Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

     Μια κάπως ασυνήθιστη γνωριμία

 

Έβλεπα ένα όνειρο πριν ξυπνήσω, αλλά δεν θυμάμαι τι ακριβώς συνέβαινε. Θυμάμαι, πάντως, πως ένιωθα ωραία μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, αλλά αλήθεια, δεν θυμάμαι ακριβώς τι ακριβώς συνέβαινε. Ξέρω μόνο πως, όταν άνοιξα τα μάτια μου ,πετάχτηκα πάνω, γιατί αμέσως κοίταξα το κινητό μου και, Σκατά!, μουρμούρισα, πάλι έκλεισα το ξυπνητήρι.  Είχα περίπου τρία τέταρτα  για να συμμαζέψω το σπίτι μέχρι να έρθει ,συν του οτι έπρεπε να κάνω μπάνιο και να αλλάξω ρούχα. Ευτυχώς είμαι γρήγορος με αυτά.

Ημέρα: Χριστούγεννα. Εννοώ, Παραμονή. Τέλοσπαντων, στην αλλαγή, όχι ανήμερα. Ποιος θα ερχόταν  σπίτι μου; Το γένος του καλεσμένου ήταν θηλυκό, άρα καλεσμένη.  Την συνάντησα τυχαία, κάνα δύο μήνες, ίσως και λίγο παραπάνω, πριν τα Χριστούγεννα. Τόπος: δανειστική βιβλιοθήκη. Είχα πάει να επιστρέψω κάτι βιβλία και να δανειστώ κάποια άλλα, χωρίς να έχω αποφασίσει  από πριν ποια θα ήταν αυτά, γιατί το να τριγυρνάω στην δανειστική βιβλιοθήκη, να αγγίζω, να βγάζω, να σηκώνω, να μυρίζω, να ξεφυλλίζω βιβλία ήταν κάτι σαν υπέροχη διέξοδος από την πραγματικότητα για μένα, μια ευχάριστη απόλαυση. Έτσι, σεργιάνιζα αμέριμνος ανάμεσα στους διαδρόμους. Είχα ήδη επιλέξει τρία, αλλά επειδή μου δινόταν η δυνατότητα να δανειστώ μέχρι τέσσερα, έψαχνα το τελευταίο. Στάθηκα σε ένα τυχαίο σημείο, στο διάδρομο με τα μυθιστορήματα, και για ένα πεντάλεπτο εξερευνούσα με τα μάτια, ενίοτε και με τα χέρια. Τότε μου ήρθε μια αναλαμπή, ένα βιβλίο του Saramago που ήθελα από καιρό να διαβάσω.

Την ίδια στιγμή, ήρθε και στάθηκε εκείνη δίπλα μου. Σίγουρα δεν το σχεδίαζε, σίγουρα έψαχνε και αυτή κάτι να διαβάσει, σίγουρα εγώ δεν ήμουν  γι’ αυτήν κάτι παραπάνω από μια μύγα ανάμεσα σε έναν σωρό από μελλοθάνατες μύγες. Ωστόσο, κάτι πάνω της με μαγνήτισε. Με γρήγορες κινήσεις, αλλά πάντα διακριτικά, σα να μη συνέβαινε τίποτα το σπουδαίο, πήγα, άρπαξα εκείνο που ήθελα , κι γύρισα  πίσω, για να κάνω πως ψάχνω και καλά στο ίδιο σημείο. Αλλά και που ήταν εκεί και ήμουν και εγώ εκεί, τι θα μπορούσε να συμβεί; Καμάκι στην βιβλιοθήκη ας πούμε; Μπα, αποκλείεται. Ωστόσο, θα μπορούσε να γίνει μια αρχή, σκέφτηκα.

Την έβλεπα καθώς ταλαιπωριόταν να διαλέξει. Έτσι τόλμησα να ξεστομίσω ένα "αυτό", τόσο σιγανά και δειλά που ούτε καν με άκουσε. Εντούτοις, επέλεξε όντως εκείνο το βιβλίο - ήταν το Άρωμα , του Ζίσκιντ - και έφυγε δίχως να μου δώσει σημασία.  Πήγα με τη σειρά μου να δανειστώ τα βιβλία μου, ενώ εκείνη είχε ήδη δανειστεί το δικό της και την έκανε με γρήγορο βήμα. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, άλλωστε δεν θα είχε νόημα.

Δε βαριέσαι!

Τρεις εβδομάδες μετά πήγα να τα επιστρέψω  και να δανειστώ κάποια άλλα και, ω Θεοί!, να την πάλι, στο ίδιο σημείο. Η χαρά μου, απερίγραπτη, αλλά γιατί; Εδώ σε άλλα μέρη δεν πλησίαζα γυναίκες , γιατί να το έκανα στη βιβλιοθήκη; Φαντάζομαι μου δημιουργήθηκε αυτή η επιθυμία λόγω του μέρους που την πέτυχα. Μια κοπέλα ,να δανείζεται βιβλία και από ότι φαινόταν αρκετά συχνά, ε, ήταν μια καλή αρχή, μια κοπέλα με ενδιαφέροντα, μια λίγο διαφορετική από τις άλλες, άσε που ήταν και όμορφη. Ακολούθησα την προηγούμενη τακτική, ωστόσο έχασκα απλά σαν τον ηλίθιο, στα κρυφά, και έκανα πως έψαχνα . Ώσπου , από το πουθενά, μια φωνή με επανέφερε στην πραγματικότητα.

<<Θα πρότεινα την Πείνα, του Κνουτ Χάμσουν, ενδιαφέρον βιβλίο>>.

Ήταν η δική της φωνή. Γλυκιά, γυναικεία φωνή. Ένευσα καταφατικά και κόλλησα. Έκανε να φύγει.

<<Εεεε....>>, είπα.
Γύρισε.
<<Χμμμ;>>.
<< Ωραίο βιβλίο το Άρωμα;>>.
Παραξενεύτηκε.
<< Εσύ δεν ήσουν που την προηγούμενη φορά το δανείστηκες;>>.
<<Ν...ν....ι, ναι εγώ ήμουν;....>> ψέλλισε διστακτικά.
<<Μην με παρεξηγείς, δεν είμαι κανένας περίεργος. Απλώς ήμουν δίπλα σου και.... βλέπεις, να...>>.

Κάπως έτσι πήγε και τελικά ανταλλάξαμε Facebook. Εγώ της το ζήτησα , με την δικαιολογία πως ήθελα να έχω κάποιον να μιλάμε για βιβλία, αν το επιθυμούσε και αυτή.

Και έπιασε, θεοί!

Την έλεγαν Μάχη, από το Ανδρομάχη. Συνομιλούσαμε για καιρό. Στην αρχή μόνο για βιβλία, για συγγραφείς και τα σχετικά, λίγα διάσπαρτα μηνύματα μέσα στη μέρα. Ωστόσο, δεν αργήσαμε να  πιάσουμε κουβέντα σε πιο προσωπικό επίπεδο.

Κάποια στιγμή μου εκμυστηρεύτηκε πως έλειπαν οι περισσότεροι φίλοι της, κάποιοι είχαν κανονίσει, δεν ήξερε τι θα έκανε την παραμονή των Χριστουγέννων και δεν ήθελε να μείνει στο σπίτι της, λόγω της ημέρας. Το σκέφτηκα λίγο. Τι λίγο δηλαδή, για κάνα δίωρο κοιτούσα το μήνυμά της δίχως να το ανοίξω. Μάζεψα όσο θάρρος είχα ,τελικά,  και την προσκάλεσα στο δικό μου σπίτι, μιας και εγώ , λόγω δουλειάς, θα έπρεπε να μείνω στην Θεσσαλονίκη , και δεν είχα κάτι άλλο  να κάνω εκείνη την μέρα, επίσης, μιας και όλοι μου οι φίλοι θα έφευγαν. Τώρα θα με χαρακτηρίσετε παράξενο, αλλά δεν ξέρω πώς μου βγήκε. Ήταν όντως μυστήριο και το μετάνιωσα τη στιγμή που το έγραψα. Αλλά παραδόξως, το σκέφτηκε και, τρείς ώρες μετά μου απάντησε θετικά.

Ολοκληρώνω αυτή τη μικρή αναδρομή γιατί ακούω το θυροτηλέφωνο να χτυπάει -ντριιιιιν. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και της ανοίγω. Λίγα δευτερόλεπτα μετά εμφανίζεται πάνω. Αέρινη, φοράει ένα κόκκινο φόρεμα, απλό, φαντάζομαι λόγω της επισημότητας της ημέρας που επιβάλει να είμαστε τρόπον τινά καλοντυμένοι, μαύρα παπούτσια ένα δερμάτινο μπουφάν. Τα μαλλιά τα έχει λυτά, πίσω από την πλάτη, ίσια, μαύρα. Δεν είναι πολύ κοντύτερη από μένα, κανένα κεφάλι, κοντά στο 1,70 υπολόγισα. Από το περίγραμμα του ρούχου της φαντάστηκα πως είχε λυγερό κορμί. Το βλέμμα μου , ωστόσο, έπεσε στους αστραγάλους της.

<<Χρόνια πολλά Νίκο!>>.

Ανταπέδωσα το χαιρετισμό. Έτεινε το χέρι της και μου έδωσε μια ωραία, μικρή , χριστουγεννιάτικη σακουλίτσα. Είχε κονιάκ. Το ίδιο ποτό που είχα αγοράσει και εγώ.  Την προσκάλεσα να περάσει μέσα.

