Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Ο σινεμάς

Είχαμε κανονίσει να πάμε σινεμά με τον φίλο μου, τον Μιχάλη. Αρχές τρίτης γυμνασίου, αυτός ήταν δύο χρόνια μικρότερος μου, μα εκείνο τον καιρό κάναμε αρκετή παρέα. Προβαλλόταν τότε το "Ρόδα,τσάντα και κοπάνα", σε μια συνέχεια από εκεί που το είχαν αφήσει- η προσπάθεια του να βγάλουν εύκολο χρήμα δίχως αρκετό κόπο, με ένα καστ γνωστών ηθοποιών για να τραβήξουν τα βλέμματα. Ωστόσο, δεν νοιαστήκαμε καθόλου για το σκεπτικό της δημιουργίας της ταινίας, απλά αποφασίσαμε να πάμε βόλτα στον κινηματογράφο που υπήρχε στην πόλη.
Το να πάω τότε στην πόλη ήταν κάτι τρομερό για εμένα. Ένιωθα έναν ενθουσιασμό ιδιαίτερο, σαν παιδάκι που του κερνάνε παγωτό επειδή έκανε κάτι καλό,ειδικά εφόσον μου είχαν δώσει οι γονείς μου το οκ για να βγω. Έτσι, δώσαμε ραντεβού στη στάση, να πάρουμε το αστικό των 9:15. Η ταινία θα άρχιζε στις 10:30 ,οπότε είχαμε χρόνο για μια βόλτα. Αφού μας άφησε στον τερματικό σταθμό, κάναμε μια γύρα και σταματήσαμε για να φάει ο Μιχάλης. Εγώ κρατούσα όρεξη για ποπ κορν και αναψυκτικό. Μια ταινία στον κινηματογράφο έχανε για μένα την αίγλη της αν δεν συνοδευόταν από αυτά τα δύο απαραίτητα συστατικά.
Φυσικά δεν ήμουν ο μόνος φίλος του Μιχάλη, για αυτό μπήκαμε σε ένα νετ που βρισκόταν στην πλατεία της πολης, κάμποσα μέτρα πιο κάτω από το σινεμά για να χαιρετήσει ενα-δυο άτομα. Εγώ δεν τους γνώριζα και δεν θα έκανα κίνηση να τους γνωρίσω ,οπότε βρισκόμουν σε μια μετέωρη κατάσταση αναμονής και προσμονής.
Με το που μπήκαμε, ο Μιχάλης έχασε, με την ίδια ταχύτητα που κινείται το φως, το ενδιαφέρον του για την ταινία και αποφάσισε να μείνει. Με ρώτησε αν είχα θέμα και αν μάλιστα ήθελα και εγώ να αράξω μαζί τους. Του απάντησα πως το μόνο που ήθελα ήταν να βρίσκεται λίγο πριν το τέλος της ταινίας μπροστά από τον κινηματογράφο, γιατί θα ερχόταν ο πατέρας μου να μας πάρει και θα δυσκολεύουν απίστευτα να του εξηγήσω την κατάσταση όπως διαμορφώθηκε. Ένα αθώο ψεματάκι προκειμένου όλα να κυλήσουν ομαλώς. Δεν είχα κανένα απολύτως θέμα να την δω μόνος. Ίσα ίσα,δεν ήθελα να κάτσω μπροστά από έναν υπολογιστή εκείνη την μέρα. Είναι και το άλλο που, αν μου έχει καρφωθεί κάτι στο μυαλό, ξενερώνω αμέσως αν προταθεί κάτι νέο, ακόμη και αν το τελευταίο καταλήξει πιο συναρπαστικό εν τέλει. Ξεροκέφαλος μα όχι κακόβουλα.
Οι δρόμοι μας χωρίστηκαν για μερικές ώρες: ο Μιχάλης έμεινε στο νετ - αυτά τα μπλιμπλικια χαλαν την νεολαία και την οδηγούν στην παρακμή- και εγώ ανηφόρισα. Έκοψα το εισιτήριο μου και περίμενα υπομονετικά.
