Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Ηρεμία

Δεν χρειάζεται να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου
Ηρέμησε λίγο.
Όλα πρόκειται να γίνουν και τίποτα δεν θα γίνει τελικά.
Είναι πολύ εύκολο να δημιουργείς υποθετικά σενάρια που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθούν
Μην αγχώνεσαι, συγκεντρώσου.
Αλλά σε βλέπω,εμένα και σένα,πως καθόμαστε σε μια καρέκλα και κοιτάμε δεξιά και αριστερά με την ανάσα μας κομμένη
Όσο ένα βάρος στην καρδιά μας πάνω να κατακάθεται
Λες και αν σπάσουμε τόσο τα κεφάλια μας κάτι θα αλλάξει.
Και είναι τόσο απλό να τα αφήσουμε όλα πίσω και να πούμε πως δεν μας  νοιάζει πια
Αλλά μας νοιάζει και μας παρανοιάζει.
Και οι τερμίτες τρώνε λίγο λίγο το σαράκι μας
Καθώς ο γερο-θανατος γελάει με το τομάρι μας γιατί ξέρει πως
Όταν το θελήσει θα μας έχει στο πλάι του.
Μα κοίτα τίποτα δεν έγινε
Τζάμπα όλες οι άσπρες τρίχες.
Ίσως είναι και αυτό μέρος του σχεδίου
Του σχεδίου που έχει πλαστεί για σένα χωρίς να το ξέρεις
Υποτακτικοί μιας μοίρας ξεφτυσμένης.
Αλλά όλα γίνονται για ένα σκοπό αυτό να θυμάσαι.
Απλά συμβαίνουν και μετά τα ξεχνάμε.
Όμως δύσκολα θα ξεχάσουμε εγώ και εσύ πολλά
Οπότε μάλλον γίνονται για να τα θυμόμαστε
Όσο οι γύπες περιφέρονται γύρω από τα σώματα μας αναμένονταςτην μέρα που θα πάψουμε να αναπνέουμε.
Κοιμήσου ύπνο γαλήνιο, τον έχεις  ανάγκη.
Κοιμήσου αλλά φρόντισε όταν πρέπει να είσαι ξύπνιος.
Αλλά άσε  και κανέναν άλλον να ανησυχήσει για μια φορά.
Χαλάρωσε και μην σκας.
Θα τα καταφέρεις
-γιατί να είναι τόσο δύσκολο ώρες-ώρες;
Θα τα καταφέρεις
-και μην ακούς κανέναν
ούτε καν τις φωνές στο κεφάλι σου.
Θα τα καταφέρεις.













Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Σκατά

Καμία φορά φαντάζομαι αυτόν τον κόσμο
σαν έναν τεράστιο βόθρο με σκατά
και εκεί που νομίζεις πως έφτασες στον πάτο του
ξάφνου ανακαλύπτεις πως
αυτό που ακούμπησες ήταν μια καταπακτή
που οδηγεί σε περισσότερα σκατά.

Καμία φορά φαντάζομαι πως
δεν κολυμπάμε στα σκατά μα πως
είμαστε εμείς τα ίδια τα σκατά
που κολυμπάμε σε κρυστάλλινα νερά
και προσπαθούμε να απαλύνουμε την βρώμα
-και να καθαρίσουμε λίγο την επιφάνεια
και ελάχιστα βάθος-
με παστίλιες και χημικά και όλων των ειδών τα καλούδια
αλλά ο πάτος-
ω, όχι, τον πάτο δεν μπορούμε να τον καθαρίσουμε
γιατί
και να φτάσουμε μέχρι εκεί κάποια στιγμή
πάλι θα μείνουν υπολείμματα και θα αναπαυθούμε
και τότε σκουλήκια και αρουραίοι θα βγουν
και ξανά μανά τα ίδια.

Προσπαθώ όσο πιο συχνά μπορώ
να γίνω χαρτί υγείας ή σκουπάκι
ή ό, τι στο καλό καθαρίζει τα σκατά
αλλά τελικά πέφτω και εγώ στην παγίδα
ή δεν προσπαθώ αρκετά
ή προσπαθώ πάρα πολύ.
Καμία φορά όμως τα καταφέρνω.

Δεν ξέρω αν θα αλλάξει ποτέ η κατάσταση
εδώ δεν άλλαξε σε άλλους καιρούς
πως γίνεται να αλλάξει τώρα;
Μα αρνούμαι να υποκύψω!
Αρνούμαι να γίνω μέρος όλης αυτής της σκατομάζας
να πω και εγώ με την σειρά μου πως
τίποτα δεν αλλάζει καταλυτικά
και να αφήσω τον ήλιο να με ξεράνει.

