στη ζωή του.
Ακούω τρομπέτες.
Ακούω βιολιά.
Ακούω κιθάρα και ντραμς.
Ακούω μουσική και σημαίνει πως είμαι ζωντανός.
Που και που γράφω τίποτα απλά για να ξεχνιέμαι.  Δεν είναι και τόσο ευχάριστο να θες να ξεχαστείς απλά για να ξεχαστείς , ενώ πολλές φορές ξεχνιέσαι να ζεις τη στιγμή και τότε να ξεχαστείς . Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε. Με καταλαβαίνω, όμως, εγώ και αυτό είναι αρκετό για να ελπίζει κανείς. Αν τουλάχιστον καταλαβαίνεις εσύ τον ίδιο σου τον εαυτό, αρκεί ως ένα βαθμό.
Ξημέρωσε για τα καλά. Θα βγω να περπατήσω. Δεν έχω κάποιο σκοπό, το περπάτημα μου δεν έχει κάποιο νόημα, απλά θα κουνάω μπρος- πίσω τα πόδια μου για να πάω κάπου που, ένας από τους χιλιάδες θεούς, ξέρει. Εγώ δεν ξέρω τίποτα, αν και επιθυμώ να μάθω τόσα πολλά. Το να μάθεις αποτελεί έναν αυτοσκοπό , ο οποίος όμως δεν είναι με την στενή σημασία της έννοιας. Είναι αυτοσκοπός που σε βοηθάει στους άλλους σκοπούς της ύπαρξης. Π.χ. στον έρωτα. Ο Παύλος ερωτεύτηκε την Ελπίδα όταν έμαθε πως , παρά το γεγονός οτι ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια τους όταν αυτή ήταν μόλις δύο χρονών, με τα χρόνια βρήκε τη δύναμη να τον συγχωρέσει. Οτι ήταν δυνατή κοπέλα, κοπέλα που δεν άφηνε τα φαντάσματα του παρελθόντος να στοιχειώνουν το παρόν της και να κατατρώνε το μέλλον της. Η γνώση είναι δύναμη, θαρρώ. Η άγνοια που θεωρείς ως γνώση, όμως, μπορεί να γίνει πολύ πιο ισχυρή δύναμη, αν ξέρεις πως να την χρησιμοποιήσεις και να την επικοινωνήσεις σωστά.
Περπάτησα. Περπάτησα πολύ στη ζωή μου, αλλά έχω την εντύπωση πως για το μεγαλύτερο μέρος της, είχα απλά την εντύπωση, δεν περπατούσα πραγματικά.
Μα ξεχάστηκα. Έλεγα για τον Παύλο. Τι άλλο να πω , ωστόσο, γι' αυτόν. Σας τα είπα όλα. Νιώθω πως νυστάζω πάλι. Κάτι σαν μούδιασμα στον εγκέφαλο. Ίσως να είναι και εγκεφαλικό. Ελπίζω πως όχι. Εννοώ, ακόμα είναι νωρίς. Το βρήκα. Θα καθίσω και θα ζωγραφίσω ένα σπίτι. Ένα όμορφο σπίτι, σε ένα χωριό και δίπλα θα έχει κήπο, ένα σκυλάκι, τον ήλιο πάνω να φωτίζει και μέσα θα είμαι εγώ. Εκεί μέσα θα είμαι εγώ.
-Ο.Γ.Θ. 

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021




Ξάπλωνα στο κρεβάτι, όταν άκουσα το θυροτηλέφωνο να χτυπάει. Πετάχτηκα αμέσως πάνω, αλλά κατευθείαν πάγωσα. 
<<Μα δεν περιμένω κανέναν>>, μουρμούρισα.
Πήγα στο θυροτηλέφωνο και το σήκωσα.
<<Ποιος είναι;>>.
<<Μοιράζω φυλλάδια. Θα μου ανοίξετε;>>.