 Για να πω την αλήθεια , δεν έλεγε και πολλά ο λόγος για τον οποίο ξόδεψα οκτώ ολόκληρα ευρώ. Όμως ήταν ωραία εμπειρία, κάτι το διαφορετικό. Γενικά πήγαινα να δω ταινιες, καμιά φορά ολομόναχος μάλιστα, εν γνώση των γονιών μου φυσικά, γιατί εκείνοι με πήγαιναν για να με πάρουν μετά. Δεν ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για μένα. Θαρρώ πως έτσι την εκτιμούσα λίγο περισσότερο, δεν ήμουν άλλωστε ο άνθρωπος που θα έκανε εκτενεις αναλύσεις μετά το πέρας της ταινίας και τα σχετικά. Ήρεμος και πράος, θα την έβλεπα και θα έβγαζα τα εκάστοτε συμπέρασματα.
Θυμάμαι να πάω και να κάθομαι στη μέση της αίθουσας , για να έχω καλύτερη οπτικοακουστική επαφή. Σίγουρα η κυρία στην είσοδο θα είχε απορήσει όταν θα μου έκοψε το εισιτήριο. Μα δεν με ένοιαζε. Μέσα είχε κόσμο διαφόρων ηλικιών. Μέχρι και σαρανταφευγάρηδες έπιασε το μάτι μου. Θα είχαν έρθει να την δουν για να αναπολησουν τα περασμένα χρονια, να επιστρέψουν έστω και νοητικά σε εκείνη τη εποχή. Η ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει στις ευτυχισμένες , πρότερες εποχες πάση θυσία. Κυνήγι της γλυκιάς νοσταλγίας με κάθε τρόπο.
Όταν τελείωσε, ο Μιχάλης ήταν ήδη έξω. Τα είπαμε λιγακι μέχρις ότου είδα τον πατέρα μου να κατηφοριζει με το αμάξι. Ανοίξαμε τις πόρτες και μπήκαμε. Ναι πατέρα , η ταινία μας άρεσε. Ναι πατέρα ωραία περάσαμε. Ναι πατέρα καλά ήταν. Ναι πατέρα και συγγνώμη που σου είπα ψέματα και δεν σε ευχαρίστησα που ήρθες να με πάρεις επειδή το θεώρησα αυτονόητο, που δεν σε ευχαριστώ όσο συχνά θα έπρεπε. Ναι πατέρα, και καλό βράδυ.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Ονειροπόληση

Κλειδοκράτορας της καρδιάς μου, των επιθυμιών μου, της διάθεσης μου
Η σωσίβια λέμβος απο τον εαυτό μου
Τέλεση έρωτα και όχι απλής συνουσίας
Ο παράδεισος σου θα έχει τον δρόμο που θα με οδηγεί και στην κόλαση
Και εσύ θα με σπρώχνεις προς όποια κατεύθυνση επιθυμείς ανά πάσα στιγμή
Ένα τετράδιο αφιερωμένο για σένα με ποιήματα γεμάτο και γλυκανάλατα μυνήματα στο κινητό και πρόσωπο με πρόσωπο
Το μυαλό μου ένας κήπος γεμάτος κυκλάμινα, μανόλιες και ηλίανθους
Θα τα κόβω για σένα μόλις ανθίζουν
Θα γεννιόντουσαν κόσμοι ολόκληροι από την συνύπαρξη μας
Ένα μπολ θα γεμίζαμε κάθε πρωί με τον ιδρώτα μας
Και θα το πίναμε για να ανυψωθούμε
Θα με φωνάζες με ονόματα και εγώ το ίδιο
Και θα ντρεπόμουν να με δουν σε τέτοια κατάσταση οι φίλοι μου
Μαζί σου
Σε τόσο ευάλωτη κατάσταση
Θα σου διάβαζα το αγαπημένο μου ποίημα
Και θα φλυαρούσα ώρες ολόκληρες
Μαζί σου
Εγώ που δεν μιλάω και πολυ
Προκειμένου να σε έχω δίπλα μου
Να σε έχω κοντά μου
Να σε ακούω
Να σε βλέπω
Πάνω από όλα να σε αισθάνομαι
Και στις δύσκολες στιγμές να αναρωτιέμαι
Τι στο καλό βρήκες πάνω μου
Και τι σε έκανε να σταθείς πλάι μου εξ αρχης
Θα βασίζομαι αρκετά πάνω σου για να φτιάξει η διάθεση μου
Θα βασίζομαι αρκετά πάνω σου χωρίς να έχεις κάποια υποχρέωση απέναντι μου
Και θα παραπονιέμαι αν δεν το κάνεις
Θα είμαι γκρινιάρης μα έχω υπομονή τεράστια
Θα διόρθωνες αρκετά γρανάζια πιτσικαρισμενα
Μα εγώ το χαβά μου στο τέλος παλι
Αλλά θα καταλάβαινες πως έτσι είμαι
Ξεροκέφαλος μα πολύ ανοικτός
Όποτε θες θα γίνεσαι αλογάκι της Παναγίας
Θα μου κόβεις το κεφάλι
Για να ξαναφυτρώσει λίγο πιο ύστερα
Και τανάπαλιν
Θα το κάνεις συχνά
Και εγώ το ίδιο
Θα σε πρήζω και θα σου σπάω τα νεύρα
Και θα μαλώνουμε
Και μετά θα σε φροντίζω όπως νομίζω καλύτερα
- όχι, δεν είσαι κατοικίδιο, μα μια γλαστρα με μπονζάι.
