Πέμπτη 29 Απριλίου 2021




Όταν πήρα, τελικά, την απόφαση να ανοίξω  τρύπα και στο δεξί μου αυτί, είχα φτάσει αισίως στα μισά του τρίτου έτους στη σχολή. Κόντευε να τελειώσει ο Απρίλης και είχε καλό καιρό εκείνη την μέρα, Τρίτη πρέπει να ήταν αλλά δεν το παίρνω και όρκο. Θα πήγαινα  το μεσημέρι να ανοίξω την τρύπα, γιατί είχα μάθημα από τις τέσσερις και μετά. Βγήκα ενθουσιασμένος από το διαμέρισμα και πήρα το πρώτο αστικό που με βόλευε. Περίπου τριάντα λεπτά μετά  έφτασα έξω από το μαγαζί, στο οποίο είχα κάνει και την τρύπα στο αριστερό μου αυτί. Βρισκόταν στην Σβώλου, και ,αν και κομματάκι ακριβούτσικο, έκαναν καλή δουλειά και τους εμπιστευόμουν. 
Μπήκα μέσα και κάθισα στον καναπέ που είχε,  μέχρι να τελειώσουν από τον επάνω όροφο που έκαναν τα piercings. Την ίδια στιγμή, ένα παλικάρι, δεν πρέπει να ήταν πολύ μικρότερος από εμένα, ξανθός και αμούστακος, που είχε μπει ακριβώς πριν από εμένα, μιλούσε με την κυρία  υπάλληλο στο ταμείο.
<<...... και σκέφτομαι να κάνω τρύπα στη ρώγα>>, της λέει , με χαμόγελο που έδειχνε πως ήταν σαν μια ευχή παιδική που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί. <<Ωστόσο, να σας κάνω μια ερώτηση;>>.
<<Φυσικά!>>, απάντησε η κυρία υπάλληλος ευγενικά.
<<Φοβάμαι λίγο μην γίνει τίποτα, ας πούμε τραβήξω απότομα την μπλούζα και... ξέρετε... ξεκολλήσει η ρώγα ή κάτι τέτοιο>>.
Η υπάλληλος μειδίασε, αλλά συγκρατήθηκε. 
<<Μην αγχώνεσαι. Δεν θα συμβεί αυτό. Απλά θα πρέπει να το προσέχεις. Ο Μήτσος θα σου πει τι να κάνεις>>.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά κατέβηκε από τα σκαλιά μια κοπελίτσα με το δεξί αυτί της φρεσκοτρυπημένο στον τράγο, για να πληρώσει.
<<Μήτσο, το παιδί θέλει σκουλαρίκι στη ρώγα>>.
<<Πολύ ωραία.  Το όνομα σου παλικάρι;>>.
<<Γιάννης>>.
<<Χάρηκα Γιάννη, είμαι ο Μήτσος. Έλα μαζί μου>>.
Η κοπελίτσα πλήρωσε, στο μεταξύ, και βγήκε έξω όπου την περίμενε μια φίλη της για να φύγουν. Της έδειξε το σκουλαρίκι, γέλασαν, και κίνησαν για τον επόμενο προορισμό τους, όποιος και αν ήταν αυτός.
<<Το παλικάρι τι θα κάνει;>>, με ρώτησε τότε η κυρία υπάλληλος.
<<Θέλω να βάλω σκουλαρίκι στο δεξί αυτί>>, απάντησα χαμογελώντας. 
<<Βλέπω έχεις στο αριστερό, άρα ξέρεις την διαδικασία. Περίμενε να τελειώσουν πάνω και μετά έχεις σειρά εσύ>>.
Οπότε, περίμενα υπομονετικά λίγο ακόμα, με μια μικρή αμηχανία ομολογώ, μέχρι να έρθει η σειρά μου να καθίσω στην δερμάτινη καρέκλα, , περιμένοντας να μου τρυπήσουν το δεξί αυτί και να μου βάλουν το αρχικό, μεταλλικό, γκρι σκουλαρίκι για δύο εβδομάδες ''επώασης'' περίπου, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε μόλυνση ή κάτι σχετικό, μέχρι να βάλω το σκουλαρίκι της επιλογής μου, ενώ σκεφτόμουν πως επιτέλους έκανα πράγματα που τα ήθελα από έφηβος. 
Περιχαρής, βγήκα από το μαγαζί και κίνησα για τη σχολή. Ανηφόρισα την Ναβαρίνου, πέρασα απέναντι στην Εγνατία και συνέχισα προς την Εθνικής Αμύνης, για να μπω από την πλάγια είσοδο του Α.Π.Θ.  Κανονικά, θα είχε δύο- τρία παιδιά να μοιράζουν φυλλάδια, μερικές μυστήριες φάτσες και, κατά κύριο λόγο, φοιτητές  να περιτριγυρίζουν, να μπαίνουν και να βγαίνουν προς και από το ΑΠΘ.
Ωστόσο, προς έκπληξη μου  λάμβανε χώρα μια Διαμάχη Μεταξύ Μπαμπουίνων. Γιατί είδα δύο ομάδες, συσπειρωμένες - σα να ήταν δύο στρατόπεδα- να βρίζονται και να απειλούν πως θα  σπάσουν στο ξύλο ,θα σαπίσουν στο ξύλο, θα σκοτώσουν, θα τα γαμήσουν όλα και πολλά ακόμα χαριτωμένα. Καθόμουν λίγο πιο πέρα,  τόσο ώστε να μην τραβάω τα βλέμματα, αλλά σε σημείο ώστε να προσπαθώ να καταλάβω τι στο καλό συνέβαινε εκείνη τη στιγμή μεταξύ αυτών των αγοριών και των κοριτσιών και που οφειλόταν τόσο μίσος, τόση οργή, οι αλυσίδες, τα αίματα, η απέχθεια, η κατάντια. 
<<Μάθατε τι έγινε πριν;>>, είπε μετά, ενώ περιμέναμε μέσα στην αίθουσα για να αρχίσει το μάθημα ο Κώστας, ένας συμφοιτητής μου.
<<Ναι>>, απάντησε ο Αλέξανδρος. <<Κατέβηκαν Ούγκαμπουγκαγκίτες από την Αθήνα για να παίξουν ξύλο με τους Ούγκαμπουγκαγκίτες από εδώ>>.
Όσο ήμουν παρόν σε όλη αυτή τη διαμάχη, την μόνη που λυπήθηκα πραγματικά ήταν μια κυρία η οποία, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά της και, έχοντας βρεθεί καταλάθος ανάμεσα στην παράνοια,  είχε την φαεινή ιδέα να βγάλει το κινητό της και να απαθανατίσει τη στιγμή, #χαμούλης. Όταν την κατάλαβαν, της άρπαξαν το κινητό και άρχισαν να της φωνάζουν, <<ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ; ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ >>, και άλλα τέτοια ωραία, φτύνοντας την. Ήθελα να την βοηθήσω να το πάρει πίσω, αλλά σκέφτηκα, ήθελεστα και παθέστα, γιατί να μπλέξεις με αυτούς, μην φάμε και ξύλο άδικα και είναι και βλαμμένοι όλοι τους.
Ώσπου, <<ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ, ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΕΔΩ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ!>>, φωνάζει ξαφνικά ο αρχηγός , από ό,τι φαινόταν, των Αθηναίων Ούγκαμπουγκαγκίτες, και τους βλέπω  να τρέχουν προς το κέντρο. Οι Θεσσαλονικείς Ούγκαμπουγκαγκίτες ανταπέδωσαν απειλές  και μπήκαν μέσα στα κτήρια του ΑΠΘ, σαν κυνηγημένοι. Την ίδια στιγμή, περίπου, έσκασε ένα μηχανάκι της αστυνομίας με δύο μπασκίνες. 
<<Μα, μου, αυτό εκείνο>> να παραπονιέται η κυρία και <<Λυπάμαι>>, να της λέει ο πιο φουσκωτός, με τα γυαλιά ηλίου, <<αλλά μπήκαν μέσα στο Πανεπιστήμιο, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, αν τους ξαναδείτε φωνάξτε μας>>, και να ανεβαίνει  πάλι στη μηχανή για να φύγουν.
Έβαλα πάλι τα ακουστικά μου και συνέχισα να περπατάω. Μπήκα  μέσα στη Φιλοσοφική για να πάω στο κτήριο της Νομικής και τους έβλεπα δεξιά και αριστερά να κάθονται, γεμάτοι οργή και μίσος. Και τότε με κατέκλυσε μια χαρά, μα και μία απογοήτευση. Γιατί συνειδητοποίησα πόσο θρασύδειλοι και ηλίθιοι ήταν  και πως τουλάχιστον καταστρέφονταν μεταξύ τους.  Γιατί ήταν οι ίδιοι που είχαν μας είχαν πρήξει τα παπάρια με γενικές συνελεύσεις στη σχολή που τελικά τις σιχαθήκαμε και δεν πατούσε κανείς μετά από ένα σημείο, οι ίδιοι που στην Τελευταία Μεγάλη Συνέλευση, όταν δεν πέρασε το δικό τους, έκλεισαν με τα σώματα τους τις πόρτες για να μην βγει κανείς μας. Οι ίδιοι επαναστάτες της π* που από μόνοι τους χαλούσαν την εικόνας τους, οι ίδιοι κολλημένοι και μούφα Τσε Γκεβάρα που αυτοκαταταστρέφονταν και καλά πάθαιναν, εγκλωβισμένοι σε μια ιδέα για τον εαυτό τους που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα όπως τη νόμιζαν και την εφάρμοζαν οι περισσότεροι. Και συνειδητοποίησα πόσο πιο έξυπνα το έπαιζε η ΒολεψοΦαπ. Γιατί εκείνοι δεν δρούσαν φανερά. Εκείνοι δρούσαν από πίσω, υποχθόνια, από εκεί που δεν τους έβλεπε κανείς και, παρόλο που γνωρίζαμε, δεν υπήρχαν απτά στοιχεία, αλλά και όσα υπήρχαν δεν τους αγγίζαν, γιατί ήξεραν πως παίζεται το παιχνίδι, γιατί είχαν άλλους από πίσω και ,τελικά , δεν ήξερα τι να σιχαθώ περισσότερο. Το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν πίστευα κανέναν τους και με άφηναν παντελώς αδιάφορο.
Έτσι, πήρα μια μεγάλη ανάσα για να γεμίσουν τα πνευμόνια μου από τις εκκρίσεις της σκατότρυπας που συνέχιζε σε μεγάλο βαθμό να είναι το μονάκριβό μου πανεπιστήμιο, ενώ ο ήλιος έλαμπε, ενώ τα πουλιά κελαηδούσαν, ενώ οι Πιοσκουροδέρματοι πήγαιναν στις καβάτζες τους για να μας ρωτήσουν μετά αν τέλουμε -,
Και συνέχισα την ζωή μου. 
Τουλάχιστον είχα τρυπήσει και το δεξί μου αυτί. Και αυτό μου αρκούσε για την ώρα.
-Ο.Γ.Θ. 

