Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2025

Περασμένες ζωές (9)



Ο Λευτέρης που είναι; ρώτησε ο Δημήτρης.
Έξω, μιλάει με την δικιά του στο τηλέφωνο.
Σε ένα πάρτι ήρθαμε, ξινό θα μας το βγάλει!
Αφού είναι πάρα πολύ ερωτευμένοι ρε! είπε ο Ορέστης και γέλασαν. 
Έχει κόσμο πάντως, ε;
Γάμησε τα!
Ξέρει η Κωνσταντίνα τόσους πολλούς ανθρώπους;
Φίλοι, γνωστοί, γνωστοί γνωστών, είναι ανοιχτό πάρτι. Να πάω να την βρω λίγο, μήπως γλιτώσω τον χωρισμό; 
Πήγαινε. Θα περιμένω τους άλλους εδώ.
Σίγουρος; 
Ναι.
Ο Ορέστης έφυγε και ο Δημήτρης έμεινε μόνος του. O Βασίλης και ο Γιώργος είχαν βρει δύο κοπέλες και μιλούσαν μαζί τους. Ο Δημήτρης κοίταζε δεξιά αριστερά αμήχανα και έπινε το ποτό του. Δεν ήθελε να την χαλάσει στους άλλους και περίμενε μήπως ο Λευτέρης εμφανιζόταν. Πριν το καταλάβει, το ποτήρι του άδειασε και πήγε να το ξαναγεμίσει. Μόλις άφησε κάτω το τζιν, είδε το χέρι του Λευτέρη να πιάνει την βότκα.
Τι έγινε ρε; Που είσαι χαμένος; τον ρώτησε ο Δημήτρης.
Η Μαρία είναι αδιάθετη και όλα την πειράζουν. Θέλει παρέα.
Θα φύγεις;
Όχι ρε, πας καλά; Τόσο καιρό έχουμε να βρεθούμε. Που είναι οι άλλοι;
Ο Βασίλης και ο Γιώργος επί τω έργω. Ο Ορέστης εκτελεί τα συζυγικά του καθήκοντα.
Γνωρίζεις κανέναν εδώ μέσα, εκτός από την Κωνσταντίνα;
Εκτός από τις φίλες της, μπααα. Είμαι σε άγνωστη περιοχή.
Γιατί δεν πας να μιλήσεις σε καμία; Είδα μερικές μοναχούλες, που περιμένουν τους πρίγκιπες τους.
Έχω το άλογο για σέρβις, άραξε. Χαχαχα.
Ο Βασίλης και ο Γιώργος ήρθαν κοντά τους εκείνη την στιγμή.
Τι έγινε ρε; είπε ο Λευτέρης.
Μαλακίες. Ξεκίνησε τα δικά του και τις ξενέρωσε, είπε ο Βασίλης.
Εγώ φταίω ρε; Που τις είπα για τους ιαγουάρους στην Αριζόνα; Αυτές είναι ξινές! απάντησε ο Γιώργος.
Πάλι με το πουλί στο χέρι; είπε ο Δημήτρης.
Άραξε, η νύχτα είναι μεγάλη και οι δεσποσύνες μόνες! είπε ο Βασίλης και ύψωσε το ποτήρι του, για να τσουγκρίσουν. 
Ο Δημήτρης κάπνιζε μόνος του έξω. Το πάρτι είχε αρχίσει να παίρνει μπροστά. Τσέκαρε λίγο το κινητό του, αλλά γρήγορα βαρέθηκε. Θα έκανε το τσιγάρο του και θα πήγαινε μέσα. Είχε πιει μερικά ποτά, κάτι σφηνάκια και είχε κάνει καλό κεφάλι. Έτσι όπως κοίταζε δεξιά αριστερά, παρατήρησε μια κοπέλα να στέκεται μόνη της, να κρατάει ένα ποτήρι και να λικνίζεται. Ήταν πανέμορφη, έτσι τουλάχιστον του φάνηκε. Είχε πιει αρκετά για να μην έχει αναστολές και είχε πιει αρκετά για να νιώθει το βάρος της μοναξιάς. Χωρίς να το σκεφτεί, την πλησίασε. 
Συγγνώμη, έχεις αναπτήρα, γιατί ο δικός μου τελείωσε;
Συγγνώμη, δεν καπνίζω! του απάντησε με χαμόγελο. Τον μαγνήτισε εκείνο το χαμόγελο.