Αν είναι να είμαι ένα ακόμη σκατό
προτιμάω τουλάχιστον να είμαι ένα αφράτο, ζεστό σκατό.
Είμαι βρώμικος, δεν θα το αρνηθώ.
Και τα απορριμματοφόρα αδειάζουν κάθε μέρα
περισσότερα σκατά από όσα μπορούμε να χωνέψουμε
και αυτό μας αφήνει πολλές φορές έκπληκτους.
Ο βούρκος δεν έχει πάτο
αλλά μπορούμε να βάλουμε μια σημαδούρα έστω
Κάτι
για να προσέξουν οι επόμενες γενιές
γιατί αν εμείς είμαστε χαμένοι από χέρι
οι επόμενοι από εμάς έχουν μια ελπίδα να σωθούν
και να βγουν στην επιφάνεια να περπατήσουν και να αναπτυχθούν.
Δεν είναι δύσκολο πιστεύω.
Ή μήπως είναι η δυσκολότερη δοκιμασία που έχουμε να αντιμετωπίσουμε
το γεγονός πως
για να καθαρίσει πρώτα ο βόθρος
πρέπει να καταλάβουμε πως
πρέπει να καθαρίσουμε εμείς οι ίδιοι;

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Δεσμοί αίματος αποκομμένοι

Πήγα να δω τον μπαμπά μου απροσδόκητα. Είχα να τον δω δεκαοκτώ χρόνια, από τότε που η μητέρα μου με γέννησε, στα εικοσιδύο της,  και εκείνος μας παράτησε. Δεν την ρώτησα ποτέ για ποιο λόγο το έκανε, ο καθένας έχει τους λόγους του και κάνει τις επιλογές του. Άσε που δεν ήθελα και να την στενοχωρήσω με αυτά, της έφταναν οι δύο δουλειές της και οι κακοί μου βαθμοί. Πάντα της έλεγα, <<Μαμά, δεν θα μας σώσει το πανεπιστήμιο, εγώ θα γίνω καλλιτέχνης και τότε θα δούμε το φως στην άκρη του τούνελ.>>. Δυσκολευόταν ,αλλά με καταλάβαινε. Ευτυχώς ο παππούς μου - ο πατέρας της- είχε κάποια λεφτά στην άκρη και έτσι τα βγάζαμε κάπως πέρα. Την απόφαση την πήρα αυτοστιγμεί, λίγο πριν την περίοδο των Πανελληνίων. Εγώ δεν θα έδινα, είχα πιάσει μια δουλειά τα απογεύματα και παράλληλα δούλευα πάνω σε ένα project με τους δύο κολλητούς μου, τον Θωμά και τον Αλέξανδρο. Το συγκρότημά μας ονομαζόταν ''Λασποαίματοι''. Λίγο ηλίθιο, αλλά ήταν το μόνο που σκαρφιστήκαμε δίχως να γελάσουμε. Είχαμε μερικά τραγούδια στην άκρη, κάμποσα live σε διάφορους χώρους, απλώς ελπίζαμε.
Το που θα τον συναντούσα το έμαθα από τον δικό του πατέρα. Σε αντίθεση με εκείνον, φαίνεται πως αυτός ο παππούς μου είχε ευαισθησίες και ένα αίσθημα ευθύνης . Είχαμε καλές σχέσεις, Η γιαγιά είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν γεννηθώ, από καρκίνο. Όλοι μέναμε στην ίδια πόλη.Ο μπάσταρδος- συγγνώμη για την έκφραση- θα ερχόταν να μείνει για λίγο καιρό στο πατρικό του και μετά θα έφευγε για λιμάνια ξένα, έτσι ήξερα. Δεν ρώτησα τον παππού για ποιόν λόγο θα μας έκανε την τιμή, ούτε και με ένοιαζε. Απλά ήθελα να τον δω. Ήθελα μονάχα να τον δω....
Έτσι, τα κανόνισα και θα πήγαινα στο σπίτι λίγη ώρα αφότου θα κατέφθανε. Ο παππούς μου  θα προφασιζόταν κάτι για να έλειπε εκείνη την ώρα. Ήθελα να τον πιάσω τη στιγμή που θα ήταν απόλυτα χαλαρός. Λογικά θα έκανε μπάνιο ή θα κάπνιζε κανένα τσιγάρο ή θα άκουγε μουσική. Σκατά. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να κάνει. Μπορεί να ήρθε να γλιτώσει από καμία άλλη γυναίκα. Δεν ξέρω. Δεν ήξερα τίποτα για τον πατέρα μου. Το μόνο που γνώριζα ήταν πως είχα πατέρα, τίποτα παραπάνω. Α, και πως το έλεγαν Σωτήρη. Αυτά. Και την μαμά μου την έλεγαν Ιωάννα. Εφόσον μοιράστηκα το όνομα εκείνου, γιατί να μην μοιραστώ το όνομά της;