Κυριακή 11 Απριλίου 2021




Κάποτε έγραψα το εξής:
<<Το κάπνισμα σκοτώνει /Γράφει το πακέτο/ Πφφφ /Έχουν δει /Τι κάνει /Ο έρωτας ;
- Οι πεταλούδες ζούνε μια μόνο μέρα.>>
Μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα
Για να σπάσω πλάκα, το ονόμασα
<<Προσπάθεια για μοντέρνα ποίηση,vol.1>>
Και το έβαλα μαζί με πέντε- έξι ακόμη τέτοια
Σε μια συλλογή που δημιούργησα, το Οδοιπορικό.
Την έστειλα σε μερικούς εκδοτικούς
(Με την ελπίδα να με βάλει επιτέλους μέσα στα πράγματα)
και Την μοίρασα σε μερικά κοντινά μου πρόσωπα.
Δεν έλαβα πολλά σχόλια, όμως
Ένα που έλαβα ήταν για το συγκεκριμένο και πως
Ήταν ωραίο.
Και σκέφτομαι μια στο τόσο πως
Αν έγραφα έτσι (σαν και αυτούς)
Τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα ίσως
Και δεν θα χρειαζόταν να ανησυχώ τόσο,
Η εύκολη λύση,
Αλλά προτιμώ να ταλαιπωρηθώ και άλλο
Να κλάψω και άλλο
Να φάω τα μούτρα μου και άλλο
Να λάμψει το αστέρι μου έστω και αργά
Από το να τα παρατήσω
Και να αρχίσω να γράφω 
(σαν και αυτούς) έτσι.
Γιατί πάνω από όλα
Θέλω να μείνω πιστός στην ψυχή μου
Και να αναδείξω όσο πιο υπέροχα γίνεται
Την ίδια και
Αυτό
Που την έσωσε.
-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 4 Απριλίου 2021




