Σάββατο 31 Ιουλίου 2021



Το κεφάλι του πονούσε, αλλά έπρεπε να σηκωθεί. Αν δεν σηκωνόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, θα αργούσε να ετοιμαστεί, πράγμα που σήμαινε πως θα αργούσε να φύγει από το σπίτι,  πράγμα που σήμαινε πως θα αργούσε να πάει στη δουλειά και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε. Είχε το κακό συνήθειο πάντα να σηκώνεται την τελευταία στιγμή, γιατί αργούσε να κοιμηθεί.
΄Άνοιξε το κινητό του για να βάλει μουσική. Είναι κάποιο καιρό που θαρρώ... . Πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και, όταν τελείωσε από εκεί, πήγε στο δωμάτιο του για να ντυθεί.  Όσο ντυνόταν, κοίταζε δεξιά και αριστερά τους σκοτεινούς τοίχους, το κρεβάτι του, την ντουλάπα του, όλο τον χώρο. Όλα φωτίζονταν από το πρωινό φως που έμπαινε μέσα από τα στόρια. Κάθισε στο κρεβάτι για να βάλει τις κάλτσες του και έτριψε και κεφάλι του με το δεξί του χέρι. Σηκώθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τώρα ήταν έτοιμος. Πήγε στο σαλόνι του σπιτιού που είχε την τσάντα του. Είδε πως είχε όλα τα απαραίτητα μέσα και την φόρεσε. Τέλος, φόρεσε τα παπούτσια του. Όταν έπιασε το κλειδί για να ξεκλειδώσει, του πέρασε η σκέψη να τα αφήσει όλα στην άκρη, να πάει μέχρι τον κοντινότερο σταθμό ΚΤΕΛ, να πάρει εισιτήριο για τον πιο μακρινό προορισμό και να μην κοιτάξει πίσω του. Χαμογέλασε, ωστόσο, και ξεκλείδωσε.
Βρισκόταν στο δρόμο και κατηφόριζε για να πάει στην στάση που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του και να πάρει αστικό. Όπως τα υπολόγιζε, θα έφθανε περίπου πέντε λεπτά νωρίτερα. Άναψε ένα τσιγάρο, καθώς το αστικό θα έφθανε σε επτά λεπτά. Και μετά έξι. Και μετά πέντε. Πάντα περιμένουμε το επόμενο αστικό, το επόμενο λεπτό, την επόμενη μέρα να περάσει. Οι άνθρωποι πάντα περιμένουμε κάτι να έρθει.
Όταν έφτασε στα δύο λεπτά, πέταξε κάτω το τσιγάρο και το έσβησε με το παπούτσι του. Παρατηρούσε τις κινήσεις του παπουτσιού του καθώς τριβόταν με το πάτωμα. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, είδε μια πεταλούδα να πετάει μπροστά από τα μάτια του. Ήταν μια μικρή πεταλούδα, με γαλάζια φτερά. Έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά και άπλωσε το χέρι του για να την πιάσει, αλλά η πεταλούδα σα να του ξεγλίστρισε το τελευταίο δευτερόλεπτο. Πέταξε γρήγορα και άρχισε να απομακρύνεται προς τα αριστερά. Εκείνη τη στιγμή, το αστικό έφτασε. Πήγε να μπει μέσα, αλλά η πεταλούδα πέρασε πάλι από μπροστά του χτυπώντας τα φτερά της και πέταξε προς τα δεξιά. Έστεκε εκεί, να την κοιτάζει. Η πόρτα του αστικού ήταν ακόμα ανοιχτή.
<<Θα μπεις μέσα ή όχι;>>, ακούστηκε μια αγριεμένη φωνή.
<<ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΡΕ ΦΙΛΕ>>, μια άλλη.
Επανήλθε στη πραγματικότητα. Το ένα πόδι του πατούσε πάνω στο αστικό και το άλλο ακόμα κάτω στην άσφαλτο,
<<Θα μπεις μέσα;>>.
<<Ό... όχι. Συγγνώμη>>.
<<Άντε, κατέβα>>.
Κατέβηκε.
<<Μαλάκα>>.
Τώρα ήταν μόνος στη στάση. Το αστικό μόλις είχε φύγει. Οι άνθρωποι περπατούσαν γύρω του, παιδιά πήγαιναν με τους γονείς τους στο σχολείο ή μόνα τους. Τα μαγαζιά, τα βενζινάδικα, οι φούρνοι, τα συνεργεία, όλα είχαν ανοίξει ή θα άνοιγαν. Τι σκατά κάνω;, σκέφτηκε. Θα αργήσω στη δουλειά. Ηλίθιε, έχασες το αστικό. Τώρα πρέπει να.... . Όσο σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει, η πεταλούδα πέταξε πάλι από μπροστά του. Άπλωσε το χέρι και έκλεισε την γροθιά του απότομα. Ήταν σίγουρος πως την είχε πιάσει. Μα, όταν άνοιξε την παλάμη του, δεν υπήρχε τίποτα μέσα. Και, τότε, η πεταλούδα ήρθε και στάθηκε πάνω στον δείκτη του  χεριού του. Μετά, πέταξε πάλι.
Την κοίταζε καθώς απομακρυνόταν. Αυτή την φορά, δεν την έχασε από το οπτικό του πεδίο. Την παρακολουθούσε καθώς πετούσε και άρχισε να την ακολουθεί. Βήμα δεξί. Μετά αριστερό. Μετά δεξί πόδι μπροστά. Μετά αριστερό. Άκουσε μια κόρνα. Ένα αμάξι είχε παγώσει. Είδε τον οδηγό να τον κοιτάζει οργισμένος και να κορνάρει. Χαμογέλασε και συνέχισε να προχωράει αμήχανα, ενώ τα χείλη του ψιθύριζαν ένα συγγνώμη που και ο ίδιος ήξερε πως δεν θα είχε κάποια σημασία.
Συνέχισε να ακολουθεί την πεταλούδα μέχρι που βρέθηκε σε μια παιδική χαρά. Του φάνηκε περίεργο γιατί, εκεί κοντά, δεν υπήρχε καμία παιδική χαρά. Και όμως, του φαινόταν γνώριμη αυτή η παιδική χαρά. Είχε κούνιες, είχε τραμπάλα, μια μικρή και μια μεγάλη τσουλήθρα και ένα μονόζυγο και γρασίδι και χώμα και τα σπίτια γύρω ήταν.... . Δεν υπήρχε κανένας. Η πεταλούδα πέταξε πάλι μπροστά από τα μάτια του και στάθηκε πάνω στις κούνιες. Τώρα δεν τον ένοιαζε και τόσο η πεταλούδα. Άφησε κάτω την τσάντα του και κάθισε πάνω στην κούνια. Ήταν λίγο άβολη. 
<<Έχω μεγαλώσει γι' αυτά>>, σκέφτηκα και, πατώντας κάτω στο γρασίδι, πίεσε τα πόδια του προς τα πίσω. Και μετά, στον αέρα, τα πήγαινε μπρος και πίσω.  Μετά από πολύ καιρό, αισθανόταν μια γαλήνη μέσα του. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι, μα δεν θυμόταν ποιο ήταν. Και έτσι, συνέχιζε να πάει μπρος πίσω, όπως πήγαινε όταν ήταν μικρό παιδί.
<<Πρόσεξε πως τρέχεις, παιδί μου, θα πέσεις!>>.
Ξαφνικά, η παιδική χαρά γέμισε με παιδιά. Και γονείς. Και είχε την αίσθηση πως τους γνώριζε όλους. Άνοιξε απότομα τα μάτια του. Άκουγε φωνές, χαχανίσματα, παιδιά έτρεχαν δεξιά και αριστερά. Χαιρόταν με αυτό το σκηνικό, ενώ κουνούσε τα πόδια του μπρος και πίσω. 
Κάποια στιγμή, εκεί που βρισκόταν πίσω, στο πιο ψηλό σημείο, αποφάσισε, όταν θα ερχόταν πάλι μπροστά, να πεταχτεί από την κούνια. 
Τρία, δύο... ένα!
Τώρα βρισκόταν στον αέρα. Και, όσο έπεφτε, έτοιμος να προσγειωθεί στα πόδια του, σε στάση νικητή, ξαφνικά, μεταφέρθηκε στο σώμα ενός παιδιού. Ήταν πάνω στην μεγάλη τσουλήθρα και κατέβαινε τα σκαλιά και στη μέση γλίστρησε και έπεσε κάτω και-.
Επανήλθε, και τώρα ήταν ο εαυτός του πάλι, και πατούσε με τα πόδια του στο έδαφος και είχε τεντώσει τα χέρια του στον αέρα. Κοίταξε προς την τσουλήθρα. Δεν ήταν κανένας. Ούτε στην παιδική χαρά ήταν κάποιος. Βρισκόταν στο δρόμο.  Η πεταλούδα πέρασε πάλι από μπροστά του. Άπλωσε το χέρι του να την πιάσει και χάθηκε.
Πήγε στο γραφείο με δεκαπέντε λεπτά καθυστέρηση. Το αφεντικό του τον περίμενε.
<<Αντωνιάδης! Που ήσουν; Και γιατί δεν απαντάς στο τηλέφωνο;>>.
<<Συγγνώμη κ. Παπαναστασίου, με... εγώ.... άργησα λίγο να ξυπνήσω>>.
<<Άργησες λίγο να ξυπνήσεις; Ε πες το! Αν είναι να αργούμε όλοι να ξυπνήσουμε, να το κάνουμε μπουρδέλο εδώ μέσα, να κλείσουμε το μαγαζί! Με έχεις δει εμένα ποτέ να αργώ να....>>.
Άφησε το αφεντικό του να βγάλει όσα είχε μέσα του μέχρι να ξεθυμάνει και να τον αφήσει να αρχίσει τη δουλειά του.
Και , μετά από πολύ καιρό, χαμογέλασε ενώ άνοιξε το λάπτοπ του.
- Ο.Γ.Θ. 


Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021



Είναι ο λόγος
που διώχνει τα κινούμενα αμάξια μακριά
Που οι τοίχοι δεν απέκτησαν σημάδια με αίμα
Που το κεφάλι βγαίνει έξω από το νερό όταν πρέπει
Που δεν ακούγονται ουρλιαχτά μέσα στη μέρα
Που δεν έχει πέσει ακόμη ο ουρανός να καταπλακώσει
Αυτό τον κόσμο 
Που το σκοτάδι δεν κυριάρχησε
Που ακόμη η καρδιά είναι κόκκινη και
Το δέρμα στα φυσιολογικά του χρώματα
Που ο ουρανός θα ξημερώσει γαλάζιος αύριο
Που το συναίσθημα πως όλα είναι δυνατά κρατεί ψηλά
Που δεν υπερνίκησε τελείως ο φόβος
Που ίσως να μην υπερνικήσει ποτέ η ειρήνη, αλλά δεν πειράζει
Που είναι εντάξει που η κούνια πάει πέρα-δώθε ακόμα.
Είναι αυτή η ελπίδα που δημιουργεί πως
Με τη δημιουργία
Έπονται
Τα καλύτερα.
Είναι 
λόγος 
Ύπαρξης.
-Το γράψιμο, Ο.Γ.Θ.


https://www.pigi.gr/product/poiisi-ta-teleytaia-poiimata/

Κυριακή 11 Ιουλίου 2021



Περπατάνε ελεύθεροι
Εδώ και εκεί
Ζούνε τις ζωές τους
Φαίνεται σα να μη θυμούνται
Σα να μην έδωσαν ποτέ σημασία
Στο τι έκαναν στο παρελθόν
Τι κακό προκάλεσαν, τη δυστυχία, την απογοήτευση
Ο πόνος, η μιζέρια, η αυτοταπείνωση
-Τhe panic, the vomit... .
Υπάρχουν δυστυχώς πολλοί τέτοιοι άνθρωποι
Που κάτι βαθιά μέσα σου
Εύχεται να μην υπήρχαν ποτέ.
Άνθρωποι που δεν είναι απαραίτητα κακοί
Απλά δεν συμπεριφέρθηκαν σωστά, είχαν
Την κακή ώρα μέσα τους.
Ωστόσο, 
Μεγαλώνουμε και συγχωρούμε
Δεν πειράζει πια
Γνωρίσαμε καλύτερα τους ανθρώπους εξαιτίας τους
Εκτιμήσαμε τελικά τα σημαντικά
Μας έδωσαν ένα μάθημα μοναδικό.
Δεν πρόκειται να ξεχάσουμε ποτέ
Ίσως να ξεχαστούμε, αλλά
Δεν πρόκειται
Να ξεχάσουμε
Ποτέ.
Σας ευχαριστούμε καλοί μας άνθρωποι.
-Ο.Γ.Θ.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021