Ήταν απόγευμα. Ο ήλιος κόντευε να δύσει, βασικά. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Τα πόδια μου έτρεμαν και η καρδιά μου κόντευε να εκραγεί. Όμως ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω. Όχι για κάποιον άλλον, μα για μένα. Ίσως να ήταν η μοναδική ευκαιρία που θα είχα ποτέ να βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με αυτόν τον άνθρωπο. Μπήκα στην πολυκατοικία την στιγμή που ο παππούς μου έβγαινε. Με κοίταξε ταραγμένος, συγκαταβατικά. Ζεστό βλέμμα, γεμάτο θλίψη, που μιλούσε, μου έλεγε << Όλα είναι στη θέση τους, δική σου η τελική απόφαση, θα είμαι εδώ κάτω μέχρι να τελειώσεις.>>. Με το δεξί του χέρι ακούμπησε τον αριστερό μου ώμο και τον έσφιξε στοργικά. Έβγαλε ένα τσιγάρο που φαντάστηκα πως θα είχε στρίψει πριν λίγη ώρα και το άναψε. Μου έδωσε μια τζούρα, <<Για να σε χαλαρώσει>>. Είχε περίεργη γεύση, γλυκιά. Την γνώριζα αυτή την γεύση. Ήταν μόρτης ο παππούς μου.
Πήρα τα κλειδιά και ανέβηκα τις σκάλες. Έμενε στον πρώτο όροφο. Έκανα πάνω από δέκα λεπτά να φτάσω στο διαμέρισμα. Έκλεισα τα μάτια μου και, για μερικές στιγμές, φαντάστηκα έναν κόσμο στον οποίο τίποτα από όλα αυτά δεν θα ήταν αναγκαίο. Φαντασιώσεις ενός έφηβου άνδρα, ενός ονειροπαρμένου. Τι να πεις;
Έβαλα το κλειδί ήρεμα μέσα στην κλειδαρότρυπα και με απαλές κινήσεις άνοιξα την πόρτα.Σιωπή. Τίποτα δεν ακουγόταν. Λες να είχε φύγει; Να το είχε σκάσει από πουθενά; Αδύνατο! Την έκλεισα σιγανά και εισήλθα. Δεν υπήρχε χολ , έβγαζε κατευθείαν στο σαλόνι. Τα παπούτσια του ήταν κάτω, δεξιά μου, αφημένα. Ήταν μέσα! Μια διαολεμένη χαρά αναπήδησε και κάθισε πάνω στην καρδιά μου. Γιατί; Γιατί ένιωθα έστω και την ελάχιστη ευτυχία που θα τον έβλεπα; Ο καταραμένος! Ο ποταπός! Το κτήνος! Πήρα μερικές βαθιές ανάσες. Δεν έπρεπε να φανώ ταραγμένος, δεν έπρεπε να φανώ τίποτα. Θα τον αντιμετώπιζα σαν έναν τέλειο άγνωστο, σαν κάποιον οφειλέτη που του είχα δώσει δανεικά πριν καιρό και τώρα έπρεπε να μου τα επιστρέψει.
Ένα δυνατό ροχαλητό ήταν ο ήχος που με επανέφερε στην πραγματικότητα. Εστίασα για λίγο και περπάτησα. Προερχόταν από τον καναπέ. Και νά' τος! Φαρδύς πλατύς, είχε σωριαστεί μέσα στην αγκαλιά του Μορφέα. Μου πέρασε φευγαλέα η σκέψη να πάρω ένα μαχαίρι και να δημιουργήσω ένα συντριβάνι στο λαιμό του. Κούνησα το κεφάλι μου για να την διώξω και κάθισα στον καναπέ. Είχα ενώσει τα χέρια μου σα να προσευχόμουν και ακούμπησα πάνω τους το σαγόνι μου. Και περίμενα. Θα περίμενα να ξυπνήσει. Κάποια στιγμή θα ξυπνούσε. Εννοώ ήταν ένα κοιμισμένο βουβάλι και στον ξύπνιο του, αλλά από τον ύπνο μας όλοι ξυπνάμε κάποτε, εκτός αν πεθάνουμε. Και αυτού δεν του άξιζε τέτοιος θάνατος, γαλήνιος και ειρηνικός.