Δεν χρειάζεται να βγάλεις παπούτσια. Κάθισε στον καναπέ και έρχομαι σε λίγο.
Και να' μαι ,με ποτήρια άδεια και το κονιάκ.

Πάγο ήθελες; Όχι; Ούτε εγώ, εντάξει.

Τσουγκρίσαμε για την επικείμενη γέννηση του Θεανθρώπου. Η κουβέντα μας κυλούσε ήρεμα και ομαλά, αν και η ίδια μιλούσε περισσότερο, εγώ ήμουν κομματάκι αγχωμένος, καθώς ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμασταν ουσιαστικά. Το είχε καταλάβει και προσπαθούσε να σπάσει τον πάγο όσο πιο γρήγορα γινόταν. Κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα και, όταν γύρισε, στάθηκε για λίγο μπροστά από την βιβλιοθήκη μου.

<< Βλέπω έχεις και δυο γεμάτα ράφια. Νόμιζα τα δανείζεσαι όλα όσα διαβάζεις>>.

<<Όχι όλα. Κάποια που μου αρέσουν πολύ τα έχω αγοράσει.>>.
Σηκώθηκα όρθιος και άρπαξα ένα τυχαία.
<< Στον δρόμο, του Κέρουακ, πολύ καλό>>.
<<Βαμβουνάκη έχεις διαβάσει;>>, με ρώτησε.
<<Όχι ακόμη, αλλά θέλω κάποια στιγμή>>.

Κάθισα πάλι στον καναπέ. Η Μάχη κάθισε στη θέση της και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι της. Φάνηκε ότι την έκαψε λίγο τον λαιμό, γιατί έβηξε. Έπειτα, κοίταξε για λίγο το δωμάτιο αμήχανα και γύρισε προς το μέρος μου, παίζοντας με τα δάχτυλα της. Τα χείλη της συσπάστηκαν αλλά δεν έβγαλαν ήχο. Είχαμε φτάσει σε ένα μικρό αδιέξοδο στη συζήτηση μας. Τελικά μίλησε πάλι εκείνη πρώτη.

<< Δεν σε ρώτησα ποτέ. Μένεις μόνος εδώ;>>

<<Μα όχι, έχω και συγκάτοικο. Κάθεται δίπλα μου, ο φανταστικός μου φίλος Ηλίας>>.

Κακή απόπειρα αστείου, αλλά τουλάχιστον απέσπασα ένα μειδίαμα. Ωστόσο, η απάντησή της με ξάφνιασε.

<< Είχες ποτέ φανταστικό φίλο; Εννοώ , σοβαρά....>>.

<<Κάπως. Δηλαδή, όχι ακριβώς φανταστικό, αλλά για κάποια χρόνια ένιωθα πως οι καλύτεροι μου φίλοι ήταν κάτι λούτρινα αρκουδάκια που είχα στο σπίτι μου>>.

<<Ένιωσες ποτέ την μοναξιά να σε κατακλύζει σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και ένα φιλικό καλημέρα από έναν περαστικό να σε γεμίζει με ζεστασιά;>>.

<<Είμαι μοναχικός, όχι μόνος. Οπότε όχι. Αλλά έχω περάσει φάσεις που ένιωθα τόσο ξένος μέσα στο ίδιο μου το δέρμα που ήθελα να το ξεσκίσω με τα δόντια μου και να κάτσω κάτω από τον ήλιο μέχρι να ξεραθώ και να αναγεννηθώ σε κάτι άλλο>>.

<<Έναν φοίνικα ας πούμε;>>.

<<Πολύ κοινότυπο. Σε κουνέλι θα ήθελα….ή γάτα. Ένα σκυλάκι; Κάτι χνουδωτό και χαριτωμένο, τέλοσπάντων>>.

<< Να σε χαϊδεύουν, να σε ταίζουν, να σε φροντίζουν και να σου λένε πως είσαι το καλύτερο παιδί του κόσμου;>>.

<Έτσι δεν μας κάνουν όταν είμαστε μικροί;>>.

<<Και μετά τα παίρνουν όλα πίσω και μας κλωτσάνε στην πλάτη μέχρι να σπάσει και μας τιμωρούν επειδή φτύνουμε αίμα>>.

<<Θες να πετάξουμε;>>.
<<Jenny?>>.
<<Πως;>>.

<< Κάτι δικά μου. Αν πιούμε όλο αυτό το μπουκάλι και το επόμενο, πάντως, θα είναι ένα παρόμοιο συναίσθημα, σίγουρα>>.

<<Γιατί να πρέπει να καταφεύγουμε στις ουσίες όταν θέλουμε να ξεφύγουμε;>>.

<<Δεν το ξέρεις; Δεν τις έφτιαξε και άνθρωπος, γι' αυτό. Έχουν μαγικές ικανότητες>>.
<<Τότε ποιος;>>.

<<Κάτσε αναπαυτικά και πιες τρεις γερές γουλιές πρώτα>>.

Γκλουκ, γκλουκ, γκλουκ .

<<Ήταν μάγισσες και ξωτικά , από τους δράκους πήραν αίμα και φωτιά από τα πνευμόνια τους και τα ανακάτεψαν μέσα σε ένα τσουκάλι>>- άρχισα να πηγαίνω κοντά της.

<<Δεν σε πιστεύω!>>.
<<Και όμως, έτσι έγινε!>>- πιο κοντά.

<<Μήπως ήμαστε όλοι μας ξωτικά του δάσους που έτσι εκδικούμαστε το γένος μας για την κατάντια του;>> -πιο κοντά.

<<Ή ίσως ήμαστε μια φωλιά σπουργιτιών που πασχίζει να μεταμορφωθεί σε αετούς>>.
Ήρθαμε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. Χαμογελούσε, στόμα πλατύ,ένιωθα την ανάσα της βαριά πάνω μου, μύριζε κονιάκ και είχε μια υπόνοια τσιγάρου.

<<Θες να προσευχηθούμε;>>, με ρώτησε αναπάντεχα.

Τραβήχτηκα λίγο πίσω.

<<Πως; Προσευχή; Έχω πάψει να το κάνω από καιρό , αλλά λόγω ημέρας και για σένα θα κάνω μια εξαίρεση>>.

Έτσι πέσαμε στα γόνατα, ενώσαμε τις παλάμες αναμεταξύ τους, ο καθένας τις δικές του, και κοιτάξαμε ψηλά. Ξεκίνησε πρώτη.

<<Θεέ μου->>. Με κοίταξε. <<Μπορώ να τα πω από μέσα μου; Ντρ-...ντρέπομαι λίγο>>.

Δεν είχα θέμα. Περίμενα καρτερικά μέχρι να τελειώσει. Έβγαλε έναν συμπαθητικό ήχο που υποδήλωνε πως ήταν σειρά μου.

<<Εχμμμ....γεια σου Θεέ! Χρόνια πολλά , να ζήσεις. Συγγνώμη, δεν είσαι κάποιος φίλος μου να σου μιλάω έτσι. Έχω πολύ καιρό να σου μιλήσω , συγχώρεσέ με για την ασέβεια μου. Ελπίζω να είσαι καλά. Ελπίζω να μας έχεις όλους καλά. Ελπίζω. Το ξέρεις πως ελπίζω. Εγώ... δεν ήμουν καλό παιδί έτσι; Έχω κάνει λάθη ,μα με ξέρεις δεν είμαι κακός άνθρωπος. Το ξέρεις έτσι; Τόσες φορές προσευχήθηκα, θα το ξέρεις, Συνέχεια τα ίδια ζητούσα. Ίσως με βαρέθηκες και με παράτησες. Σε παρακαλώ, φρόντισε τους όλους. Την οικογένεια μου, τους φίλους μου, όλους. Δεν....δεν μπορώ να τους βοηθήσω εγώ όλους, μα εσύ μπορείς, έστω όσους πιστεύουν σε σένα ακόμη. Και αν μπορείς να πραγματοποιήσεις τις επιθυμίες μου. Έστω κάποιες. Εγώ...εγώ...>>.

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Διπλώθηκα. Εκείνη με κοιτούσε με μάτια γεμάτα απορία, το διαισθανόμουν. Κοίταζα ψηλά, αλλά, στην πραγματικότητα, απευθυνόμουν σε εκείνη.

<<Δεν είμαι κακός άνθρωπος. Φταίω, αλλά δεν το θέλω πάντα. Και δεν ζητάω πολλά, μονάχα τα ανθρώπινα. Το είπε και ο Μπουκόβσκι, Δεν ζητάμε καν την ευτυχία, μονάχα μονάχα λίγο λιγότερο πόνο. Και εγώ δεν.. αξίζω.....δεν αξίζω! Γιατί ο πόνος να χτυπάει πάντα τους λάθος ανθρώπους;>>.

Ένιωσα δύο χέρια να αγκαλιάζουν τον κορμί μου και μαλλιά να χαϊδεύουν το πρόσωπό μου. Μια ντροπή διαπέρασε την υπόσταση μου. Σηκώθηκα και σκουπίστηκα με τα μανίκια μου. Ποιος άνδρας κλαίει μπροστά σε μια γυναίκα, πόσο μάλλον άγνωστη;

<<Συγγνώμη. Βλέπεις τον λόγο που έπαψα να προσεύχομαι τόσο συχνά. Πάντα ξεσπάω . Σου χάλασα τη βραδιά. Μπορείς να φύγεις>>.

<<Δεν πειράζει. Δεν έκανες κάτι άσχημο. Ξέσπασες. Καλύτερα έτσι , παρά σε κάποιον άλλον.  Μα δεν ήξερα πως είσαι τόσο δυστυχισμένος. Τι έχεις;>>.