Αυτή η σταγόνα που πέφτει κάθε δύο δευτερόλεπτα- βασικά, μισό , ναι, τα μέτρησα, είναι πράγματι δύο δευτερόλεπτα - από την βρύση της κουζίνας έχει αρχίσει να με τρελαίνει. Έχω προσπαθήσει τα πάντα σχεδόν για να σταματήσω την μικρή αυτή διαρροή, αλλά ακόμα η σταγόνα πέφτει. Λέτε να καλέσω κανένα υδραυλικό; Μπα, τι ξέρουν αυτοί; Θα το αφήσω και αυτό, λοιπόν, όπως άφησα άλλα τόσα θέματα που εμφανίστηκαν στη ζωή μου, θα το αφήσω απλά, μέχρι να αρχίσει  τρέχει ανεξέλεγκτα, και η διαρροή να μεγαλώσει τόσο πολύ που θα πλημμυρίσουμε εδώ μέσα, θα γίνουμε λούτσα  και μετά, όταν  το νερό θα έχει σκεπάσει τα πάντα και εγώ θα κάθομαι πάνω σε μια καρέκλα πίνοντας ένα ποτήρι φθηνό κρασί, θα παραπονιέμαι και θα σκέφτομαι για ποιον λόγο δεν το διόρθωσα όταν ήταν ακόμη νωρίς; Ίσως να φταίει η φράση που άκουσα να λένε, το <<Σκάσε και κολύμπα>>. Μα προς τα που να κολυμπήσω, ο ωκεανός είναι απέραντος και τα πάντα γύρω μου είναι θολά όταν ανοίγω τα μάτια μου  και η αναπνοή μου όλο και φαίνεται να τελειώνει και δεν τελειώνει ποτέ και-. 
Επιφάνεια. 
Ανάσες.
Οπότε, αποφάσισα να πάω για ύπνο. Θα το δω αύριο- αύριο... . Και η αλήθεια είναι πως με παίρνει σχεδόν αμέσως ο ύπνος, αλλά τι ύπνος είναι αυτός όταν πρέπει να σε ξυπνάει το ξυπνητήρι για πέντε μέρες συνεχόμενες και οι δύο μέρες που έχεις συνήθως στη διάθεση σου δεν είναι αρκετές για να ξεκουραστείς; 
Ημέρα: ούτε ξέρω και εγώ πλέον. Η σταγόνα πέφτει και πέφτει σαν κινέζικο βασανιστήριο. Καμία βελτίωση ακόμα με την βρύση. Οπότε κάθισα κάτω, αγκάλιασα τα γόνατα μου και άρχισα να κλαίω.
Και τώρα κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Το γράφω συχνά για τους χαρακτήρες μου, μα το κάνω και εγώ, κοιτάζομαι συχνά στον καθρέπτη λες και κάποτε παρατήρησα κάτι πάνω μου  και έκτοτε δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς, γι' αυτό και κοιτιέμαι τόσο. Αλλά τουλάχιστον χαμογελάω σε αυτόν και παρατηρώ το χαμόγελο μου και είναι πολλές φορές που πιστεύω πως είμαι  πράγματι όμορφος, μόνο να μην ήμουν έτσι όπως είμαι σκέφτομαι, αλλά και πάλι, χαμογελάω και νιώθω όμορφος, γιατί με κάνατε να πιστεύω πως είμαι άσχημος;  Και σκέφτομαι, γιατί δεν το βλέπει και εκείνη πόσο όμορφος είμαι τώρα;  Γιατί δεν το έβλεπα και εγώ πόσο όμορφος είμαι;  Και σίγουρα, ήμουν και πιο όμορφος παλιά και θα ήμουν πανέμορφος αν-.  Αλλά με τα αν δεν κάνεις προκοπή, αν, αν, αν, και αν και πότε, αν όχι τώρα, πότε, αν όχι σε αυτή τη ζωή. Τα αν σε αυτή τη ζωή σε καταστρέφουν, αν -είδατε τι έκανα;- τα υπεραναλύεις. Και όλο λέω πως θα το αλλάξω και όλο κωλυσιεργώ, αλλά πλέον νιώθω καλά. Και ξέρω πως κρύβω τόση ομορφιά, τόση αγάπη μέσα που ζητάνε να βγούνε και βγαίνουνε, και όλο βγαίνουνε και τελικά πάντα μένει κάτι πίσω, όσο και να δοθείς, γιατί όσο και να δοθείς, η πηγή δεν στερεύει ποτέ και ένα μεγάλο κομμάτι το κρατάω για σένα, να ξέρεις. Είμαστε πλάσματα καμωμένα με αστείρευτη αγάπη, απλά φοβόμαστε. Αλλά όχι τόσο για να μην το δείχνουμε, αλλά λιγότερο από ό,τι πρέπει ή ό,τι μπορούμε συνήθως, πράττουμε αναλόγως με την περίσταση, μέχρι να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας, αλλά και πάλι έχουμε σηκώσει λίγο πιο ψηλά τείχη. Γιατί φοβόμαστε. Γίναμε αρκετά επιφυλακτικοί, τόσο που τρομάζουμε το επιπόλαιο παιδί που ήμασταν κάποτε. Και αυτό δεν είναι ολότελα δικό μας λάθος. Φέρετε και εσείς μερίδιο ευθύνης

