Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023




Δίπλα στο κομοδίνο μου στο σπίτι των γονιών μου

Υπάρχουν δύο λούτρινα σκυλάκια.

Τα είχα πάρει μικρός, ο πατέρας μου δηλαδή μού τα πήρε 

Με κάτι κουπόνια από ένα σούπερ μάρκετ.

Κάποια στιγμή τα θεωρούσα ως τους καλύτερους φίλους μου-

Πόσα βράδια , θυμάμαι, τα κράτησα σφιχτά στην αγκαλιά μου, μιλώντας, χαϊδεύοντας τα λες και ήταν 

Αληθινά.

Όλο αυτό με ηρεμούσε.

Είχαν πάντα την ίδια έκφραση. Τους έδωσα και ονόματα που δεν θυμάμαι πια.

Πριν πέσω για ύπνο, τα τοποθετούσα το ένα πλάτη στο άλλο και ψιθύριζα,

Εσύ να προσέχεις αυτούς και εσύ εκείνους, γιατί τους αγαπάω και δεν θέλω να πάθουν κάποιο κακό, εντάξει; Καλό βράδυ τώρα, σας αγαπώ! , και έκλεινα τα μάτια μου.

Και ,αν τύχαινε να ξυπνήσω μέσα στο βράδυ, ήταν ακόμα στη θέση τους-

Αμίλητα, χαμογελαστά, πανέμορφα!

Μέχρι σήμερα, τα αρκουδάκια αυτά είναι εκεί

Όχι για να μου θυμίζουν κάτι συγκεκριμένο,

Είναι απλά εκεί.

Ίσως για να μου θυμίζουν

Πως κάποια πράγματα μένουν απλά

Εκεί.

Ίσως να είναι ακόμα εκεί για να μου θυμίζουν

Το πέρασμα του χρόνου

Και πόσο διαφορετικοί γινόμαστε και πόσο ίδιοι παραμένουμε μέσα σε αυτό.