Μια μέρα, κάποτε.
Κάποτε λέγαμε πως θα έρθει 
Μια μέρα που...
Σκεφτόμασταν τόσα πολλά,
Ονειροπολούσαμε, με τις ώρες, πλάσαμε
τόσα πολλά σενάρια
Μόνοι μας , στο δωμάτιο μας 
Στο δρόμο, στην τάξη, μαζί με άλλους, παντού,
Κοιτούσαμε έξω από το παράθυρο
Τους άλλους
Κοιτούσαμε τους τοίχους και τα ταβάνια
Καμιά φορά κλείναμε απλά τα μάτια
Ενώναμε τις παλάμες μας και προσευχόμασταν.
Μια μέρα, κάποτε
Κάποια μέρα...
Κοίτα τώρα πόσο μακριά φτάσαμε
Κοίτα τώρα, πόσο δρόμο έχουμε ακόμη
Κοίτα τώρα 
Μπροστά
Όχι 
πίσω.
Σταμάτα να κοιτάς τόσο πίσω.
Και ήρθαν πολλές από τις μέρες
Που λέγαμε πως θα έρθουν κάποτε.
Μια μέρα, κάποτε
Κάποια μέρα
Θα έρθει μια μέρα που....
-Ο.Γ.Θ.

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021




<<ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! >>.
<<ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ; >>.
Μια τόσο δυνατή τσιρίδα ακούστηκε στο δρόμο εκείνο, που έκανε μέχρι και τους απαθείς κατοίκους της πόλης, όσους ήταν τουλάχιστον ξύπνιοι, να βγούνε από τα διαμερίσματα τους για να δούνε τι γινόταν στη γειτονιά τους. 
<<ΜΑΚΡΙΑ! ΜΑΚΡΙΑ!>>.
Στο δρόμο, ένα μικρό αγόρι κρατούσε τη μαμά του από το χέρι.
<<Μαμά, τι κάνει ο κύριος;>>, την ρώτησε και εκείνη αμέσως έκρυψε τα μάτια του με τα χέρια της.
<<Μην τον κοιτάς παιδί μου, είναι ανώμαλος>>, τον συμβούλεψε και τον πήρε αμέσως για να φύγουν.
-Μια φιγούρα- 
-Ένας άντρας- 

Τρέχει τώρα. Δεν είναι πολύ μεγάλος μα ούτε και πολύ μικρός στην ηλικία. Φοράει τα καλά του ρούχα, ή τουλάχιστον καλά για τα χρήματα που μπορεί να διαθέσει και για το γούστο που έχει : Ένα μαύρο, σκισμένο τζιν, ένα λευκό πουκάμισο και αθλητικά παπούτσια. Τα μαλλιά του κολλάνε πάνω στο μέτωπο του. Έχει βάλει ζελέ για να τους δώσει σχήμα και με το τρέξιμο, τη ζέστη και τον ιδρώτα έχουν χαλάσει και τον ενοχλούν. 
Παρόλα αυτά, συνεχίζει να τρέχει.
Φτάνει τελικά στην πολυκατοικία του. Με γρήγορες κινήσεις ξεκλειδώνει την πόρτα, ανεβαίνει τα σκαλιά και τρέχει μέσα στο διαμέρισμα του. Δεν τον νοιάζει αν τον ακολούθησαν. Δεν τον νοιάζει αν θα τον βρουν. 
Μόλις κλείσει την πόρτα πίσω του, παίρνει δύο βαθιές ανάσες.  Χωρίς να σταματήσει πουθενά στο ενδιάμεσο, με αργό και σταθερό βήμα, πηγαίνει στον καθρέπτη του μπάνιου του. Κοιτάζεται. Τα μούσια του έχουν επιτέλους το μάκρος που επιθυμεί. Παίρνει μια χτένα και αρχίζει να φτιάχνει τα μαλλιά του πάλι. Όσο το κάνει αυτό, σφυρίζει και χαμογελάει. Όταν το μαλλί του έχει το σχήμα που θέλει, αφήνει την χτένα κάτω και τεντώνεται.

Άνοιξε το νερό της ντουζιέρας αλλά δεν μπήκε από κάτω. Αντ' αυτού, πήγε στο δωμάτιο του. Άνοιξε το Laptop του και έβαλε  Tom Waits. Silent night, holy night... Hey Charlie...
Άνοιξε το ημερολόγιο του. Πήρε ένα στυλό και ξεκίνησε να γράφει.