<<Αν σου πω, θα το κρατήσεις μυστικό;>>.

<<Θα προσπαθήσω.>>.

<<Αρκεί.>>.
<<Θέλεις πρώτα να χορέψουμε;>>.

<<Να χορέψουμε; Τι;>>.

<<Τσάμικο>>.
Γελάσαμε πάλι. Γιατί να μην γελάνε οι άνθρωποι τόσο συχνά; Έβαλα The National, Pink
Rabbits. Με το βλέμμα μου ρώτησα τη γνώμη της. Δεν μίλησε. Ήρθε κοντά μου και έβαλε τα χέρια της στους ώμους μου. Πέρασα τα δικά μου στη μέση της και εκείνη κούρνιασε πάνω μου, αγκαλιάζοντας με από τους ώμους. Και έτσι συνεχίσαμε μέχρι το τέλος του τραγουδιού, και για αρκετά τραγούδια ακόμα.

Και ήμουν, πραγματικά, ευτυχισμένος.

….

Δύο ώρες μετά, έβαλε το μπουφάν της και με φίλησε στο δεξί μάγουλο- υγρό φιλί.

<<Να προσέχεις, έτσι;>>.

<<Πάντα το κάνω. Συγγνώμη αν σου δημιούργησα λάθος εικόνα. >>.

<<Μην ζητάς συγγνώμη. Χαίρομαι μόνο που είσαι καλά!>>.

Ήταν στην πόρτα, έτοιμη να φύγει. Άπλωσα το δεξί μου χέρι και την ακούμπησα στον αριστερό της ώμο.

<<Θα…..θα τα ξαναπούμε έτσι; Εννοώ....τέλοσπαντων. Καλή ξεκούραση Μάχη!>>.

<<Καλή ξεκούραση Νίκο!>>.

<<Σε ευχαριστώ, Ανδρομάχη. Πέρασα πολύ ωραία σήμερα>>.

<<Και εγώ. Ήταν υπέροχα!>>.

Και με αποχαιρέτησε με το υπέροχο χαμόγελο της.

 Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της.

Ήταν η πρώτη ημέρα ενός νέου μου ξεκινήματος.

Δεν μπόρεσα ποτέ να την ευχαριστήσω όπως θα έπρεπε

και να της πω ότι....

Γαμώτο!

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021



<<...Δηλαδή μου λέτε πως επειδή έτσι μας τα είπαν, εμείς πρέπει να τα ακολουθήσουμε πιστά, κατά γράμμα; Λες και είμαστε τίποτα άβουλοι; Και αν δηλαδή πούμε ,για παράδειγμα, όχι, εγώ θα τα κάνω όπως θέλω εγώ, τι θα κάνουν, θα μας σκοτώσουν; Και επειδή έτσι μου είπα, θα πρέπει να συνεχίσω να το κάνω; Ο άνθρωπος ας πούμε δεν μπορεί να αλλάξει κάποτε; Και που είναι εκείνη επιτέλους;>>.
Άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν ήδη στο μπάνιο. Δεν ξέρω τι είχε συμβεί στον ονειρόκοσμο, θυμόμουν μονάχα τα τελευταία αυτά λόγια και, από ό,τι φαίνεται, πρέπει να είχα αρχίσει να κατουριέμαι αφόρητα και , μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, πήγα στο μπάνιο και κατέβασα το παντελόνι μου και τότε άνοιξα τα μάτια μου.
Μετά, ο ύπνος δεν με έπαιρνε. Στριφογυρνούσα κάνα μισάωρο στο κρεβάτι, σα να ξυνόμουν και να μην είχα χέρια. Κοίταξα την ώρα στο κινητό μου - όταν άνοιξε η οθόνη, πόνεσαν τα μάτια μου. Είχε πάει πέντε το ξημέρωμα, Που σήμαινε πως είχα κλείσει πέντε ώρες ύπνου και ,το χειρότερο, ήταν Σάββατο, που σήμαινε πως μπορούσα να έχω ακόμα όσες ώρες ύπνου ήθελα. Άλλες φορές, όταν πίεζα τον εαυτό μου να κοιμηθεί, τα κατάφερνε μια χαρά. Ωστόσο, δεν μπορούσα να κοιμηθώ ξανά. Και ούτε τα κωλοπρόβατα με βοήθησαν ,ούτε η σκέψη πως κοιμόταν δίπλα ο έρωτας της ζωής μου και τίποτα δεν θα μπορούσε να μου κάνει κακό.
Δεν ξέρω τι έφταιγε. Αν ήξερα, στην προσπάθεια να το λύσω, ίσως να με έπαιρνε ο ύπνος. Έτσι, σηκώθηκα και ανακάθισα στο κρεβάτι, με την πλάτη στον τοίχο. Ξαφνικά, με έπιασε μια περίεργη ανησυχία, ένα άγχος που δεν ήξερα από που προερχόταν. Όταν άρχισα να αναζητώ την πηγή αυτών των συναισθημάτων που με προβλημάτισαν εκείνη τη στιγμή, ηρέμησα. Το παθαίνω αρκετά συχνά, να αρχίσω να αγχώνομαι για κάτι και , αφού το συνειδητοποιήσω, να προσπαθώ να εντοπίσω τη ρίζα του κακού, για να φτάσω τελικά στο συμπέρασμα πως δεν ξέρω τι μου γίνεται και αγχώνομαι δίχως λόγο.
Τελικά, αφού χάζεψα λίγο στο κινητό, σηκώθηκα όρθιος και πήγα στο σαλόνι, όπου είχα την μικρή μου βιβλιοθήκη. Δεν ήθελα να διαβάσω κάτι, απλά να πιάσω ένα βιβλίο. Ήταν το καταπραϋντικό μου. Έπιασα στην τύχη ένα από τα ελάχιστα που έχω. Ήταν η Πτώση, του Καμύ. Το κοίταξα, το κράτησα στην αγκαλιά μου και άρχισα να κουνιέμαι απαλά, ρυθμικά, μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι που μου ήρθε εκείνη τη στιγμή. 
Εγώ ήμουν στο κέντρο του κόσμου και ο κόσμος μου ήταν στο κέντρο του σύμπαντος.
Δεν έχω ιδέα για πόση ώρα ήμουν έτσι, σε εκείνη τη στάση, σε εκείνο το σημείο. Αλλά λειτούργησε. Τελικά, άφησα το βιβλίο, χαμογέλασα και, με τα μάγουλα μου λίγο υγρά, έκλεισα τα μάτια και κοιμήθηκα και τελικά ξύπνησα, μόνο και μόνο για να κοιμηθώ μετά από αρκετές ώρες πάλι, όταν βράδιασε, δεν βγήκα, κάθισα σπίτι, και το λέω αυτό γιατί όλη μέρα δεν έχω κάνει και τίποτα σπουδαίο. Τίποτα αξιομνημόνευτο ξέρωγω, ή τίποτα που να αξίζει να το αναφέρω.
But Angie, Angie, ain't it good to be alive?, τραγουδάει ο Μικ Τζάγκερ και τον ακούω και σκέφτομαι κάτι ωραίους στίχους που διάβασα πρόσφατα και έλεγαν 
...ξέρει αυτή γιατί το σώμα του
ξαναγεννιέται μέσα της
και γύρω  απ'το στήθος της 
δεν ντρέπεται πια για τα όνειρα του...
και θυμάμαι όλες εκείνες τι φορές που ντράπηκα και μετά η ντροπή με έκανε να ντραπώ περισσότερο, λες και ήταν κάτι που όφειλε να γίνει, δηλαδή η ντροπή λες και ήταν κάτι που ανέπνεε, λες και έγινε μέρος της ίδιας τη υπόστασης και καταλήγουμε τελικά να ντρεπόμαστε για όσα ντραπήκαμε να κάνουμε ή που και μόνο η σκέψη τους μας έφερνε αμηχανία και πίεζε το βλέμμα μας να κοιτάζει αλλού και τελικά συνηθίσαμε τη ντροπή και λέγαμε, εγώ δεν μπορώ αλλιώς.
Πόσες ώρες, πόσες μέρες, πόση ευτυχία θυσιάσαμε γιατί δεν ήμασταν πιο ώριμοι, πιο εντάξει με τον εαυτός μας;
Και έρχεται η ώρα που λες, πέρασε η ώρα, πρέπει να κοιμηθώ τώρα. Και κοιμάσαι και ξυπνάς μόνος και ξυπνάς και κοιμάσαι όχι μόνος, αλλά με σκέψεις και η ημέρα διαδέχεται τη νύχτα και η νύχτα δεν θέλεις να τελειώσει, γιατί αν τελειώσει, τότε πέρασε ακόμα μια μέρα και είναι μια μέρα που πλησιάζεις τα όνειρα σου, το νιώθεις, αλλά νιώθεις και σαν αυτά να προσπαθούν να σε αποφύγουν. 
Μα τώρα, σιωπή. Ο άνθρωπος χρειάζεται, Σιωπή. Τώρα ύπνος. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τον ύπνο. Αρκεί να ξυπνήσει κάποια στιγμή.
Με ακούς; Ο άνθρωπος χρειάζεται. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από, έχει ανάγκη για, έχει ανάγκη γιατί. Με ακούς;
-Ο.Γ.Θ.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

 



Θα βρεθούμε μια νύχτα

Που το φεγγάρι θα είναι ολόκληρο

Και ο ουρανός καθαρός από σύννεφα και ξάστερος

- θα είναι κάπως παράδοξο

Γιατί 

Οι ζωές μας-

Λειψες- και- βρώμικες-,

Εσύ θα με κοιτάς

Και εγώ θα κοιτάζω εσένα.