Και όταν θα είμαι γέρος πια θα σκεφτώ φευγαλέα την ύπαρξη σου
Και θα αναπολησω υπέροχες στιγμές
Στιγμές που ένιωσα πραγματικά ζωντανός.

Μα είσαι το πολυπόθητο και απιαστο όνειρο μου
Σε ποιον παράλληλο κόσμο έγινες άραγε η απτή μου πραγματικοτητα;
Ποιος είναι εκείνος που γεύεται τους καρπούς σου τώρα;
Και εγώ γιατί γράφω αυτό το ποίημα για σένα;
Ίσως για να ξεχαστω
Ίσως για να μην κλάψω
Ίσως για να γεμίσω κάπως το κενό
Ίσως γιατί δεν μπορώ να σε έχω
Πάνω από όλα γιατί το είχα ανάγκη
Για να γίνει ο πόνος του ονείρου αυτού
Λίγο πιο γλυκός.
Ε γλυκιά μου;

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Μέσα στη φωλιά

Έπεσα μέσα στο λάκκο με τα φίδια
Αφέθηκα, δεν αντιστάθηκα, με έζωσαν
Κλαυθμήριζα για όλες τις προηγούμενες μου ήττες
Ενω μάλιστα είχα γευτεί πολύ μεγάλες νικες,ακόμη και έπειτα την πτώση
Εκτιμούσα ελάχιστα στην ώρα τους
-τα απωθημένα και όσα μετανιώνεις μπορούν και σε καταστρέφουν για όσο καιρό δεν καταφέρνεις να τους επιβληθείς.
Ενώ τα ερπετά τρέφονταν με τη σάρκα μου σκεφτόμουν
Τι αδιέξοδο είναι αυτό στο οποίο έπεσα;
Με το βλέμμα στραμμένο στην  ανοιχτωσιά
Αδρανης
Περαστικοί έσκυβαν το κεφάλι και απλά συνέχιζαν την πορεία τους
Εγώ ποτέ να μην φανώ πιεστικός σαν τους προσκαλέσω μια φορά
Μήπως όσοι κοίταξαν την τρύπα φευγαλέα και δεν στάθηκαν παραπάνω το έκαναν
Επειδή είμαι εν τέλει βαρετός ή αδιαφορος ή κουραστικός ή οι δεκάδες υποθέσεις, απόρροια της ανασφάλειας;
Ενδομυχα ένας φόβος πως σαν δίνω πάντα τον καλύτερο μου εαυτό
Ίσως να στερέψω απότομα και να μην έχω απόθεμα για αργότερα
Με κατετρεχε εκείνη η τιμημένη η ανωριμότητα και με τσάκισε
Μα δεν καταλάβαινα πώς έπρεπε να την ξορκίσω
Και πώς στο καλό είμαστε τόσο σίγουροι ή ελπίζουμε για το μετά εκείνο που μπορεί στην τελική να μην έρθει ποτέ;
Και πάντοτε περίμενα ένα χέρι να με σηκώσει
Μεχρι που κατάλαβα, κατά τη διάρκεια μιας νύχτας με φεγγάρι άγριο
Πώς το χέρι εκεινο ήταν το δικό μου
Και πως από τα υπολλειματα μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο σύνολο
Ίσως όχι ίδιας ποιότητας
Αλλά και πάλι,να το ρίσκαρα;
Εγώ, να ρισκάρω;
Θεοί, πως θα τολμούσα να το κάνω
Ένας φοβιτσιαρης ολκής σαν και του λόγου μου;
Μα έφτασε μια μέρα που άρχισα
Να βλέπω τα φίδια σαν φίλους μου
Είναι αδηφάγα
Μα πλέον μέρος της υπόστασης μου
Το ξέρω πως
Οσονούπω θα αποδράσω απ' τον λάκκο
Σίγουρα μερικά θα με ακολουθήσουν προσκολλημένα στη σάρκα μου
Προς το παρόν σηκώθηκα στα πόδια μου
Με αργές και σταθερές κινήσεις του σώματος
Ένας άνθρωπος που βρισκόταν σε κώμα για πολύ καιρό ανακάμπτει αμέσως;
Όχι, κάνει μια προετοιμασία πρώτα.