<<Αγαπητό μου ημερολόγιο.
Σήμερα είναι Κυριακή. Έχω γενέθλια, οπότε χρόνια μου πολλά, χαχαχα. Η αλήθεια είναι πως δεν με πολυενδιαφέρει κιόλας. Ίσως να με πήραν και τηλέφωνο ή να μου έστειλαν κανένα μήνυμα, δεν ξέρω. Απενεργοποίησα το κινητό μου πριν τα μεσάνυχτα. Τώρα κοντεύει έντεκα το πρωί. Ίσως να νομίζουν πως κοιμάμαι ακόμη. Χθες μου είπαν οι άλλοι να βγούμε αλλά τους είπα πως ένιωθα λίγο άρρωστος. Πως περνάνε οι ώρες ε;  Πως περνάνε τα λεπτά, οι μέρες, τα χρόνια. Πριν 26 χρόνια ήρθα στη ζωή. Πριν 8 πέρασα στο πανεπιστήμιο. Αν το καλοσκεφτείς , ο χρόνος είναι κάτι το σχετικό, ε; Και λέω σχετικό γιατί εμένα μου φαίνονται αιώνες. Σα να με έχουν κλείσει σε μια φυλακή με αόρατες αλυσίδες, δίχως φύλακα, και όμως, νιώθω πως αν κάνω να φύγω, θα με σκοτώσουν μόλις πατήσω το πόδι μου στο ελεύθερο έδαφος και εδώ ο χρόνος περνάει τόσο αργά. Στον παράδεισο... Στον παράδεισο; Αγαπητό μου ημερολόγιο, λες να υπάρχει παράδεισος ή κόλαση; Δεν ξέρω. 
Για χρόνια πορευόμουν με την σκέψη πως όσα περνάμε είναι μια δοκιμασία. Πως, ό,τι και να γίνει, γίνεται για έναν σκοπό και πως, στους καλούς συμβαίνουν μόνο καλά, και μετά το άλλαξα και έγινε, στους καλούς πρέπει να συμβαίνουν τουλάχιστον μερικά καλά. Ίσως να είχα άδικο. Ίσως να μην λειτουργεί έτσι. Δεν ξέρω. Πέρασα τόσες ταπεινώσεις από μικρός, τόσα βάσανα από τους άλλους , τόση κακία χωρίς να φταίω, που έλεγα πως, δεν βαριέσαι, κάνε υπομονή. Και έκανα, αγαπητό μου ημερολόγιο, έκανα όσο λίγοι σε αυτό τον κόσμο. Έκλαιγα, λύγιζα, αλλά στεκόμουν στα πόδια μου. Πάντα στεκόμουν στα πόδια μου. Και, παρόλα αυτά, όσο και να προσπαθούσα, όσο και να το πάλευα, εκείνοι τα κατάφερναν πάντα καλύτερα. Δεν λέω πως όλα μου πήγαν σκατά, όμως. Μα τους έβλεπα και έλεγα, γιατί, γιατί να συμβαίνουν τα καλά σε αυτούς; Τα καλά που θα ήθελα να συμβαίνουν σε εμένα; Θεέ ; Δεν είδες τι μου έκαναν, γιατί τους ευλογείς; Και όμως! Πίστευα πως ήμουν ξεχωριστός, πως ήμουν διαφορετικός, πως ήμουν καλύτερος από εκείνους. Γιατί εγώ ήξερα τι άνθρωποι ήταν πραγματικά και ας μην το ήξεραν οι ίδιοι. Αλλά δεν έμαθα ποτέ πραγματικά τι άνθρωπος είμαι εγώ και έχει πάψει να με ενδιαφέρει εδώ και καιρό.
Η αλήθεια, αγαπητό μου ημερολόγιο, είναι πως έχω κάνει λάθη. Αρκετά λάθη. Τόσα πολλά που έχω χάσει το μέτρημα. Και το χειρότερο είναι που τα επαναλαμβάνω. Έχω πειστεί πια πως  για ένα σωστό που κάνω, δύο λάθη ξετρυπώνουν. Βαρέθηκα να κάνω τόσα λάθη. Και το χειρότερο είναι όταν τα λάθη αυτά αφορούν άλλους, οι οποίοι σε εμπιστεύονται, σε αγαπάνε, σε λαμβάνουν υπόψιν, αλλά εσύ απλά κάνεις το λάθος και επανέρχεσαι πάλι στο μηδέν.  Και τι να τους πεις και αυτούς; Χαχα. Λες να ήταν λάθος που γεννήθηκα; Λες να υπάρχω καταλάθος;
I'm so tired. I'm so sick and tired and...
Οι γονείς μου με αγαπάνε το δίχως άλλο. Ο αδερφός μου δεν μας μιλάει πλέον, αλλά πως να τον κατηγορήσεις; Πόσοι γονείς άραγε μπορούν να το πάρουν εντάξει όταν το παιδί τους τούς ανακοινώνει πως είναι γκέι;  Τι φωνές, τι κλάματα, τι συγκινήσεις! Και ήμουν μόλις δεκατεσσάρων, πως να ήξερα ποιανού την μεριά έπρεπε να πάρω; Έχουμε να μιλήσουμε δέκα χρόνια. Τι να κάνει άραγε; 
Και μέσα σε όλα αυτά, σκέφτομαι συνέχεια το ίδιο. Πως, αν είχα τουλάχιστον μια κοπέλα δίπλα μου, κάποια να με καταλαβαίνει και να την παιδεύω, να με αγαπάει και να την φροντίζω, θα ήμουν σε πολύ καλύτερη μοίρα. Θα είχα τουλάχιστον κάποιον ώμο να ακουμπήσω το κεφάλι μου. Έχω τους φίλους μου βέβαια, αλλά , όπως και να έχει, το άγγιγμα μιας γυναίκας είναι κάτι διαφορετικό, κάτι μαγικό. Ειδικά αν εμπεριέχει και συναίσθημα. Και προσπάθησα, αγαπητό μου ημερολόγιο, το προσπάθησα με τον δικό μου τρόπο όλα αυτά τα χρόνια, στοχεύοντας σε αστέρια που τα φώτιζε ο ήλιος τελικά, αλλά ήταν τόσο λαμπερά! Και άπλωνα το χέρι μου να τα πιάσω και καιγόμουν, αλλά όχι από την φωτιά τους, αλλά από την ίδια μου την φωτιά. Μα δεν ήθελα να αλλάξω τους τρόπους μου. Έλεγα, όποια είναι να με αγαπήσει, θα με αγαπήσει γι' αυτό που είμαι. Ξέρεις πως είναι να περνάς χρόνια ολόκληρα ανέγγιχτος και μόνος; Δεν το ξέρεις, γιατί γράφω συχνά. 
Αγαπητό μου ημερολόγιο, σου έχω πει τόσες φορές πως λαχταρώ να νιώσω την αγκαλιά μιας γυναίκας. Οι πληρωμένες κυρίες δεν μετράνε. Αν δεν νιώσεις μια αγκαλιά που προέρχεται από ευγενικά συναισθήματα, τότε ποιο το νόημα; Το επανέλαβα νομίζω. Δε βαριέσαι; Ξέρεις τι έκανα σήμερα; Βγήκα έξω με τα καλά μου, λίγο αφού τελείωσε η εκκλησία και όταν ο κόσμος θα άρχιζε να πηγαίνει για καφέ, έχοντας πάρει την απόφαση να αγκαλιάσω μια γυναίκα. Δεν ζήτησα πολλά. Απλά να νιώσω τη ζεστασιά του κορμιού, την γαλήνη της καρδιάς. Και έτσι, βγήκα και αγκάλιασα την πρώτη γυναίκα που είδα. Φυσικά, δεν το πήρε και πολύ καλά. Θα μου πεις, πως αλλιώς περίμενες να αντιδράσει. Φώναξε. Ούρλιαξε, Με είδε κόσμος. Έπρεπε να τρέξω για να ξεφύγω, όχι από εκείνους, αλλά από μένα. Να ξεφύγω; Να τρέξω; Τι κάνω τόσα χρόνια; Δεν ξεφεύγω από κάτι, από κάποιον; Από τον ίδιο μου το εαυτό; Μονάχα να έβρισκα μια γυναίκα να με αγαπήσει γι' αυτό που είμαι. Και θα ήμουν πιο γαλήνιος, πιο εντάξει με εμένα. Βέβαια, ίσως να ζητούσα πολλά. Σα να ζητούσα από κάποια να με σώσει, ουσιαστικά. Λες και δεν έχουν οι άλλοι προβλήματα, θα τους έβαζα και εγώ παραπάνω στην πλάτη  τους να κουβαλάνε. Δεν ξέρω. Έχω κάνει στην άκρη από καιρό την σκέψη πως μπορώ να σώσω τον εαυτό μου. Γιατί να μην το κάνει κάποιος άλλος για μένα; Ίσως να ζητάω πολλά. Δεν ξέρω. Βαρέθηκα.
Αγαπητό μου ημερολόγιο, έχω σηκωθεί εδώ και λίγη ώρα και γράφω όρθιος. Είμαι στο μπάνιο. Σε αφήνω για λίγο. Πρέπει να >>.