Δεν ξέρω πόση ώρα τον περίμενα σε εκείνη την στάση. Πρέπει πάντως οι δείκτες να έκαναν αρκετούς κύκλους, διότι η πόρτα ακούστηκε και ήταν ο παππούς μου. Έτρεξε μέσα,φαινόταν έντρομος. <<Πέρασαν τρεις ώρες και τρόμαξα πως->>. Τον διέκοψε ο πατέρας μου, που σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς την τουαλέτα δίχως να σαλέψει. <<Όλα εντάξει>>, ψιθύρισα στον παππού μου. <<Κοιμόταν όλη αυτή την ώρα. Τον περίμενα να ξυπνήσει. >>
<<Όπως και να έχει, εγώ θα μείνω εδώ. Σε φοβάμαι λίγο τώρα.>>.
<<Όπως νομίζεις>>, απάντησα.
Ο πατέρας μου κατούρησε και λίγο αργότερα επέστρεψε. Τώρα τον παρατηρούσα για πρώτη φορά. Φορούσε μια βερμούδα τσαλακωμένη και μια μπλούζα μαύρη, απλή. Ήταν γεματούλης και τα κατσαρά μαύρα μαλλιά του τα ολοκλήρωναν κάτι διάσπαρτες τρίχες στην μούρη του, που πιθανόν τις θεωρούσε γένια. Χαμογέλασε και φάνηκαν τα δόντια του, που ήταν λίγο αραιά μεταξύ τους. <<Έφερες μπύρες πατέρα; Και έναν καλεσμένο βλέπω. Ποιος είναι;>>.
Δεν μίλησα, ούτε και ο παππούς μου.
<<Τι έγινε ρε όμορφοι, σας έφαγε η γάτα την γλώσσα;>>, είπε και γέλασε.
Σηκώθηκα όρθιος αλλά δεν τον πλησίασα.
<<Ξέρεις ποιος είμαι. Έλα, κοίταξέ με στα μάτια και θα καταλάβεις.>>.
Στράβωσε λίγο αλλά το έκανε. Και, όταν κατάλαβε τελικά, γούρλωσε τα μάτια του και με αγκάλιασε. Και με φίλησε. Και με αγκάλιασε πιο σφιχτά. Και με ξαναφίλησε. Ώσπου το βαρέθηκα και τον σιχάθηκα και τον έκανα πέρα. Κατάλαβε και δεν έφερε αντίρρηση. Ο παππούς μου είχε ανοίξει τρείς μπύρες. Τις αρπάξαμε. <<Στην υγειά του γιόκα μου, του λεβέντη μου>>, είπε και ήπιε μια γερή γουλιά. Και μετά ξεκίνησε μια λογοδιάρροια.
<<Πωπω, πως μεγάλωσες έτσι; Πραγματικός άνδρας έγινες. Μπράβο, μπράβο, τελικά είσαι γιός μου ,χαχα! Πέρασαν τα χρόνια, πέρασαν! Πασάκο μου,είμαι περήφανος για σένα και...>>. Μπλα, μπλα, μπλα. Τον άφησα να μιλήσει και να πει τα λόγια του αέρα. Σαν πορδές που βγαίνουν απο τον κώλο και άμα τις συγκρατήσεις γίνονται χειρότερα. Έτσι μίλησε για τα επόμενα πέντε λεπτά. Σα να μην είχε συμβεί τίποτα όλα αυτά τα χρόνια. Σα να έλειπε κάποιο ταξίδι για δουλειά και να ήρθα να τον πάρω για να πάμε σπίτι. Μωρέ δεν τον έπαιρνε ο διάολος να ησυχάσουμε;
Όταν σταμάτησε, είχα τελειώσει την μπύρα μου. Εκείνος χαμογελούσε και πήγαινε. Θα έφταιγα εγώ αν του πετούσα το μπουκάλι στο κεφάλι;
<<Δεν έχεις να πεις τίποτα γιε μου;>>, είπε.
<<Ιωάννα. Την θυμάσαι; Πρέπει να την θυμάσαι, οφείλεις να την θυμάσαι.>>.
<<Ιωάννα; Ιω-. Μα φυσικά, την μητέρα σου! Πως γίνεται να την ξεχάσω; Ήταν η πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκα. Είχε και έναν κώλο χάρμα, χα->>.
<<Κομμένα τα αστεία, πατέρα. Έλα κόψε, δεν είσαι πια δεκαοκτώ. Και δεν ήρθα εδώ για να συμφιλιωθούμε, εντάξει; Ούτε για να τα πούμε, ούτε τίποτα. Την έχασες την ευκαιρία σου. Το μόνο.... το μόνο που θέλω να ξέρω είναι, γιατί; Γιατί μας παράτησες; Γιατί παράτησες την μαμά; Ε μπαμπά; Ε πατερούλη;>>.