Σηκώθηκα, λοιπόν, με το κεφάλι ψηλά
Χαμογελόντας θλιμμένα πάντοτε
Για τα βάσανα που μου προκάλεσα εγω εγώ ο ίδιος
Και για λίγο θυμήθηκα τη νεκρή μου βασίλισσα και πόσο θα ήθελα να ήταν δίπλα μου
Μα το οχυρό μου είναι αχούρι και εκείνη ταξιδεύει με άλλα άλογα.
Νιώθω τον καιρό μου να παρέρχεται μα
Δεν θα αλλάξω για χάρη του
Δεν θα γίνω κάποιος άλλος απλά και μόνο γιατι έτσι πρέπει
Δικό μου το σωμα, εγώ επιλέγω πιο φιδοπουκάμισο θα φορέσω.
Και ίσως να μην τα καταφέρω πότε
Να καταλήξω με μια μύγα να τρέφεται με το κουφάρι μου
Μέσα σε ένα φθηνό διαμέρισμα διακοσμημενο με σήψη
Προς το παρόν γλείφω τα τειχώματα του λάκκου για να πάρω δυνάμεις
Τεμαχιζω τα ερπετά για να πιω το ζουμί τους
Και πια ξέρω τι ατενίζω
Όχι μία μία αόριστη έννοια
Ξέρω προς τα που ατενίζω
Μονάχα εύχομαι να μην λυγίσω.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

Δύο λεπτά

"Θες καφέ;".
"Έχεις καθόλου τσίπουρο;".
"Ήρθε χθες ο Μάρκος και το ήπιαμε σχεδόν όλο.Κατσε να δω αν έμεινε τίποτα."
"Για τσεκαρε".
.....
"Ωραία η ρετσίνα".
"Να λες καλά που ήταν ξεχασμένη πίσω πίσω στο ψυγειο. Δεν πιστεύω να χάλασε".
"Μπα. Εκτός αν με μπερδεύει η σόδα.".
"Ποια σόδα;".
"Αυτή".
"Που την βρηκες την σόδα ρε;".
"Λες και δεν ξέρω ότι πάντα σχεδόν έχεις μια ρετσίνα στο ψυγείο. Πόνταρα και κερδισα".
"Ναι, αλλά ο χαμένος τα παίρνει όλα".
"Σιγά ρε Γιάννη Αγγελάκα- τρομερέ".
"Γιάννη Αγγελάκα πρωτοπόρε".
.......
"Που την βρήκες την Καλυψώ ρε;".
"Έξω , εκεί που ήμουν προχθές το βράδυ. Εκείνη με πλησίασε, εγώ την παρατήρησα με την άκρη του ματιού μου αλλά έκανα πως δεν την είδα.".
"Ευτυχώς ξέκοψες γρήγορα, δεν ήταν ξηγημενη γκόμενα. Ναι μεν γουσταρε εσενα-".
"Φυσικά, όλες θέλουν τον Άρη. Αφού είμαι γλυκούλης, χαχαχαχαχα".
"- και, ναι ότι πεις, αλλά ήθελε να μείνει και με τον άλλον. Γαμώ τα κόμπλεξ τους".
"Ε, τι να κάνουμε; Εγώ πάντως καλά πέρασα τρεις μήνες".
"Ναι κάτι καταλάβαμε, λες και ήσουν στρατό παλι. Τέσσερις μέσα, μια έξω".
"Αφού ήταν αχόρταγη ρε. Ξεζουμιστηκαμε. Ευτυχώς δεν έπαιρνα πολλά σκουφάκια, αλλιώς θα μου φευγαν όλα τα λεφτά στα φαρμακεία".
" Να το προσέξεις αυτό, στο χω ξαναπεί. Μην μπαινεις ακαπωτος σε κοπέλες που δεν γνωριζεις πολύ καλά".
"Άσε με να νιώσω άντρας ρε Λάζο".
"Ως φίλος σου οφείλω και στο λέω. Τώρα τόσο ξεροκέφαλος που είσαι..... και για πες".