Θα ακούγονται τα αμάξια και οι άνθρωποι

Θα στεκόμαστε απέναντι ή δίπλα και 

δεν θα μιλάμε.

Γιατί να πρέπει κάτι να πούμε;

Γιατί να χαλάσει η βραδιά με λόγια;

Και έτσι όπως θα είμαστε

Απλά θα αγκαλιάστουμε

Και ο ουρανός θα γίνει πιο όμορφος.

Κανένας ήχος δεν θα ακούγεται πια

Μονάχα δυο καρδιές να χτυπάνε

Μονάχα αυτό θα ακούγεται.

Σαν δυο απλά, μα μοναχικά άτομα

Που έχουν ανάγκη

Μια αγκαλιά.

Πες μου

Δεν έχεις ανάγκη

Από μια αγκαλιά;

-Ο.Γ.Θ.


Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021




Θα την αναγνώριζα ακόμα και αν είχαν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από την τελευταία φορά που την είχα δει και αν ακόμα και στη φαντασία μου η μορφή της είχε ξεφτίσει και ήταν πια ένα φάντασμα . Πότε ήταν η τελευταία φορά που την είδα; Αυτό αναρωτήθηκα όταν πέρασε από δίπλα μου, όσο περίμενα στη διάβαση το φανάρι να ανάψει πράσινο για να περάσω απέναντι. Σίγουρα δεν είχαν περάσει χρόνια πάντως. Σίγουρα φαινόντουσαν σαν χρόνια πάντως.
Φορούσε μια φούστα κόκκινη, γυαλιά ηλίου και κρατούσε μια τσάντα μαύρη και μικρή στο δεξί της χέρι. Φορούσα και εγώ γυαλιά ηλίου και έτσι δεν μπορούσε να με καταλάβει που την κοιτούσα όταν ήρθε και στάθηκε δίπλα μου για να περάσει και αυτή τη διάβαση. Το στόμα μου πρέπει να άνοιξε ελάχιστα. Ένιωσα λίγο αμήχανα. Γιατί να ένιωθα αμήχανα; Και εκείνη στεκόταν δίπλα μου λες και δεν συνέβαινε τίποτα, λες και δεν ήμουν εγώ που στεκόμουν δίπλα της. Σίγουρα δεν με είχε αναγνωρίσει ή έκανε πως δεν με αναγνώρισε. Ήθελα να της μιλήσω, να την ρωτήσω, να ακούσω, να την αγγίξω. Ωστόσο, δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Δεν γινόταν να το κάνω αυτό και το ήξερα και μου το είχε ξεκαθαρίσει τότε, την τελευταία φορά, πως δεν ήθελε να έχει καμία σχέση πια μαζί μου. Μα γιατί τώρα;, σκέφτηκα, όχι τώρα, γιατί να την πετύχω τώρα; 
Το φανάρι άναψε πράσινο για τους πεζούς και περίμενα να περάσει αυτή μπροστά. Αφού περπάτησε μερικά βήματα , άρχισα να περπατάω και εγώ. Περπατούσαμε σε παράλληλες ευθείες, όπως και η ζωές μας πλέον. Μόλις έφτασε στο πεζοδρόμιο, έστριψε προς τα αριστερά ενώ εγώ πήγα προς τα δεξιά. Όχι για να την αποφύγω, προς τα εκεί θα πήγαινα ούτως ή άλλως. Είχε πάει 9 και θα έβρισα την Κατερίνα που τελείωνε εκείνη τη στιγμή τη βάρδια της σε ένα Mini Market και θα βγαίναμε έξω. Ωστόσο, όταν έφτασα έξω από το μαγαζί, το μυαλό μου είχε αφαιρεθεί και συνέχισα να περπατάω, μέχρι που ένιωσα ένα χέρι στον δεξί μου ώμο. Γύρισα και ήταν η Κατερίνα.
<<Δημήτρη; >>.
<<Εγώτί;>>.
<<Δύο φορές σε φώναξα και δεν γύρισες. Είσαι καλά;>>
<<Εγώ... ναι, ναι μια χαρά. Σκεφτόμουν ένα ανέκδοτο που άκουσα στο γραφείο και προσπαθούσα να καταλάβω γιατί ήταν αστείο. Συγγνώμη, αφαιρέθηκα.  Που λες να πάμε;>>.
<<Ήταν δύσκολη μέρα σήμερα και είμαι κάπως κουρασμένη. Σε πειράζει να πάμε πουθενά εδώ κοντά;>>
<<Όχι, κανένα πρόβλημα. Έχεις κάποια προτίμηση;>>.
<<Θα ήθελα να τσιμπήσω και κάτι. Πάμε εδώ πιο πάνω, στο Οινόμελο;>>.
<<Πάμε, ναι>>.
Όσο περπατούσαμε, την άκουγα να μου αναλύει την μέρα της και απλά κουνούσα το κεφάλι μου και χαμογελούσα. Ήθελα να της πω τι είχε συμβεί πραγματικά, αλλά βγαίναμε μόλις ένα μήνα και δεν ήθελα να την αφήσω ακόμα να κολυμπήσει τόσο βαθιά στην θάλασσά μου. Για την ώρα, ήθελα μόνο να με αφήσει να βουτήξω βαθιά μέσα της και ήλπιζα πως εκείνη θα ήταν η ευλογημένη νύχτα.
Το μαγαζί είχε αρκετό κόσμο αλλά επειδή ήμασταν μόνο δύο άτομα, βρήκαμε τραπέζι. Παραγγείλαμε κρασί κόκκινο ημίγλυκο χύμα, μισό λίτρο, και μερικά φαγητά. Εγώ δεν είχα όρεξη, αλλά δεν ήθελα να το δείξω κιόλας. Όταν ήρθε το κρασί, γεμίσαμε τα ποτήρια μας και τσουγκρίσαμε. Το δικό μου το κατέβασα όλο, ενώ η Κατερίνα είχε πιει μόνο μια μικρή γουλιά. Με κοίταξε λες και ήμουν κανένας μυστήριος τύπος. 
<<Νόμιζα θα το πίναμε όλο για το καλό>>, είπα και χαμογέλασα. για να σώσω κάπως την κατάσταση.
<<Αααα , δεν σε είχα για τέτοιο>>.
<< Εσύ; Μήπως φοβάσαι;>>.
<<Εγώ; Να φοβάμαι;>>.
Σήκωσε το ποτήρι της και το άδειασε. Ξίνισε.
<<Λίγο βαρύ ε;>>, είπε, ενώ γέμιζε ένα άλλο ποτήρι με νερό.
<<Χύμα είναι, τι περίμενες; Και ημίγλυκο...>>.
Περάσαμε κάνα δίλεπτο να μιλάμε για το κρασί και μετά πιάσαμε κάτι γενικόλογα, μέχρι που ήρθαν τα φαγητά. Εγώ πήρα ένα πιρούνι και τσίμπησα δύο-τρεις πατάτες για να της δημιουργήσω την εντύπωση πως θα έτρωγα, ενώ , η αλήθεια είναι πως μετά άφησα το πιρούνι μου κάτω και άρχισα να πίνω. Έπινα μικρές και γρήγορες γουλιές, ενώ παράλληλα σήκωνα το πιρούνι μου και έπαιζα με το φαγητό μου. Η Κατερίνα είχε συγκεντρωθεί στις μπουκιές της και δεν μιλούσε τόσο και αυτό μου είχε δώσει τη δυνατότητα να χαθώ για λίγο στις σκέψεις μου. Τις σκέψεις για Εκείνη. Που τόσο ανέμελη πέρασε και στάθηκε δίπλα μου, Εκείνη που-
<<Δημήτρη;>>.
<<Ναί;>>
<<Αφαιρέθηκες>>.
<<Ποιος, εγώ; Χαζομάρες λες. Σκεφτόμουν πως-. Καλά ναι, αφαιρέθηκα. Σκεφτόμουν... πώς εκείνο το αστείο μπορεί να θεωρείται αστείο. Μου έχει κολλήσει στο μυαλό και δεν λέει να φύγει>>.
<<Να' το πάλι. Θα μου το πεις και εμένα μπας και το καταλάβω;>>.
<<Και να χαραμίσω μερικά κύτταρα του εγκεφάλου σου; Μπα, ασ' το. Τι θα έλεγες να πάρουμε ένα μισόλιτρο, ξηρό αυτή την φορά;>>.
<<Πότε τελείωσε κιόλας;>>.
<<Φαίνεται μεγάλο, αλλά δεν είναι τόσο όσο νομίζεις>>.
Σήκωσα το αριστερό μου χέρι και έκανα νόημα στη σερβιτόρα, δείχνοντας το τσίγκινο σκεύος. Όταν γύρισα προς την Κατερίνα, μια κραυγή πήγε να μου ξεφύγει , γιατί, αντί να μασουλάει η Κατερίνα τηγανιά κοτόπουλο, μασουλούσε Εκείνη και με κοίταζε. Ανοιγόκλεισα τόσο έντονα τα μάτια μου που είδα κουκκίδες και, όταν τα ξανάνοιξα, η Κατερίνα βρισκόταν πάλι στη θέση της.
<<Με συγχωρείς, αλλά πρέπει να πάω λίγο στην τουαλέτα>>, της είπα.