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε αμέσως. Του έδωσα να καταλάβει πως δεν είχα έρθει για να παίξω. Πως δεν ήμουν ένα κωλόμωρο που θα του τα συγχωρούσε όλα και θα τον αγκάλιαζε. Πως οι δεσμοί αίματός μας δεν είχαν απολύτως καμία σημασία. Κουνούσε τα χείλη του και μονολογούσε αθόρυβα, σα να έκανε πρόβα τα λόγια του. Τον άφησα να πάρει τον χρόνο του.
<<Κοίτα γιε μου- μου επιτρέπεις να σε λέω έτσι,ε; Καλώς! Την μητέρα σου την αγαπούσα και αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσουν οι πάντες. Της φέρθηκα όπως θα ήθελα να φέρονται στην αδερφή μου. Τα είχαμε δύο χρόνια περίπου και όλα ήταν υπέροχα! Αλλά κάποια στιγμή έγινε το κακό! Έμεινε έγκυος σε σένα. Ήμασταν ακόμη πιτσιρίκια, το καταλαβαίνεις; Είχαμε όλο το μέλλον μπροστά μας! Σχολή, όνειρα, φιλοδοξίες! Ένα παιδί; Πατέρας; Όχι, δεν μπορούσα να το βαστάξω! Έπρεπε πρώτα να->>.
Πετάχτηκα όρθιος και ήρθαμε μύτη με μύτη. Τον έπιασα από τον γιακά και τον κούνησα πέρα δώθε. Ήμουν εξοργισμένος.
<<Πές μου μόνο αυτό! Προφυλάξεις παίρνατε; Προσέχατε; Ήμουν ατύχημα ή δυστύχημα; ΜΙΛΑ!>>.
Ένιωσα ένα χέρι να με ακουμπάει στον σβέρκο. Ήταν ο παππούς μου. Αμέσως χαλάρωσα τα χέρια μου και έκανα πίσω.
<<Με....με την μητέρα σου δεν χρησιμοποιούσαμε προφυλακτικό. Ούτε και αυτή έβαζε τίποτα. Δεν ξέρω. Μας άρεσε....της άρεσε. Και δεν κάναμε ποτέ λόγο για τίποτα. Όλα ήταν τόσο ωραία. Ήμουν πραγματικός άνδρας και αυτή γυναικάρα. Μια φορά ταραχτήκαμε μόνο, που είχε μια βδομάδα καθυστέρηση. Αλλά ήταν καλοκαίρι και ο κύκλος τους τότε είναι διαφορετικός και.... Όπως και να έχει, την γλυτώσαμε. Και συνεχίσαμε κανονικά! Δεν μας πείραζε.Το κεφάλι μας ήταν ήσυχο. Είχαμε πει εξ'αρχής πως, αν τύχαινε κάτι τέτοιο, θα κάναμε έκτρωση. Δεν θα είχα τύψεις εγώ , ούτε εκείνη, άλλωστε μέχρι το σημείο που σου επιτρέπουν να την κάνεις, δεν υπάρχει ουσιαστικά άνθρωπος. Όμως, όταν έγινε το κα-.... όταν κάναμε το τεστ και ήταν θετικό, κάτι άλλαξε μέσα της. Όχι, είπε, δεν το πετάω. Θα το κρατήσω. Είδα βίντεο. Είδα τι επιπλοκές μπορεί να έχει. Όχι, όχι, και εσύ δεν πρέπει να είσαι αναίσθητος, Σωτήρη. Μαζί, μαζί, όπως λέμε πάντα ε; Μαζί!
>> Μαζί! Καταλαβαίνεις; Ταράχτηκα. Ο κόσμος άνοιξε στα δύο αλλά η Γη δεν με κατάπινε. Και είχα τόσα.... Το είχα πάρει απόφαση μόνος, πως δεν ήμουν έτοιμος ακόμη! Ένιωθα πως με πρόδωσε, πως μου είπε ψέμματα. Την μίσησα λίγο. Έτσι μίλησα με τον παππού σου και δέχθηκε να με βοηθήσει. Ήμουν ο μοναχογιός του και πόνταρα στην αγάπη του. Ήμουν ένα χαζό παιδί , στον κόσμο μου. Τελείωσα στα μπαμ την σχολή μου και την έκανα για Αθήνα. Όμως δεν το άντεχα άλλο. Ήθελα να κάνω μια νέα αρχή. Γι' αυτό ήρθα εδώ. Για συμφιλίωση. Για εξαγνισμό. Για συγχώρεση. Θέλω να βρω την μητέρα σου και να μιλήσουμε. Δεν είναι αργά ακόμη. Μπορούμε να->>.
Σήκωσα τον χέρι μου και τον παρακάλεσα να πάψει.