Μα ίσως

Χειρότερα

Γιατί κανείς δε νοιάζεται

Πλέον

Γι'αυτα.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023




Προσπαθούσα να διαβάσω ένα βιβλίο, αλλά δεν με άφηναν. Δεν εννοώ οτι με κρατούσαν αιχμάλωτο και με βασάνιζαν ή κάτι τέτοιο, ούτε είμαι κανένας παράξενος με ιδιαίτερες απαιτήσεις, αλλά, όπως κάθε άνθρωπος, έχω και εγώ μερικές απαιτήσεις όταν κάνω κάποια πράγματα. Μέσα στο σπίτι εκείνη τη στιγμή είχε πολύ φασαρία και, όσο και να γυρνούσα τις σελίδες, έπρεπε να πάω πίσω πάλι, καταλήγοντας να διαβάζω τις ίδιες παραγράφους, ξανά και ξανά. Αναστατώθηκα. Δεν μου είχαν κάνει κάτι συγκεκριμένα, η μαμά και τα αδέρφια μου εννοώ, ίσα-ίσα, η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη, αλλά εγώ απλά ήθελα να διαβάσω τον ΜακΚάρθυ μου και να ηρεμήσω. Ακόμα και όταν πήγα στο δωμάτιό μου και νόμιζα πως ήμουν εντάξει, οι ψίθυροι από το σαλόνι πάλι με αποσυντόνιζαν. Ήθελα να σηκωθώ, να πάω μέσα και να φωνάξω ένα ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ, αλλά δεν το έκανα. Αντ' αυτού, άφησα το βιβλίο κάτω, πήρα το μπουφάν από το  δωμάτιο μου και είπα πως θα πήγαινα μια βόλτα. 
Ήταν περασμένες δέκα. Χιόνιζε και μου άρεσε όταν ήμουν στο χωριό και χιόνιζε, με γαλήνευε. Άνοιξα το κινητό μου, είδα τη ώρα και το έβαλα πάλι στην τσέπη. Είχα τα ακουστικά μαζί μου, αλλά δεν τα φόρεσα. Αποζητούσα την απόλυτη σιωπή, την ιδανική ηρεμία.
Φυσούσε, ένα απαλό αεράκι. Οι χιονονιφάδες στροβιλίζονταν σα να χόρευαν χωρίς ρυθμό μπροστά μου, για να χαθούν αμέσως από το οπτικό μου πεδίο και να εμφανιστούν άλλες στη θέση τους. Παρατηρούσα αυτό το θέαμα και γαλήνευα όλο και περισσότερο. Έβγαλα το αριστερό μου χέρι από την τσέπη και το τέντωσα στον αέρα, να αιωρείται, με τις χιονονιφάδες να ακουμπάνε πάνω και να λιώνουν αμέσως. Ένιωθα λες και ήμουν πάλι εφτά χρονών και ήταν πρωί Χριστουγέννων και έβγαινα με τον πατέρα μου για να παίξουμε με το χιόνι και να φτιάξουμε χιονάνθρωπο. Το χέρι μου είχε μικρύνει και το σώμα μου είχε μικρύνει και η ηλικία μου είχε μικρύνει και η αντίληψή μου είχε μικρύνει και όλα φαινόντουσαν πιο μικρά και πιο απλά και-
ένα κορνάρισμα- και ο μπαμπάς πέθανε κάποια στιγμή, τα αδέρφια μου μεγάλωσαν και εγώ βγήκα μια βόλτα, γιατί δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ να διαβάσω το βιβλίο μου. Στεκόμουν στην άκρη του δρόμου και έτσι δεν κατάλαβα για ποιο λόγο με κόρναραν. Ωστόσο, όταν το αμάξι πλησίασε και άνοιξε το παράθυρο, είδα πως ήταν ο <<...Λάζο; Εσύ είσαι;>>.
<<Που' σαι ρε Μήτσο; Μπες μέσα!>>
Άνοιξα την πόρτα, κάθισα στη θέση του συνοδηγού και την έκλεισα. 
Με τον Λάζο είχαμε ένα χρόνο διαφορά. Εκείνος δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό, είχε αναλάβει τα χωράφια των δικών του και κάτι εκατοντάδες ζωντανά που είχαν. Δεν κάναμε ακριβώς παρέα, αλλά τα βρίσκαμε σε γενικές γραμμές και είχε τύχει να αράξουμε αρκετές φορές σε κοινή παρέα και μερικές φορές μόνοι μας. Είναι από εκείνα τα άτομα που δεν σου έρχονται κατευθείαν στο μυαλό αν σε ρωτήσουν, ας πούμε, ποιοι είναι οι φίλοι σου, ούτε μιλάτε συχνά, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο, μια στο τόσο θα βρεθείτε και θα μάθετε ο ένας τι συμβαίνει με τη ζωή του άλλου. Έτσι, του έδωσα το χέρι και χαμογέλασα.
<<Τι λέει ρε;>>
<<Είχα κάτι δουλειές και τώρα πάω σπίτι. Ήρθες στο χωριό;>>
<<Ναι, πριν δύο μέρες>>.
<<Και ένα τηλέφωνο δεν πήρες! Πλάκα κάνω. Εσύ για που το έβαλες;>>
<<Ξέρω και 'γω...ήμουν σπίτι και βαρέθηκα και είπα να βγω καμιά βόλτα να περπατήσω>>.
<<Μάλιστα, μάλιστα...>>
<<Έχεις να κάνεις τίποτα τώρα;>>
<<Μπααα>>.
<<Θες να πιούμε κάνα τσίπουρο;>>
<<Χμμμ... Δεν είναι κακή ιδέα. Πάμε στου Ηλία;>>
<<Φύγαμε>>.
