Ονομάζομαι Ορφανίδης Θεόδωρος (Ο.Γ.Θ.) και αυτό είναι το blog μου. Καλή ανάγνωση! Α! Έχω βγάλει και δύο βιβλία που μπορείτε να τα βρείτε εδώ συγκεντρωμένα, αν θέλετε να διαβάσετε κάτι φρέσκο: https://www.protoporia.gr/suggrafeas-orfanidhs-8eodwros-o-g-8-1023377 Επίσης, μπορείτε να με βρείτε online εδώ: Instagram: https://www.instagram.com/the0rf/?hl=el Facebook: https://www.facebook.com/orf.theodor
Κυριακή 26 Μαρτίου 2023
Κυριακή 19 Μαρτίου 2023
Κάποια στιγμή-
Και μετά συνέχισε -
Άρχισα να τρέχω
Για να ξεφύγω από- .
Έτρεχα, έτρεχα να ξεφύγω, σκόνταφτα-
Έτρεχα και σκόνταφτα, έτρεχα, όλο έτρεχα και σκόνταφτα.
Σταματούσα, έτρεχα, σκόνταφτα, σταματούσα-
Και φτάνει η στιγμή που καταλαβαίνεις
Πως έτσι στα τυφλά
Μόνο κακό σου κάνει
Το τρέξιμο αυτό-
Πρέπει να μάθεις από τι τρέχεις να ξεφύγεις
Και να το αντιμετωπίσεις πρόσωπο με πρόσωπο.
Αλλά και πάλι-
Δεν άντεξα για πολύ, ξεχάστηκα, φοβήθηκα και έτρεξα πάλι,
Έτρεξα ξανά, ξανά, ξανά-
Ξανά, προσπαθώ και τρέχω και σταματάω και προσπαθώ- σκοντάφτω και χτυπάω και τρέχω πάλι και σταματάω και προσπαθώ- Και τρέχω και σταματάω και προσπαθώ να -
Και το παρελθόν!
Δεν αλλάζει το παρελθόν-
Το μέλλον!
Μόνο υποψίες, μόνο ελπιδες-
Το παρόν!
Α, το παρόν...
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)
Κυριακή 12 Μαρτίου 2023
Για να συνεχίσεις να ζεις
Προϋπόθεση αποτελεί
Ο θάνατος.
Γιατί
Για να συνεχίσεις να ζεις
Πρέπει να σκοτώσεις όσα δεν σου κάνουν καλό
Ή σε καταστρέφουν
Ή τουλάχιστον να τα περιορίσεις.
Αλλιώς υπάρχεις σε μια κατάσταση διαρκούς σήψης-
Είναι θάνατος με σκοπό που καμιά φορά συμβαίνει ασυναίσθητα.
Βέβαια κάποιες φορές
Σκοτώνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό
Για χάρη των άλλων
Ή καμιά φορά χωρίς λόγο,
Πάντα μέσα μας, όμως,
Κρατάμε ζωντανό
Ένα μικρό κομμάτι χωρίς να το ξέρουμε.
Ο θάνατος είναι παρεξηγημένος και
Η ζωή είναι υπερεκτιμημένη στο βαθμό
Που μόνο αυτή μας νοιάζει
Και δεν σκεφτόμαστε ποτέ
Τον θάνατο ως αυτό που πρέπει να είναι.
Θα με σκοτώσω για να συνεχίσω να ζω
Θα με σκοτώσω για να συνεχίσω να υπάρχω για κάποιους άλλους
Και τοτε ο θάνατος
Δεν θα έχει καμία εξουσία πάνω μου-
Ας έρθει όποτε θέλει.
Γιατί όταν καταλάβουμε πως
Είναι η τελευταία πόρτα που δεν μπορούμε να αποφύγουμε
Αλλά τουλάχιστον μπορούμε να την ξεγελάσουμε
Τότε μόνο
Αρχίζουμε να είμαστε
ελεύθεροι.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)
Κυριακή 5 Μαρτίου 2023
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023
Δίπλα στο κομοδίνο μου στο σπίτι των γονιών μου
Υπάρχουν δύο λούτρινα σκυλάκια.