<<Ήσασταν..... ήσουν.... το καταλαβαίνω. Λίγο μετά τα είκοσι, ακόμη το μυαλό σας πετάριζε. Και ας υπήρχαν τόσοι τρόποι να προφυλαχτείτε. Κανένα πρόβλημα. Αλλά τι μαλακίες είναι αυτές που μου λες; Τι είχες προτεραιότητες και σχολές και τα αρχίδια μου τα δύο κάνουν τραμπάλα; Δική σου ήταν η ευθύνη! Δική σου! Και της μαμάς δεν διαφωνώ, αλλά εκείνη έκανε ό, τι μπορούσε μετά! Ενώ εσύ; Εσύ τι έκανες; Το έβαλες στα πόδια! Κοίταξες τον κώλο σου να δεις αν η ουρά χωρούσε εκεί μέσα και το έσκασες! Και τι συγχώρεση μου λες; Πως γίνεται να σε συγχωρήσουμε τώρα; Να σε δικαιολογήσουμε με κάποιο τρόπο ναι, αλλά συγχώρεση; Όχι!  Οτι τι, θα ποντάρεις στην αγάπη που μπορεί να σου κρατάει ακόμη η μαμά για να την πας με τα νερά σου; Στο απαγορεύω! Όπως έστρωσες να κοιμηθείς! Ούτε ένα μήνυμα, ούτε ένα τηλεφώνημα, τίποτα! Φαντάζομαι πέρασες μια χαρά όλα αυτά τα χρόνια ε; Χωρίς άχγη και έγνοιες τόσο σημαντικές. Ξέρεις τι περάσαμε εμείς; Ξέρεις τι είναι να προσεύχομαι για έναν πατέρα που ποτέ δεν είχα να εμφανιστεί μια μέρα στην πόρτα και να μου πει <<ΕΚΠΛΗΞΗ!>>; Ξέρεις τι είναι να βλέπω τα άλλα παιδιά με τους πατεράδες τους ; Αλλά τα κατάφερα μια χαρά! Έμαθα να περπατάω χωρίς εσένα, έμαθα να παίζω μπάλα χωρίς εσένα, να γράφω, να διαβάζω, να ΖΩ χωρίς εσένα. Όχι, δεν σε χρειαζόμαστε. Δεν σε έχουμε ανάγκη...Σωτήρη!>>.
Ήταν σαν κάθαρση αυτά τα λόγια που ξεστόμισα. Ένιωθα πιο ελαφρύς. Εκείνος δεν απάντησε. Κοιτούσε κάτω και έπαιζε με το μπουκάλι της μπύρας του. Δεν το περίμενε σίγουρα αυτό. Αλλά δεν με ένοιαζε. Τα εννοούσα αυτά τα λόγια.
<<Και κάτι τελευταίο. Στην μαμά δεν πρόκειται να αποκαλύψω τι έγινε εδώ. Αρκετές σκοτούρες έχει, δεν χρειάζεται παραπάνω. Εσύ έσβησες από τις ζωές μας. Θα είσαι μόνο μια ανάμνηση γι' αυτήν, τίποτα παραπάνω. Και θα τα καταφέρω καλύτερα από εσένα. Θα σε κάνω να θες να είσαι περήφανος για μένα και να χτυπιέσαι που δεν θα μπορείς να με πλησιάσεις. Θα δεις! Θα το δεις! ΘΑ ΤΟ ΔΕΙΣ !>>.
Σηκώθηκα πάνω αργά, νικητής. Τον είχα κατατροπώσει. Έκανα να φύγω , όταν στάθηκα κοντά στην εξώπορτα και τον κοίταξα για μια τελευταία φορά. <<Ωστόσο, δεν είμαι κακός άνθρωπος. Έλα να κάνουμε μια τελευταία αγκαλιά, για να έχεις κάτι να θυμάσαι από εμένα.>>.
Δειλά- δειλά με πλησίασε και τον έσφιξα πάνω μου. Σχεδόν αμέσως άρχισε να τινάζεται και να προσπαθεί να ξεφύγει. Τον άφησα όταν τελείωσα. Ένα μικρό αυλάκι είχε δημιουργηθεί κάτω. Το κατούρημα που συγκρατούσα όλη αυτή την ώρα το άφησα πάνω του.
<<Μια σου και μία μου, έτσι; Συγγνώμη παππού, αλλά θα πρέπει να τα καθαρίσεις. Επικοινώνησε όταν φύγει, εντάξει;>>.
Τους αποχαιρέτησα και μαζί ένα κομμάτι από το παρελθόν μου. Ένιωθα πιο γεμάτος. Μπήκα στο σπίτι. Η μαμά είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ. Πήρα ένα σεντόνι και την σκέπασα. Την φίλησα στο μέτωπο και ξύπνησε.
<<Θα-...Θανάση; Τι έπαθες, κλαις;>>.
<<Όχι μαμά. Δεν κλαίω. Απλά βρέχει έξω. Κοιμήσου σε παρακαλώ, μια χαρά είμαι! Πες μου μόνο, είσαι περήφανη για μένα;>>.
<<Θανάση, έγινε τί->>.
<<Δεν έγινε τίποτα! Πες μου μόνο, είσαι;>>.
<<Φυσικά και είμαι! Γίνεται να μην είμαι για σένα;>>
<<Σε ευχαριστώ μαμά! Άντε, ξεκουράσου τώρα!>>.
<<Καλό βράδυ Θανάση!>>.
<<Καλό βράδυ μητέρα!>>.
Κλείστηκα στο δωμάτιό μου και δάγκωσα το μαξιλάρι μου και έκλαψα.