Ο Ηλίας είχε το μοναδικό τσιπουράδικο στο χωριό. Το όνομα του μαγαζιού δεν ήταν σημαντικό, σημασία είχε ο ιδιοκτήτης, γι' αυτό και το λέγαμε ''στου Ηλία''. Ο Λάζος πάρκαρε απ' έξω, βγήκαμε από το αμάξι και, χωρίς να κλειδώσει, μπήκαμε μέσα. Δεν είχε πολύ κόσμο, τρείς παρέες μόνο. Ήταν ζεστά, όμως και είχε ωραίο τσίπουρο και μεζέ. Εγώ χαιρέτησα με νεύμα τους πάντες και κάθισα στο τραπέζι, ενώ ο Λάζος στάθηκε πάνω από ένα τραπέζι και έπιασε κουβέντα.
<<Που' σαι  ρε Μήτσο; Τι λέει;>> μου είπε ο Ηλίας, φέρνοντας νερό και δύο ποτήρια.
<<Καλά ρε Ηλία. Εσύ; Πως πάει εδώ;>>
<<Πως να πάει...Ξέρεις πως είναι η κατάσταση. Προσπαθούμε να επιβιώσουμε. Πότε γύρισες;>>
<<Έχει τρείς μέρες, νομίζω. Μεθαύριο φεύγω πάλι, τελειώνει η άδεια και επιστρέφω στα ένσημα>>.
Φλυαρήσαμε λίγο ακόμα, ήρθε ο  Λάζος και παραγγείλαμε ένα καραφάκι μεγάλο χωρίς γλυκάνισο. Λίγο μετά μας τα έφερε ο Ηλίας, βάλαμε παγάκια στα ποτήρια, τα γεμίσαμε μέχρι πάνω και τσουγκρίσαμε. 
<<Αααααχ. Καιρό είχα να πιώ ωραίο τσίπουρο>> είπα.
<<Εμμμμ. Εκεί που είσαι, να πούμε, τι περίμενες; Τι έλεγες πριν παρκάρουμε;>>
<<Χμ;>>
<<Κάτι για...Για κάτι έλεγες>>.
<<Χμμμμ...Το ξέχασα!>>
<<Δεν γαμιέται! Αν το θυμηθείς, πες το μετά>>.
Ήπια μια γουλιά από το τσίπουρό μου.
<<Για πες... Τι λέει εδώ; Πως είσαι;>>
<<Ήρεμα ρε. Τα ξέρεις πως είναι στο χωριό. Δουλειά κυρίως. Τώρα τελευταία βγαίνω και με μία...>>
<<Λέγε! Ποια είναι; Την ξέρω;>>
<<Μπορεί. Ιωάννα Λογοθετίδου, πήγαινε στο δεύτερο Λύκειο, ίδια ηλικία με σένα>>.
<<Για δείξ'την...Μπααα, δεν την ξέρω. Καλό όμως. Μπράβο ρε Λάζο! Πόσο καιρό πάει η φάση;>>
<<Έχει κάνα δίμηνο. Τραβιόμαστε, μην φανταστείς οτι έχουμε σχέση ή κάτι τέτοιο. Εσύ τι λέει; Είσαι με καμία;>>.
<<Ουυυυυυ....Μπααα. Δεν έχει τύχει>>.
<<Τι θα γίνει με σένα ρε Μήτσο; Τόσα χρόνια είσαι Θεσσαλονίκη, τόσες κοπέλες εκεί...>>
<<Τι να σου πω...Απλά δεν έτυχε>>.
<<Άστα αυτά! Σε ξέρω. Απλά δεν προσπαθείς αρκετά. Αλλιώς κάτι θα έβρισκες>>
<<Μπορεί...Τι να σου πω...Φταίω και εγώ, αλλά και αυτές είναι βλαμμένες>>.
<<Εννοείς->>.
<<Ναι, ναι, αυτό εννοώ. Μαλάκα!>>
<<Χαχαχαχα. Σε πειράζω, σε πειράζω. Για πες, τι άλλα;>>
<<Τι άλλα ε;>>
Αλήθεια, τι άλλα; Τι άλλο είχα να πω; Το πιο σημαντικό εκείνη τη στιγμή, οτι ήθελα να διαβάσω το βιβλίο μου και δεν μπορούσα, ήταν όχι απλά ασήμαντο, αλλά και αδιάφορο, μιας και αφορούσε αποκλειστικά εμένα και δεν εξυπηρετούσε κανέναν άλλον. Έτσι, φλυάρησα λίγο, ήπια από το τσίπουρό μου, ήπιε και ο Λάζος και παραγγείλαμε ένα ακόμα. Και μετά ένα ακόμα. Ήπιαμε τρία καραφάκια και κάναμε καλό κεφάλι. Κέρασε ο Λάζος και τον ευχαρίστησα. Όταν βγήκαμε έξω, μας έπιασε το χαζό μας και παίξαμε λίγο χιονοπόλεμο. Δώσαμε τα χέρια και είπαμε καληνύχτα.
Άρχισα να περπατάω προς το σπίτι και για μια στιγμή σταμάτησα και κοίταξα πάνω, τον μαύρο και χιονισμένο ουρανό, χωρίς ίχνος σύννεφου, χωρίς τίποτα, ένα αχανές μαύρο, σαν ολοκληρωμένος πίνακας εκατομμυρίων ευρώ. Έβγαλα τη γλώσσα μου έξω και ένιωθα το χιόνι να πέφτει πάνω της. Έγινα πάλι επτά χρονών. Και έτσι, έφτασα στο σπίτι, χτύπησα για να μου ανοίξουν την πόρτα, όλοι ήταν ξύπνιοι, το δέντρο ήταν στολισμένο, η τηλεόραση ανοιχτή, το τζάκι φώτιζε το σαλόνι, κανείς δεν με ρώτησε που ήμουν τέτοια ώρα, φόρεσα τις πιτζάμες μου, ξάπλωσα στον καναπέ και-
έβαλα το κλειδί στην πόρτα και ξεκλείδωσα. Ησυχία στο σπίτι. Σκοτάδι. Άνοιξα τον φακό του κινητού μου. Πήγα στο δωμάτιο μου, άνοιξα το φως και άλλαξα. Ησυχία, επιτέλους. Πήρα το βιβλίο για να διαβάσω, αλλά κάτι μου αποσπούσε την προσοχή. Το άφησα πάλι στο γραφείο πάνω και πήγα στο σαλόνι. Το τζάκι είχε μια απαλή φωτιά, έτοιμη σχεδόν να σβήσει. Πήρα το τηλεκοντρόλ, άνοιξα την τηλεόραση και ξάπλωσα. Και, έτσι, απλά, γαλήνια, έκλεισα τα μάτια μου και με πήρε ο ύπνος.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023




