Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές (5)

 

Το ξυπνητήρι χτύπησε και ένα δάχτυλο σύρθηκε στην οθόνη και το έκλεισε. Το δεύτερο ξυπνητήρι είχε την ίδια μοίρα. Και το τρίτο. Τελικά, ο Δημήτρης άνοιξε τα μάτια του χωρίς ξυπνητήρι πια και κοίταξε την ώρα: έντεκα. Δεν τον ένοιαξε. Μπορεί να ήταν στο έκτο εξάμηνο, να χρωστούσε δεκαπέντε μαθήματα, αλλά το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να πάει στην σχολή. Για εκείνη την μέρα, είχε τέσσερα μαθήματα να παρακολουθήσει και όλα του έτους του. Έστειλε μήνυμα στον Θανάση για να του πει οτι θα φωτοτυπήσει τις σημειώσεις του, άφησε το κινητό κάτω, γύρισε πλευρό, έκλεισε πάλι τα μάτια του και αποκοιμήθηκε. Δεν έφταιγε το γεγονός οτι είχε βγει το προηγούμενο βράδυ και είχε γυρίσει αργά. Ήταν από εκείνες τις περιόδους που δεν είχε όρεξη για τίποτα σχεδόν. Το μόνο που τον γέμιζε ήταν το γράψιμο. Δεν πήγαινε πολύς καιρός που το είχε ξεκινήσει, ωστόσο ένιωθε πως ήταν το μόνο που του έδινε ζωή και θέληση να συνεχίζει- έναν σκοπό, θα έλεγε κανείς. Φυσικά, ενδιαφερόταν για την σχολή του και θα διάβαζε για την εξεταστική και όλα τα σχετικά, αλλά, πέρα από αυτό, βίωνε μια μεταβατική περίοδο. Αναλογιζόταν πάλι τις επιλογές του, τα λάθη του, τα σωστά του και προσπαθούσε να βγάλει ένα νόημα για όλα. Ένα κεφάλι μόνο διέθετε και αυτό ήταν λειψό, έτσι πίστευε. Αλλά δεν τα παρατούσε. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα έβρισκε την λύση και θα τα κατάφερνε,  όπως πάντα, αυτό πίστευε. 
Όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι, ήταν μεσημέρι. Έφαγε και χάζεψε στο laptop. Μίλησε με τους γονείς του, είπαν τα νέα τους, τους διαβεβαίωσε πως πήγε στα μαθήματα και είχε μόλις γυρίσει και πως όλα ήταν εντάξει. Όταν έκλεισε το κινητό, άρχισε να κλαίει. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και εκείνος καθόταν στην καρέκλα του και τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Αναρωτιόταν τι πήγε λάθος, ποιος θεός ήταν υπαίτιος για όσα τραβούσε, αφού, σε γενικές γραμμές, ήταν μια χαρά τα πράγματα στη ζωή του, ήταν πιο τυχερός από πολλούς, αλλά γιατί ένιωθε αυτό το κενό, γιατί του είχαν φερθεί εκείνοι έτσι όταν ήταν μικρός, μακάρι να μπορούσε να γυρίσει στα παλιά, μακάρι να... μακάρι να...μακάρι να...
Ένα τηλεφώνημα διέκοψε τις σκέψεις του. Ήταν ο Ορέστης, ο φίλος του, τον πήρε έτσι, για να μιλήσουν, πηγαίνοντας προς την σχολή του. Ο Δημήτρης ήθελε να του ανοιχτεί, να του πει ό,τι τον προβλημάτιζε, ό,τι τον απασχολούσε, ο Ιάκωβος, άλλωστε, ήταν από τους καλύτερους φίλους του. Αλλά δεν το έκανε. Ήξερε πως θα του περάσει. Όλα περνάνε, άλλωστε, μέχρι να έρθουν τα επόμενα και, ακόμα και τότε, πάλι θα περάσουν. Του αρκούσε μόνο που είχε κάποιον άνθρωπο που ήταν βέβαιος πως θα ήταν δίπλα του όταν θα τον χρειαζόταν, έναν δικό του άνθρωπο. Γιατί είχε τους φίλους του. Είχε την οικογένεια του. Είχε την υγεία του, σε ένα βαθμό. Είχε, όντως, πολλά για να τον στηρίζουν. Όταν έκλεισαν, πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα μάτια του και σηκώθηκε όρθιος. Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω, στον δρόμο. Ο ήλιος ήταν πάνω. Για άλλη μια μέρα, ο ήλιος ήταν πάνω.