"Ναι. Τέλος πάντων, εγώ επινα την μπύρα μου με τον Μάκη,χαλαρά, στο μπαρ. Εκείνη εκανε ταχα πως πήγε τουαλέτα και, δύο λεπτά μετά, ταχα με είδε και ήρθε να με χαιρετήσει".
"Πώς ένιωσες;".
"Είχαμε να βρεθούμε τρεις βδομαδες και να μιλήσουμε γενικά δύο. Οπότε ήταν λίγο αμήχανα. Ξες τι δεν είναι αμήχανο; Οι μοτοσυκλετιστες. Κατάλαβες; Έχουν...μηχανή... οπότε...ΧΑ ΧΑ ΧΑ".
"Όλο μαλακίες είσαι, απορώ πως βρίσκεις γκόμενες".
"Έχω τον τρόπο μου. Όπως έλεγα, σηκώθηκα από το σκαμπό, ματς μουτς, τι κάνεις πως είσαι και τα σχετικά. Κάνα δύο λεπτά κρατησε και μετά την έκανε. Και όταν έφυγε με χαιρέτησε".
"Πώς περασατε με τον Μάκη; Έχω να τον δω πολύ καιρό".
"Σκατα γίναμε, άσε. Οκτώ μπύρες και πέντε σφηνάκια. Ο Μακης μπετωσε και προσπαθούσε να την πέσει στην σερβιτόρα. Τρελο γέλιο να παραγγελνει σφηνάκι από αυτήν, ενώ έχουμε πει στον μπάρμαν, και να της κλεινει το μάτι ντεμεκ αισθησιακα. Οταν έπεσε από την καρεκλα, πληρώσαμε, ο μπάρμαν γέλασε , και σηκωθηκαμε φύγαμε".
"Ρε τον Μάκη. Αφού δεν το αντέχει, τι πίνει τόσο;"
" Λέει θέλει να χτίσει αντοχή για να τους κοντραρει όλους".
"Ποιο πιθανό είναι να χτισει γέφυρα στην σχέση του με τον ηπατολογο. Ή οποίος ελέγχει το συκώτι τελος πάντων".
"Γάμησε τα. Δεν σου πα το καλύτερο. Αφού αφήνω τον Μάκη σπίτι, με πιάνει κατούρημα τρελό. Είχα και την ζαλάδα, πάω τα αφήνω σε ένα  στενό λίγο πιο δίπλα. Αλλά μέσα στη σουρα μου δεν σκέφτηκα ότι ,εφοσον ξημέρωσε, μπορεί να με έβλεπε κανείς. Ε , εκεί που αρχίζω να χαλαρώνω, να σου μια γριά απο το μπαλκονι να με κατσαδιάζει. Σήκωσα το παντελόνι κακήν κακώς και την έκανα για το σπίτι".
"Κατουρησες πάνω σου, έτσι;"
"Ας πούμε πως είχε πολύ υγρασία. Τέλος πάντων, φτανω σπίτι, ξεντυνομαι και πέφτω ξερός για ύπνο. Όταν ξύπνησα , είχε μεσημεριασει. Παίρνω το κινητό, ανοίγω το WiFi και, δύο λεπτά μετά, μου σκάει μύνημα από την Καλυψώ πως σε δύο ώρες θα ερχόταν από το σπίτι μου να μιλήσουμε και δεν σήκωνε κουβέντα. Πω ρε πουστη, λέω, και αφού καθαρίστηκα , συμμάζεψα και λίγο το σπίτι".
"Λέγε ρε. Τόσο επιμονη;; Μέλι έχεις ρε πουστη;".
"Δε βαριέσαι, ας ξεμπερδευα μια ώρα αρχιτερα. Θα της το έκανα ξεκάθαρο, λες και δεν το είχα κάνει, πως δεν θα συνεχιζόταν άλλο το μεταξύ μας".