Τα είχα πάρει μικρός, ο πατέρας μου δηλαδή μού τα πήρε
Με κάτι κουπόνια από ένα σούπερ μάρκετ.
Κάποια στιγμή τα θεωρούσα ως τους καλύτερους φίλους μου-
Πόσα βράδια , θυμάμαι, τα κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου, μιλώντας, χαϊδεύοντας τα λες και ήταν
Αληθινά.
Όλο αυτό με ηρεμούσε.
Είχαν πάντα την ίδια έκφραση. Τους έδωσα και ονόματα που δεν θυμάμαι πια.
Πριν πέσω για ύπνο, τα τοποθετούσα το ένα πλάτη στο άλλο και ψιθύριζα,
Εσύ να προσέχεις αυτούς και εσύ εκείνους, γιατί τους αγαπάω και δεν θέλω να πάθουν κάποιο κακό, εντάξει; Καλό βράδυ τώρα, σας αγαπώ! , και έκλεινα τα μάτια μου.
Και ,αν τύχαινε να ξυπνήσω μέσα στο βράδυ, ήταν ακόμα στη θέση τους-
Αμίλητα, χαμογελαστά, πανέμορφα!
Μέχρι σήμερα, τα αρκουδάκια αυτά είναι εκεί
Όχι για να μου θυμίζουν κάτι συγκεκριμένο,
Είναι απλά εκεί.
Ίσως για να μου θυμίζουν
Πως κάποια πράγματα μένουν απλά
Εκεί.
Ίσως να είναι ακόμα εκεί για να μου θυμίζουν
Το πέρασμα του χρόνου
Και πόσο διαφορετικοί γινόμαστε και πόσο ίδιοι παραμένουμε μέσα σε αυτό.
Μα ίσως
Χειρότερα
Γιατί κανείς δε νοιάζεται
Πλέον
Γι'αυτα.
- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023
<<Που' σαι ρε Μήτσο; Μπες μέσα!>>
Άνοιξα την πόρτα, κάθισα στη θέση του συνοδηγού και την έκλεισα.
Με τον Λάζο είχαμε ένα χρόνο διαφορά. Εκείνος δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό, είχε αναλάβει τα χωράφια των δικών του και κάτι εκατοντάδες ζωντανά που είχαν. Δεν κάναμε ακριβώς παρέα, αλλά τα βρίσκαμε σε γενικές γραμμές και είχε τύχει να αράξουμε αρκετές φορές σε κοινή παρέα και μερικές φορές μόνοι μας. Είναι από εκείνα τα άτομα που δεν σου έρχονται κατευθείαν στο μυαλό αν σε ρωτήσουν, ας πούμε, ποιοι είναι οι φίλοι σου, ούτε μιλάτε συχνά, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο, μια στο τόσο θα βρεθείτε και θα μάθετε ο ένας τι συμβαίνει με τη ζωή του άλλου. Έτσι, του έδωσα το χέρι και χαμογέλασα.
<<Τι λέει ρε;>>
<<Είχα κάτι δουλειές και τώρα πάω σπίτι. Ήρθες στο χωριό;>>
<<Ναι, πριν δύο μέρες>>.
<<Ξέρω και 'γω...ήμουν σπίτι και βαρέθηκα και είπα να βγω καμιά βόλτα να περπατήσω>>.
<<Έχεις να κάνεις τίποτα τώρα;>>
<<Μπααα>>.
<<Θες να πιούμε κάνα τσίπουρο;>>
<<Χμμμ... Δεν είναι κακή ιδέα. Πάμε στου Ηλία;>>
<<Φύγαμε>>.
Ο Ηλίας είχε το μοναδικό τσιπουράδικο στο χωριό. Το όνομα του μαγαζιού δεν ήταν σημαντικό, σημασία είχε ο ιδιοκτήτης, γι' αυτό και το λέγαμε ''στου Ηλία''. Ο Λάζος πάρκαρε απ' έξω, βγήκαμε από το αμάξι και, χωρίς να κλειδώσει, μπήκαμε μέσα. Δεν είχε πολύ κόσμο, τρείς παρέες μόνο. Ήταν ζεστά, όμως και είχε ωραίο τσίπουρο και μεζέ. Εγώ χαιρέτησα με νεύμα τους πάντες και κάθισα στο τραπέζι, ενώ ο Λάζος στάθηκε πάνω από ένα τραπέζι και έπιασε κουβέντα.