Το ξυπνητήρι χτύπησε και ένα δάχτυλο πάτησε αναβολή. Το ξυπνητήρι χτύπησε ξανά μετά από δέκα λεπτά, αλλά κανένα δάχτυλο δεν το έκλεισε. Η Αλίκη κοίταζε το κινητό φωτεινό να δονάει και δεν έκανε τίποτα. Ήταν η τρίτη μέρα που δεν είχε κλείσει μάτι. Δεν ήξερε καν γιατί άφηνε το ξυπνητήρι. Δεν είχε καμία απολύτως όρεξη για το οτιδήποτε. Μόνο για δάκρυα και εκείνα έμοιαζαν να έχουν στερέψει. Το Όχι πια έρωτες των Κόρε Ύδρο έπαιζε όλη μέρα και όλη νύχτα και το κεφάλι της Αλίκης κόντευε να σπάσει. Αδυναμία. Πόνος. Ντροπή. Αυτολύπηση. Όλα τα αρνητικά συναισθήματα την χτύπησαν μαζί. Και, πάνω από όλα, η οργή. Και φταίχτης ήταν ο Θεόφιλος
.Τις τελευταίες μέρες δεν είχαν συναντηθεί. Τα προγράμματά τους ήταν περίεργα και, όποτε του έλεγε να βρεθούν, ο Θεόφιλος της έλεγε πως δεν μπορούσε για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Ωστόσο, η Αλίκη δεν σκεφτόταν κάτι κακό. Άλλωστε, θα έκλειναν δύο χρόνια μαζί και ήταν πολύ χαρούμενη. Είχε καταστρώσει το τέλειο σχέδιο για την επέτειό τους. Η αδερφή του, που συγκατοικούσε με τον Θεόφιλο, θα της άνοιγε την πόρτα τους και θα έφευγε από το σπίτι. Ο Θεόφιλος θα δούλευε εκείνη την μέρα και, όταν θα έμπαινε μέσα στο σπίτι, θα έβλεπε την Αλίκη με το πιο όμορφο φόρεμά της να τον περιμένει, υπό το φως των κεριών, με κρασί, φαγητό και τα σχετικά. Η Αλίκη το σχεδίαζε εβδομάδες και ήταν κατενθουσιασμένη. Η μοιραία μέρα έφτασε και όλα κύλησαν ρολόι. Η Ευθυμία, η αδερφή του Θεόφιλου, την καλωσόρισε, γέλασαν, τα είπαν και, τελικά, την άφησε μόνη για να κανονίσει τις τελευταίες λεπτομέρειες. Ανυπομονούσε να δει την φάτσα του, όταν θα την έβλεπε. Θαρρείς και πετούσε η Αλίκη, τόσο ανάλαφρες ήταν οι κινήσεις της. Πίστευε πως τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι καλύτερα.
Δώδεκα το βράδυ. Όπου να 'ναι, θα έρθει, ναι, θα έρθει, αχ ο γλυκός μου, πόσο τον αγαπάω! Μια το βράδυ. Θα άργησε. Θα είχαν κανέναν περίεργο πελάτη ή θα έπεσε πολύ δουλειά. Υπομονή, Αλίκη, τι να κάνουμε; Δύο το βράδυ. Η Αλίκη αρχίζει να νυστάζει και ξαπλώνει στον καναπέ. Δεν θα κοιμηθεί, όχι, απλά θα ξαπλώσει λίγο, μέχρι να έρθει. Άλλωστε είναι έκπληξη, ο Θεόφιλος δεν γνώριζε πως η Αλίκη θα ήταν σπίτι του, αλλά ούτε ένα μήνυμα, έστω κάτι, ένα χρόνια μας πολλά ειρωνικό;
Τρεις το βράδυ.