Σηκώθηκα όρθιος. Η καρδιά μου χτυπούσε λίγο πιο έντονα από το κανονικό. Στάθηκα μπροστά από το νεροχύτη και έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και με την άκρη του ματιού μου αναγνώρισα μια γνώριμη φυσιογνωμία. Γύρισα απότομα και δεν ήταν κανένας πίσω μου. Ξαναγύρισα στον καθρέπτη και , να τη!, εμφανίστηκε πάλι πίσω μου.
<<Τι θέλεις; Τι θέλεις από τη ζωή μου>>, ψέλλισα και Εκείνη ήταν σα να μου έριχνε το πιο ανέκφραστο και επικριτικό της βλέμμα, όπως την τελευταία φορά που την είχα δει.
<<Νόμιζα δεν ήθελες να έχεις καμία επαφή πια μαζί μου. Γιατί εμφανίστηκες σήμερα; Γιατί σήμερα από όλες τις ημέρες; Μίλα! Γιατί δεν μιλάς, γαμώτ->>.
Η πόρτα άνοιξε. Σταμάτησα αμέσως να μιλάω, έσκυψα το κεφάλι μου και βγήκα από την τουαλέτα. 
Σίγουρα είχα παράξενο βλέμμα όταν κάθισα στο τραπέζι και , για να σώσω πάλι κάπως την κατάσταση, πήρα μια βαθιά ανάσα και  δημιούργησα μια ολόκληρη ιστορία γύρω από έναν τύπο που είδα στην τουαλέτα - η αλήθεια- και πως ήταν ένας παλιός συμμαθητής μου που μισούσα για αυτό και εκείνο τον λόγο - το ψέμα. Δηλαδή, αναγκάστηκα να το κάνω.  Η Κατερίνα μου έπιασε το δεξί χέρι με την δεξιά της παλάμη και άρχισε να το χαϊδεύει. Την είχε συγκινήσει η φτιαχτή μου ιστορία και άρχισα να νιώθω απαίσια. Αναρωτήθηκα πως μπορούν να το κάνουν αυτό στα ψεύτικα μερικοί για να ρίχνουν γυναίκες, Δεν ήταν, δηλαδή, αυτός ο σκοπός μου, αλλά φαινόταν πως η Κατερίνα πλέον με ένιωθε λίγο καλύτερα, με συμπονούσε και με εμπιστευόταν περισσότερο που της αποκάλυψα κάτι τόσο τραγικό.
Συνέχισα να πίνω και να μιλάω χωρίς να συμβαίνει κάτι. Είχαμε παραγγείλει το τρίτο μισόλιτρο , που κόντευε να τελειώσει, γιατί εγώ έπινα δίχως σταματημό. Κάποια στιγμή ήρθε η σερβιτόρα για να ρωτήσει αν θα θέλαμε κάτι άλλο. Η Κατερίνα της είπε πως ήμασταν εντάξει.
<<Εσύ , Δημήτρη; Είσαι εντάξει, καριόλη;>>.
<<Πω->>.
Την κοίταξα. Ήταν Εκείνη. Τινάχτηκα τόσο δυνατά που έπεσα από την καρέκλα μου. Πρέπει να γύρισε όλο το μαγαζί προς το μέρος μου. Η Κατερίνα πετάχτηκε πάνω και ήρθε για να με βοηθήσει για να σηκωθώ. 
<<Είσαι καλά Δημήτρη; Μήπως να φύγουμε;>>.
<<Όχι, όχι. Μια χαρά είμαι. Δεν τρέχει κάτι.>>.
<<Και να έτρεχε θα σε ενδιέφερε, παλιομαλάκα;>>.
Το πρόσωπο της Κατερίνας πήρε την μορφή του προσώπου Εκείνης. Με μια γρήγορη ματιά, όλο το μαγαζί είχε το πρόσωπο Εκείνης. Όλοι στο μαγαζί ήταν Εκείνη. Έκλεισα πάλι δυνατά τα μάτια μου και τα άνοιξα , αλλά αυτό δεν βοήθησε καθόλου. Εκείνη ήταν εκεί, ήταν παντού και δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό. Κάθισα στην καρέκλα μου και Εκείνη κάθισε απέναντι μου. Με τα καστανά της μάτια, τα ξανθά βαμμένα μαλλιά της, την μικρή ελιά στο δεξί της μάγουλο, το σκουλαρίκι στη μύτη, όλα ήταν εκεί πάλι. Ήθελα να σηκώσω το χέρι μου και να χαϊδέψω τα μαλλιά της. Αντ' αυτού, ήπια το κρασί μου και έβαλα τους αγκώνες μου πάνω στο τραπέζι.
<<Θα μου πεις τώρα το αστείο; Ή θα με αφήσεις απ' έξω, όπως έκανες τότε;>>, με ρώτησε
<<Θα στο πω. Αλλά μην με κρίνεις αν δεν σου φανεί αστείο. Εσύ το ήθελες άλλωστε. Βασικά, ξέρεις πως δεν υπάρχει καν αστείο, αλλά εσύ τα ήθελες όλα, όλα και τόσα παραπάνω, όσα και να σου πρόσφερα. Πάντα ήταν δικό μου λάθος άλλωστε>>.
<<Ακόμα τα ρίχνεις πάνω μου;>>.
<<Φυσικά και όχι. Ποτέ δεν το έκανα αυτό. Αλλά εσύ το παρερμήνευσες. Όλα τα παρερμήνευες. Ένιωθα τόσο.... σαν φυλακισμένος. Έκλεψες την καρδιά μου, την κλείδωσες σε ένα μπαούλο και μετά κατάπιες το κλειδί>>.
<<Συγγνώμη, δεν το ήθελα!>>.
<<Να και η ειρωνεία. Είσαι η ίδια, ακόμα και στην φαντασία μου>>.
<<Εσύ έπαθες κοκομπλόκο που με είδες. Εγώ μια χαρά περνάω τη ζωή μου >>.
<<Και εγώ. Έχω βγει με μια υπέροχη κοπέλα και το κατέστρεψες>>.
<<Κάποτε ήμουν εγώ το καλύτερο πράγμα που συνέβη στη ζωή σου. Εκείνη τη μίζερη, θλιβερή ζωή που είχες πριν με γνωρίσεις>>.
<<Εγώ φταίω που σου ανοίχτηκα>>.
<<Λοιπόν; Το αστείο; Κάτι; Μια λέξη; Ή θα κρατήσεις  το στόμα σου κλειστό για να τα πεις στη φίλη μου τη Μαρίνα αφού την ξεκωλιάσεις; Ή δεν μιλούσατε καν; Μόνο σεξ, ε; Τι να λέγατε κιόλας με το τούβλο>>.
<<Τουλάχιστον μου έδινε αυτό που δεν μπορούσες να μου δώσεις εσύ πια. Απόλαυση. Και θα πήγαινε μια χαρά αν εσύ->>
<<Εγώ τι; Συγγνώμη που ήμουν αδιάκριτη. Δεν θα το ξανακάνω. Ουπς! Δεν το ξαναέκανα ποτέ, μπάσταρδε. Πως σου φάνηκε αυτό; Νόμιζες θα είχε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο;>>.
<<Το δικό μου σκυλί σίγουρα χόρταινε από άλλες πίτες. ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΗΚΩΝΕΣΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙΣ! ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΓΡ- Τι;>>.
Τώρα όλο το μαγαζί με κοίταζε. Η Κατερίνα είχε σηκωθεί και πίεζε το δεξί μου χέρι κάτω.
<<Δημήτρη; Δημήτρη, κάτσε κάτω!>>.
<<Πως; Τι...>>.
Χωρίς να καταλάβω τι έκανα, κάθισα κάτω. Η Κατερίνα έσκυψε στο αυτί μου.
<<Ήσουν σιωπηλός και ξαφνικά σηκώθηκες πάνω και άρχισες να κουνάς δεξιά αριστερά τα χέρια σου, ανοιγοκλείνοντας το στόμα σου>>.
<<Εγώ.... Τι;>>.
<<Κάτσε κάτω, σε παρακαλώ....>>.
Κάθισα κάτω και η Κατερίνα έκανε νεύμα στην σερβιτόρα να πληρώσουμε. Η σερβιτόρα μας είπε το ποσό και πλήρωσα εγώ για όλα.
<<Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω>>, ψιθύρισα.
Σηκωθήκαμε όρθιοι και αρχίσαμε να περπατάμε αμίλητοι. Αφού απομακρυνθήκαμε αρκετά από το μαγαζί, σταμάτησα και έπιασα την Κατερίνα από τα χέρια.
<<Συγχώρεσέ με για σήμερα. Φέρθηκα ηλίθια. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Δεν ξέρω, αλήθεια. Βασικά, ξέρω αλλά- .Θα σε αφήσω σπίτι και θα φύγω και δεν θα με ξαναδείς ποτέ. Συγγνώμη και πάλι>>.
Ωστόσο, πρέπει να κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί μου. Έσφιξε τα χέρια μου με τις παλάμες της και χαμογέλασε. Τα κατέβασε κάτω και ,έπειτα, χάιδεψε με το πίσω μέρος της παλάμης του δεξιού της χεριού το πρόσωπο μου.
-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021