Άφησε το ημερολόγιο πάνω στο πλυντήριο ρούχων. Εκεί, λίγο πιο πέρα, βρισκόταν ένα πλαστικό πράσινο  μπουκάλι. Πάνω έγραφε " Ποτό γενεθλίων". Ήταν με δικά του γράμματα. Το σήκωσε για να το πιει. Ήταν ένα μπουκάλι γεμάτο χλωρίνη. Ωστόσο, λίγο πριν το φέρει στο στόμα του, το πέταξε κάτω. Μετά, όπως ήταν, πήγε και κάθισε κάτω από το νερό που είχε αφήσει να τρέχει. Αγκάλιασε τα γόνατα του, έσκυψε το κεφάλι του και παρέμεινε εκεί για ώρα, με το νερό να τρέχει πάνω του. Παρέμεινε στην ίδια θέση για λίγα λεπτά, μέχρι που σηκώθηκε. Χωρίς να κλείσει το νερό, πήγε στην κουζίνα, άνοιξε ένα συρτάρι και πήρε ένα κεράκι. Κρατώντας το στο δεξί του χέρι, σα λαμπάδα το Πάσχα, περπάτησε μέχρι το δωμάτιο του. 
Στο Laptop έπαιζε ακόμα μουσική. Κάθισε στην καρέκλα, κρατώντας ακόμη το κεράκι ψηλά. Με το ποντίκι πήγε στις αποθηκευμένες εικόνες. Έπειτα από λίγο ψάξιμο, βρήκε εκείνη που έψαχνε. Έτσι, άναψε το κεράκι και άρχισε να μουρμουρίζει.....Να ζήσεις......Μεγάλος να γίνεις .....και όλοι να λένε......  Χα χα χα. Μα....μα. Μπα....μπας.
Πίσω από το κεράκι η εικόνα συνέχιζε να υπάρχει και το κεράκι έκαιγε και το λιωμένο κερί έπεφτε πάνω στο γραφείο του.
Ήταν αυτός, με τα καλά του ρούχα,  στα πρώτα του γενέθλια, που πιπίλιζε τον αριστερό του αντίχειρα και πόζαρε άβολα στην κάμερα.