Α, επειδή είσαι έξω, γι' αυτό...είσαι μέσα, στο πάρτι ή είμαι περίεργος και σε ενοχλώ;
Εκείνη γέλασε.
Ναι, ναι. Βγήκα για να πάρω λίγο αέρα. Και εσύ στο πάρτι;
Ναι, ναι. Ξέρεις την Κωνσταντίνα; 
Μια φίλη μου την ξέρει, η Μαρίνα, ήταν συμφοιτήτριες. Δεν πηγαίνω γενικά σε πάρτι, αλλά με ζάλισαν λίγο να έρθω, χαχαχα. Σκέφτηκα πως δεν θα ήταν άσχημα να αλλάξω κάπως παραστάσεις. Εσύ;
Είμαι φίλος με το αγόρι της Κωνσταντίνας. Συχνάζω σε πάρτι και συνήθως γίνομαι ρεζίλι σε αυτά. Χαχαχα. Με λένε Δημήτρη. Εσένα;
Αλίκη, χάρηκα!
Έτειναν τα χέρια τους και τα έσφιξαν.
Πάντως, για την ώρα δεν έχεις γίνει ρεζίλι, χαχαχα.
Δώσε μου δύο ποτά ακόμη και θα με δεις να χορεύω πάνω σε κανένα τραπέζι ή να κυνηγάω κάποιον φίλο μου. Χαχαχαχα.
Κάνεις τέτοια;
Κανονικά όχι. Αλλά καμιά φορά έρχεται στην επιφάνεια ο άλλος μου εαυτός και τον μισώ όταν το κάνει. 
Ενδιαφέρον. Θα ήθελα να έχω και εγώ έναν τέτοιο εαυτό, αλλά είμαι ξενέρωτη.
Μπα, δεν το νομίζω!
Πως το ξέρεις, μόλις γνωριστήκαμε.
Ο Δημήτρης σκάλωσε. Η Αλίκη άρχισε να γελάει δυνατά.
Σε πειράζω καλέ! Είσαι και ντροπαλός!
Προσπαθώ να μην είμαι, χαχαχα.
Πως σου φαίνεται το πάρτι;
Ωραίο! Έχει κόσμο, ποτά, ωραία μουσική. Δεν έχω παράπονο. Εσένα;
Δεν είναι αυτό που συνηθίζω, όπως σου είπα, αλλά και εγώ δεν έχω παράπονο. Μέχρι στιγμής, περνάω μια χαρά.
Και τώρα που με γνώρισες, ακόμα καλύτερα! Όχι; Εντάξει, το παίρνω πίσω! Χαχαχα.
Μην το λες! Δύο αγόρια ήρθαν πριν να μιλήσουν σε μένα και μια φίλη μου και ήταν λίγο περίεργοι. Εσύ είσαι μια χαρά!
Δύο αγόρια ε; 
Ναι, γιατί;
Τίποτα, κάτι δικό μου. Βλέπω, το ποτήρι σου είναι άδειο. Το ίδιο και το δικό μου. Να τα γεμίσω και να έρθω πάλι έξω; Ή θέλεις να μπεις μέσα;
Δεν θα με πείραζε να καθίσω και άλλο έξω. 
Ωραία! Τι πίνεις;
Τζιν με τόνικ.
Επιστρέφω!
Ήθελε να πάει τρέχοντας μέσα, να πάρει νέα ποτά και να βγει τρέχοντας έξω. Φοβόταν πως, όταν θα έβγαινε ξανά, δεν θα την έβλεπε εκεί. Ή θα ήταν με φίλες της. Ή θα την είχε πλησιάσει κάποιος άλλος. Ενώ ήταν στο μπαρ, ο Ορέστης τον πλησίασε.
Που χάθηκες ρε;
Ε; Εγώ...Εεεεε...
Το χαμόγελο του Ορέστη έφτασε μέχρι τα αυτιά, γιατί είδε τα δύο ποτήρια.
Βρε! Βρε άτιμε! Βρε συ!
Ναι, ναι, ό,τι πεις! Χαχαχα.
Άντε, άντε, βουρ! Μην σε καθυστερώ! Ποια είναι;
Αλίκη την λένε. Φίλη φίλης της δικιάς σου. Την ξέρεις; 
Όχι, δεν έχω ιδέα. Άντε πάνε τώρα και τα λέμε μετά.
Ο Δημήτρης βγήκε με τα δύο ποτήρια στο χέρι και βρήκε την Αλίκη να είναι στην ίδια θέση και να παίζει με τα μαλλιά της. Η καρδιά του ηρέμησε και πήγε κοντά της. Της πρόσφερε το ποτό της και τσούγκρισαν. Η βραδιά είχε αποκτήσει, επιτέλους, ενδιαφέρον!
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2025