Ποιος μας εγγυάται για το υπερπέραν εκτός από την ματαιόδοξη φαντασία μας;

Και η βρύση ακόμα στάζει. Αν δεν έσταζε έτσι, πάλι θα έβρισκα κάτι για να παραπονιέμαι. Θέλει διάλογο εδώ, δεν έχω βάλει διάλογο. Μην είσαι φαφλατάς, άνθρωπε μου.
Χμμμ. Ορίστε:
<<Τι κάνεις εσύ;>>, ρωτάει αυτός.
<<Καλά είμαι εγώ. Εσύ τι κάνεις;>>, απαντάει αυτή.
<<Και εγώ μια χαρά είμαι>>.
<<Δεν είναι χάρμα η ζωή;>>.
<<Χάρμα είναι η φάτσα σου>>.
<<Δεν ξέρω αν προσπάθησες να ειρωνευτείς, αλλά δεν πέτυχε>>.
<<Δεν πετυχαίνει τίποτα εδώ που τα λέμε>>.
<<Και τότε τι άλλο μένει να πούμε;>>.
<<Μα έχουμε τόσα πράγματα, τόση θάλασσα να κολυμπήσουμε. Γιατί να μένουμε στα βράχια και να χτυπιόμαστε;>>.
<<Γιατί αν καταλαβαίναμε εξ' αρχής πως ήταν τόσο εύκολο, τότε πως θα προσπαθούσαμε παραπάνω;>>.
<<Μα δεν είναι τόσο απλό, ούτε τόσο εύκολα αντιληπτό>>.
<<Δυστυχώς>>.
<<Και τώρα;>>.
<<Τώρα σιωπή. Ασ' τον να τελειώσει>>.

Και δεν είναι πως βαρέθηκα ή κουράστηκα. Απλά ανυπομονώ τόσο πολύ για όσα πιστεύω πως θα έρθουν επιτέλους και να σταματήσει η βρύση επιτέλους και να έχω επιτέλους ένα σπίτι όπως το φαντάζομαι, αλλά οι καρέκλες είναι ακόμα σπασμένες και το κρεβάτι μού μοιάζει το μόνο ασφαλές μέρος. Εκτός αν κρατάω στυλό και χαρτί, έστω νοητά. Τότε είμαι ένας μικροσκοπικός ιππότης που μπορεί να σκοτώσει και τον πιο σκληρό, καυτοφλογοφτύστη δράκο. Γιατί, αν δεν είχα την βρύση να στάζει, τελικά, και δεν το καταλάβαινα πως έσταζε, ίσως και να έπληττα στην τελική. Δεν ξέρω. Θα πιώ μια μπύρα. Ίσως αύριο να είναι καλύτερα. Πιείτε μια μπύρα μαζί μου. Με το τρία. Τρία. Ωραία, τσουγκρίσαμε, ενώ το πιάνο παίζει ωραίες μελωδίες. Η ζωή αξίζει για την μπύρα, το πιάνο και τις μελωδίες του, μερικούς ανθρώπους, για την αγάπη που δίνεις και το καλό που κάνεις και , σε τελική ανάλυση, αξίζει πραγματικά όταν την κάνεις δική σου και η ζωή αξίζει για τόσα πολλά που ο καθένας πρέπει να τα ανακαλύψει μόνος του για να είναι χαρούμενος.
Η ζωή όταν γίνεται ζωή σου- τότε μόνο αναπνέεις, τουλάχιστον λίγο καλύτερα.

Η βρύση ακόμη στάζει. Και ίσως να στάζει για πάντα. Και είναι εντάξει, πραγματικά. Γιατί δεν είναι πως τα χέρια μας είναι δεμένα. Η βρύση θα στάζει για πάντα, στην τελική. Απλά ζητάμε να μην μας ενοχλούν τόσο πολύ οι σταγόνες της. Δεν ζητάμε πολλά, έτσι δεν είναι;