-Ο.Γ.Θ.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021



Καθόμουν στην καρέκλα μου και έσκυψα για να πάρω το φορτιστή του Laptop από το πάτωμα. Έπρεπε να βάλω τον φορτιστή στην πρίζα, αλλιώς θα το Laptop θα έκλεινε. Σκύβοντας, ένιωσα την κοιλιά να με εμποδίζει. Ωστόσο, άκουγα ωραίο τραγούδι εκείνη τη στιγμή και σκέφτηκα πως θα ήταν κρίμα να έκλεινε το Laptop και να το έκοβα στη μέση, ας πούμε, μη χειρότερα! Οπότε, σήκωσα το φορτιστή με το δεξί μου χέρι και τον σύνδεσα.
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω κάτι να πω. Δεν έχουμε πάντα κάτι να πούμε, όσο και αν το θέλουμε, γιατί νιώθουμε στην άκρη της γλώσσας μας μια ενόχληση, σα να θέλει να κουνηθεί, αλλά απλά καταλήγουμε να ανοιγοκλείνουμε το στόμα αθόρυβα. Και, πολλές φορές που είχα κάτι να πω, απλά πίστευα πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, ή δεν μου έρχονταν οι κατάλληλες λέξεις, και έτσι απλά σώπαινα.  Παλιά τουλάχιστον λειτουργούσε αυτό. Η σιωπή ήταν σωτηρία. Όταν σωπαίνεις, και δεν ακούει κανένας τι έχεις να πεις, δεν σε ενοχλεί και κανένας. Μόνο που, τις περισσότερες φορές έχεις όντως κάτι να πεις, απλά σωπαίνεις, γιατί παλιά δεν σε καταλάβαιναν ή , τις φορές που μιλούσες, ένιωθες πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Και το θεώρησες προτιμότερο να σωπάσεις.  Βέβαια, μετά μαζεύονται τόσα και νιώθει να πνίγεσαι και δεν ξέρεις τι στο καλό συμβαίνει με σένα. Αλλά τουλάχιστον, λες, αυτή η σιωπή γέννησε τόσα ποιήματα, τόσα πεζά. Τουλάχιστον δεν βγήκες απόλυτα χαμένος.
Μόλις σύνδεσα το φορτιστή, το τραγούδι που άκουγα τελείωσε. Όλα τελειώνουν κάποια στιγμή. Αλλά δεν είναι δεσμευτική αυτή η αλήθεια. Γιατί μπορείς να αρχίσεις κάτι, να δώσεις κάτι και αυτό το κάτι να συνεχίζεται ακόμα και όταν εσύ τελειώσεις, όταν η φυσική σου υπόσταση πάψει. Γιατί όλοι θα πεθάνουμε. Ίσως να παραγνωριστείς όσο υπάρχεις. Ίσως να μην σου δώσουν την απαραίτητη σημασία, ίσως να μην σε καταλάβουν όπως το θέλεις. Αλίμονο αν ήταν το αντίθετο πάντα. Μα, αν πιστέψεις σε μια ιδέα πολύ, αν της δώσεις όλη σου την αγάπη και την αφοσίωση, αν καταφέρεις να την κάνεις να ζήσει έξω από σένα και μέσα σου παράλληλα,  δεν είναι πως το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να τα καταφέρεις. Το σύμπαν χέστηκε για σένα. Απλά θα σου δώσει λίγη προσοχή, μα , ακόμα και αυτή η λίγη προσοχή αρκεί για να τα καταφέρεις.
Το Laptop φορτίζει τώρα. Όλοι και όλα χρειαζόμαστε  λίγη φόρτιση. Λίγο χρόνο για να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Ο καθένας χρειάζεται το χρόνο του. Μα, όσο μεγαλώνεις, καταλαβαίνεις πως ο χρόνος σου όλο και λιγοστεύει, ειδικά όταν καταλάβεις πως, για μεγάλο χρονικό διάστημα τον χαράμισες, τον σπατάλησες, και προσπαθείς να τον αναπληρώσεις και ας λες στον εαυτό σου πως τάχα έχεις χρόνο για να τον πείσεις να μην αρχίσει να ουρλιάζει.  Μα συνεχώς προσπαθείς, δεν το βάζεις κάτω. Προσπαθείς να αναπληρώσεις τον χαμένο χρόνο όσο καλύτερα γίνεται και να γεμίσεις τον ήδη υπάρχοντα.  