πρόσωπο στο τζάμι

δεν ανήκω εδώ 
αλλά ούτε εκεί ανήκω.
αναζητώ ακόμα
το μέρος μου-
πόσα χρόνια μετράω πλέον;
χάνω πατήματα τη στιγμή
που νομίζω πως τα έχω
βρει.
λέω δεν πειράζει
λίγο ακόμα, λίγο ακόμα
αν και μέσα μου
με καίει-
πόσο λίγο είναι αυτό το λίγο, πια;
η ανάσα μου θάμπωσε
ένα τζάμι
και με τον δείκτη του δεξιού μου χεριού
σχημάτισα ένα χαμόγελο
και όταν έβαλα το κεφάλι μου μπροστά
με είδα να χαμογελάω
και πήρα λίγο θάρρος πάλι.
(ευτυχώς το θάμπωμα
έκρυβε κάπως τα μάτια μου).
κάποια μέρα, το ξέρω, κάποια μέρα
τα φτερά μου 
θα ανοίξουν διάπλατα
και τότε, από ψηλά
θα δω τον κόσμο 
ξανά
με μάτια πιο καθαρά.
- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

Περασμένες ζωές (8)



Θέλεις να πάμε σε βραδιά τζαζ; ρώτησε τον Δημήτρη. Εκείνος άφησε το στυλό κάτω και την κοίταξε με περιέργεια.
Βραδιά τζαζ;
Ναι. Βλέπω εδώ οτι έχει σε ένα μαγαζί στο κέντρο. Τι λες;
Ο Δημήτρης έτριψε τα μάτια του και την κοίταξε.