<<Λυπάμαι, δεν μπορώ>>, απάντησα. 
Ωστόσο, κρατώντας το θυροτηλέφωνο στο χέρι, είχα αρχίσει να μετανιώνω την προηγούμενη μου δήλωση. Γιατί θα μπορούσα να του ανοίξω, τι κακό θα μπορούσε να συμβεί στον καημένο αυτό που απλά μοιράζει φυλλάδια; Και αν το είχε ανάγκη εκείνη την μέρα; Πόσες τέτοιες απορρίψεις να είχε όσο καιρό μοίραζε φυλλάδια; Πως θα αισθανόμουν εγώ, εάν ήμουν στη θέση του; Τέτοια σκεφτόμουν, όταν άρχισα να μιλάω πάλι στο θυροτηλέφωνο.
<<Με ακούτε; Με ακούτε;>>.
Αλλά δεν έλαβα καμία απάντηση. Μετανιωμένος, το τοποθέτησα στην θέση του και πήγα πάλι να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου.
Πρέπει να είχα να σηκωθώ τρεις μέρες από εκεί. Σίγουρα είχα τρεις μέρες κλεισμένος σπίτι. Είχα πάει στο Σούπερ Μάρκετ, είχα προμηθευτεί με εφόδια για καμιά βδομάδα, δηλαδή κυρίως ξηρά τροφή που δεν θέλει μαγείρεμα, μπύρες και κρασιά, και όλη μέρα την έβγαζα στο κρεβάτι. Α, δεν είχα ανάγκη για λίγο καιρό! Με είχαν απολύσει από την ασφαλιστική που δούλευα, μου είχαν δώσει και την αποζημίωση μου, είχα μερικά, ελάχιστα, στην άκρη, είχα κάνει μπει και στη λίστα για να απολαύσω τα κρατικά επιδόματα, και αποφάσισα επιτέλους να κάνω πραγματικότητα κάτι που σκεφτόμουν για καιρό: να καθίσω. Εννοώ, πραγματικά να καθίσω και να ηρεμήσω, δίχως να κάνω τίποτα, δίχως να σκέφτομαι τίποτα, δίχως να είμαι κάτι, χωρίς ιδιότητες, μια μάζα οστών και λίπους και νεύρων και μυών. 
Το τηλέφωνο το σήκωνα για να μην ανησυχήσω τον κόσμο. Και στα μηνύματα απαντούσα. Προφασιζόμουν μια αρρώστια απλή. Όχι κορονοϊό, εκεί θα είχαμε άσχημα ξεμπερδέματα. Γαστρεντερίτιδα απλή. Αν και , ένας θείος μου που με πήρε, γιατί ήθελε να με ρωτήσει πως μου φαινόταν το Οικονομικό του ΠΑΜΑΚ που σπούδασα και αν θα το πρότεινα για έναν ξάδερφο μου, μακρινό, μου είπε ,  άκρως εμπιστευτικά, πως από έρευνα που έκανε ο ίδιος στο Internet έμαθε πως η γαστρεντερίτιδα είναι μια άσχημη παρενέργεια του ιού αυτού και μετά συνέχισε μια λογοδιάρροια για κάνα δίλεπτο. Τον ευχαρίστησα για τον ενδιαφέρον του, ενώ σκούπιζα το στόμα μου από την λαδίλα με το χέρι μου.
Η τελευταία μου έξοδος, πριν κλειστώ οικειοθελώς στη γλυκιά μου απομόνωση ήταν ένα ''σχολείο''. Μπήκα μέσα με πέντε ευρώ, ή και λιγότερα. Όχι, περισσότερα ήταν. Γιατί αγόρασα ένα Σκράτς των πέντε, που το πέταξα μόλις το έξυσα και ένα των δύο ευρώ. Πήρα πίσω τέσσερα από το τελευταίο. 200% κέρδος. Συνολικά στην τσέπη μου είχα τέσσερα ευρώ σίγουρα. Δεν θυμάμαι πόσα ακόμα. Πριν εξαργυρώσω και πάρω τα κέρδη μου, ένας κύριος, κοντά στα 50, με τζιν και πόλο μπλούζα, πήγε να δώσει να του χτυπήσουν μερικά δελτία Κίνο.