Περίμενα να περάσει η ώρα για να βγω έξω. Καθόμουν στον καναπέ και κοίταζα το ταβάνι, ντυμένος, μόνο τα παπούτσια έμενε να βάλω ,όταν θα έβγαινα από το σπίτι. Είχα αφήσει το κινητό στην άκρη, γιατί ήξερα πως είχα τουλάχιστον κάνα εικοσάλεπτο ακόμα και ήθελα απλά να ηρεμήσω. Είχα αφεθεί πίσω στον καναπέ, έκλεισα τα μάτια μου και, όταν τα ξανάνοιξα, είχαν περάσει δύο ώρες. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου γρήγορα, σηκώθηκα και είδα πως είχα δύο κλήσεις και τρία μηνύματα. 
Πήρα κατευθείαν τηλέφωνο τον Σταύρο, ενώ έβαζα τα παπούτσια μου.
<<Που είσαι ρε;>>, με ρώτησε. Από πίσω ακουγόταν φασαρία.
<<Σόρρυ με πήρε ο ύπνος. Βγήκατε;>>.
<<Εσένα θα περιμέναμε; Άντε έλα>>.
<<Βάζω παπούτσια και βγαίνω. Που κάτσατε;>>.
<<Ήρθαμε ταράτσα. Στο Fragile>>.
<<Καλώς! Πάω να πάρω αστικό και έρχομαι>>.
<<Άντε!>>.
Κάνα σαραντάλεπτο μετά, έφτασα στο μαγαζί. Ήταν τίγκα. Τελικά, τους βρήκα να κάθονται σε μια γωνία, στην πλευρά που είχε το πανί που έπαιζε τις ταινίες. Ήταν εκεί ο Σταύρος, ο Ηλίας και η κοπέλα του, η Πηνελόπη- Πέννυ την φώναζαν χαϊδευτικά και ήθελε και εμείς να την φωνάζουμε έτσι. Εγώ δεν την συμπαθούσα την Πέννυ τελευταία, για τους δικούς μου λόγους. Γι' αυτό σπάστηκα όταν την είδα ,γιατί δεν ήξερα πως θα ερχόταν και αυτή. Κάθισα κάτω χαμογελώντας και έκανα νόημα στη σερβιτόρα για να παραγγείλω, γιατί περνούσε εκείνη την ώρα από δίπλα μου.
<<Ένα τζιν με τόνικ θα ήθελα. Με πάγο, ναι, ευχαριστώ.... Σόρρυ, με πήρε ο ύπνος>>.
<<Σε καταλαβαίνω απόλυτα, Φώτη, και εγώ είχα μια πολύ δύσκολη βδομάδα. Με το ζόρι βγήκα, αλλά , ξέρεις τώρα, μια Παρασκευή και ένα Σάββατο έχουμε να βγούμε>>, είπε η Πέννυ.
Τότε γιατί δεν έμεινες σπίτι να ξεκουραστείς;, σκέφτηκα και γέλασα. 
<<Έτσι είναι>>, της απάντησα ευγενικά. Μετά γύρισα στο Σταύρο.
<<Πώς πήγε η συγκόλληση χθες;>>.
<<Η ποια;>>.
<<Χαχαχα. Το ραντεβού με την Νατάσα>>.
<<Αααα. Πως να πάει. Καλά πήγε. Τέλεια πήγε>>.
<<Α, τόσο καλά!>>.
<<Έπρεπε να τον ακούσεις πριν>>, είπε ο Ηλίας. <<Για δέκα λεπτά παραπονιόταν>>.
<<Ξέρεις πως αν βγείτε μια ακόμα φορά και δεν κάνεις κίνηση, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει ποτέ μετά κάτι , έτσι; Ήδη είσαι στα πρόθυρα του να γίνει ο καλός της φίλος, Σταύρος, αν δεν έγινες ήδη>>, του είπα.
<<Αφού δεν βρίσκω ποτέ την κατάλληλη στιγμή, εγώ φταίω; Δεν μου δίνει κάποιο πάτημα>>, παραπονέθηκε ο Σταύρος και ήπιε μια γουλιά από το Mai Tai του.
<<Καλέ μου, δεν θα σου δώσει ποτέ το πάτημα, να ξέρεις. Ή μπορεί να στο έδωσε και να μην το κατάλαβες. Θυμάμαι εγώ με τον Ηλία...>>, άρχισε να λέει η Πέννυ, αλλά σταμάτησα να της δίνω σημασία. Είχα ακούσει την ίδια ιστορία κοντά στις πέντε φορές. Άλλο ,βέβαια, που, τον τελευταίο καιρό, δεν την συμπαθούσα και τόσο για να με ενδιαφέρει το τι έλεγε. Είχα τους λόγους μου.
Με την άκρη του ματιού μου, είδα πως είχαν βάλει ταινία να παίζει στο πανί. Γύρισα προς τα εκεί. Ήταν το A Beautiful Mind. Την είχα δει την ταινία και μου άρεσε αρκετά, οπότε προσηλώθηκα για λίγο στην οθόνη και δεν έδινα σημασία στο τι έλεγαν οι φίλοι μου και η Πέννυ. 
Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει, αλλά ένιωσα ένα σκούντημα στον ώμο και γύρισα. 
<<Ναι...;>>.
<<Αν σε ενοχλούμε μπορούμε να φύγουμε ρε>>, είπε ο Σταύρος σαρκαστικά.
Χαμογέλασα και γύρισα προς αυτούς.
<<Συγνώμη, αφαιρέθηκα. Τι λέγατε;>>.
<<Για το τι θα κάνουμε το καλοκαίρι>>, είπε ο Ηλίας.
<<Εγώ έλεγα πως θα περνάω καταπληκτικά στο γραφείο. Υπέροχα θα είναι>>.
<<Ωχού μωρέ παπάρα. Λες και εμείς είμαστε καλύτερα>>, του είπε ο Ηλίας. <<Δεν είμαστε πια φοιτητές. Είμαστε κρέατα προς παραγωγή κιμά στην κρεατοβιομηχανία της αγοράς. >>.
<<Πως τα λέει το μωρό μου!>>, αναφώνησε η Πέννυ.
<<Ό,τι πεις>>, μουρμούρισα.
<<Τι;>>, με ρώτησε ο Ηλίας.
<<Λέω... Ό,τι πεις. Δίκιο έχεις. Γάμησε τα. Νοστάλγησα τα παλιά>>.
<<Καλέ ποιος δεν τα νοσταλγεί; Εγώ θυμάμαι στο πρώτο έτος....>>.
Και πάλι, άρχισα να αφαιρούμαι. Ήμουν έτοιμος να σηκωθώ να φύγω, ωστόσο κάθισα. Γιατί πλέον δεν συμπαθούσα την Πέννυ, αλλά είχα τους λόγους μου. Όλοι έχουν τους λόγους τους να μην συμπαθούν κάποιον.
Όταν φύγαμε, το ζεύγος πήγε προς την αντίθετη κατεύθυνση από εμένα και τον Σταύρο, γιατί εμείς θα συνεχίζαμε ενώ αυτοί θα πήγαιναν σπίτι, γιατί ήταν κουρασμένοι. Ενώ περπατούσαμε, ο Σταύρος με αγκάλιασε από τους ώμους.
<<Τι έχεις ρε; Τρέχει τίποτα; Δεν σε είδα καλά>>.
<<Όχι ρε. Μια χαρά. Λίγο κουρασμένος είμαι μόνο>>.
<<Σίγουρα; Έλα, πες>>.
Σταμάτησα να περπατάω και πήρα μια βαθιά ανάσα. Με την άκρη του ματιού μου, τσέκαρα πως ο Σταύρος είχε πάρει βλέμμα λες και θα του αποκάλυπτα πως είχα καρκίνο. Αποφάσισα να το διασκεδάσω και έμεινα έτσι, σιωπηλός μέχρι που με διέκοψε.
<<Μαλάκα, μίλα, τί έγινε;>>.
Άρχισα να γελάω.
<<Είναι κάτι αστείο; Άντε και γαμήσου, μην μου πεις τίποτα>>.
Τον έπιασα από τον ώμο.
<<Σόρρυ, με πιάσαν τα δικά μου. Βασικά, είναι κάτι, αλλά.... δεν ξέρω. Υπόσχεσαι να μην το πεις πουθενά;>>.
<<Φυσικά. Τι έγινε;>>.
<<Πριν λίγες μέρες... ήμουν έξω.... Είχα βγει έξω με.... με την Μαρία->>.
Ο Σταύρος με βάρεσε σφαλιάρα.
<<ΠΑΣ ΚΑΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ; ΔΗΛΑΔΗ ΟΣΑ ΕΙΠΑΜΕ ΟΤΑΝ ΣΕ ΧΩΡΙΣΕ->>
<<Πάψε. Δεν είναι αυτό το θέμ->>.
<<Είναι και παραείναι, αλλά συνέχισε>>.
<<Είχαμε συναντηθεί για να.... και εκεί που περπατούσαμε, πάνω στα κάστρα, είδα.... ήταν η Πέννυ. Φασωνόταν με κάποιον. Νόμιζα ήταν ο Ηλίας, αλλά όταν σηκώθηκαν....δεν ξέρω ποιος ήταν. Δεν ξέρω...>>.
Δεν κοιτούσα τον Σταύρο. Κοιτούσα προς τα κάτω. Ωστόσο, εκείνος κάθισε κάτω , σε ένα παγκάκι που υπήρχε δίπλα μας και έπιανε το στόμα του με την παλάμη του. Πήγα δίπλα του και σήκωσα το δεξί μου πόδι για να σταθώ πάνω στο παγκάκι.
<<Καταλαβαίνεις τώρα; Γάμα την Μαρία, μετά από αυτό, πάει, τελείωσε. Ήταν μια πράξη απόγνωσης. Όμως ο Ηλίας....>>.
Ο Σταύρος δεν μιλούσε. Ούτε εγώ μιλούσα. Δεν μιλούσε κανένας μας. Έσπασα όμως την σιωπή. 
<<Δεν πρέπει να του πούμε. Ακόμα δηλαδή. Πρέπει να βρούμε τον κατάλληλο τρόπο>>.
<<Και ποιος είναι αυτός ρε πανέξυπνε; Σε δύο βδομάδες θα πάνε στους Παξούς διακοπές>>.
<<Ναι αλλά...πως θα το πάρει;>>.
<<Νομίζω πως πρέπει να του πούμε όσο πιο άμεσα γίνεται>>.
<<Εκείνο το βράδυ ήπια δέκα μπύρες σπίτι, αλλά λύση δεν μπόρεσα να βρω>>.
<<Αστείε. Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος. Πρέπει να του πεις τι έγινε. Δυστυχώς>>.
<<Θες να του το πεις εσύ; Είσαι καλύτερος με τα λόγια.>>
<<Πας καλά ρε; Τι να του πω; Εεεε, Ηλία, άκου εδώ τι έγινε ρε χαχαχα, ο Φώτης είδε την δικιά σου να ανταλλάζει στοματικά υγρά με έναν τυπά. Πας καλά;>>.
<<Καλά, καλά. Πάμε για καμιά μπύρα τώρα και βλέπουμε>>.
<<Άντε, πάμε>>.
-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