Ενδιαφέρον. Είχα πάει πριν αρκετά χρόνια, με έναν φίλο μου. Δεν θυμάμαι το μαγαζί, βέβαια, στο κέντρο ήταν, όμως. Γιατί όχι; 
Τέλεια! 
Πότε είναι;
Την Πέμπτη.
Μεθαύριο;
Ναι.
Κάτσε να σκεφτώ...σχολάω βράδυ από την δουλειά, οπότε ναι, μπορούμε να πάμε απευθείας.
Θα έρθω να σε πάρω.
Θέλεις να με πάρεις και τώρα μήπως; 
Η Αλίκη του πέταξε ένα μαξιλάρι και γέλασε. Ο Δημήτρης σηκώθηκε από την καρέκλα, την πλησίασε, έπεσε στην αγκαλιά της και την φίλησε. 
Τι ωραίο που κάνουμε καινούργια πράγματα, αγάπη μου! είπε η Αλίκη.
Όχι ακριβώς. Ας πούμε, δεν σου αρέσει η rock εσένα. Όποτε σου λέω για live, το απορρίπτεις χωρίς δεύτερη σκέψη.
Εγώ φταίω; Κλειστός χώρος, ιδρώτας, ορθοστασία...δεν είναι για εμένα αυτά! Αλλά θα πάμε μαζί μια φορά, στο υπόσχομαι!
Τι να σε κάνω, μια σε έχω!
Αααα, δηλαδή χάρη μου κάνεις, ε;
Ε, μα! 
Φιλήθηκαν πάλι. Ο Δημήτρης ξάπλωσε ανάσκελα και ακούμπησε το κεφάλι του στα μπούτια της Αλίκης. Εκείνη άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Αλίκη;
Ναι, αγάπη μου.
Τι πιστεύεις οτι γίνεται αφού πεθάνουμε;
Η Αλίκη συνοφρυώθηκε.
Ε; Πως σου ήρθε αυτό;
Κάτι έγραφα τώρα...και αφορά τον θάνατο... όχι δοκίμιο, είναι, ας πούμε, μια σκηνή που ο πρωταγωνιστής πάει στον τάφο ενός γνωστού του, ο οποίος τον τραμπούκιζε όταν ήταν μικρά παιδιά και του έκανε λίγο δύσκολη την ζωή...πάει εκεί, τέλος πάντων, πάνω από το μνήμα και αρχίζει να του λέει όλα όσα κρατούσε μέσα του και αναρωτιέται τι συμβαίνει τώρα που είναι νεκρός, που δεν υπάρχει πια. Δεν ξέρω αν θα το κρατήσω για κάπου, αλλά μου φάνηκε ενδιαφέρουσα ιδέα. Και μετά με έπιασαν απορίες.
Δύσκολα ερωτήματα μου βάζεις. Και βαριά!
Ο Δημήτρης σηκώθηκε και κάθισε δίπλα στην Αλίκη.
Εγώ, ας πούμε, πιστεύω πως, αφού πεθάνουμε, παύουμε να υπάρχουμε. Καπούτ, τίποτα! Έχω την ρομαντική σκέψη πως αυτά τα 21 γραμμάρια που λένε φεύγουν από το σώμα, η ψυχή μας δηλαδή, αλλά από κει και πέρα, ούτε παράδεισος, ούτε κόλαση, ούτε μετενσάρκωση σε ζαρκάδια και δελφίνια.
Λίγο πεσιμιστική αντίληψη, δε νομίζεις; τον ρώτησε. 
Μπορεί. Εκεί έχω καταλήξει, όμως. Κατανοώ την ανάγκη για να δώσουμε μια έννοια στο άγνωστο, σύμφωνα με τις δικές μας αντιλήψεις και τις ανθρώπινες αδυναμίες, πως αν κάνουμε καλό θα ανταμειφθούμε αιώνια και το αντίστροφο, αλλά δεν μπορώ να τα δεχθώ πια. Παλιά, ναι! Τα πίστευα με όλη μου την καρδιά. Αλλά πλέον όχι...
Η Αλίκη του έπιασε τα χέρια και άρχισε να τα χαϊδεύει.
Θυμάσαι που σου είπα πως έχει πεθάνει η γιαγιά μου, ε;
Ναι.
Ήμασταν πολύ δεμένες. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Όλοι την σεβόντουσαν και την συμπαθούσαν. Έζησε ήσυχη ζωή και δεν έκανε κακό σε κανέναν. Μια μέρα, στα ξαφνικά, έπαθε εγκεφαλικό και...δεν μπορώ να το δεχθώ πως αυτός ο άνθρωπος απλά έφυγε! Πως πάει, αυτό ήταν! Και για άλλους, δηλαδή. Αλλά με την γιαγιά το ένιωσα πρώτα και πιο έντονα! Δεν είναι πως απλά θέλω να το πιστεύω, αλλά πρέπει να το πιστεύω. Με καταλαβαίνεις; Γιατί αλλιώς...
Το χάιδεμα σταμάτησε. Οι ώμοι της Αλίκης άρχισαν να τραντάζονται. Ο Δημήτρης την αγκάλιασε και την φίλησε στο μέτωπο.
Σσσσ, ηρέμησε...Δεν ήθελα να στο θυμίσω. Δεν θέλω να σε βλέπω δυστυχισμένη. Αλίκη, κοίταξε με!
Η Αλίκη σήκωσε το κεφάλι της. Τα μάτια της ήταν υγρά.
Είσαι τόσο όμορφη! Μάτια μου όμορφα! Ακόμα και όταν κλαις, είσαι τόσο ωραία! Μην κλαις άλλο! Είμαι εγώ εδώ, εντάξει; Ήταν ηλίθιο αυτό που ρώτησα, με συγχωρείς...
Η Αλίκη σκούπισε τα μάτια της και του χαμογέλασε.
Δεν φταις εσύ. Εγώ πρέπει να σταματήσω να είμαι τόσο χαζή, τόσο αθώα. Μπορεί να έχεις δίκιο...
Μπορείς να πιστεύεις ό,τι θέλεις. Και εγώ το ίδιο θα κάνω. Γι' αυτό σε αγαπάω. Γιατί μπορούμε να λέμε τέτοια πράγματα, χωρίς φόβο, χωρίς ενοχές. Εσύ είσαι εσύ και εγώ είμαι εγώ. Και δεν μπορεί να μας το πάρει κανένας αυτό. Εντάξει; Γι' αυτό σκούπισε τα μάτια σου και χαμογέλα. Όλα είναι καλά! Σκέψου την βραδιά τζαζ. Θυμάσαι που μου είχες πει οτι θα ήθελες να είχες μάθει πιάνο και...
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές (7)