<<40 ευρώ είναι σύνολο>>, του είπε η ταμίας.
<<Ορίστε. Ακριβώς. Ξέρεις, το έχω κόψει αρκετά. Παλιά έπαιζα περισσότερα. Τώρα το έχω ελαττώσει>>.
Η ταμίας τον κοίταζε αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω την έκφραση του προσώπου της, γιατί φορούσε μάσκα. Σίγουρα θα ήταν μια έκφραση προσποιητής συμπόνιας, από αυτήν που δείχνουμε σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, όταν μας εξιστορούν τον πόνο τους ή μέρος του πόνου τους και δεν μας νοιάζει και τόσο, αλλά δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, δεν μπορείς να είσαι και αγενής και να τους πεις, ξέρεις, δεν με νοιάζει, χέστηκα. Καλά, μπορείς, αλλά εμένα δεν μου πάει η καρδιά και τόσο. Βέβαια, δεν μπορώ να κάνω το αντίστροφο. Δηλαδή να κάθομαι να λέω δεξιά και αριστερά τον πόνο μου, λες και είναι προϊόν που πουλάω στην λαϊκή. Βέβαια, γενικά δεν μπορώ να το κάνω. Ήταν ένας ακόμη λόγος αυτός, πολύ σημαντικός, που αποφάσισα να κλειστώ σπίτι μερικές μέρες. Να ξεφύγω, από όλους και από όλα, να ξεσπάσω από όσα με προβλημάτιζαν όπως ήξερα καλύτερα. Από την άλλη, έπρεπε να δείτε το θέαμα, πόσο αστείο και θλιβερό είναι, ένας μαντράχαλος να κάθεται με το μποξεράκι του στο κρεβάτι του, να πίνει μπύρα, και να κλαίει.
Μετά από πέντε μέρες, δηλαδή δύο μέρες αφού είχε έρθει το παλικάρι με τα φυλλάδια, αποφάσισα επιτέλους να κάνω μπάνιο. Πλέον δεν άντεχα ούτε εγώ ο ίδιος την μπόχα μου. Οπότε, σηκώθηκα, μάζεψα το σεντόνι, έβγαλα τις μαξιλαροθήκες, πήρα ένα μποξεράκι και πήγα στο μπάνιο. 
Άνοιξα το νερό για να ζεσταθεί και με κοίταζα στον καθρέφτη. Έπρεπε να περιποιηθώ τον εαυτό μου. Οι τρίχες στο πρόσωπο μου πετούσαν δεξιά και αριστερά, τα μάτια μου είχαν σακούλες , το δέρμα μου ήταν λιπαρό. Έβαλα το χέρι κάτω από το νερό. Ήταν στην ιδανική θερμοκρασία. Έμεινα για ώρα κάτω από το νερό, τρίβοντας τα πάντα πάνω μου, μέχρι να ξεπλυθεί κάθε βρωμιά. Ίσως έτσι να ήθελα να ξεπλύνω - και να αποβάλλω- τους φόβους, τα άγχη, τις ανασφάλειες , τις σκέψεις από πάνω μου. Αν ήταν βέβαια τόσο εύκολο αυτό, δεν θα έβλεπες κανέναν βρώμικο έξω. Όλοι θα έλαμπαν, θα μοσχομύριζαν και θα ήταν πάντα χαμογελαστοί.