<<Που' σαι ρε Μήτσο; Τι λέει;>> μου είπε ο Ηλίας, φέρνοντας νερό και δύο ποτήρια.
<<Καλά ρε Ηλία. Εσύ; Πως πάει εδώ;>>
<<Πως να πάει...Ξέρεις πως είναι η κατάσταση. Προσπαθούμε να επιβιώσουμε. Πότε γύρισες;>>
<<Έχει τρείς μέρες, νομίζω. Μεθαύριο φεύγω πάλι, τελειώνει η άδεια και επιστρέφω στα ένσημα>>.
Φλυαρήσαμε λίγο ακόμα, ήρθε ο Λάζος και παραγγείλαμε ένα καραφάκι μεγάλο χωρίς γλυκάνισο. Λίγο μετά μας τα έφερε ο Ηλίας, βάλαμε παγάκια στα ποτήρια, τα γεμίσαμε μέχρι πάνω και τσουγκρίσαμε.
<<Αααααχ. Καιρό είχα να πιώ ωραίο τσίπουρο>> είπα.
<<Εμμμμ. Εκεί που είσαι, να πούμε, τι περίμενες; Τι έλεγες πριν παρκάρουμε;>>
<<Χμ;>>
<<Κάτι για...Για κάτι έλεγες>>.
<<Χμμμμ...Το ξέχασα!>>
<<Δεν γαμιέται! Αν το θυμηθείς, πες το μετά>>.
Ήπια μια γουλιά από το τσίπουρό μου.
<<Για πες... Τι λέει εδώ; Πως είσαι;>>
<<Ήρεμα ρε. Τα ξέρεις πως είναι στο χωριό. Δουλειά κυρίως. Τώρα τελευταία βγαίνω και με μία...>>
<<Λέγε! Ποια είναι; Την ξέρω;>>
<<Μπορεί. Ιωάννα Λογοθετίδου, πήγαινε στο δεύτερο Λύκειο, ίδια ηλικία με σένα>>.
<<Έχει κάνα δίμηνο. Τραβιόμαστε, μην φανταστείς οτι έχουμε σχέση ή κάτι τέτοιο. Εσύ τι λέει; Είσαι με καμία;>>.
<<Ουυυυυυ....Μπααα. Δεν έχει τύχει>>.
<<Τι θα γίνει με σένα ρε Μήτσο; Τόσα χρόνια είσαι Θεσσαλονίκη, τόσες κοπέλες εκεί...>>
<<Άστα αυτά! Σε ξέρω. Απλά δεν προσπαθείς αρκετά. Αλλιώς κάτι θα έβρισκες>>
<<Μπορεί...Τι να σου πω...Φταίω και εγώ, αλλά και αυτές είναι βλαμμένες>>.
<<Εννοείς->>.
<<Ναι, ναι, αυτό εννοώ. Μαλάκα!>>
<<Χαχαχαχα. Σε πειράζω, σε πειράζω. Για πες, τι άλλα;>>
Αλήθεια, τι άλλα; Τι άλλο είχα να πω; Το πιο σημαντικό εκείνη τη στιγμή, οτι ήθελα να διαβάσω το βιβλίο μου και δεν μπορούσα, ήταν όχι απλά ασήμαντο, αλλά και αδιάφορο, μιας και αφορούσε αποκλειστικά εμένα και δεν εξυπηρετούσε κανέναν άλλον. Έτσι, φλυάρησα λίγο, ήπια από το τσίπουρό μου, ήπιε και ο Λάζος και παραγγείλαμε ένα ακόμα. Και μετά ένα ακόμα. Ήπιαμε τρία καραφάκια και κάναμε καλό κεφάλι. Κέρασε ο Λάζος και τον ευχαρίστησα. Όταν βγήκαμε έξω, μας έπιασε το χαζό μας και παίξαμε λίγο χιονοπόλεμο. Δώσαμε τα χέρια και είπαμε καληνύχτα.