Ακόμα και τα φώτα της πόλης φαίνονται κουρασμένα.

Περπατάω.

Βράδυ.

Αναρωτιέμαι,

Πόσο καιρό έχω να δω 

Το ξημέρωμα;

Πολύ, πάρα πολύ, ξενέρωμα.

Δεν γίνεται αλλιώς, η δουλειά...

Και στο μεταξύ κάτι ετοιμάζεται, συνέχεια κάτι ετοιμάζεται

Και μοιάζει σα να μένει σε αυτό το σημείο,

Σαν το παρόν που μας προετοιμάζει συνέχεια για ένα μέλλον αβέβαιο.

Και ακόμα και τα βλέμματα των ανθρώπων φαίνονται

Κουρασμένα.

Γύρισα σπίτι.

Κάθομαι στην καρέκλα

Και κάτι ετοιμάζω.

Μέχρι και η καρέκλα

Φαίνεται να κουράστηκε

Που κάθομαι πάνω της συνέχεια.

Το μαξιλάρι μου...

Κουράστηκες να ακουμπάω το κεφάλι μου πάνω σου;

Μέχρι η φαντασία να σπάσει το φράγμα

Και να κάνει όσα ονειρεύομαι

Πραγματικότητα

Δεν έχεις άλλη επιλογή, δυστυχώς.

Μέχρι τότε,

Κουράγιο.