-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021




Ξεκλείδωσε την πόρτα της πολυκατοικίας του, ενώ μασούσε πατατάκια. Κάλεσε το ασανσέρ και, όσο το περίμενε να κατέβει, μάσησε μερικά ακόμη πατατάκια. Μέχρι να μπει στο διαμέρισμα του, είχε φάει σχεδόν τα μισά. Έβγαλε τα παπούτσια του με δυσκολία, πέταξε την σακούλα με τα πατατάκια πάνω στον πάγκο της κουζίνας του, άφησε την τσάντα του και μια σακούλα με κόκκινο ξηρό κρασί στο δωμάτιο του δίπλα από το γραφείο του και πήγε να βάλει τροφή στα δύο του χρυσόψαρα, στη  γυάλα που βρισκόταν στο τραπέζι του σαλονιού. Όταν η τροφή ακούμπησε την επιφάνεια του νερού, λύγισε τα γόνατα του για να παρατηρήσει τα ψάρια όσο έτρωγαν. 
<<Πέρασε και αυτή η μέρα μάγκες. Τέλος η χαρτούρα για σήμερα. Αύριο με το καλό τώρα, στις 9 το πρωί ξανά, σεεεεε 15 ώρες και 24 λεπτά. Το ξέρατε πως σε μια βδομάδα κλείνω τα έξι χρόνια στο γραφείο του Παύλου; Έξι χρόνια γραμματέας. Όχι, που να το ξέρατε, πριν δύο μήνες σας αγόρασα. Βασικά χεστήκατε κιόλας. Ελπίζω ο Παύλος να το θυμηθεί και να μου δώσει κάνα μπόνους. Ναι, φυσικά, θα μου πει, έλα μια χειραψία, πάρε τα τρία μου και ξεκίνα τη δουλειά, γιατί σήμερα πνιγόμαστε. Κάθε μέρα πνιγόμαστε. Χα! >>.
Όταν φάνηκε πως χόρτασαν, χαμογέλασε, σηκώθηκε, ξεντύθηκε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Όσο περίμενε το νερό να ζεσταθεί, έψαχνε τραγούδι στο Youtube για να ακούει όσο θα έκανε μπάνιο. Όταν το βρήκε, άφησε το κινητό πάνω στο πλυντήριο ρούχων και, με δύο κινήσεις, βρέθηκε κάτω από το ζεστό νερό. 
(Did you ever want it?
Did you want it bad?
Oh, my, it tears me apart...)
Τον νερό έπεφτε πάνω στα κοντά, μαύρα μαλλιά και στο άτριχο σώμα του. Έκλεισε τα μάτια του  και φαντάστηκε πως ήταν μέσα στη θάλασσα, απόγευμα καλοκαιριού, ενώ ο ήλιος έδυε και δεν ήταν κανένας μέσα στην θάλασσα εκτός από τον ίδιο. Και κολυμπούσε, και κολυμπούσε, και κολυμπούσε, ενώ ξέπλενε το αφρόλουτρο και το σαμπουάν από τα μαλλιά και το σώμα του. Αναδύθηκε νοητά όταν τέλειωσε, έκλεισε την παροχή και βγήκε έξω να σκουπιστεί. Μόνο τότε άνοιξε τα μάτια του, όταν η πετσέτα ακούμπησε την παλάμη του.
(Maybe this time, i can be strong
But since i know who i am
I'm propably wrong...)
Σχεδόν είχε ντυθεί όταν το τραγούδι τελείωσε και το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Κοίταξε την οθόνη. Δεν ήταν αποθηκευμένος αριθμός, αλλά κάτι του θύμιζε. Το σήκωσε γιατί φαντάστηκε οτι ήταν από την δουλειά.
<<Παρακαλώ;>>, ρώτησε. Δεν έλαβε καμία απάντηση. Επανέλαβε την ερώτηση.
<<Αλέξανδρε; Εσύ είσαι;>>. Ήταν μια γυναικεία φωνή, γνώριμη.
<<Ο ίδιος. Ποιος είναι;>>, ρώτησε ευγενικά.
<<Εγώ είμαι. Δεν με κατάλαβες;>>.
<<Ε-. Ναι , ναι, σας κατάλαβα. Τι κάνετε;>>.
<<Καλά, αλλά γιατί μου μιλάς στον πληθυντικό;>>.
<<Εγώ-. Λάθος μου τότε. Συγγνώμη. Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβα ποιος είναι>>.
<<Εγώ είμαι καλέ. Τι έπαθες; Τέλοσπαντων. Πως είσαι; Τι κάνεις;>>
<<Δεν-. Συγγνώμη, αλλά ποιος είναι;>>.
<<Αμάν καλέ, εγώ είμαι. Τώρα πες μου, πως είσαι;>>.
<<Κα-. Καλά είμαι. Εσύ;>>. 
Ήθελε να πει πως έκαναν λάθος και να το κλείσει, όμως κάτι σε αυτή την φωνή τον έκανε να επιμένει.
<<Φανταστικά. Δεν ενοχλώ ε; Ακούω το νερό να τρέχει, οπότε είσαι σπίτι>>.
<<Δεν τρέχει το->>.
<<Αχ, άκου τι έγινε σήμερα στο μαγαζί. Που λες...>>
Κρατώντας το κινητό στο αυτί του, ο Αλέξανδρος κοίταξε γύρω του. Τελικά, ελλείψει χώρου, βγήκε έξω και, ακουμπώντας στον τοίχο, κάθισε κάτω.
<<...και τον βοηθούσα να διαλέξει ένα τζιν και τότε ήρθε η γυναίκα του, που ήταν μαζί του και είχε κάτι στο βλέμμα της, ξέρεις, σα να έλεγε, δεν θα αφήσω άλλη γυναίκα να διαλέξει ρούχα για τον άνδρα μου. Μόνο εγώ θα διαλέγω τα ρούχα του. Έτσι τον έκανε να αγοράσει τον χειρότερο συνδυασμό ρούχων, μόνο και μόνο για να αποδείξει κάτι που δεν χρειαζόταν απόδειξη. Τον έβλεπα τον καημένο πόσο δεν του άρεσαν αλλά και πόσο δεν ήθελε να της χαλάσει το χατίρι. Τελικά τα αγόρασαν και, ενώ πλήρωνε, το είδα στο βλέμμα της πόσο ικανοποιημένη ένιωθε. Και μετά έφυγαν>>.
Ο Αλέξανδρος χαμογελούσε και έτριβε το δεξί του γόνατο με το αριστερό του χέρι. Ήταν ένα χαμόγελο σαν ευγενική χειρονομία, σα να βρισκόταν σε μια κατάσταση που, παρόλο που ένιωθε μια κάποια αμηχανία, δεν ήθελε να φανεί αγενής.  
<<Δεν είναι απίστευτο πόσο εύκολα χειραγωγούνται οι άνθρωποι;>>.
<<Ναι , είναι>>.
<<Εσένα πως ήταν η μέρα σου; Ξέρω, τα γνωστά, μην μου πεις. Ομιλητικός όπως πάντα. Άντε άνοιξε την πόρτα τώρα. Βαρέθηκα να περιμένω έξω>>.
 Παρόλα αυτά, δεν χρειάστηκε να κάνει καμία κίνηση. Γιατί, την ίδια στιγμή, μια γυναίκα εμφανίστηκε και κάθισε δίπλα του.
<<Άσε τώρα το κινητό. Είμαι εδώ>>.
Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε να βουρκώνει.