Άρχισα να περπατάω προς το σπίτι και για μια στιγμή σταμάτησα και κοίταξα πάνω, τον μαύρο και χιονισμένο ουρανό, χωρίς ίχνος σύννεφου, χωρίς τίποτα, ένα αχανές μαύρο, σαν ολοκληρωμένος πίνακας εκατομμυρίων ευρώ. Έβγαλα τη γλώσσα μου έξω και ένιωθα το χιόνι να πέφτει πάνω της. Έγινα πάλι επτά χρονών. Και έτσι, έφτασα στο σπίτι, χτύπησα για να μου ανοίξουν την πόρτα, όλοι ήταν ξύπνιοι, το δέντρο ήταν στολισμένο, η τηλεόραση ανοιχτή, το τζάκι φώτιζε το σαλόνι, κανείς δεν με ρώτησε που ήμουν τέτοια ώρα, φόρεσα τις πιτζάμες μου, ξάπλωσα στον καναπέ και-
έβαλα το κλειδί στην πόρτα και ξεκλείδωσα. Ησυχία στο σπίτι. Σκοτάδι. Άνοιξα τον φακό του κινητού μου. Πήγα στο δωμάτιο μου, άνοιξα το φως και άλλαξα. Ησυχία, επιτέλους. Πήρα το βιβλίο για να διαβάσω, αλλά κάτι μου αποσπούσε την προσοχή. Το άφησα πάλι στο γραφείο πάνω και πήγα στο σαλόνι. Το τζάκι είχε μια απαλή φωτιά, έτοιμη σχεδόν να σβήσει. Πήρα το τηλεκοντρόλ, άνοιξα την τηλεόραση και ξάπλωσα. Και, έτσι, απλά, γαλήνια, έκλεισα τα μάτια μου και με πήρε ο ύπνος.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023
Ακόμα και τα φώτα της πόλης φαίνονται κουρασμένα.
Περπατάω.
Βράδυ.
Αναρωτιέμαι,
Πόσο καιρό έχω να δω
Το ξημέρωμα;
Πολύ, πάρα πολύ, ξενέρωμα.
Δεν γίνεται αλλιώς, η δουλειά...
Και στο μεταξύ κάτι ετοιμάζεται, συνέχεια κάτι ετοιμάζεται
Και μοιάζει σα να μένει σε αυτό το σημείο,
Σαν το παρόν που μας προετοιμάζει συνέχεια για ένα μέλλον αβέβαιο.
Και ακόμα και τα βλέμματα των ανθρώπων φαίνονται
Κουρασμένα.
Γύρισα σπίτι.
Κάθομαι στην καρέκλα
Και κάτι ετοιμάζω.
Μέχρι και η καρέκλα
Φαίνεται να κουράστηκε
Που κάθομαι πάνω της συνέχεια.
Το μαξιλάρι μου...
Κουράστηκες να ακουμπάω το κεφάλι μου πάνω σου;
Μέχρι η φαντασία να σπάσει το φράγμα
Και να κάνει όσα ονειρεύομαι
Πραγματικότητα
Δεν έχεις άλλη επιλογή, δυστυχώς.
Μέχρι τότε,
Κουράγιο.
Γιατί όλα θα μοιάζουν
Κουρασμένα.
- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)
don't rain on my parade
μετά το πιο βαθύ σκοτάδι ξημερώνει η πιο όμορφη αυγή. κόβουμε τα δέντρα σε κάποια σημεία όταν μεγαλώσουν αρκετά για να ανθίσουν πιο υγιή- ε...
-
αν το μπορέσεις αγάπησε αυτό που είσαι και αυτό που έχεις. είναι δύσκολο να το καταφέρεις αν το μίσησες αν το έκαναν τροφή για τα θηρία αν τ...
-
Απόψε θα γράψω Για την βροχή που πέφτει Και πως οι σταγόνες της Καλύπτουν κάθε επιφάνεια Που δεν είναι φυλαγμένη. Απόψε θα γράψω για το φεγ...
-
De Profundis <<Απλά σου λέω πως μου έχει κολλήσει από χθες που το διάβασα και δεν μου φεύγει. Σόρρυ! Εκ βαθέων, συγγνώμη!>>...