"Κολλημένη έτσι;"
"Δεν γουστάρει την απόρριψη ρε. Από όσα μου είχε πει γενικά, είναι αρκετά ανασφαλής άνθρωπος και θέλει να έχει πάντα το πάνω χέρι, τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Έτσι, όταν της είπα τότε να σταματήσουμε,  ένιωσε σίγουρα πως δέχθηκε επίθεση, πως η άμμος έγινε κινούμενη. Μια σφήνα στην καρδιά της, μια ενόχληση καλύτερα. Αλλά έτσι είναι οι ανθρώπινες σχέσεις.Κάποια στιγμή  μπορούν να πάψουν για τον χ,ψ λόγο. Και δεν ήμαστε πλέον στο Γυμνάσιο. Για το καλό της το έκανα , εγώ και που δεν τραβούσε άλλο, θα περνούσα καλά και δεν θα με ένοιαζε τίποτα. Από κει και πέρα, δεν θα ήμουν εγώ το ψαλιδι στον κόμπο με τα προβλήματα της. Γιατί είχε και τον άλλον, μια σχέση με διαλλειματα, όπως μου είπε, που όμως κρατάει πέντε χρόνια και η Καλυψώ έχει πάρει στο διάστημα αυτό και γω δεν ξέρω πόσους. Δεν ταιριάζαμε και δεν ήμουν διατεθειμένος να γίνω το παιχνίδι της ούτε να της χαϊδεύω τα αυτιά".
"Ουαου.....πρώτη φορά νομίζω σε ακούω να μιλάς έτσι. Μιλάς.....ώριμα".
"Έλα ρε και άλλες το έχω κάνει. Αν θέλω να σοβαρευτώ, μπορώ πολύ εύκολα. Απλά κατανταει βαρετό να είσαι συνέχεια σοβαρός. Η ζωή θέλει και λίγο πλάκα".
"Για συνέχισε Κομφούκιε".
"Έρχεται που λες και για κάνα δίωρο πίνουμε καφέ και μιλάμε. Ε, εκεί που πάω να την διώξω, έρχεται απειλητικά κοντά μου, σαν τίγρης, και με αρπάζει. Αρχίζει να με φιλάει και δώσε. Δεν σκέφτηκα τίποτα. Είχα κάτι αποθέματα γιατί πέντε μέρες δεν τον ακούμπησα και ξεκινάω να την ξεντυνω. Δύο λεπτά μετά τέλος".
"Εννοείς τα προκαταρκτικά...".
"Όχι, όλο".
"Δηλαδή,όλο ολο;".
"Όλο ολο".
"Όλο;".
"Μαλιστα".
"Πφφφφφφ....χαχαχαχαχαχχαχαχα".
"Χαχαχαχχαχχα".
"Είσαι παγκόσμιος ρε. Πώς ήταν ,λαγε μου;".
"Ότι έπρεπε. Έφυγαν τα χοντρά, πασπατευσα παντού, αποχαιρετηθηκαμε και την έστειλα στη ευχή του καλού. Στα μάτια της είχε ζωγραφισμένη την απόγνωση γιατί κατάλαβε πως το εννοούσα και πως δεν κατάφερε να με καπαρωσει ούτε με το τελευταίο χαρτί της".
"Δύο λεπτά ε;".
"Δύο λεπτά ολόκληρα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο εύκολα περνάνε σε τέτοιες φάσεις".
"Φαντάζομαι, Μπαγκς Μπάνι ".
"Δεν θα σταματήσεις να με κοροϊδεύεις ε;".
"Πας καλά;".
"Κορόιδευε όσο θες, δεν με νοιάζει. Πάω να φέρω ποτήρι ".
.........
"Χλαπατης χλουπατης έπεσα στην λουυυυπα της".
"Ίσα μωρη ρομπα ξεκουμπωτη".

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Πριν ο Μορφέας ξαπλώσει πλάι μου

Όνειρα μέσα σε όνειρα που μόνο τα ονειρεύτηκα
Δεν τα έζησα
Μα πώς να το έκανα από τη στιγμή
Που εγώ ο ίδιος δεν ζούσα;
Σαν κυνηγός που δεν χυμάει στο θήραμα αλλά περιμένει το ίδιο να έρθει στα πόδια του
Δεν πάει έτσι, σχεδόν ποτέ.
Ο φόβος κατανικά την επιθυμία
Η ανασφάλεια υπερνικά την ηδονή
Τον πόνο δεν τον καταλαγιάζει τελικά τίποτα, το κενό μεγαλώνει για να ξαναμικρύνει και τανάπαλιν
Όλα τούμπα και το λάθος δεν το μαθαίνεις, το παθαίνεις παλι.
Και φοβόμουν χρόνια ολόκληρα
Έχανα προτού καν προσπαθήσω
Θεωρούσα λήξαν τον αγώνα χωρίς να έχει φυσήξει ο διαιτητής τη σφυρίχτρα του ούτε μια φορά
Ποια γενναιότητα , εδώ μονάχα υποθέσεις μαριναρισμένες με την πιο ασφαλή κατάληξη
Και η θλίψη συνεχίζει να χορεύει στο δωμάτιο των απορρήτων εγγράφων.