<<Τι έπαθες; >>.
<<Δεν θέλω να κλείσω το κινητό. Μπορώ να μην κλείσω το κινητό;>>.
<<Όπως νομίζεις>>.
<<Λοιπόν;>>, είπε τρίβοντας τα μάτια του. Έπειτα κοίταξε ψηλά και πάνω, αφηρημένα, με το κινητό να κολλάει όλο και πιο έντονα στο αυτί του. Απέφευγε ωστόσο να κοιτάξει την γυναίκα εκείνη που είχε καθίσει δίπλα του.
<<Τι λοιπόν;>>.
<<Γιατί μου το κάνεις αυτό; Δεν βαρέθηκες να εμφανίζεσαι;>>.
<<Μα δεν φταίω εγώ. Εσύ το προκαλείς. Είμαι στην φαντασία σου, ποιος ξέρει που βρίσκομαι τώρα. Αν το θελήσεις, θα χαθώ αμέσως>>.
<<Τι νόημα έχει; Αφού πάλι θα εμφανιστείς>>.
<<Τότε;>>.
<<Αλήθεια, δεν ξέρω. Μακάρι να ήξερα. Είχα δύσκολη μέρα και-. Τι κάθομαι και λέω. Σάμπως νοιάζεσαι; Αν νοιαζόσουν, θα έμενες, δεν θα έφευγες....Γιατί έφυγες Μάρθα;>>.
<<Πόσες φορές θα το ρωτήσεις αυτό; Σου απάντησα τότε, και έκτοτε αναπαράγεις την ίδια απάντηση στο μυαλό σου. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Σμίγουν και χωρίζουν και κανένας δεν μπορεί να κάνει κάτι γι' αυτό.>>.
<<Εσύ το επέλεξες>>.
<<Επέλεξα τα συναισθήματά μου; Ποιος επιλέγει τι αισθάνεται και τι όχι>>.
<<Εγώ σε αγαπούσα>>.
<<Και εγώ και στο είπα πρώτη γιατί εσύ ντρεπόσουν. Δεν ήταν διαγωνισμός. Δεν ήσουν μόνος σε αυτό. Κατάλαβε το επιτέλους>>.
<<Αν δεν σε είχα συναντήσει ποτέ, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα>>.
<<Και όμως με συνάντησες. Γιατί προσπαθείς να αλλάξεις κάτι που συνέβη; Δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν>>.
Τα μάτια του ήταν ανήσυχα, υγρά και σκοτεινά. Το κεφάλι του άρχισε να πονάει. Δάγκωνε τα χείλη του. Σηκώθηκε όρθιος και πήγε μέσα στο μπάνιο. Κοιταζόταν τώρα στον καθρέπτη. Πίσω του, πάνω στο πλυντήριο, καθόταν εκείνη, με τα χέρια της να ακουμπάνε πάνω στην επιφάνεια του πλυντηρίου και τα  πόδια της στον αέρα να κουνιούνται πέρα δώθε. Ακόμη απέφευγε να την κοιτάζει. Τώρα κοίταζε τον νιπτήρα.
<<Πάνε πέντε χρόνια. Γιατί έρχεσαι ακόμα>>.
<<Γιατί η ζωή προχωράει αλλά οι αναμνήσεις μένουν>>.
<<Εσύ φταις που->>.
<<Ωρίμασε επιτέλους. Δεν φταίω εγώ για το πως είσαι τώρα. Προχώρα μπροστά. Όλοι το ίδιου σου είπαν. Το ξέρεις και ο ίδιος. Για πόσο ακόμα θα τυραννάς έτσι τον εαυτό σου; Σχεδόν 30 είσαι. Προχώρα μπροστά!>>.
<<Δεν μπορώ. Γαμώτο, δεν μπορώ!  >>.
<<Δεν θέλεις. Όχι δεν μπορείς. Μια χαρά μπορείς. Όπως έκανα και εγώ. Τι νόημα θα είχε να κολλήσω στα παλιά, εκτός από το να κρατήσω μόνο όσα ζήσαμε, τα καλά και τα άσχημα;>>.
<<Για σένα ήταν εύκολο. Πάντα ήταν όλα εύκολα για σένα Ξέρεις πόσο καιρό λαχταρούσα ένα τηλέφωνο σου ή ένα μήνυμα σου  για να μου πεις πως όλα είναι εντάξει και θα γυρίσεις πάλι; Και το τηλέφωνο μου ποτέ δεν χτύπησε. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι για εμένα όλο αυτό;>>.
<<Για κανέναν δεν είναι εύκολο. Και το ξέρεις πως δεν έχει νόημα να μαλώνεις με κάτι που δεν υπάρχει παρά μόνο στην φαντασία σου, έτσι; >>.
Έμεινε για λίγο αμίλητος.
<<Ωραία ήταν>>, είπε χαμογελώντας.
<<Ήταν ωραία. Αλλά δεν είμαι η μοναδική. Ζήσε τη ζωή σου>>.
<<Για εμένα ήσουν όμως. Για εμένα ήσουν....>>.
<<...........>>.
<<Μπορώ τουλάχιστον να σου μιλήσω; Για λίγο ακόμα;>>.
<<Φυσικά>>.
<<............>>.
<<Τι έγινε τώρα:>>.
<<Αν σε πάρω τηλέφωνο και ακούσεις την φωνή μου, θα πιστέψεις πάλι σε εμάς;>>.
<<Το δοκίμασες κάποτε και δεν ωφέλησε. Δεν ωφελεί να κολλάς στις->>.
Άφησε κάτω το κινητό του και κοιτάχτηκε καλύτερα στον καθρέπτη. Του χαμογέλασε και σκούπισε τα μάτια του. Για μια στιγμή ένιωσε κάτι απαλό να του χαϊδεύει τον ώμο, αλλά αυτή την φορά δεν γύρισε να δει τι ήταν. 
Άνοιξε τα μάτια του. Το νερό ακόμα έτρεχε. Καθόταν κάτω στην ντουζιέρα. Κούνησε το κεφάλι του, σηκώθηκε προσεκτικά, έκλεισε την παροχή και βγήκε έξω.
Πήγε μέσα στο δωμάτιο του γυμνός όπως ήταν. Άνοιξε το laptop του και έβαλε μουσική να παίζει.
(Operator, number please, it's been so many years.
Will she remember my old voice while i fight the tears?...).
Πήγε στην κουζίνα και πήρε μια κούπα από το ντουλάπι. Άνοιξε το μπουκάλι με το κρασί και το γέμισε μέχρι πάνω.  Σήκωσε την κούπα σα να την τσούγκριζε με κάποιον και την ήπιε μονορούφι. Σκούπισε το στόμα του, σήκωσε πάλι την κούπα στον αέρα και την πέταξε κάτω με δύναμη. Κοίταζε τα κομμάτια. Δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή να τα μαζέψει. Απλά άρχισε να πίνει από το μπουκάλι και, όταν χρειάστηκε να σηκωθεί, απλά τα προσπέρασε για να μην κοπεί. 
Και , όταν το κεφάλι του ήταν πια βαρύ, άφησε τη μουσική να παίζει και ξάπλωσε στα πλάγια. Είχε μαζέψει τα γόνατα του στην κοιλιά του και βαριανάσαινε. Δεν άργησε να τον πάρει ο ύπνος. 
Η μουσική έπαιζε ακόμα. Και, στην οθόνη, στο Word που είχε ανοίξει και έτσι το άφησε μέχρι το πρωί, μια φράση ήταν γραμμένη.