Όταν βγήκα από το μπάνιο, έριξα την πετσέτα πάνω μου και άρχισα να σκουπίζομαι. Με την πετσέτα πάνω στους ώμους μου, πήρα την οδοντόκρεμα, έβαλα λίγη πάνω στην οδοντόβουρτσα και άρχισα να πλένω τα δόντια μου. Όλη αυτή την ώρα κοιταζόμουν στον καθρέπτη. Τα μάτια μου άνοιγαν ίσα-ίσα και ήταν κόκκινα. Χαμογέλασα. Δαγκώνοντας την οδοντόβουρτσα, σήκωσα το δεξί μου χέρι, τέντωσα τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο και τα έφερα στην αντανάκλασή μου, στο ύψος των ματιών και άρχισα να πιέζω. Σκέφτηκα πως θα ήταν τόσο εύκολο, να γυρίσω απευθείας το χέρι, να κρατήσω τα δύο αυτά δάχτυλα τεντωμένα και να τα χώσω στα μάτια μου, να τυφλωθώ, να μην βλέπω τίποτα, να μην βλέπω απολύτως τίποτα. Να κάνω και μια αίτηση μετά για αναπηρική σύνταξη και να με πληρώνει το κράτος. Αλλά από την άλλη, γιατί να το έκανα αυτό; Ποιο σκοπό θα εξυπηρετούσε, δηλαδή, μακροπρόθεσμα, εκτός από το να με απαλύνει λίγο εκείνη τη στιγμή, να πάρει τον πόνο που νιώθω μέσα μου και δεν φαίνεται και να του δώσει μια μορφή και μια πρόσκαιρη εξήγηση; Άσε που, την όραση μου την θέλω. Γιατί, πες πως ένας φίλος σου πετυχαίνει κάτι ή αγοράζει κάτι όμορφο, πως θα το δεις ;, Πες πως έρχεται η οικογένεια σου για επίσκεψη ή πας εσύ σε αυτούς και θες να τους δεις, πως θα το κάνεις; Ή ερωτεύεσαι κάποιον και εκεί όλες οι αισθήσεις σου είναι αναγκαίες για να ζήσεις μέσα, έξω και μαζί του. Ή μήπως για να μην έβλεπα πια όλα τα σκατά και τη δυστυχία που κυριαρχεί στον κόσμο; Αλίμονο! Δεν είναι μόνο αυτά. Υπάρχουν πράγματα που αξίζει να δούμε , που προσμένουμε να δούμε, τόση ομορφιά, γιατί, αν δεν υπήρχαν αυτά, τότε δεν θα προσπαθούσαμε να ζήσουμε για να δούμε την επόμενη μέρα. 
Οπότε, όχι, είπα στον εαυτό μου. Για ό,τι σκατό συνέβη στη ζωή σου, για ό,τι σκατό θα συμβεί, τουλάχιστον κράτησε τα μάτια σου. Κράτησε την καρδιά σου. Κράτησε το είναι σου και την ψυχή σου.
Με αυτή την πανηγυρική δήλωση ολοκλήρωσα την μικρή μου περιποίηση. Αλλά η απομόνωση μου δεν είχε τελειώσει. Οπότε, φόρεσα το μποξεράκι μου και κατευθύνθηκα για το κρεβάτι μου. Μόλις ξάπλωσα και ηρέμησα, συνειδητοποίησα πως είχε αρχίσει να ψιχαλίζει και μετά να φουντώνει και να το γυρνάει σε βροχή. Σηκώθηκα, άνοιξα λίγο το παντζούρι, έβαλα σε ανάκληση την μπαλκονόπορτα και χουχουλιάστηκα κάτω από μια κουβέρτα. Έκλεισα τα μάτια μου και άφησα τη μουσική της φύσης να με κοιμίσει, μέχρι που με πήρε ένας πολύ γλυκός ύπνος, χωρίς καμία σκέψη να τριγυρίζει στο κεφάλι μου, και ας ήταν μόλις πέντε το απόγευμα. Και, αλήθεια, έτσι θα ήθελα να μπορούσα να κοιμάμαι κάθε μέρα.
Βαθιά.
Στοργικά.
Γαλήνια.