Γιατί όλα θα μοιάζουν 

Κουρασμένα.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023



Άναβε τον αναπτήρα, τον κοίταζε μέχρι να σβήσει και τον ξανάναβε. Έτσι πέρασε μισή ώρα χωρίς να καταλάβει πραγματικά το πώς. Απλά πέρασε. Μόνο όταν είδε τον κόσμο που άρχιζε να βγαίνει έξω από την εκκλησία, τον έβαλε μέσα στην τσέπη του.
Ξαφνικά, ξεκίνησε να ψιχαλίζει και γρήγορα το γύρισε σε βροχή. Κάποιος θα μπορούσε να πει οτι ο θεός είδε το χαρμόσυνο γεγονός και συγκινήθηκε. Άλλος ότι απλά είχαν μαζευτεί από ώρα αρκετά σύννεφα και ήταν αναμενόμενο. Είναι ανάλογα την οπτική του καθενός το πως ερμηνεύει τα καιρικά φαινόμενα σε τέτοιες περιστάσεις. Τα γέλια και οι χαρές, όμως, δεν κόπηκαν και το νιόπαντρο ζευγάρι βγήκε κανονικά από μέσα και όλοι ήταν χαρούμενοι. Όλοι, εκτός από τον Δημήτρη, που καθόταν κάτω από ένα σκέπαστρο, είχε τα χέρια στις τσέπες και έπαιζε με τον αναπτήρα.
<<Που ήσουν;>> ακούστηκε μια φωνή. Ήταν της μητέρας του, που κάλυπτε το κεφάλι με την τσάντα της και πήγαινε προς το μέρος του.
<<Βγήκα έξω να πάρω λίγο αέρα. Τελείωσε ο γάμος;>>
<<Μόλις. Έλα, πάμε στο Κέντρο πριν γίνουμε τελείως μούσκεμα>>.
<<Είναι ανάγκη να έρθω;>>
<<Τα ίδια πάλι; Αφού μας κάλεσαν. Μην λες χαζομάρες>>.
<<Ναι... Άντε πάμε!>>
Όταν έφτασαν στο Κέντρο Διασκέδασης Ουτοπία, η βροχή είχε κοπάσει. Ο Δημήτρης πάρκαρε το αμάξι στο πάρκιγκ και κατέβηκε. Και ,με τη σειρά, κατέβηκαν η μητέρα του, η αδερφή του και ο πατέρας του. Κλείδωσε και ξεκίνησε να περπατάει με τα χέρια στις τσέπες, ακολουθώντας τους υπόλοιπους. Για λίγο σταμάτησε, σήκωσε το κεφάλι. κοίταξε τα αστέρια και συνέχισε να περπατάει.
Ο πατέρας του είπε το επίθετο τους στην είσοδο και ένας άνδρας τους οδήγησε στο τραπέζι τους, όπου καθόταν μια άλλη οικογένεια, γνωστή τους, ένα ανδρόγυνο με ένα μικρό παιδί. Τους χαιρέτησαν, κάθισαν και άρχισε μια τυπική κουβέντα μεταξύ των μεγαλύτερων. Ο Δημήτρης μίλησε μονάχα στην αρχή και μετά παρέμεινε σιωπηλός. Που και που κουβέντιαζε τίποτα με την αδερφή του μονάχα. 
Οι σερβιτόροι έφτασαν και ακούμπησαν στο τραπέζι δύο μπουκάλια κόκκινο κρασί, πριν αρχίσουν να φέρνουν τα φαγητά. Ο πατέρας του γέμισε όλα τα ποτήρια των ενηλίκων και τσούγκρισαν. Όταν έφτασε το φαγητό, ο Δημήτρης δεν το άγγιξε. Είπε πως δεν πεινούσε και πράγματι δεν είχε καμία όρεξη. Σιγά- σιγά το κέντρο γέμισε και κάποια στιγμή έφτασε και το ζευγάρι. 
Χαμόγελα, χειροκροτήματα, βήματα, στη σκηνή, χορός, μαχαιροπίρουνα να βαράνε ρυθμικά στα ποτήρια, φιλί, χαμόγελα- τι υπέροχη στιγμή!
Το ζευγάρι έκοψε την τούρτα και ακολούθησε ο πρώτος χορός με τους συγγενείς και μετά όσοι πιστοί.  Ο DJ έβαζε τα κατάλληλα τραγούδια. Ο Δημήτρης κοίταζε προς τη σκηνή, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο τραπέζι και το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του. Γρήγορα, όμως, ένιωσε το βλέμμα της μητέρας του και άλλαξε στάση. 