Ποιος ξέρει γιατί συμβαίνουν όσα συμβαίνουν σε ανθρώπους που δεν το ζήτησαν ποτέ; 

Αnd i remember quite evenings
Trembling close to you.

-Ο.Γ.Θ.




Τρίτη 23 Μαρτίου 2021




Μην επιστρέψεις πάλι

Γιατί δεν είναι πως
Πονάει
Η καρδιά μου περισσότερο αλλα
Η σκέψη πως,
Πως δεν σε έχω εδώ, δίπλα μου
Να σε αισθάνομαι
Και ας μην σε αισθάνθηκα ποτέ πραγματικά.
Και είναι χειρότερο
Γιατί επιστρέφεις
Μόνο σαν φάντασμα.
Γι'αυτό μην επιστρέψεις .
Μα ξέρω πως δεν θα με ακούσεις
Γι'αυτό θα απλώσω το χέρι μου
Και θα κάνω πως είσαι εδώ.
Τουλάχιστον για λίγο
Να νιώσω
Ευτυχισμένος και
Γαλήνιος.
-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

 

Δεν το περηφανεύονται δυνατά
Εκείνοι που επιβίωσαν
Και δεν είναι ότι επιβίωσαν και αυτό ήταν
Γιατί παραμένει, η θλίψη παραμένει
Και μια ζαλάδα, ένας πονοκέφαλος
Ένα ερώτημα, μια αμφιβολία
Όσα ένιωσαν στο παρελθόν
(Και η λίστα συνεχίζεται...).
Γι'αυτό είναι πολύ σιωπηλοί ή
Πολύ θορυβώδεις
Γεμάτοι με πολλά ερωτήματα και όχι όσες απαντήσεις θα ήθελαν
Σε πόλεμο με τον εαυτό τους
Γεμάτοι όνειρα που μένουν ζωντανά μαζι τους
Και τελικά με την απορία
Γιατί ακόμα
Παρόλο που τα κατάφεραν
Χωρίς να το θέλουν
Σκέφτονται
Το τέλος της διαδρομής
Τόσο έντονα.
-Ο.Γ.Θ