Τρίτη 20 Αυγούστου 2019

Μαμά έπεσα και χτύπησα και κλαίω και γερνάω

Μεγαλώνω μητέρα.
Δεν είμαι πια εκείνο το μικρό παιδί που έβγαλες μέσα από τα σπλάχνα σου πριν χρόνια.
Αν και εσύ έτσι με βλέπεις ακόμη
Και εγώ ακόμη έτσι φέρομαι μερικές φορές.
Και ανησυχείς για εμένα όσο ελάχιστοι
Λυπάσαι και χαίρεσαι για εμένα με τρόπο μοναδικό.
Προσπαθείς να με συμβουλέψεις όσο καλύτερα μπορείς
Και να με καταλάβεις -αν και αυτό δεν το μπορείς
αλλά με ξέρεις καλύτερα από όσο νομίζω.
Συγγνώμη μαμά αν σε στενοχωρώ αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
Και θα μπορούσα να είμαι άγγελος επί γης,έτσι θα με βλέπεις εσύ
Αλλά είμαι ένα διαβολάκι με φωτοστέφανο.
Και όταν με μαλώνεις και μου φωνάζεις
Ξέρω πως δεν το κάνεις από κακία
Ξέρω πως τα λόγια σου προσπαθείς να τα μετατρέψεις σε ασπίδα
Για να με προφυλάξουν από τον κόσμο
Και κυρίως από τον εαυτό μου.
Και με έχεις φροντίσει τόσο καλά
Στις αρρώστιες και τις θλίψεις μου ήσουν πάντα δίπλα μου
Ήξερα πως έχω έναν άνθρωπο δικό μου στα σίγουρα
Τις στιγμές που φοβόμουν περισσότερο από ποτέ.
Και στα πρώτα μου βήματα ήσουν εκεί να χαμογελάς.
Και σε έχω πληγώσει τόσο πολύ, τόσο συχνά
Μα δεν πτοείσαι, δεν με παράτησες.
Δίνετε τα πάντα με τον μπαμπά για να μην ταλαιπωρηθώ
Τα κάνετε όλα για εμάς, για το μέλλον και το παρόν μας
Χωρίς να το έχουμε ζητήσει και είμαστε πιο ευγνώμονες από όσο δείχνουμε.
Και σε νευρίασα τόσες πολλές φορές:
<<Θα με πεθάνετε, δεν θα σας ανεχτεί κανείς, δεν σας αντέχω άλλο, δεν βάζετε μυαλό>>
Και άλλα τόσα λόγια που δεν χρειάζονται.
Μας έτριξες τα δόντια σου και μας σφαλιάρισες
Και μας χτύπησες και μας μάλωσες
Και όλα ήταν για το καλό μας, πάντα για το καλό μας.
Βλέπω άλλους που δεν τους μεγάλωσαν έτσι
Και γελάω και οργίζομαι με το πως είναι τώρα.
Έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες για εμάς
Και εμείς δεν το εκτιμήσαμε όπως θα έπρεπε.
Το ''σ'αγαπώ'' δεν στο λέω από μόνος μου, αλλά πιστεύω
Πως το  ξέρεις, δεν είναι αναγκαία τα λόγια.
Και εγώ προσπαθώ για σένα ξέρεις, και για τον μπαμπά και τα αδέρφια μου
Να σας κάνω περήφανους.
Το ξέρεις αυτό μαμά;
Συγχώρεσέ με μαμά
Σε αγαπάω πολύ μαμά.
Και δεν χρειάζομαι άλλο τα νανουρίσματά σου για να κοιμηθώ.
<<Να προσέχεις το κεφάλι σου να μην το χάσεις>>, μου έχεις πει.
Όταν φύγεις το κενό σου θα είναι τεράστιο μέσα στην καρδιά μου
Για εσάς δεν έχω φύγει ακόμη , να το ξέρεις- και για εσάς.
Είναι τόσα πράγματα μαμά....
Χαίρομαι που ήσουν πάντα δίπλα μου μαμά
Αλλά μεγαλώνω,μάνα.
Και τα φτερά μου πρέπει να ανοίξω
Τα μονοπάτια μου να εξερευνήσω
Και να πάθω για να μάθω.
Έγνοια σου, μητέρα μου, και μην σκας
Θα προσπαθήσω και όπου με βγάλει.
Εσύ να προσεύχεσαι για μένα όπως πάντα
Και να χαμογελάς πιο συχνά.
Κάποτε θα αναπαυτείς εν ειρήνη.
Ελπίζω μέχρι τότε να σε αναπαύσω και εν ζωή
Γιατί το αξίζεις.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Στο έλεος σας

Δυσκολεύομαι ακόμη να συλλάβω συλλογισμούς όπως
''Ο τάδε είναι σπουδαγμένος άρα έξυπνος''- και άλλα τόσα καλά
''Ο δείνα είναι ήσυχος ,δεν λέει πολλά ,είναι καλό παιδί''- και τα σχετικά.
Και άλλα τόσα λόγια του αέρα.
Και να ισχύουν, τι πάνε να πούνε όλα αυτά;
Γιατί μας βάζουν μέσα σε καλούπια
Και ρίχνουν τόσο βάρος στις πλάτες μας;
Γιατί περιμένουν τόσα πολλά από εμάς επειδή έτυχε να διαθέτουμε ένα ή δύο χαρακτηριστικά;
Απορώ ώρες -ώρες πραγματικά με κάποιους.
Και σίγουρα ως έναν βαθμό ισχύουν αυτά που λένε
Μα πάνω από όλα είμαστε άνθρωποι
Και όχι μηχανές
Ούτε προγράμματα με συγκεκριμένες ρυθμίσεις
- που ακόμη και αυτά δυσλειτουργούν που και που.
Και αν κάνεις ή πεις κάτι που ξεφεύγει από την εικόνα που έχουν στο μυαλό τους για σένα
Νευριάζουν και απογοητεύονται
Βαριανασαίνουν και οδύρονται
Γιατί περιμένουν τόσα πολλά και δεν έχουν και άδικο πολλές φορές.
Κάνουν πως σε καταλαβαίνουν ενώ στην πραγματικότητα το προσπαθούν
Και εσύ προσπαθείς να τους δώσεις να καταλάβουν και δεν μπορείς όσο θα ήθελες.
Μα κάποιοι κύκλοι δεν γεννήθηκαν για να χωράνε ολόκληροι στα τετράγωνα κουτιά.
Και εγώ τις καμπύλες μου τις έχω σφίξει τόσο δυνατά
Που νιώθω έτοιμος να σκάσω.
Θέλω να τα αφήσω όλα, να τα παρατήσω και να φύγω μακριά
Αν είναι τόσο να απογοητεύω τους άλλους με την εικόνα που εμφανίζω.
Ακόμη και αν το κάνω επίτηδες ή και καταλάθος, αδιαφορώ.
Γιατί ήμουν εκείνο το τίποτα που προσπαθεί να γίνει κάτι.
Δεν έχουν δει τίποτε ακόμη, μόνο την κορυφή
Από ένα παγόβουνο που δεν ξέρει ακόμη πού ριζώνει.
Η οθόνη στο στήθος μου δείχνει παράσιτα, δεν έχω πιάσει σήμα ακόμη.
Κουνάω την κεραία μου μπας και η οθόνη καθαρίσει.
Αργεί ακόμη η ανάλυση να γίνει υψηλή.
Όσο και να πονάει
Αυτό είναι το ωραίο.
Και όποιος δεν το αντέχει
Ας πάει να δει καμία φωτογραφία στο Instagram
Όσο εγώ και κάποιοι άλλοι συνομιλούμε με την σκιά μας
Και προσπαθούμε να γίνουμε ένα ιδανικό ''Ένα''.
Γιατί είμαστε άνθρωποι σπασμένοι
Είμαστε άνθρωποι σπασμένοι....


