Περίπου μισή ώρα μετά, το ζευγάρι, που περνούσε από όλα τα τραπέζια για να ευχαριστήσει τον κόσμο για την παρουσία του, πέρασε και από το δικό τους. Ήταν η πρώτη φορά που το βλέμμα του Δημήτρη και του Ιάσωνα συναντιόταν και το βλέμμα του Δημήτρη ήταν παγωμένο, κάτι που δεν κατάλαβε , μα ένιωσε ο Ιάσωνας στο πετσί του. Το ζεύγος συνέχισε στο επόμενο τραπέζι και ο Δημήτρης το ακολουθούσε με τα μάτια του.
Βγήκε για τσιγάρο. Όσο ο κόσμος μέσα χόρευε και διασκέδαζε, ο Δημήτρης στεκόταν με την πλάτη σε έναν τοίχο του Κέντρου Διασκέδασης, κάπνιζε και σκεφτόταν, δαγκώνοντας τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού. Όταν το έσβησε, είδε τον Ιάσωνα να βγαίνει και αυτός για τσιγάρο. Ήταν μόνος του. Άναψε ένα ακόμη και τον πλησίασε. Ο Ιάσωνας τον είδε.
<<Θυμάσαι που τα καπνίζαμε κρυφά πριν μερικά χρόνια;>> είπε στον Δημήτρη χαμογελώντας.
<<Λες και ήμασταν τίποτα παράνομοι>>.
<<Έτσι νιώθαμε>>.
<<Και τώρα που μεγαλώσαμε τι καταλάβαμε;>>
<<Εσύ μάλλον αρκετά, γιατί παντρεύτηκες. Εγώ δεν είμαι σίγουρος αν άλλαξα και πολύ από τότε>>.
<<Μπααα, μαλακίες. Δεν έχω ιδέα τι κάνω>>.
Ο Δημήτρης έκανε μια τζούρα και κοίταξε κάτω, τα παπούτσια του. Μετά, σήκωσε πάλι το βλέμμα.
<<Πως πάει; Όλα καλά;>>
<<Την παλεύω, νομίζω. Εσύ;>>
<<Και εγώ το ίδιο>>.
<<Κατάλαβα. Λοιπόν, πρέπει να πάω μέσα. Τα λέμε μετά>>.
Ο Ιάσωνας έφτιαξε το σακάκι του, ο Δημήτρης πέταξε το τσιγάρο κάτω και το πάτησε με το δεξί του παπούτσι. Ο Ιάσωνας έκανε να γυρίσει για να μπει μέσα, αλλά σταμάτησε και κοίταξε τον Δημήτρη.
<<Είπες κάτι;>>
<<Ναι...Είπα, αυτό μόνο;>>
<<Πως;>>
<<Πως...Πως...Τι έγινε ρε Ιάσωνα; Τι συνέβη;>>
<<Δεν...δεν καταλαβαίνω>>
<<Καταλαβαίνεις πολύ καλά. Απλά το κρύβεις. Κρύβεσαι από μένα και τον εαυτό σου>>
<<Δηλαδή;>>
<<Ξέρεις πολύ καλά! Ποτέ δεν τα κουβεντιάσαμε, γιατί δεν μου έδωσες την ευκαιρία, αλλά... Όταν σε χρειαζόμουν περισσότερο από όλους, εξαφανίστηκες. Την έκανες με ελαφριά-, μην με κοιτάζεις έτσι. Που ήσουν στο Λύκειο; Γιατί δεν με βοήθησες τότε, όταν έβλεπες όλους τους παπάρες να... Και δεν έκανες τίποτα, απολύτως τίποτα. Σιγά-σιγά, εξαφανίστηκες και απέμεινα μόνος>>.
<<Δεν κάναμε παρέα τότε Μήτσο. Είχαμε κόψει. Και δεν ήσουν μόνος, είχες κάνει παρέες>>.
<<Εσύ μας έκοψες. Ήσουν ο καλύτερος φίλος μου. Και ποτέ δεν μου είπες τον λόγο. Ποτέ δεν είπες τίποτα>>.
<<Οι άνθρωποι αλλάζουν. Προχωράνε μπροστά. Τι θέλεις και τέτοια μέρα μάλιστα; Να σου πω συγγνώμη;>>
<<Χέστηκα για τη συγγνώμη σου. Λες είχα όρεξη να έρθω εδώ. Για τους δικούς μου το έκανα>>
<<Συγχαρητήρια ρε Μήτσο. Φάε δεύτερο κομμάτι τούρτα>>
<<Ούτως ή άλλως δεν περίμενα να καταλάβεις κάτι. Απλά μου φάνηκε σαν τη μοναδική ευκαιρία που θα μπορούσα να έχω, για να κλείσει αυτό το κεφάλαιο. Σόρρυ αν σου χάλασα τη βραδιά. Αλλά τι να κάνω; Εξαιτίας σου χάλασε ένα μέρος της ζωής μου, δεν είχα το δικαίωμα;>>
Ο Ιάσωνας πήγε να ανοίξει το στόμα του, αλλά το έκλεισε. Μονάχα τον κοίταξε και γύρισε την πλάτη του. Ο Δημήτρης έμεινε έξω. Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο και κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα είχαν καθαρίσει και είχε ξαστεριά. Για πρώτη φορά μέσα στη μέρα, χαμογέλασε.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