Δεν σε νοιάζουν οι συνέπειες, μονάχα να αναπληρώσεις τον χαμένο χρόνο. Αλλά ακόμα φοβάσαι λίγο. Δεν πειράζει. Θα το ξεπεράσεις κάποτε. Γι' αυτό τρέχεις και τρέχεις και όλο τρέχεις,  όχι για να ξεφύγεις, μα για να προφτάσεις. Και πάντα λες πως έχεις μείνει πίσω, αλλά πόσα να αντέξει ένας άνθρωπος; Και πόσα να εξηγήσει και πόσο να τον καταλάβουν οι δικοί σου;Μα δες πόσο μακριά έχουμε φτάσει! Και πλέον αρκεί μια περιήγηση στο Ίντερνετ. Δεν θέλει πολλά για να δεις τους εφήμερους, για να σηκωθείς, να κατεβάσεις το παντελόνι όσο πας στην τουαλέτα, να κάτσεις και να καταλάβεις πως τα περισσότερα που φαίνονται αξίζουν όσο αυτό που αποθέτεις εκείνη τη στιγμή. Και σκέφτεσαι πως, αν στόχευες για τα εφήμερα, τι νόημα έχει ο σκοπός σου;  Ποιο το νόημα αν δεν προσφέρεις κάτι ουσιαστικό  έστω και μια φορά; Ποιο το νόημα αν γίνεις ένα με τη μάζα; Και ας λένε ό,τι θέλουν, και ας λες ό,τι θες, ξέρεις τι πραγματικά αξίζεις και πως θα το πάρεις.
Το Laptop μου και οι χορδές της κιθάρας που πάλλονται ρυθμικά.  Τώρα παίζει άλλο τραγούδι. Δεν θες να είσαι ένα ακόμη τραγούδι. Θες να μοιάσεις στου ήρωες σου και να διαφοροποιηθείς από αυτούς. Αν βρεις αυτό που θες να γίνεις, θες να γίνεις αυτό που θες να γίνεις.  Και τίποτα πια δεν έχει σημασία, μα η φράση αυτή , τίποτα πια δεν έχει σημασία, δεν είναι τελείως αληθινή. Γιατί πλέον έχουν πολλά σημασία, ειδικά πολλά από αυτά που είχαν παλιότερα ή που ίσως φαινόντουσαν πως δεν είχαν. Οι οικογένειες σου, η μουσική που άκουγες, οι ταινίες και οι σειρές και τα anime που βλέπεις, τα βιβλία και τα manga που διαβάζεις, η ηρεμία σου, ο ελεύθερος χρόνος σου, ο ύπνος σου. Είναι μια λίστα τεράστια, μια λίστα που όλο και μεγαλώνει. Τώρα έχουν όλα τόση σημασία που προσπαθείς να την κατανείμεις κάπως, ξέροντας πάντα πως την ύψιστη σημασία έχει ένα πράγμα: να δημιουργείς, γιατί αυτό σε έσωσε, και να δημιουργείσαι, γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Δεν είναι δύο διαφορετικά, αλλά οι διπλές όψεις ενός νομίσματος.
Τώρα παρατηρώ  πως ξέχασα να βάλω το Laptop να φορτίσει. Δεν σύνδεσα την πρίζα. Δεν το ξέχασα ακριβώς, απλά με έπιασε ένας μικρός οίστρος και ξεχάστηκα. Πλέον χαίρομαι όταν έχω χρόνο να ξεχαστώ. Να ξεχαστώ πραγματικά, εννοώ.  Μα δεν θέλω να ξεχαστώ τελείως. Γι' αυτό προσπαθώ να αφήσω κάτι καλό πίσω, για να έχουν να με θυμούνται. Να λένε πως δεν φοβήθηκε τελείως. Και όπως αυτό το Laptop που θα κλείσει, θα κλείσω και εγώ κάποτε. Τουλάχιστον να αφήσω κάτι πίσω μου που να λειτουργεί σαν τον φορτιστή. Και να έχω κλείσει, να μπορούν να με ανοίξουν όποτε θέλουν. Δεν είναι πως φοβάμαι μήπως δεν αναγνωριστώ τελικά. Τόσο  έχω ματώσει για να φτάσω ως εδώ, άλλο τόσο και παραπάνω θα ματώσω,  τουλάχιστον θα κινήσω την περιέργεια των θεών. Έχω γραπώσει το άστρο μου από τις μπάλες και το ζουλάω μέχρι να στερέψει. Και, όταν στερέψει, θα γραπώσω άλλα άστρα. Γιατί η νύχτα μου είναι ατελείωτη και θα φωτίζει την αυγή. Ο θάνατος είναι σίγουρος. Την αιωνιότητα όμως μπορείς να την ελέγξεις. Και το Laptop αυτό θα το αφήσω να κλείσει. Και θα πέσω για ύπνο γιατί πρέπει να ξυπνήσω και όχι γιατί πραγματικά θέλω να πέσω για ύπνο.  Μα δε βαριέσαι. Έχουμε μια ζωή μπροστά μας, όση διαρκέσει τελοσπάντων, και τόσα άστρα στον ουρανό. 
Είναι ωραίος ο ουρανός. Και εσύ έχεις ωραία μάτια, σίγουρα. Μην τους φέρεσαι άσχημα. Κάποτε όλα όσα κάνουμε θα φανερώσουν ακριβώς τον σκοπό για τον οποίο τα κάναμε. Και αν αποδειχθεί ,τελικά, πως τα σκατώσαμε, ε, τι να κάνουμε!  Η ζωή είναι ένα ατέλειωτο τραγούδι και πρέπει να το ακούσουμε μέχρι τέλους. 
Ακόμα κάθομαι στην καρέκλα μου. Ακόμα ακούω μουσική. Το Laptop τελικά δεν έκλεισε. Κοίταξε να δεις!
-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2021