Παρασκευή 16 Αυγούστου 2019

Μια μέρα θα σβήσουμε αλλά δεν πειράζει

Ευχήθηκα τόσο πολύ που κατέληξαν οι ευχές μου κόκκοι αλατιού στη θάλασσα.
Έφαγα τόσες πολλές τρικλοποδιές που τα πόδια μου θα έπρεπε να είναι σπασμένα τώρα.
Ράγισε τόσες πολλές φορές η καρδιά μου που από τα θραύσματα της έφτιαξα μια δεύτερη,εφεδρική
- μα, θαύμα, δεν ξεράθηκε στο ελάχιστο!
Έξυσα τόσο έντονα τις πληγές μου που ,και από την κόλαση μέσα να περνούσα, τέτοιο κάψιμο δεν ξέρω αν θα ενιωθα.
Έχω πει τόσα ψέματα για καλό και κακό σκοπό που ο Τζεπέτο θα με είχε απόκληρωσει αν ήμουν γιος του.
Έχω κάνει τόσα λάθη -μα δεν είναι αρκετά.
Έχω διαβάσει τόσο πολύ -μα δεν είναι αρκετό.
Έχω ζήσει- μα όχι αρκετά.
Έχω νιώσει υπερβολικά- μα όχι αρκετά.
Έχω κάτι διαλυμένα φτερά στην πλάτη μου αλλά δεν είναι διαλυμένα αρκετά.
Και σε πόθησα τόσο πολύ που ήταν -πιστευω- αρκετό.
Αλλά δεν είχα στην αυλή μου εκείνο το ρόδο που θα ήθελες να σου προσφέρω και ντρέπομαι γι'αυτό.
Και έχω γευτεί τόσες φορές τον θανατο
και φοβάμαι πως δεν θα αργήσει η ώρα εκείνη να ερθει.
Όχι πως τον φοβάμαι, αλλά να, με πιάνουν που και που οι κωλοσυναισθηματισμοί μου ρε Μανόλη
και φοβάμαι πως θα φύγω μονάχος.
Γιατί να πρέπει να ανθιζουμε τόσο αργά;
Τόσο πολύ μας μας μισεί ο κηπουρός για τα εκείνα τα πανέμορφα πεταλα που κόψαμε μόνοι μας και εκείνα τα υπεροχα  που αφήσαμε να ξεραθούν;






Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Κρίμα

Ερχεται τη στιγμή που δεν το περιμένεις.
Όταν  είσαι χαλαρός και ξέγνοιαστος.
Όταν όλες σου οι αισθήσεις είναι σε αδράνεια.
Σε χτυπάει και δεν ξέρεις πως να αντιδράσεις ούτε τι δικαιολογία να πεις.
- όπως όταν  κοιμάσαι και ξυπνάς και λες ποτέ βγήκε ο ήλιος μα τα μάτια σου τα έχεις ήδη ανοίξει.
Και εύχεσαι να μη το είχες κάνει γιατί θα μπορούσες να γλιτώσεις.
Αλλά πάει, τελείωσε ,  πρέπει να υποστείς  τις συνέπειες οποίες και αν είναι.
Και ίσως φοβηθείς και  προσπαθήσεις να υπεκφύγεις, αλλά  μετά ξέρεις πως θα τα κάνεις χειρότερα, δειλέ.
Οπότε το μόνο που εύχεσαι είναι η ζημιά να είναι όσο το δυνατόν λιγότερη αλλιώς...
Τι αλλιώς;
Εσύ πρέπει να σταθείς τώρα  στο ύψος των περιστάσεων και να κάνεις ότι πρέπει.
Και αυτό είναι που πονάει περισσότερο:
Εσύ
Που έλεγες πως  θα πάψεις πια να φέρεσαι έτσι....πως θα άλλαζες τους παλιούς σου τρόπους.
Εσύ
Ποσο  κρίμα είναι!
Και το έκανες εσύ
Πόσο κρίμα.....

don't rain on my parade

μετά το πιο βαθύ σκοτάδι ξημερώνει η πιο όμορφη αυγή. κόβουμε τα δέντρα  σε κάποια σημεία όταν μεγαλώσουν αρκετά για να ανθίσουν πιο υγιή- ε...