 



Ναι έτσι είναι. Όπως τα λες.

Δεν λέω εγώ το αντίθετο, όχι.

Και ας σου φαίνεται έτσι.

Μην βάζεις λόγια στο στόμα μου,ναι, ναι, όπως τα λες.

Και αύριο πρέπει να πάω στη δουλειά, 

Πρέπει να βγάλω χρήματα για να ζήσω κάπως και εγώ, ναι,ναι, όπως τα λες

Είναι λίγο καλύτερα απο επιβίωση αυτό, όχι , όχι,

Σίγουρα, θα μπορούσαμε να τα καταφέρουμε καλύτερα

Γιατί είμαστε σε καλύτερη μοίρα από άλλους. Συμφωνώ.

Ο κόσμος λογικά δεν θα αλλάξει ποτέ

Και οι ηλίθιοι θα συνεχίζουν να ζούνε ευτυχισμένοι. Αλλά.

Πες μου, παρόλο που ειμαι και εγώ ηλίθιος

Πως το εξηγείς 

Οτι δεν μπορώ να είμαι όσο ευτυχισμένος θα ήθελα;

Έλα, ηρέμησε, θα γυρίσω το βράδυ

Να ξεκουραστώ

Και να συνεχίσω τη ζωή μου.

Δεν θα αλλάξω ούτε σήμερα τον κόσμο.

Ναι όπως τα λες, εμείς είμαστε που καθορίζουμε τις ζωές μας

Και πως θα μπορούσα να-

Μα τόσα μπόρεσα τελικά, τι να κάνω;

Αλλά ρε συ...

Γαμώτο.

-Θεόδωρος Ορφανίδης(Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023

 



Τελευταία δεν έχω κάτι συγκεκριμένο

Στο μυαλό μου

Για το οποίο θέλω να γράψω.

Διάφορα, εδώ και εκεί, οι σκέψεις σαν 

Μέλισσες που πάνε από το ένα λουλούδι στο άλλο,

Να μαζέψουν γύρη,

Να επιστρέψουν στο μελίσσι,

Να φτιάξουν μέλι στη φωλιά.

Αφήνομαι, ελεύθερη η φαντασία, όπου με παει,

Κάτι μεγάλο, κάτι μικρό, κάτι ωραίο, κάτι κακο,

Κατι που

Συνήθως

 δεν θα διαβάσει σχεδόν

 κανείς

 μα δεν πειράζει.