-Ο.Γ.Θ.




Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021





Πατούσε διάφορα πλήκτρα στο πιάνο, με πάθος.
<<ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΗΞΕΡΑ ΝΑ ΠΑΙΖΩ>>, φώναξε.
<<ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΝΤΟ ΔΙΕΣΗ. ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ, ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ>>, φώναξε ο φίλος του από την τουαλέτα.
<<Μπααααα>>, ψιθύρισε, σα να το έλεγε στον εαυτό του. <<Μεγάλωσα τώρα. Έπρεπε να μάθω πιο μικρός, όταν είχα την ευκαιρία. Να παίζω τώρα Chopin, να παίζω Beethoven και Bach και Litz>>.
Ακούστηκε ένα καζανάκι και μια βρύση να ανοίγει και να κλείνει και βήματα προς το πιάνο.
<<Για όσο είμαι Ελλάδα, μπορώ να σου δείξω μερικά πράγματα πάντως>>.
<<Μπα. Μετά θα φύγεις και εγώ δεν έχω πιάνο στο σπίτι>>.
<<Σε λίγους μήνες θα επιστρέψω πάλι. Μπορείς να πάρεις αρμόνιο αν θες>>.
<<Γάμησε το. Μεγάλωσα. Θα βγούμε τελικά;>>.
<<Πάμε, ναι>>.
Φόρεσαν τα παπούτσια τους και βγήκαν έξω. Είχε βγάλει κρύο, αλλά όχι τόσο που να χρειάζονται μπουφάν. Μια ζακέτα αρκούσε.
<<Η δικιά σου που είπε πως είναι;>>.
<<Στο Casper >>.
<<Η φίλη της καλή;>>.
<<Ναι ρε. Μια χαρά. Θες να πάμε τελικά να τις βρούμε;>>.
<<Πάμε μωρέ>>.
<<Σίγουρος;>>.
<<Ναι. Άντε,  προχώρα>>.
<<Πόδια;>>.
<<Ναι ρε. Δεν είναι μακριά τα Λαδάδικα>>.
Περπάτησαν την Αγίου Δημητρίου και μετά άρχισαν να κατηφορίζουν.
<<Από το μπουκάλι πόσο έμεινε;>>.
<<Κάνα ποτήρι βότκα >>.
<<Καλή φάση>>.
<<Εγώ έκανα κεφάλι πάντως>>.
<<Εγώ καλά είμαι>>.
<< Σταματάμε να πάρουμε καμία μπύρα;>>.
<<Έλα μωρέ τώρα, κροκόδειλε. Θα πιούμε εκεί>>.
<<Άντε καλά>>.
Ένα τέταρτο μετά, βρέθηκαν έξω από το μαγαζί. Είχε ουρά. Ένα τέταρτο μετά έφτασε και η σειρά τους. Τους καλωσόρισε ένας τύπος, που φορούσε καπαρντίνα και είχε κουρεμένο γουλί το κεφάλι. Έμοιαζε με Ρωσσοπόντιο.  
<<Καλησπέρα παιδιά!>>.
<<Χαίρετε! Έχουμε παρέα μέσα>>.
<<Λυπάμαι, δεν μπορείτε να μπείτε>>.
<<Μα έχουμε παρέα μέσα>>.
<<Είμαστε γεμάτα>>.
<<Μα....Έλα, Θεόφιλε, πάμε να φύγουμε>>.
Γύρισαν και άρχισαν να περπατάνε. Μια παρέα πέντε κοριτσιών ήταν οι επόμενες, και , ύστερα από δύο κουβέντες, μπήκαν μέσα. Ένα ξεφύσημα ακούστηκε από την παρέα των δύο αγοριών.
<<Και τώρα που πάμε;>>.
<<Που ξέρω; Όπου θες>>.
<<Που ξέρω; Κάπου να πιούμε>>.