Δεν ήμουν έτσι, πως κατέληξα έτσι;
Νιότη μου, που πέταξες τις πρώτες μου χάρες;
Ω μεγαλοδύναμοι , πως κατάντησα έτσι;
Τι λαχτάρα μου ετοιμάζετε;











Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Ξέρεις εγώ

Μην με ρωτάς,δεν ξέρω πολλά
Μην παίρνεις τα λόγια μου όλα της μετρητοίς
Ακόμη μαθητής είμαι
Σε ένα σχολείο από όπου δεν αποφοιτεις ποτέ.
Σαν φανώ σίγουρος για κάτι που θα ξεστομίσω
Αμφισβήτησε με διπλά ακόμη και αν επιμένω
Εκτός αν δεις στα μάτια μου εκείνη την λάμψη
Που υποδηλώνει πως πράγματι τα πιστεύω
Ή τις λέξεις των γραπτών μου
Εκεί λέω πάντα ότι πιστεύω και μόνο τη αλήθεια μου, εκεί χαίρω πλήρους ελευθερίας και ανάπτυξης του εγώ μου
Δίχως διακοπές από τρίτους και τα σχετικά
Δωστούς το πλεονέκτημα της αμφιβολίας
Ας τα διαψεύσεις ή τα απορρίψεις.
Αν σου κάνει κέφι τοποθετησου επί ενός θέματος
Για να το επεξεργαστώ καλύτερα
Ή ρώτησε με όντως κάτι
Είναι τόσα που δεν γνωρίζω ακόμη
Τόσα που θεωρώ πως είμαι αυθεντία
Ενώ ισχύει κάτι παραπλήσιο
Τοπίο θολό με κάποια φαναράκια
Το φαγητό θέλει και αλλο ψήσιμο.
Ο νοητικός μου διασκελισμός δεν είναι μεγάλος
Μα μια κάποια εξυπνάδα την κατέχω
Περισσότερο συναισθηματικός ειμαι
Εμπιστεύομαι πολύ εύκολα, είμαι αγαθός
Μπορώ να γίνω εύκολα προϊόν εκμετάλλευσης
Να στροφάρω γρήγορα είναι θέαμα όχι συχνό
Μα δεν εκπλήσσομαι σαν συμβεί
Παρά ελάχιστες φορές
Όταν πράγματι δεν το περιμένω ούτε εγώ ο ίδιος-.
Εγώ ο ίδιος, όλο για μένα μιλάω εδώ
Ειδικά στα ποιήματα, μα και στα πεζά
Βάζω πάντα, θαρρώ, ένα κομμάτι του χαρακτήρα μου
Συγχώρεσε με αν περιαυτολογώ ακράτως
Φαντάζομαι δεν παίρνεις έκφραση δυσαρέσκειας για να έχεις μείνει ακόμη
Και ας σου είναι η φυσική μου παρουσία παντελώς αδιάφορη ή και ενοχλητική
Σχεδόν ποτέ δεν το κάνω στην πραγματική μου ζωή
Παρά μόνο αν θεωρήσω πως επραξα πράγματι κάτι σπουδαίο
Μα και τότε, αν επιμείνω πολύ, γίνεται ξεκάθαρα απο ενθουσιασμό
Φταίει η καρδιά μικρού παιδιού.
Ωστόσο μην με κρίνεις μόνο απο τα γραπτά μου
Ούτε απο όσα εμφανίζω πέρα αυτών
Απο το σύνολο, αυτό μετράει
Πρέπει να μάθω, πρέπει να διδαχθώ
Όχι τα πάντα, αλίμονο, δεν μπορείς
Ούτε να ζήσεις, ούτε να μάθεις τα πάντα
Όσο περισσότερα μπορώ μονάχα
Ρώτα με
Αμφισβήτησέ με
Εξευτέλισέ με
Μάλωσε με
Συμφώνησε μαζί μου
Γαλούχησε με
Προσπαθώ όσο μπορώ περισσότερο
Να ολοκληρωθώ
Μαραθώνιος δίχως γραμμή τερματισμού
Εκτός αν σε φιλήσει ο θάνατος
Ή στερέψει η φαντασία σου
Ή παραθοδείς στους καρπούς της σιγουριας
Δεν μπορείς να τα αποτρέψεις βεβαια
Είναι πιθανόν όμως να τα νικήσεις
Τι λες;
Γουστάρεις να τους κοροϊδέψουμε έστω για μια στιγμή;

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Εκεί θα με βρεις

Πίσω από έναν θάμνο
Εκεί θα με βρεις
Δεν κρύβομαι πια
Μαζί με αγγέλους ονειρεύομαι
Όνειρα ενός μέλλοντος που το ορέγομαι
Μόλις τώρα άρχισα να το χαϊδεύω
Εκεί θα με βρεις
Όσο οι δαίμονες χορεύουν γύρω μου
Σα να κατάπιαν πρώτης τάξεως ναρκωτικά
Ψέματα σου είπα, όχι πια πληθυντικός για τους φωτοστεφανομένους
Ένας μονάχα απόμεινε
Οι άλλοι πέθαναν ή ξέπεσαν
Μα δεν μασάει.