Στεκόταν στην μέση του βιβλιοπωλείου και περίμενε. Έξω έβρεχε δυνατά και δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Δεν τον πείραζε. Ένιωθε κουρασμένος και ήταν ιδανική συνθήκη. Πληρωνόταν και δεν έκανε, ουσιαστικά,  τίποτα, κορόιδευε τον καπιταλισμό, τα αφεντικά- τέτοιες χαζομάρες σκεφτόταν για να διασκεδάσει την πλήξη του. Κοίταξε το ρολόι του, έκανε έναν κύκλο μέσα στο μαγαζί και στάθηκε πρώτα στην ποίηση. Εκεί βρισκόντουσαν οι δύο ποιητικές συλλογές που είχε εκδώσει, πριν πιάσει δουλειά στο βιβλιοπωλείο- ''Παρένθεση'' και ''Είναι όμορφα εδώ, τελικά'' οι τίτλοι τους. Αν δεν δούλευε εκεί, δεν θα ήταν τώρα στα ράφια, μιας και δεν ήταν ευπώλητα και δεν ήταν κάποιος γνωστός. Τον χαροποιούσε το γεγονός πως τουλάχιστον υπήρχαν εκεί τα βιβλία αυτά, για όποιον τυχόν ενδιαφερόταν. Μετά, στάθηκε στην Ελληνική Πεζογραφία και εντόπισε το μυθιστόρημα που είχε εκδώσει, περίπου μισό χρόνο αφού έπιασε δουλειά στο βιβλιοπωλείο- ''Η επανάσταση της μοναξιάς'' ήταν ο τίτλος του. Και αυτό υπήρχε στα ράφια, για τον ίδιο λόγο που υπήρχαν και οι ποιητικές συλλογές του. Και σε σχέση με άλλους, νέους και άσημους συγγραφείς, πήγαιναν καλούτσικα. Που και που θα κέντριζαν το ενδιαφέρον κάποιου πελάτη και θα τα αγόραζε. Σπάνια έλεγε πως ήταν δικά του, θα θέλατε να τα υπογράψω, ναι, ναι, εγώ τα έγραψα, ευχαριστώ πολύ! Δεν ήταν καλός με την διαφήμιση και ντρεπόταν αρκετά να προωθήσει τον εαυτό του, άλλωστε τις περισσότερες φορές δεν έπιανε κιόλας. Γνώριζε πως κάτι καλό υπήρχε εκεί μέσα, κάτι που άξιζε να διαβαστεί, αλλά πως τα θέματα που έπιανε ήταν λίγο περίεργα, λίγο απαισιόδοξα, λίγο ιδιαίτερα και γνώριζε πως ακόμα είχε δρόμο για να γράψει κάτι, κατά μια έννοια, σπουδαίο, αν τυχόν τα κατάφερνε ποτέ.
Τι λέει ρε Μήτσο; Πες κάνα νέο... ακούστηκε μια φωνή στα αριστερά του. Ήταν ο Δημοσθένης, συνάδελφός του, μεγαλύτερης ηλικίας, που βολόδερνε επίσης.
Τι να πει; Βαρεμάρα. Να σταματήσει τουλάχιστον η βροχή μέχρι να φύγουμε, απάντησε ο Δημήτρης, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του.
Αυτό ξανά πες το. Μην φάω και καμιά βούτα με το μηχανάκι στον δρόμο.
Αύριο ρεπό ε;
Ναι.
Τι θα κάνεις;
Θα ξεκουραστώ. Αν και έχω κάτι δουλειές. Πρέπει να πάω να δω και για το ρεύμα, γιατί...
Συνέχισαν λίγο ακόμα την κουβέντα. Το τηλέφωνο χτύπησε και ο Δημήτρης πήγε να το σηκώσει. Μια δυσαρεστημένη πελάτισσα, για μια παραγγελία που καθυστέρησε μια μέρα παραπάνω από την υποσχόμενη και την περίμενε. Ο Δημήτρης την άκουσε, συμφώνησε μαζί της, την κατανόησε απόλυτα, μα, δυστυχώς δεν μπορούσε να κάνει κάτι εκείνη την στιγμή και θα μιλούσε με τον αρμόδιο συνάδελφο το επόμενο πρωί. Πόσο ήθελε να την σιχτιρίσει, να βγάλει πάνω της όλο το άχτι του! Να την κάνει να πληρώσει για όλους τους πελάτες που παραπονιόντουσαν για το παραμικρό και που νόμιζαν πως ήταν οι άρχοντες του σύμπαντος και δεν μπορούσαν να δείξουν μια υποτυπώδη κατανόηση, λες και ο Δημήτρης και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του θέλαν να ακούνε την γκρίνια τους, λες και έφταιγαν εκείνοι για τα πάντα, οι απλοί εργαζόμενοι που έκαναν απλά την δουλειά τους όσο καλύτερα μπορούσαν υπό τις συνθήκες που εργάζονταν. Η κλήση τελείωσε, ο Δημήτρης άφησε το τηλέφωνο κάτω και μίλησε με την Αναστασία, την ταμία. Μετά αποσύρθηκε πάλι στον εαυτό του. Κάποια μέρα θα τα καταφέρω...αν επιμείνω, μια μέρα θα τα καταφέρω και θα ξεφύγω από όλα αυτά ή θα ενδώσω τελικά και όλα θα πάρουν τον δρόμο τους.
Όταν έφτασε στο διαμέρισμά του, έβγαλε τα ρούχα και μπήκε για μπάνιο. Έφαγε του σκασμού, γιατί είχε ξεχάσει να πάρει φαγητό στην δουλειά. Μετά διάβασε, προσπάθησε να γράψει, όλα μάταια, το κεφάλι του ήταν καζάνι, παραιτήθηκε και έπεσε ξερός για ύπνο. Σήμερα τίποτα, για να δούμε αύριο... σκέφτηκε.