Γέλασαν. Έστειλε μήνυμα στην κοπέλα του να την ενημερώσει. Του απάντησε αμέσως να την  περιμένει. Βγήκε έξω, τους έδειξε στον πορτιέρη και μπήκαν μέσα.
Το μαγαζί ήταν σχεδόν τίγκα, κάπως ασφυκτικά. Με τα χίλια ζόρια, έφτασαν στον πάνω όροφο, και βρέθηκαν σε ένα τραπέζι, ανάμεσα από άλλα τραπέζια. Εκεί περίμενε η φίλη της κοπέλας. Κάπνιζε ένα τσιγάρο και έπινε τζιν με τόνικ.
<<ΚΑΛΑ ΕΙΣΤΕ ΒΛΑΚΕΣ; ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΝΑ ΒΓΩ!>>, φώναξε η κοπέλα για να ακουστεί και στους δύο.
<<ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ >>.
<<ΑΜΑΝ ΡΕ ΑΛΕΞΗ. ΤΕΛΟΣΠΑΝΤΩΝ. ΠΑΙΔΙΑ, ΑΠΟ ΕΔΩ Η ΦΙΛΗ ΜΟΥ, Η ΒΑΣΩ>>.
<<ΑΛΕΞΗΣ, ΧΑΡΗΚΑ!>>.
<<ΘΕΟΦΙΛΟΣ, ΧΑΡΗΚΑ!>>.
Κουνούσαν ρυθμικά το κεφάλι τους. Ήρθε ένας σερβιτόρος για να παραγγείλουν και, για να μην τα μπερδέψουν, πήραν βότκα με λεμονάδα. Τα ποτά έφτασαν μετά από πέντε λεπτά και ήπιαν την πρώτη γουλιά.
Ο Θεόφιλος δεν ένιωθε άνετα. Σπάνια ένιωθε άνετα σε τέτοια μέρη. Και δίπλα του είχε μια κοπέλα, που ο φίλος του  του είπε να χωθεί, γιατί ήταν ελεύθερη. Και ο ίδιος το ήθελε. Γιατί, δεν ήταν πως φοβόταν την μοναξιά ή κάτι τέτοιο, αλλά , όπως και να έχει, είχε κάποιες βασικές ανάγκες που έπρεπε να ικανοποιηθούν.  Βέβαια, πολύ πιο εύκολα θα έτρεχε γυμνός στο δρόμο, φωνάζοντας ΕΙΜΑΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ. Έτσι ένιωθε. Παρατηρούσε κυρίως τον κόσμο, πως διασκέδαζε. Ή , μάλλον, πως έδειχνε πως διασκέδαζε. Γιατί ήξερε πως οι περισσότεροι είχαν βγει λόγω του οτι ήταν Παρασκευή. Προτιμούσε να βγαίνει καθημερινές. Τότε ήξερε που να πάει και ήξερε πως ο κόσμος που ήταν έξω ήταν εκεί επειδή το ήθελε.
Πέρασαν πέντε λεπτά. Ο Αλέξης χόρευε με την κοπέλα του. Η Βάσω έπινε σιωπηλή το ποτό της και λικνιζόταν ρυθμικά, αλλά διακριτικά. Ο Θεόφιλος ήπιε μια γερή γουλιά και αποφάσισε να της μιλήσει. 
<<Ωραίο  μέρος, ε;>>.
<<Ντάξει, καλό είναι>>, του απάντησε αδιάφορα.
<<Από που είσαι;>>.
<<Από την Βέροια>>.
<<Εγώ από την Κατερίνη. Δεν έχω έρθει ποτέ Βέροια. Πως είναι;>>.
<<Καλά είναι>>.
Δείξε λίγο ενδιαφέρον, τουλάχιστον, σκέφτηκε.
<< Με τι ασχολείσαι;>>.
<<Είμαι νοσηλεύτρια>>.