Έγραψα ένα διήγημα χθες,ωραίο, μεγαλουτσικο

Δεν ξέρω αν θα το διαβάσει κανείς άλλος

Αφού το διορθώσω

Μα δεν πειράζει.

Θα ήταν ωραίο να μην σκονίζονταν τόσο πολύ

Όσα έχω γράψει και να 

Έμπαιναν σε περισσότερες καρδιές μα

Δεν πειράζει.

Δεν περιμένει κανείς να διαβάσει αυτά που γράφω

Το ξέρω, μα 

Ίσως κάποια μέρα το μελίσσι

Γεμίσει τόσο πολύ μέλι

Καλής ποιότητας

Που οι άνθρωποι θα μαζεύονται για να το γευτούν 

Όπως είναι.


Μέχρι τότε

Τι να

Κάνουμε;

-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)



Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023




Είχε νυχτώσει έξω, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα και κοίταξα την οθόνη-άγνωστο νούμερο. Το άφησα να χτυπάει, χωρίς να το κλείσω. Λίγο μετά, με ξαναπήρε. Απόρησα και σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν κάποιος που ήξερα και να είχε κάποιο θέμα ή να είχαν απαγάγει την οικογένειά μου και να ζητούσαν λύτρα ή δεν ξέρω και 'γω τι. Έτσι, το σήκωσα.
<<Παρακαλώ;>> ρώτησα.
<<Χαίρετε! Ονομάζομαι Πρηξαρχίδω. Θα μπορούσα να σας απασχολήσω για δύο λεπτά;>>
Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω εκείνη τη στιγμή, οπότε απάντησα καταφατικά, με ένα ''α-χα''.
<<Πολύ ωραία! Το όνομά σας;>>
<<Κώστας>>. Σιγά μην έδινα το πραγματικό μου όνομα.
<<Χάρηκα για τη γνωριμία, Κώστα. Εγώ, όπως σου είπα, ονομάζομαι Πρηξαρχίδω- μπορώ να σου μιλάω στον ενικό; ωραία- και ασχολούμαι με το Trading. Γνωρίζεις τι είναι;>>
<<Ναι. Τώρα τα Χριστούγεννα που δίνουμε δώρα σε φίλους, αυτό δεν λέτε;>>
Γέλασε ψεύτικα.
<<Όχι, όχι, δεν εννοώ αυτό. Και μίλα μου στον ενικό, σε παρακαλώ. Ουσιαστικά είναι μια online πλατφόρμα η οποία ασχολείται με κρυπτονομίσματα και μετοχές. Είναι ένας πολύ ΕΥΚΟΛΟΣ τρόπος, για να βγάλεις ΠΟΛΥ ΕΥΚΟΛΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΗΜΑΤΑ, από το ΣΠΙΤΙ σου>>.
<<Μάλιστα. Κατάλαβα Και πως μπορεί να γίνει αυτό; Γιατί βρήκα στο Internet κάτι συλλεκτικά Μίκυ Μάους, αλλά τα πουλάνε πανάκριβα- όχι, όχι, κ. Πρηξαρχίδω, σοβαρά σου μιλάω, είμαι συλλέκτης κόμικ και είναι ακριβά>>.
<<Αααα. Μάλιστα, μάλιστα. Κοίταξε, εγώ κάνω την πρώτη επαφή, έτσι για να γνωριστούμε λίγο καλύτερα. Δυστυχώς, από το τηλέφωνο δεν μπορώ να πω πολλά>>.
<<Τότε πως θα γίνει; Κάθε λεπτό που περνάει, χάνω χρήματα>>.
<<Σωστά σκέφτεσαι. Γι'αυτό θέλω να κάνεις το εξής. Υπάρχει διαθέσιμο Laptop ή Υπολογιστής κοντά σου;>>.
<<Ναι>>.
<<Πολύ ωραία. Θέλω να το ανοίξεις, για αρχή>>.
<<Ανοιχτό είναι>>.
<<Πολύ ωραία. Τώρα θέλω να πατήσεις στο Google την εξής διεύθυνση που θα σου πω>>.
<<Γράφω>>.
<<Πολύ ωραία. Είναι www.scammfraud.com. Πες μου όταν μπείς>>.
Άνοιξα εκείνη τη σελίδα. Το σκέφτηκα λίγο καλύτερα και άνοιξα παράλληλα το Pornhub.
<<Ωραία. Μπήκα. Τώρα;>>
<<Βλέπεις τη σελίδα μας αυτή τη στιγμή. Όπως βλέπεις, έχουμε σύνδεση σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, για να συνεχίσουμε και να μπεις για τα καλά στον κόσμο του Trading μέσω της εταιρίας μας, θα πρέπει να κάνεις εγγραφή. Όταν ολοκληρωθεί η εγγραφή και πιστοποιηθούν τα στοιχεία σου, ένας συνάδελφός μου θα επικοινωνήσει μέσω βιντεοκλήσης, για να ξεκινήσει η εκπαίδευσή σου>>.
<<Εκπαίδευση; Σαν σχολείο ας πούμε;>>.
<<Όχι, όχι, μην το βλέπεις έτσι. Εδώ στην Scamm Fraud δεν πιστεύουμε σε αυτή την έννοια. Πιο πολύ θα είναι μια κατεύθυνση για εσένα, για να κάνεις τα πρώτα σου βήματα και να ΜΗΝ σε πιάσουν ΚΟΡΟΙΔΟ>>.
Ήμουν έτοιμος να το κλείσω, όταν παρατήρησα κάτι ενδιαφέρον στην διαδικασία εγγραφής.
<<Μάλιστα. Να σου κάνω, όμως, μια ερώτηση;>>.
<<Ό,τι θέλεις>>.
<<Βλέπω εδώ πως για να γίνει η εγγραφή πρέπει να βάλω τα στοιχεία της κάρτας μου, το Α.Φ.Μ. μου και...υπάρχει και συνδρομή;>>
<<Μάλιστα, Κώστα. Όλα αυτά είναι καθαρά διαδικαστικά, σε περίπτωση που γίνει κάποιος έλεγχος. ΜΗΝ ανησυχείς. Είναι ένα ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΣΦΑΛΕΣ περιβάλλον>>.
<<Μάλιστα. Δεν μου φαίνεται να υπάρχει κάποιο θέμα και ανυπομονώ να αρχίσω να βγάζω πολλά λεφτά. Δώστε μου δύο λεπτά να συμπληρώσω τα στοιχεία>>.΄
Την έβαλα στη σίγαση. Όσο περίμενε, έκανα μια μικρή αναζήτηση στο Pornhub και κλίκαρα σε ένα βίντεο. Όταν το βίντεο φόρτωσε, πάτησα pause και την έβγαλα από την σίγαση.
<<Ακούγομαι;>>
<<Ναι, πες μου>>.
<<Συμπλήρωσα όλα τα στοιχεία και πάτησα εγγραφή, αλλά νομίζω υπάρχει ένα θέμα με τη σελίδα σας>>.
<<Ποιο είναι αυτό;>>
<<Δεν ξέρω, ακούγεται ένας...ήχος; Κάτι περίεργο. Και δεν με αφήνει να προχωρήσω στην εγγραφή. Είναι μέρος της διαδικασίας;>>
<<Δεν μπορώ να καταλάβω τι εννοείς>>.
<<Μπορώ να φέρω το ηχείο του κινητού κοντά σε αυτό του Laptop για να ακούσεις και εσύ;>>
<<Φυσικά!>>
Το έφερα και πάτησα play και τότε δύο άνδρες άρχισαν να κάνουν παθιασμένο έρωτα. Δάγκωνα τα χείλη μου για να μην γελάσω. Ήμουν σίγουρος πως είχε καταλάβει τι ήταν. Πάτησα pause και έφερα το κινητό στο αυτί μου πάλι.
<<Ξέρετε, κ. Πρηξαρχίδω, νομίζω κατάλαβα τι είναι. Είναι αυτό που προσπαθείτε να κάνετε εσείς σε εμένα. Λυπάμαι, αλλά δεν με ενδιαφέρει και τόσο τελικά>>.
Όταν άρχισε να μιλάει, κατάλαβα πως την είχα νευριάσει, όχι τόσο για το τελευταίο σημείο, όσο γιατί μιλούσαμε κοντά στο ένα τέταρτο, κάνοντάς την να πιστεύει οτι ήμουν όσο μαλάκας θα περίμενε.
<<Πας καλά άνθρωπέ μου; Αστείο είναι αυτό; Δηλαδή, ΤΌΣΗ ώρα μιλάμε και σου εξηγώ πως μπορείς να βγάλεις ΕΥΚΟΛΑ ΠΟΛΛΑ ΛΕΦΤΑ και εσύ κάνεις ΑΥΤΌ; Γι'αυτό θα μείνεις φτωχός για πάντα, κακομοίρη>>.
<<Αν ήθελα να γίνω πλούσιος, δεν θα καθόμουν να μιλάω με εσάς, κ. Πρηξαρχίδω. Λυπάμ->>
Μου το έκλεισε. Γέλασα για λίγο και μετά ηρέμησα και έκλεισα την καρτέλα της τρομερής εταιρείας. Αλλά, μιας και μου είχε φτιάξει η όρεξη, κράτησα εκείνη του Pornhub και πήγα στην αρχική.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...