Η πόρτα στο ιατρείο έκλεισε για τελευταία φορά από πελάτη για εκείνη την μέρα. Η Αλίκη και η Ρεβέκκα κάθισαν εξουθενωμένες στις καρέκλες και έτριβαν τα μάτια τους.
Ένα ακόμα σκυλάκι τα κατάφερε χάρη σε εμάς, ε Αλίκη;
Αυτό δεν ήταν σκυλάκι, Ρεβέκκα, αυτό ήταν αρκούδα!
Τα αγαπάω τα Αγίου Βερνάρδου! Άντε, πάμε να αλλάξουμε να φύγουμε. Α, για να μην το ξεχάσω, μίλησα με την Ελευθερία πριν. Είναι πολύ ευχαριστημένη μαζί σου!
Χαίρομαι! είπε η Αλίκη και χαμογέλασε.
Πως το βλέπεις; Έχεις πέντε μήνες εδώ. Θέλεις να μείνεις μαζί μας και άλλο;
Έτσι σκέφτομαι! Πιστεύω πως έχω πολλά ακόμα να μάθω εδώ μέσα! Αλλά κοιτάζω ένα βήμα την φορά.
Ό,τι και να επιλέξεις, είμαι σίγουρη πως θα πετύχεις!
Αποχαιρετήθηκαν και η κάθε μια πήρε τον δικό της δρόμο. Η Αλίκη ένιωθε κουρασμένη και παράλληλα την διακατείχε ένα συναίσθημα πληρότητας. Μετάνιωσε μόνο που δεν πήρε ομπρέλα. Είχε δει τον καιρό, αλλά πίστευε πως θα έκανε συννεφιά και τίποτα παραπάνω. Περπατούσε προσεκτικά, για να μην βραχεί, κάτω από οτιδήποτε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν σκέπαστρο. Περίμενε στο φανάρι για να περάσει απέναντι. Ένα αμάξι πέρασε με ταχύτητα και κόντεψε να την κάνει μούσκεμα. Πήρε βαθιά ανάσα και συγκρατήθηκε. Δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου, σκέφτηκε, πάει και το μπάνιο για σήμερα, χαχαχα.
Όταν μπήκε στο διαμέρισμά της, έβγαλε όλα τα ρούχα και τα πέταξε μέσα στο καλάθι με τα άπλυτα. Έκανε μπάνιο και ετοίμασε κάτι να φάει. Μετά, χάζεψε λίγο στο κινητό και είδε μια ταινία. Έπεσε για ύπνο, νιώθοντας γεμάτη. Δεν έκανε κάποιον απολογισμό της μέρας ή κάτι σχετικό. Θεωρούσε πως όλα είχαν πάρει μια σειρά, όπως έπρεπε, και αυτό της ήταν αρκετό.

-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

αδιέξοδα

έχεις χαθεί και σε ψάχνω
σε στενά που δεν βγάζουν πουθενά
μα, αυτά τα αδιέξοδα μου φαίνονται πως
έχουν μια διέξοδο, τελικά.
κάποτε διάβασα το Συμπόσιο του Πλάτωνα
και μου φάνηκε πολύ όμορφη εκείνη η θεώρηση
που το ένα πλάσμα χωρίστηκε σε δύο πανομοιότυπα 
και από κει και πέρα
ψάχνουν μοιραία να βρουν το άλλο τους μισό-
πολύ κουτσουρεμένη περίληψη
αλλά δεν με πειράζει, δεν είμαι καλός σε αυτά.
ίσως το άλλο μας μισό να είναι μύθος
για να έχουμε να ελπίζουμε σε κάτι
και να κοιμόμαστε κάπως καλύτερα τα βράδια.
το έχω συνηθίσει πια
αν και με πειράζει ακόμα
γιατί έχεις αργήσει πολύ και δεν είναι παρήγορο
να επισκέπτεσαι συνέχεια άλλους
και όχι το δικό μου σπίτι.
δεν έχεις ιδέα πόση σκόνη έχει μαζέψει
και πόσες αλλαγές χρειάζεται
αλλά η πόρτα είναι ακόμα ανοιχτή
και σε περιμένει.
γιατί έχεις χαθεί και σε ψάχνω.
και θα ήταν όμορφο να έρθεις
έστω λίγες στιγμές
πριν πεθάνω.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

πριν τρελαθώ τελείως...