Σκέφτηκε να κάνει κανένα αστείο, για να σπάσει κάπως περισσότερο τον πάγο. Μα αισθανόταν πως το παγόβουνο όλο και μεγάλωνε.
<<Εγώ είμαι προγραμματιστής>>.
<<Ωραία!>>, του απάντησε και συνέχισε να πίνει το ποτό της.
Ο Θεόφιλος είχε αρχίσει να ξενερώνει. Είχε σπαστεί και λίγο. Ωστόσο, δεν είπε τίποτα. Τα παράτησε και προσηλώθηκε στο ποτό του και συνέχισε νιώθει άβολα.
Μετά από λίγο, τα κορίτσια πήγαν στην τουαλέτα. Ο Αλέξης τον πλησίασε.
<<Τι έγινε;>>.
<<Τίποτα. Δεν ψήνεται>>.
<<Μαλακία>>.
<<Έστω να έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον. Να προσποιούνταν. Δεν ξέρω>>.
<<Τι της είπες;>>.
<<Τίποτα. Τα βασικά. Προσπάθησα να κάνω κουβέντα αλλά δεν...>>.
<<Θες να φύγουμε ρε;>>.
<<Μπα. Άραξε>>.
<<Σίγουρα;>>.
<<Ναι ρε. Έλα, έρχονται>>. 
Τα κορίτσια έφτασαν. Η  κοπέλα του Αλέξη του ψιθύρισε κάτι στο αυτί, πήρε την τσάντα της, του έδωσε κάτι και μετά τη φόρεσε. Πλησίασε τον Θεόφιλο.
<<Εμείς πρέπει να φύγουμε. Καλά να περάσετε!>>.
<<Αντίοοοο>>.
Τις αποχαιρέτησαν και τα δύο αγόρια έμειναν μόνα τους.
<<Τι φάση;>>.
<<Μου είπε οτι είχαν πολύ ώρα εδώ και θα πάνε κάπου αλλού να βρούνε κάποιες φίλες τους και κάτι τέτοια>>.
<<Μάλιστα. Πάμε πουθενά αλλού λες;>>.
<<Που;>>.
<<Πάμε κωλόμπαρο;>>.
<<Τζάμπα λεφτά>>.
<<Καλά, υπερεκτιμημένα είναι , ναι , σύμφωνοι, πας, πίνεις ποτό, σου τρίβονται και μετά πηγαίνεις σπίτι και τον παίζεις κλαίγοντας που χαράμισες τα λεφτά σου>>.
<<Άσε που τα ρούχα σου θέλουν κάψιμο μετά>>.
<<Πάμε;>>.
<<Δε γαμιέται, πάμε!>>.
<<Θα το πεις στη δικιά σου;>>.
<<Τρελός είσαι; Θα μου κόψει τα πόδια>>.
<<Μακάρι να είχα μια να μου έκοβε και μένα τα πόδια>>.
<<Κάνε νόημα να πληρώσουμε καταθλιπτικέ. Αν ήθελες, θα είχες ήδη βρει>>.
<<Λες και είναι εύκολο>>.
<<Πιο εύκολο από όσο νομίζεις>>.
<<Είναι επειδή δεν έχεις τη ρετσινιά του καλού παιδιού>>.
<<Εσύ έχεις και τη ρετσινιά του μαλάκα φαίνεται. Συγκεντρώσου. Απλά φοβάσαι>>.
<<Δεν.... Ορίστε..... Ευχαριστώ>>.
Φόρεσαν τις ζακέτες τους και βγήκαν έξω. 
<<Μην σε ρίχνει ρε>>, είπε ο Αλέξης και πέρασε το δεξί του χέρι πάνω στους ώμους του φίλου του. <<Θα βρεις μια κάποια μέρα. Το ξέρω>>.
<<Δεν με ρίχνει ρε. Αλλά τι να σου πω. Μακάρι>>.
<<Άσε τις ηττοπάθειες. Άντε, πάμε τώρα>>.
-Ο.Γ.Θ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...