 


<<Νομίζω πως θα ήθελα να πεθάνω μια μέρα που θα βρέχει καταρρακτωδώς, όπως σήμερα>>,  του είπε, ενώ άνοιγε την ομπρέλα της, για να μην βραχούν,
<<Εγώ σκέφτομαι να αυτοκτονήσω σήμερα>>, της απάντησε, ενώ έμπαινε κάτω από την ομπρέλα <<Τι με κοιτάς; Εσύ το ξεκίνησες>>.
Την χτύπησε στον ώμο και κουνήθηκε ελάχιστα, τόσο που η βροχή να καλύψει μερικές τρίχες από τα μαλλιά της. Είχαν πάει για καφέ, τον καθιερωμένο Κυριακάτικο καφέ τους. Ο Φώτης και η Έλενα ήταν φίλοι από παλιά, συμμαθητές από το Δημοτικό και τώρα σπούδαζαν στη Θεσσαλονίκη. Είχαν κοντά στον ενάμιση χρόνο φοιτητές.
<<Πιστεύεις οτι πραγματικά θα κλείσουν τα πάντα; Τις σχολές και όλα αυτά;>>, την ρώτησε κάπως ανήσυχος.
<<Δεν ξέρω. Λένε κάτι περίεργα γι' αυτό τον ιό που ήρθε από την Κίνα. Ελπίζω να μην είναι αλήθεια>>.
<<Τι θα κάνεις αν μας κλείσουν;>>.
<<Δεν ξέρω. Σκέφτομαι αν γυρίσω στη Λάρισα. Και εδώ τι να κάνεις;>>.
<<Είναι αλήθεια αυτό. Πότε πέρασε ο καιρός, ε; Σαν χθες θυμάμαι που περιμέναμε να βγουν οι βάσεις>>.
<<Και τώρα είμαστε στα μισά από το να γίνουμε λαμπροί επιστήμονες. Εσύ λαμπρή φιλόλογος και εγώ λαμπρός κτηνίατρος>>.
<<Έχω τυφλωθεί από την λαμπρότητα>>.
Γελούσαν και περπατούσαν. Σταμάτησαν σε μια διάβαση, όταν ένα αμάξι πέρασε και τους έλουσε με το βρώμικο νερό. Δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο από το να γελάσουν. Τουλάχιστον εκείνος έτσι έκανε. Ωστόσο, η Έλενα νευρίασε.
<<Λίγο νερό είναι μωρέ. Πως κάνεις έτσι;>>, την καθησύχασε.
Η βροχή είχε φουντώσει, οπότε έψαξαν κάτι σαν υπόστεγο για να περιμένουν μέχρι να ηρεμήσει λίγο για να συνεχίσουν. Βρήκαν την πυλωτή μιας πολυκατοικίας και στάθηκαν από κάτω. Η Έλενα έκλεισε την ομπρέλα και την ακούμπησε στον τοίχο στα δεξιά της. Ο Φώτης τίναζε λίγο νερό που είχε πέσει στα μαλλιά του.
<<Τώρα σπίτι τι θα κάνεις;>>, την ρώτησε.
<<Δεν ξέρω. Λέω να βάλω καμιά σειρά να δω στο Netflix. Εσύ;>>.
<<Και εγώ αυτό λέω να κάνω. Είδα πως έβαλαν το Community και έχω ακούσει καλά λόγια>>.
<<Δεν την έχω ακουστά>>
<<Θα την δω και θα σου πω γνώμη>>.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει καταρρακτωδώς. Ο Φώτης έβγαλε το κινητό του για να δει την ώρα.
<<Πήγε 7. Πέρασε η ώρα, ε;>>.
<<Ναι.... πέρασε>>.
<<Με τον Ξιφουνόν ξαναμιλήσατε; Δεν σε ρώτησα πριν και να->>.
<<Ξενοφώντα τον.... Μπα, όχι...>>.
<<Άρα αυτό ήταν; Τέλος; Δεν ήταν ο ένας και μοναδικός; Με τέτοιο όνομα τι περίμενες>>.
<<Χα χα, αστείο. Ο ένας και μοναδικός παπάρας ίσως>>.
<<Εσύ τον ψάχνεις τον έναν και μοναδικό, όχι εγώ. Είσαι καλά; Σόρρυ που σε πρήζω, αλλά ανησυχώ λίγο>>.
<<Ναι μωρέ. Δηλαδή, εντάξει. Θα μπορούσε να ήταν και καλύτερα. Αλλά τι να κάνεις; .......Κατάλαβες ο κύριος; Εγώ πήγα να του κάνω έκπληξη την παραμονή των γενεθλίων του, γιατί μου είπε οτι είχε διάβασμα για πρόοδο και εκείνος γαμιόταν με μια->>.
Έσφιξε τα χείλη της και σταμάτησε να μιλάει. 
<<Ε ,φταις και εσύ. Τι ήταν αυτό το ''ήρθε η παραγγελία''; Δεν του έδωσες χρόνο να προετοιμαστεί>>.
Η Έλενα τον βάρεσε στον ώμο και γέλασε. Τότε, την πήρε αγκαλιά και την φίλησε στο μέτωπο.
<<Τώρα κοίτα να είσαι καλά εσύ. Ασ' τον αυτόν>>.
<<Ένα χρόνο ήμασταν μαζί. Ήταν ο πρώτος μου, ο πρώτος άνδρας που ερωτεύτηκα και....Δεν με πλήγωσε τόσο ο ίδιος. Ήταν η εμπιστοσύνη που του είχα και.... Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι. Προσπαθώ τόσο καιρό. Προσπαθώ σε όλα να είμαι καλή και ποιο το όφελος; Απλά βρίσκεται κάτι εκεί έξω και σου καταστρέφει όσα προσπαθείς να χτίσεις... Γιατί να μην είμαστε πιο σοφοί όταν είμαστε ερωτευμένοι;>>
<<Έλα τώρα! Τα πας περίφημα. Έχεις καλούς φίλους, μια οικογένεια που σε αγαπάει, τα πας καλά με τη σχολή σου....Έρχονται δυσκολίες. Πάντα θα έρχονται δυσκολίες. Ξέρω πόσο τον αγαπούσες. Αλλά, όπως και να έχει.... έτσι είναι η ζωή. Έτσι είναι η ζωή. Δεν θέλω να είσαι δυστυχισμένη>>.
<<Δεν είμαι δυστυχισμένη. Απλά λίγο θλιμμένη. Αυτό είναι όλο. Είμαι καλά. Αλήθεια, είμαι καλά...Νομίζω η βροχή έχει αρχίσει να σταματάει. Τι λες, προχωράμε;>>.
<<Όπως νομίζεις>>.
<<Ξέρεις τι θα ήταν ωραίο;>>, τον ρώτησε καθώς σήκωνε την ομπρέλα της.
<<Τι;>>, απάντησε όσο σήκωνε το φερμουάρ από το μπουφάν του.
<<Να τα ξέπλενε η βροχή όλα. Έτσι όπως έπεφτε και κυλούσε στο σώμα μας, να τα έπαιρνε όλα μαζί της, έστω για λίγο>>.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει. Και θα συνέχιζε να πέφτει για ώρα ακόμα. Ο Φώτης και η Έλενα περπατούσαν. Και θα συνέχιζαν να περπατάνε για λίγη ώρα ακόμα. Κάποια στιγμή θα έφταναν σε μια διασταύρωση και θα χώριζαν οι δρόμοι τους. Και ο καθένας θα πήγαινε στο σπίτι του, μόνος. Θα άλλαζε ρούχα και αυτό θα ήταν για την μέρα. Ωστόσο,  μόλις μπήκαν στα σπίτια τους και οι δύο, απλά έβγαλαν τα μπουφάν τους και τα κρέμασαν. Μετά. με τα ίδια ρούχα, βγήκαν στο μπαλκόνι και, κοιτώντας ψηλά, άφησαν την βροχή να πέσει πάνω τους.
-Ο.Γ.Θ.


Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021




Κάθε βράδυ, κατά τις 3, ο Ηρακλής έβγαινε στο μπαλκόνι του για να κάνει ένα τσιγάρο. Όχι πως του το απαγόρευε κανένας μέσα στο σπίτι του. Ωστόσο, του άρεσε αυτή η γαλήνη, αυτή η ηρεμία που αισθανόταν έξω. Έμενε σε μια ήσυχη σχετικά γειτονιά, στον τέταρτο όροφος μιας παλιάς αλλά κάπως όμορφης πολυκατοικίας, με την αρραβωνιαστικιά του. Το συνήθειο αυτό το είχε αποκτήσει τους τελευταίους μήνες, κατά τύχη. Ένα βράδυ είχε γυρίσει κάπως μεθυσμένος, βγήκε να πάρει λίγο αέρα και , βάζοντας τα χέρια του στα κάγκελα, με το τσιγάρο στο στόμα ένιωσε λες και ανακάλυψε ένα νέο κόσμο για τον ίδιο.
Η πόλη θα ήταν πάντα ήσυχη εκείνη την ώρα, εκτός αν ήταν Παρασκευή ή Σάββατο, όταν και έβγαινε ο περισσότερος κόσμος και, αν τύχαινε να έχει γυρίσει νωρίς ή να μην έχει βγει καθόλου, παρατηρούσε όσους γυρνούσαν απ' έξω. Χαρούμενοι, σκεπτικοί,  συνοφρυωμένοι, θλιμμένοι, ανυπόμονοι να γυρίσουν σπίτι τους, κάποιοι μεθυσμένοι. Κάμποσα βράδια είχε δει αρκετούς να κατουράνε σε δένδρα , είχε ακούσει κάνα δυο να ξερνάνε και ένας σκόνταψε πάνω σε έναν κάδο και μετά του ζήτησε συγγνώμη.
Ήταν Τρίτη. Η νύχτα εκείνη του έμεινε χαραγμένη. Είχε μόλις στρίψει το τσιγάρο του και αγνάντευε, όταν , από κάπου, άκουσε κάτι που δεν ήταν ο συνηθισμένος θόρυβος της πόλης. Κράτησε για λίγο την αναπνοή του για να μπορέσει να συγκεντρωθεί.... Ω, λαλαλαλαλα....λαλαλαλα. Παραξενεύτηκε. Με το βλέμμα του έψαξε την πηγή. Μα, όσο και να προσπάθησε, δεν κατάφερε να την ανακαλύψει. Έτσι, μπήκε μέσα για ύπνο λίγο απορημένος.
Το επόμενο βράδυ που βγήκε έξω, το άκουσε πάλι.... Λαλαλαλα.....Ω, λαλαλαλα. Τι στο καλό;, σκέφτηκε. Ο αναπτήρας άναψε και τράβηξε μια γερή τζούρα. Άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και μπήκε μέσα για να πάρει τα γυαλιά του.
<<Δεν μπορεί. Τι σκατά είναι αυτό;>>.
Του πήρε πέντε μέρες μέχρι να ανακαλύψει αυτό που τον ''ταλαιπωρούσε''. Ήταν σίγουρος πως ήταν ένα τραγούδι, πως αυτά ήταν λόγια ή μελωδία ή ό,τι ήταν αυτό τελοσπάντων που άκουγε. Βέβαια, όσο και να το έψαξε στο Youtube, δεν μπόρεσε να το βρει. Είχε απογοητευτεί. Άρα, σκέφτηκε, πρέπει πάση θυσία να βρω από που προέρχεται αυτό, δεν πάει άλλο.
Την πέμπτη μέρα, λοιπόν, ήταν Σάββατο. Γυρνούσε απ' έξω και είχε πιει αρκετά. Έψαχνε τα κλειδιά του, ενώ τρέκλιζε προς την πολυκατοικία του, όταν άκουσε τον πλέον γνώριμο ήχο. Εκστασιασμένος, σήκωσε το κεφάλι του και άρχισε να γυρνάει γύρω από τον εαυτό του. Ωστόσο, πάλι βρέθηκε σε αδιέξοδο. Έτσι, ξεκίνησε να φωνάζει.
<<ΠΕΣ ΜΟΥ. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ; ΠΕΣ ΜΟΥ>>.
Δεν έλαβε καμία απάντηση. Επανέλαβε την ερώτηση του, αλλά πάλι τίποτα. Έχοντας χάσει τον προηγούμενο ενθουσιασμό του, περπάτησε τα τελευταία βήματα πριν φτάσει την πόρτα της πολυκατοικίας του. Πριν βάλει το κλειδί στην κλειδαριά, άκουσε μια φωνή να λέει CROCODILE ROCK.
Δεν κατάλαβε αμέσως πως σε αυτόν απευθυνόταν.
<<ΜΕ ΑΚΟΥΣ;>>, ρώτησε η ίδια φωνή.
Άφησε τα κλειδιά στην πόρτα πάνω και έτρεξε στη μέση του δρόμου.
<<ΝΑΙ>>, είπε ο Ηρακλής.
<<CROCODILE ROCK>>, είπε η φωνή και ακούστηκε ένα παντζούρι να κλείνει. Ο Ηρακλής γύρισε εκσταστιασμένος για να ξεκλειδώσει και είδε μια γάτα να προσπαθεί να φτάσει το κλειδί του για να παίξει. Την έδιωξε ευγενικά και παραλίγο να σπάσει το κλειδί για να ξεκλειδώσει. Όταν η πόρτα έκλεινε πίσω του, μια φωνή ακούστηκε.
<<ΣΚΑΣΤΕ ΡΕ ,ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ>>.
Πάτησε το κουμπί για να κατέβει το ασανσέρ, ενώ κουνούσε νευρικά το δεξί του πόδι. Έβλεπε πως το ασανσέρ αργούσε και έτσι έτρεξε με τα πόδια στις σκάλες. Ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος του και έσπευσε να ανοίξει το laptop του. Από την φασαρία, ξύπνησε η αρραβωνιαστικιά του.
<<Τι έγινε;>>, τον ρώτησε νυσταγμένα, τρίβοντας τα μάτια της. Ωστόσο, δεν της έδωσε σημασία. Τα μάτια του γυάλιζαν. Όσο πατούσε τα κουμπιά του πληκτρολογίου, κάτι μέσα του ένιωθε σαν μικρό παιδί που ανοίγει δώρα. 
<<Υπάρχει...ΓΕΩΡΓΙΑ, ΥΠΑΡΧΕΙ!>>, φώναξε και πάτησε το βίντεο. Η μελωδία ξεκίνησε να παίζει.... μετά ήρθαν τα λόγια... και μετά ....la....oh, lalalala....
Εντωμεταξύ,  είχε σηκωθεί όρθιος και άρχισε να κουνιέται ρυθμικά. Στα μισά του τραγουδιού, πήρε την αρραβωνιαστικιά του από το χέρι και άρχισε να χορεύει.
<<Τι σε έπιασε;>>, τον ρωτούσε γελώντας. Όμως εκείνος δεν απαντούσε. Απλά χόρευε. Όταν τέλειωσε το τραγούδι, το έβαλε πάλι από την αρχή. Και ξανά. Και ξανά, για την επόμενη μισή ώρα. 
Από όταν ξύπνησε το επόμενο μεσημέρι , περίμενε ανυπόμονα να έρθει το βράδυ. Να πάει κοντά τρεις και να βγει στο μπαλκόνι. Είχε ακούσει εκείνη την μέρα το ίδιο τραγούδι πάνω από 30 φορές. Όταν βγήκε, ανυπομονούσε να ακούσει το νέο του ''φίλο'' και να μιλήσει μαζί του. Πέρασαν πέντε...μετά δέκα....μετά δεκαπέντε λεπτά, αλλά τίποτα. Δεν εμφανίστηκε. Στεναχωρήθηκε λίγο. 
Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Τέσσερις μέρες πέρασαν και τίποτα. Είχε αρχίσει να ανησυχεί. Την πέμπτη μέρα, είχε θυμώσει λίγο.
Την έκτη μέρα είχε απαυδήσει. Που είναι, που είναι, σκεφτόταν. Είχε βάλει το τραγούδι να παίζει, κάπως δυνατά μήπως το άκουγε από όπου ήταν , αλλά τίποτα. Είχε αρχίσει να βρέχει. Ωστόσο, δεν τα παρατούσε. Του ήρθε ασυναίσθητα μια τρελή ιδέα. Πήρε θέση μπροστά από τα κάγκελα και χτυπούσε πάνω τους τα δάχτυλα του σα να ήταν ένα μεταλλικό πιάνο.
Λα.... ω, λαλαλαλα.....
Στα μισά του τραγουδιού, μια φωνή ακούστηκε. Μια γνώριμη φωνή, που προερχόταν από ένα σώμα που δεν γνώριζε που βρισκόταν, αλλά είχε γίνει πια απαραίτητη. Ο Ηρακλής χαμογέλασε και συνέχισε. Όταν το τραγούδι τελείωσε, είχε λαχανιάσει.
Ακούστηκαν γέλια.
<<ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ;ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ;>>, φώναξε ο Ηρακλής, ενώ η βροχή τον είχε μουσκέψει από πάνω μέχρι κάτω.
<<ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ;>>.
<<ΠΟΙΟ;>>.
<<ΟΤΑΝ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΠΩΣ ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΘΕΙ, ΝΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΕΚΠΛΗΣΣΟΥΝ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΩΡΑΙΑ;>>.
<<ΕΙΝΑΙ. Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ. ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΟΜΩΣ;ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ>>.
<<ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΧΤΥΠΑΣ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΟΥ. ΚΟΥΝΑ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ. ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΣ. ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΣ ΚΑΙ ΧΤΥΠΑ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΟΥ ΟΣΟ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙΣ>>.
Έμοιαζε σα σκηνικό ταινίας. Δύο μορφές, βροχή να πέφτει, σκοτάδι, να κουνιούνται στο ρυθμό, διάλογοι σουρεαλιστικοί. 
Βέβαια, δεν ήταν ταινία. Ένα παράθυρο άνοιξε απότομα.
<<ΣΚΑΣΤΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ, ΑΥΡΙΟ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ!>>.
-Ο.Γ.Θ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...