Εκεί θα με βρεις
Που οι εθισμοί μου με εκμεταλλεύονται
Οι εθισμοί μου με απολαμβάνουν
Και το σύνδρομο της Στοκχόλμης με θέλει όλο και πιο κοντά τους.
Έλα εκεί, πίσω από τον θάμνο
Θα είμαι τσίτσιδος
Εκεί δεν φοβάμαι να ξεγυμνωθώ
Μπροστά σε φίλους και τρίτους.
Αν θες βέβαια μην έρθεις
Για ποιον λόγο σε προσκάλεσα εξ αρχής;
Τι ανόητος
Δεν ξέρω αν έχω να σου προσφέρω τίποτα
Εκτός από κάνα δυο καλά και ενδιαφέροντα λογακια
Και καμιά τρέλα
Συμβουλές καλές μην περιμένεις
Δεν ξέρω να δίνω
Δεν μπορώ ούτε στο εαυτό μου να δώσω
Προσπαθώ
Δυσκολεύομαι
Ματώνω
Ίσως όταν μεγαλώσω να γίνω πιο σοφός
Αν δεν τα φτύσω πριν την ώρα μου
Αν καταφέρω να δω τις πρώτες ρυτίδες
Άσπρες τρίχες έχω ήδη καμία ντουζινα και λίγες παραπάνω
Όπως και το σώμα, είναι γέρου
Όπως και το μυαλό, ώρες-ώρες σαλεύει σαν ξεμωραμένου βρωμοπορμογερου
Οπότε είμαι κάπως καλυμμένος
Μονο μια καρδιά παιδιού έχω να ωριμάζει αργά και επώδυνα
Όσο και να υπέφερε παραμένει κατακόκκινη.
Εκεί θα με βρεις
Και δεν έχω να ζηλέψω τίποτα
Εκτός από εκείνα που βλέπω στους άλλους
Και ξέρω πως θα μπορούσα να τα έχω και εγώ
Μα ήμουν βλάκας,τα έχασα μέσα από τα  ίδια μου τα χέρια
Ψέματα σου πα πάλι,ζηλεύω αρκετά
Όχι όπως παλιά, μα ξέμειναν ψήγματα
Μέχρι να τα αποκτήσω θα συνεχίσω να το κάνω.
Δεν είναι πως φοβάμαι να έρθω εγώ σε σένα
Απλα ντρέπομαι, φοβάμαι πως θα σου είμαι βάρος ή απλά αδιάφορος
Και αν δεν σε κοιτάω στα μάτια εξ'αρχής μην με παρεξηγήσεις
Απλά θέλω τον χρόνο μου
(Εκτός αν εκπέμπεις εκείνο το κάτι...)
Να με συγχωρέσεις
Θα σε περιμένω εκεί
Και ας μην έρθεις πότε
Έχω υπομονή τεράστια, μην αγχώνεσαι
Και πάντα αστέρι φωτεινό την ελπίδα.
Θα βγω όμως και εγώ από εκεί μια μέρα
Όταν θα έχω ξεκαθαρίσει τα πράγματα
Όταν θα είμαι σίγουρος πως όλα είναι στη θέση τους
Γιατί το τοπίο με αποχαυνωνει και η αύρα με πνίγει.
Μέχρι τότε θα είμαι εκεί
Μαζί με τον αγγελο μου
Τα φώτα θα παραμείνουν ανοιχτά
Απλά ακόλουθα τις μπουκιτσες του ψωμιού
Για να μην χαθείς
Όπως και εγώ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...