...θα ήθελα να καταφέρω να γράψω
κάνα δυο καλά ποιήματα
και μερικές όμορφες ιστορίες.
δεν ζητάω πολλά, νομίζω.
μόνο που δεν ξέρω 
αν θα τα καταφέρω ποτέ
και αν αυτό θα γίνει
έγκαιρα.
γιατί
ίσως έχω τρελαθεί ήδη και βιώνω
μια ψευδαίσθηση
για χιόνια στο καμπαναριό
για ατελείωτα, καταπράσινα λιβάδια
για σειρήνες στην θάλασσα
και μια ζωή τόσο απλή
τόσο επαρκής
και τόσο υπέροχη.
αλλά δεν θα υποκύψω 
στις δεύτερες σκέψεις μου.
όχι ακόμα, τουλάχιστον.
- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές (6)



Το νερό σταμάτησε να τρέχει και ο Δημήτρης σηκώθηκε από τον καναπέ και άνοιξε την πόρτα του μπάνιου. Η Αλίκη σκούπιζε τα μαλλιά της με μια πετσέτα και εκείνος της χαμογελούσε.
Έχω αργήσει; τον ρώτησε και του χαμογέλασε πίσω.
Όχι, όχι, μην αγχώνεσαι. 
Θα βαφτώ, θα κάνω τα μαλλιά και είμαι έτοιμη.
Άρα να υπολογίσω κάνα δίωρο ακόμα;
Μμμμ, αστείε! Εσύ είσαι έτοιμος;
Ρούχα θέλω να αλλάξω μόνο. Οπότε, θα σε περιμένω.
Ήταν στο σπίτι του Δημήτρη. Θα έβγαιναν διπλό ραντεβού με τον Ορέστη και την κοπέλα του. Ο Δημήτρης είχε πει στους φίλους του για την Αλίκη, αλλά δεν την είχε γνωρίσει κανένας τους. Θα έκανε την αρχή με τον Ορέστη και μετά σιγά-σιγά με τους υπόλοιπους, που είχαν μια κάποια αγωνία. Ο Δημήτρης είχε άγχος. Μπορεί να ήταν μαζί ένα εξάμηνο, αλλά ποτέ του δεν είχε κοπέλα για να κάνει κάτι παρόμοιο. Πως έπρεπε να συμπεριφερθεί μπροστά στον φίλο του; Ήταν λίγο προβληματισμένος. Όταν, όμως, είδε την Αλίκη, κάθε περιττή σκέψη αμέσως απομακρύνθηκε από το κεφάλι του. Την πλησίασε, την αγκάλιασε και έμεινε εκεί, πρόσωπο με πρόσωπο.
Ωραίο αυτό που κάνεις, Δημήτρη μου, αλλά έτσι όντως θα αργήσουμε, παραπονέθηκε η Αλίκη χαριτωμένα.
Δεν πειράζει, ο Ορέστης πάντα αργεί.
Ναι, αλλά θα είναι και η κοπέλα του. Και εγώ δεν θέλω να δώσω άσχημη εντύπωση για πρώτη φορά.
Πίστεψε με, θα δώσεις την καλύτερη εντύπωση. Για να σε δω!
Μόλις βγήκα από το μπάνιο. Υπομονή!
Δεν χορταίνω να σε βλέπω!
Πονηρέ!
Την φίλησε και την άφησε να συνεχίσει την προετοιμασία της. Μένοντας πάλι μόνος, πήγε στην μικρή βιβλιοθήκη του και, αφού χάζεψε λίγο τα ίδια και τα ίδια βιβλία, πήρε στα χέρια του ένα. Ήταν το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, του Λειβαδίτη. Η αγαπημένη του ποιητική συλλογή. Σε πόσους την είχε προτείνει άραγε στην δουλειά; Πόσοι την διάβασαν και πόσοι πραγματικά την ένιωσαν, όπως εκείνος; Αγαπούσε την ποίηση του Λειβαδίτη και την θεωρούσε πολύ σημαντική, τόσο για τον ίδιο όσο και για την ανθρωπότητα. Ξεφύλλισε λίγο το βιβλίο και έπεσε πάνω στον εξής στίχο: "Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ. Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο''. Έμεινε εκεί, με το βιβλίο ανοιχτό στα χέρια του. Το έκλεισε και το άφησε πάλι στην θέση του. Πήγε στο μπάνιο. Η Αλίκη είχε στεγνώσει τα μαλλιά της και τα ίσιωνε με την μασιά. Ένα αίσθημα γαλήνης τον κυρίεψε, λες και βίωνε ένα υπέροχο όνειρο, από το οποίο δεν ήθελε να ξυπνήσει. Ήταν έτοιμος να της πει πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της. Πόσο σημαντική ήταν γι' αυτόν. Παρόλο που γνωρίζονταν μόνο τόσο λίγο καιρό, ένιωθε και βίωνε πρωτόγνωρα πράγματα. Αλλά το μετάνιωσε. Είναι πολύ νωρίς, σκέφτηκε, πάρα πολύ νωρίς, δεν το έχεις ξαναζήσει αυτό και είσαι ενθουσιασμένος, μην την τρομάξεις, όπως τις άλλες, πριν καν γίνει το οτιδήποτε, τις έδιωχνες, όλα θέλουν τον χρόνο τους, όλα θέλουν τον χρόνο τους. Η Αλίκη τον έπιασε με την περιφερειακή της όραση, αλλά δεν γύρισε το κεφάλι.