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021





Ήταν μεσημέρι Αυγούστου, το καλοκαίρι προτού πάει στην Τετάρτη Δημοτικού. Είχε μόλις γυρίσει  στο σπίτι του από έξω. Εκείνη την ημέρα με τους φίλους του συνέχιζαν να παίζουν ''Ρολόι'' στην μπασκέτα του Δημοτικού του χωριού του για τρίτη συνεχόμενη μέρα.  Αύγουστος, λοιπόν, και εκείνο το μεσημέρι κατεβαίνει από το ποδήλατο του για να ανοίξει την καγκελωτή πόρτα, που βρίσκεται στην μπροστινή όψη του σπιτιού του, για να να μπει μέσα στην αυλή.  Ανοίγει την πόρτα, ενώ σκέφτεται πότε θα μεγαλώσουν επιτέλους οι τρίχες στα πόδια του, γιατί ζηλεύει τους μεγάλους που έχουν τόσες τρίχες. Την σκέψη αυτή διακόπτει  ένα κοπάδι αδέσποτων κόπρων, καμιά 5-6, οι οποίοι τότε ήταν πολυπληθείς στο χωριό του, που κατεβαίνουν την κατηφόρα έξω από το σπίτι του. Τους κοιτάζει με χαρά και λίγο απόγνωση, γιατί πάντα ήθελε αυτός και τα αδέρφια του να πάρουν ένα σκυλάκι για κατοικίδιο αλλά οι γονείς του και η γιαγιά του, η οποία έμενε στο δίπλα ακριβώς σπίτι, έχουν άλλη άποψη. Λένε πως είναι μεγάλη ευθύνη, σα να φροντίζεις άνθρωπο ,και τέτοια. Η γιαγιά του επίσης φοβόταν τα σκυλιά. Κάθε Κυριακή που πήγαινε μαζί της στα μνήματα για να φροντίσουν τον τάφο του παππού του, η γιαγιά του πάντα έσκυβε, γράπωνε μια πέτρα και την κρατούσε γερά στο δεξί της χέρι. Η γιαγιά του ήταν μια μεγάλη γυναίκα που φοβόταν τα σκυλιά, γιατί είχε μεγαλώσει σε μια άλλη εποχή.
Τοποθέτησε το ποδήλατο του σε θέση που θα μπορούσε να το βγάλει το απόγευμα εύκολα, προκειμένου να πάει να ξαναπαίξει. Χτύπησε την πόρτα για να μπει μέσα. Του άνοιξε ο πατέρας του, με το άσπρο φανελάκι του, το μουστάκι του και το δασύτριχο στήθος του. <<Δημήτρη, πέταξε τα σκουπίδια πρώτα>>, του είπε και ο μικρός Δημήτρης υπάκουσε. 
Έσκυψε για να σηκώσει την σακούλα και, ενώ γυρνούσε για βγει έξω, παρατήρησε πως ένα σκυλί, μικρό, μαύρο, χωρίς πολύ τρίχωμα και με την γλώσσα έξω, είχε σταθεί έξω από την πόρτα , σα να μύριζε κάτι, σαν να του είχε κινήσει κάτι το ενδιαφέρον. Ο πατέρας του νόμιζε πως ο μικρός Δημήτρης το φοβήθηκε, οπότε άρχισε να το τρομάζει για να φύγει, χτυπώντας το πόδι του δυνατά κάτω και φωνάζοντας <<ΣΙΟΥΤ, ΦΕΥΓΑ ΑΠΌ ΕΔΏ>>.  Το σκυλί εν τέλει απομακρύνθηκε αλλά όχι πολύ μακριά, πήγε λίγο πιο πέρα από το δένδρο που υπήρχε ακριβώς έξω από το σπίτι τους, δίπλα από το γκαράζ, πέντε βήματα μακριά.
Την επόμενη ημέρα, το σκυλάκι ήταν πάλι απ' έξω. Οι γονείς του Δημήτρη είχαν πέσει για ύπνο, όπως και τα αδέρφια του. Έτσι, με ήσυχα βήματα, άνοιξε το ψυγείο, έκοψε λίγο σαλάμι και άνοιξε την πόρτα. Χαμογέλασε στο σκυλί και του το πέταξε για να το φάει. Το ίδιο έκανε και τις επόμενες ημέρες με το φαγητό που περίσσευε, δεν το πετούσε όλο στην πίσω μεριά, όπου μάχονταν οι γάτες της γειτονιάς για να το καταβροχθίσουν,  αλλά κρατούσε και λίγο για τον φίλο του.  Το κρατούσε σφιχτά στην παλάμη του και  το πετούσε κρυφά, δίπλα από εκείνο το δένδρο, λίγο πριν μπει στην αυλή,  και ο φίλος του, κάθε μεσημέρι, πιστά , ερχόταν την ίδια ώρα περίπου και έτρωγε.
Είχε περάσει λίγος καιρός, καμιά εβδομάδα περίπου, όταν ένα πρωί,  ενώ έτρωγε τα δημητριακά του μπροστά από την τηλεόραση,  είδε την μητέρα του,  που είχε βγει για να καθαρίσει το μπαλκόνι, να κρατάει στο δεξί της χέρι ένα ξύλο και στην κορυφή αυτού ένα σουτιέν. Φαινόταν απορημένη και πήγε στο κάδο για να το πετάξει. Ο Δημήτρης δεν έδωσε άλλο σημασία και συνέχισε να τρώει τα δημητριακά του.
Ήταν Σάββατο μεσημέρι. Ο Δημήτρης έβλεπε Φιλαράκια στην τηλεόραση. Καθόταν στο σαλόνι, στην πολυθρόνα, η οποία ήταν δίπλα στο παράθυρο. Όταν το κανάλι έβαλε διαφημίσεις, κοίταξε προς τα έξω, στον δρόμο. Τότε, είδε το σκυλί να αφήνει κάτι μαύρο μπροστά από το σπίτι τους και να φεύγει. Βγήκε έξω και είδε πως ήταν ένα εσώρουχο- το ίδιο απόγευμα η μητέρα του , που είχε βγει για δουλειές στην αυλή, μιλούσε με την γειτόνισσα από τον πάνω δρόμο, η οποία της είπε πως κάποιος της είχε κλέψει ένα σουτιέν και ένα βρακί από τα απλωμένα ρούχα. Ο Δημήτρης χαζογέλασε όταν το άκουσε. Ο νέος του φίλος του τους άφηνε δωράκια για να τους ευχαριστήσει για την φιλοξενία και την θαλπωρή που του έδειχνα
Ώσπου ένα πρωί, ο Δημήτρης βρισκόταν δίπλα από τον κήπο που είχαν στην αυλή του σπιτιού τους και βαρούσε σουτάκια στην αυτοσχέδια μπασκέτα που  είχε φτιάξει ο πατέρας του. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και ο νέος του φίλος μπήκε μέσα. Ήταν έτοιμος να ρίξει σουτ, όταν ένιωσε κάτι μαλλιαρό στο πόδι του και τρόμαξε. Κοίταξε κάτω και χαμογέλασε πάλι. Άρχισε να παίζει μαζί του και να το χαϊδεύει την κοιλιά με το πόδι του. Έπειτα από λίγο, το σκυλί έτρεξε στο γρασίδι για να τρέξει. Ο Δημήτρης το άφησε να πάει εκεί αλλά είναι μια απόφαση που την μετανιώνει οικτρά. Γιατί η γιαγιά του είχε γυρίσει από την βόλτα της. Είδε το σκυλί αυτό και φοβήθηκε. Έβγαλε σιγά-σιγά την παντόφλα της, το πλησίασε τόσο ώστε να μην φύγει, σημάδεψε και το πέτυχε στο κεφάλι. Ακούστηκαν αλυχτίσματα και ο Δημήτρης γύρισε αμέσως το κεφάλι του. Το σκυλί έτρεχε να ξεφύγει και βγήκε κακήν κακώς από την πόρτα που μπήκε και η γιαγιά του είχε πάρει μια έκφραση ικανοποίησης. Ο Δημήτρης άφησε την μπάλα και πήγε κοντά στην γιαγιά του, η οποία φορούσε την παντόφλα της.
<<Γιατί το χτύπησες γιαγιά;>>.
<<Είναι αρρωστιάρικα αυτά. Μακριά.>>.
<<Δεν πείραζε κάποιον>>.
<<Αυτά δαγκώνουν. Δεν είναι καλά>>.
<<Εντάξει γιαγιά>>. 
<<Άντε έλα να καθίσεις μαζί μου>>.
<<Θέλω να παίξω λίγο μπάσκετ>>.
<<Ο Σταύρος απέναντι πάντα κάθεται με την γιαγιά του. Όλη μέρα είναι σε αυτήν. Είναι καλό παιδί αυτό>>, του είπε επικριτικά,  προσπαθώντας να τον γεμίσει τύψεις και έφυγε. Η γιαγιά του ήταν μια γυναίκα μόνη για πολλά χρόνια. Η γιαγιά του φοβόταν τα σκυλιά. Η γιαγιά του είχε μεγαλώσει σε μια άλλη εποχή.
Ωστόσο ο Δημήτρης συνέχισε να ρίχνει σουτάκια.
-Ο.Γ.Θ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...