Ήταν λίγο πριν τα τέλη της Πέμπτης Δημοτικού. Ένα, κάποιο ξεχασμένο και περασμένο, καλοκαίρι και, κατά τη διάρκεια της γυμναστικής, κάναμε πρόβες για κάτι αγωνίσματα. Ήταν κάτι σαν εκδηλώσεις  που θα γινόντουσαν για εμάς και τους γονείς μας την τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία για το καλοκαίρι.  Η γυμνάστρια το θεώρησε καλή ιδέα, κάτι διαδραστικό για εμάς και διασκεδαστικό παράλληλα, ένα παιχνίδι, με λίγα λόγια, για τους μαθητές της και κάτι για να χαρούν οι γονείς.
Ανάμεσα στα αγωνίσματα ήταν και οι τσουβαλοδρομίες. Κάτι απλό, που λάμβανε χώρα στο γήπεδο του μπάσκετ που διέθετε το Δημοτικό και πήγαινε ως εξής: Στην τάξη ήμασταν καμιά εικοσαριά άτομα, αγόρια και κορίτσια. Οπότε, χωριστήκαμε σε ομάδες των τεσσάρων, πέντε ομάδες στο σύνολο. Μπαίναμε σε σειρές ,δύο άτομα από κάθε ομάδα,  κάτω από τη μια μπασκέτα οι μισοί και οι υπόλοιποι μισοί κάτω από την  άλλη μπασκέτα. Όταν θα σφύριζε η γυμνάστρια, έπρεπε να μπει ο πρώτος στο τσουβάλι, να φτάσει στην άλλη άκρη του γηπέδου, να βγει, να μπει ο επόμενος, να τρέξει στην άλλη άκρη και ούτω καθεξής ,μέχρι τον τελευταίο της ομάδας. Η ομάδα της οποίας ο τελευταίος παίχτης θα έφτανε πρώτος την γραμμή του τερματισμού, θα ήταν και η νικήτρια. Απλό αγώνισμα, αλλά αρκούσε για να μας κάνει ανταγωνιστικούς και να μας πεισμώσει. Παιδιά ήμασταν και ήταν κάτι το διαφορετικό και ευχάριστο.
Οι ομάδες ορίστηκαν στην τύχη. Εγώ έτυχα σε αυτή με τον Αλέξανδρο, την Μένια και την Νατάσα. Ο Αλέξανδρος θα ξεκινούσε πρώτος, η Μένια δεύτερη, εγώ τρίτος και η Νατάσα τελευταία. Αποφάσισα πως θα πήγαινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να νικήσει η ομάδα μου, παρόλο που δεν είχαμε και πολλές πιθανότητες μιας και η Μαρία, πρωταθλήτρια στίβου , ήταν σε άλλη ομάδα.
Γυμναστική είχαμε την πέμπτη ώρα εκείνη την ημέρα. Το πρωί πήγαμε κανονικά στο σχολείο και περιμέναμε για την προσευχή.  Επειδή είχε περάσει το Πάσχα, δεν λέγαμε το Πάτερ Ημών αλλά το Πιστεύω και δεν το ήξερε κανένας μας σχεδόν , ή τουλάχιστον δεν το ομολογούσαν οι λίγοι που το θυμόντουσαν απ' έξω, οπότε το είπε για άλλη μια φορά η Στέλλα, μια κοπέλα που ήταν στην Τετάρτη. Μόλις τελείωσε, ανεβήκαμε στις τάξεις μας.
Την πρώτη ώρα είχαμε Γλώσσα. Εκείνη την μέρα, η δασκάλα μας, η Κυρία Φωφώ, μας έβαλε όλους να ζωγραφίσουμε. Κοινό το θέμα, γιατί αφορούσε τα τροχαία δυστυχήματα και όλες οι ζωγραφιές θα έπαιρναν μέρος σε έναν διαγωνισμό που διοργάνωνε η Τροχαία για όλα τα δημοτικά σχολεία της  περιοχής. Εγώ καλός ζωγράφος δεν ήμουν , αλλά προσπάθησα και έφτιαξα κάτι πολύ ωραίο, για εμένα: ήταν μια διασταύρωση, στην οποία ένα αμάξι πέρασε με κόκκινο και πάτησε έναν ποδηλάτη. Ο ποδηλάτης έπεσε κάτω αιμόφυρτος και γύρω του ήταν κόσμος. Κάπου στο βάθος, ένα ασθενοφόρο έκανε την εμφάνιση του. Όταν τελείωσα, σηκώθηκα, το έδειξα στην δασκάλα και μου έδωσε συγχαρητήρια. Χαμογέλασα και της ζήτησα να μου το δώσει πάλι  , για να το ολοκληρώσω. Δύο θρανία πίσω από εμένα καθόταν ο Άγγελος. Γενικά δεν τον ενδιέφεραν και τόσο τα μαθήματα, πιο πολύ να παίζει. Τον κοίταζα με την άκρη του ματιού μου, ενώ καθόμουν στη θέση μου, καθώς πασάλειβε μια ακουαρέλα αδιάφορα.  Θυμήθηκα που λίγες μέρες πριν, θα βγάζαμε φωτογραφίες για να τις κάνουν κάδρο και είχα ντυθεί με καλά ρούχα, τα οποία μου ήταν λίγο τσίτα. Έτυχε να κάθεται στο ίδιο θρανίο με εμένα και, όταν κάθισα και εγώ, γέλασε και φώναξε, για να το ακούσει όλη η τάξη, <<ΤΑ ΜΠΟΥΤΙΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ, ΧΑΧΑΧΑ>>. Με πλήγωσε, είναι η αλήθεια, αλλά δεν έδωσα πολύ σημασία. Τι μπορούσα να του πω άλλωστε;
Η πέμπτη ώρα έφτασε και βγήκαμε για τη γυμναστική. Αμέσως πήγαμε στο γήπεδο του μπάσκετ. Ο Άγγελος ήταν σε άλλη ομάδα, ακριβώς δίπλα από την δικιά μου. Όταν λάβαμε τις θέσεις μας, η γυμνάστρια μας ρώτησε αν ήμασταν έτοιμοι και απαντήσαμε καταφατικά. Τότε σφύριξε.
Η μάχη ήταν δύσκολη. Έβλεπες μικρά παιδιά να προσπαθούν με όλη τους τη δύναμη, με μικρά χοροπηδητά, μέσα σε τσουβάλια , να φτάσουν στην άλλη άκρη και με πολύ γρήγορες κινήσεις να βγουν για να δώσουν την θέση τους στον επόμενο. Στην δικιά μου ομάδα, ο Κωνσταντίνος έφυγε σφαίρα και έφτασε πρώτος. Η Μένια άργησε λίγο να μπει στο τσουβάλι και να ξεκινήσει. Όταν έφτασε κοντά μου και βγήκε, προσπάθησα με πολύ γρήγορες κινήσεις να μπω μέσα και να ξεκινήσω για να καταφέρει η Κωνσταντίνα να τερματίσει γρήγορα. Ωστόσο, δύο τρία πηδήματα μετά, δεν τα κατάφερα και έπεσα κάτω, και για λίγο δεν προσγειώθηκα στο πρόσωπο μου. Χωρίς να ήμουν σίγουρος, ένιωθα τα βλέμματα όλων να είναι στραμμένα πάνω μου. Προσπάθησα να σηκωθώ αλλά ξαναέπεσα. Και τότε, μια φωνή ακούστηκε. Η ίδια, αστεία, φωνή: <<ΔΕΣ ΤΟΝ, ΣΑΝ ΤΣΟΥΒΑΛΙ ΕΠΕΣΕ ΚΑΤΩ. ΣΑΝ ΠΑΤΑΤΑ. Η ΠΑΤΑΤΑ! ΧΑΧΑΧΑΧΑ.>>.
Γέλια. Αθώα γέλια μικρών παιδιών. Σηκώθηκα αμέσως και κουτσά στραβά έφτασα στην Νατάσα και βγήκα από το τσουβάλι. Αλλά δεν μπορούσα να μείνω εκεί. Είπα στην δασκάλα πως μου πονούσε λίγο το γόνατο και αν μπορούσα να πήγαινα λίγο πίσω να καθίσω. Μου το επέτρεψε και έτσι πήγα,  σχεδόν τρέχοντας, πίσω από τις κερκίδες που είχε το γήπεδο και κάθισα πάνω στο ένα από τα δύο παγκάκια που υπήρχαν εκεί, κάτω από τα πεύκα. Κάθισα και έπιασα το γόνατο μου. Κάθισα και τους άκουγα πως έπαιζαν, πως γελούσαν. Κάθισα και ,όσο τους άκουγα,  προσπαθούσα να συγκρατηθώ. Η πατάτα. Κάθισα , ώσπου δεν άντεξα και άρχισα να κλαίω. Και σκεφτόμουν, ο Δημήτρης η Πατάτα. Και συνέχιζα να κλαίω.
Τελικά, σταμάτησαν τα αγωνίσματα και τους είδα να πηγαίνουν μέσα στο σχολείο. Άρχισα να σκουπίζω τα μάτια μου. Δύο κορίτσια από την τάξη, η Ελεωνόρα και η Ελισάβετ, ήρθαν πίσω, εκεί που καθόμουν εγώ. 
<<Είσαι καλά Δημήτρη;>> και <<Έκλαιγες;>>.
<<Όχι, όχι, μια χαρά είμαι. Δεν έχω κάτι>>, απάντησα χαμογελώντας. 
<<Σίγουρα;>>.
<<Ναι, ναι >>.
<<Μην κλαις. Βλάκας είναι. Έλα, όλοι πάμε μέσα να πιούμε νερό>>.
Και έτσι, σηκώθηκα πάνω. Όπως και να είχε, δεν μπορούσα να μείνω για πάντα σε εκείνα τα παγκάκια.
-Ο.Γ.Θ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...