Έγινε κάτι;
Όχι, όχι. Μην αγχώνεσαι. 
Ωραία!
Εκείνος ο στίχος, όμως! Πήγε πάλι στην βιβλιοθήκη, έβγαλε το βιβλίο και τον διάβασε, ξανά και ξανά, και μερικούς ακόμα... Μέσα το μπάνιο, ετοιμαζόταν η Αλίκη, η κοπέλα του, ο άνθρωπός του. Ήταν ερωτευμένος μαζί της, μάλλον την αγαπούσε και ήλπιζε πως και εκείνη θα ένιωθε το ίδιο πράγμα. Ωστόσο, δεν του είχε πει κάτι ακόμα τουλάχιστον. Και δεν ήθελε να την χάσει, ανοίγοντάς την καρδιά του τόσο βαθιά, τόσο νωρίς. 
Πάμε; του είπε μετά από μισή ώρα, μην αργ-.Καλέ, ακόμα δεν είσαι έτοιμος;
Ο Δημήτρης κοίταξε κάτω και συνειδητοποίησε πως είχε ξεχαστεί τελείως. Έπρεπε να βιαστεί!
Το μαγαζί που είχαν κλείσει τραπέζι είχε την ονομασία L'albero και ήταν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Έφτασαν πρώτοι, πέντε λεπτά πριν την κράτηση και κάθισαν. Λίγο μετά έφτασε και ο Ορέστης με την κοπέλα του και ο Δημήτρης τους σύστησε την Αλίκη. Ο Ορέστης του έκλεισε κρυφά το μάτι και χαμογέλασε. Είδαν το μενού, παρήγγειλαν, έπιασαν την κουβέντα και τις πρώτες γνωριμίες, από που είσαι, με τι ασχολείσαι και τα σχετικά. Κάποια στιγμή, ο Δημήτρης βγήκε για τσιγάρο και ο Ορέστης τον συντρόφευσε, για να τα πούνε, Ας αφήσουμε και τις γυναίκες λίγο μόνες, είπε και όλοι στην παρέα γέλασαν.
Από κοντά είναι πιο ωραία! είπε στον Δημήτρη, με το που στάθηκαν έξω. Τι χάρη σου χρωστάει; Χαχαχα.
Τι περίμενες ρε; Ο Δον Ζουάν της Θεσσαλονίκης; Χαχαχα.
Φαίνεται πολύ εντάξει! Χαίρομαι ρε μαλάκα! Άντε, επιτέλους!
Ο Δημήτρης κοκκίνισε και κοίταξε το έδαφος.
Τι έγινε; Μας έπιασαν οι ντροπές; του είπε και τον έπιασε από τους ώμους, σφίγγοντάς τον δυνατά. Ο Δημήτρης ρούφηξε το τσιγάρο και κράτησε για λίγο τον καπνό μέσα. Όταν τον φύσηξε, ένα θερμό συναίσθημα διαπέρασε το σώμα του. Ένιωθε...όμορφα. Του άρεσε να νιώθει όμορφα! Και ήξερε πως έπρεπε να κρατήσει εκείνες τις στιγμές για πάντα μέσα στην καρδιά του και να μην τις αφήσει να χαθούν ποτέ, ακόμα και αν όλα πήγαιναν στράφι.
Είναι όαση στην μέση της ερήμου μου, είπε στον Ορέστη και γέλασε.
Αν αρχίσεις τις μαλακίες σου, θα σηκωθώ να φύγω!
Και που θα βρεις καλύτερα; Χαχαχαχα. Άραξε. Πάμε μέσα;
Κιόλας; Άτιμε, δεν κρατιέσαι, ε;
Πάψε, σαχλέ!
Ο Ορέστης μπήκε πρώτος. Ο Δημήτρης έριξε το τσιγάρο κάτω, το πάτησε με το παπούτσι και κοίταξε φευγαλέα το φεγγάρι. Είχε πανσέληνο. Χαμογέλασε και μπήκε μέσα.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


 

don't rain on my parade

μετά το πιο βαθύ σκοτάδι ξημερώνει η πιο όμορφη αυγή. κόβουμε τα δέντρα  σε κάποια σημεία όταν μεγαλώσουν αρκετά για να ανθίσουν πιο υγιή- ε...