Τα κλειδιά στην πόρτα. Η Αλίκη σηκώθηκε, έσιαξε το φόρεμά της και χαμογέλασε. Αλλά τι ήταν εκείνη η φωνή που ακουγόταν; Γυναικεία; Μήπως είχε γυρίσει η Ευθυμία; Η πόρτα άνοιξε. Ο Θεόφιλος μπήκε και από πίσω του μια κοπέλα άγνωστη. Τα φώτα άνοιξαν και ο Θεόφιλος είδε την Αλίκη να στέκεται στην μέση του σαλονιού του, παγωμένη. Τα έχασε. Έδιωξε την κοπέλα κακήν-κακώς και προσπάθησε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Τζίφος. Είχε την ουρά στα σκέλια. Μάλωσαν. Άσχημα. Με τα πολλά, η Αλίκη τον κατάφερε να της ξεστομίσει αυτό που η ίδια αρνιόταν να δεχθεί. Και με το συγκεκριμένο γεγονός για αρχή, η κάνουλα άνοιξε και ο Θεόφιλος της τα εξομολογήθηκε όλα, ό,τι είχε συμβεί τον τελευταίο χρόνο. Η Αλίκη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Αλλά κρατήθηκε στο ύψος της! Πήρε τα πράγματά της, τον κοίταξε για μια τελευταία φορά και έφυγε- ευγενική ακόμα και σε αυτή την περίσταση! Στον δρόμο πήρε την Ευθυμία και της εξήγησε τι είχε συμβεί. Η Ευθυμία τα έχασε. Δεν γνώριζε πως ο αδερφός της... Η Αλίκη την καθησύχασε πως εκείνη δεν έφταιγε σε τίποτα, πως χάρηκε που την είχε γνωρίσει και της ευχόταν τα καλύτερα. Μετά, το έκλεισε. Μέχρι να φτάσει σπίτι, μπλόκαρε τον Θεόφιλο από παντού. Εκεί, έβγαλε όλα τα ρούχα της και, γυμνή όπως ήταν, άνοιξε την βρύση του μπάνιο και στάθηκε από κάτω. Μόνο τότε, όταν το νερό την έβρεξε για τα καλά, τα δάκρυα βγήκαν. Για να χαθούν, μαζί με το νερό που έπεφτε πάνω της. Κάθισε κάτω, αγκάλιασε τα γόνατά της και σπάραξε. Και ήταν τόσο χαρούμενη! Θα ήταν μια τόσο όμορφη βραδιά! Μια τόσο όμορφη βραδιά!
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές (4)

 




Το σεντόνι ήταν κάτω στο πάτωμα. Το κλιματιστικό φυσούσε στους δεκαοχτώ βαθμούς σταθερά. Έξω, ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο ουρανός είχε πάρει ένα όμορφο, πορτοκαλί χρώμα.  Η Αλίκη ήταν μέσα στην αγκαλιά του Δημήτρη και κοιμόταν. Οι ανάσες τους ήταν ήρεμες, βαθιές.  Όλο το σκηνικό έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής.
Ο Δημήτρης την κοίταζε και χαμογελούσε. Σκεφτόταν. Είχε περάσει πάνω από ένας χρόνος από τότε που είχαν πάρει την απόφαση να λέγονται και επίσημα ζευγάρι και ο ίδιος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Έπρεπε να φτάσει σχεδόν τριάντα για να το νιώσει αυτό: την ζεστασιά σε όλο του το σώμα, το αίσθημα του να κοιμάσαι και να ξυπνάς με κάποιον που μπορείς να αποκαλείς άνθρωπό σου, το γεγονός οτι μπορούσε να κάνει και να πει πράγματα τα οποία μέχρι πριν φοβόταν- και πολλά ακόμη. Και, μάλιστα, με μια κοπέλα όπως η Αλίκη. Πάντα πίστευε στον έρωτα, αλλά είχε αρχίσει και να πιστεύει πως δεν ήταν προορισμένος να τον ζήσει, τουλάχιστον σε αυτή την ζωή. Ναι, ήταν ερωτευμένοι. Η Αλίκη το ξεστόμισε πρώτη, εκείνο το ''Είμαι ερωτευμένη μαζί σου'' και ο Δημήτρης κόντεψε να βάλει τα κλάματα. 
Εκεί που τα σκεφτόταν όλα αυτά, ξαφνικά, ένα ρίγος διαπέρασε όλο του το σώμα. Το βλέμμα του έγινε κενό και τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει όλο και πιο δυνατά και τον αέρα στο δωμάτιο να λιγοστεύει. Προτού να το καταλάβει, πετάχτηκε από το κρεβάτι και ξεκίνησε να περπατάει πάνω-κάτω στο δωμάτιο, προσπαθώντας να πάρει κανονικές ανάσες. Η Αλίκη ξύπνησε από τον θόρυβο του κορμιού του. Είδε την κατάστασή του και ανησύχησε. 
Δημήτρη, τι έγινε;
Εκείνος την κοίταξε. Έβαλε τα χέρια πάνω στο κεφάλι του και κάθισε κάτω στο πάτωμα, πάνω από το σεντόνι. Η Αλίκη κατέβηκε από το κρεβάτι και πήγε δίπλα του. Κράτησε τα χέρια του μέσα στα δικά της.
Τι συνέβη; Είδες κακό όνειρο; Γιατί αναστατώθηκες;
Ο Δημήτρης κατάφερε να ηρεμήσει μετά από λίγο και την κοίταξε.
Δεν ξέρω τι με έπιασε. Συγγνώμη...
Αν κάτι σε ανησυχεί, πες το μου. Ξέρεις πως είμαι εδώ για σένα, ό,τι και να συμβεί!
Απλά...σκέφτηκα κάτι πολύ χαζό, αυτό...αυτό είναι όλο...
Σαν τι;
Έστρεψε το βλέμμα του κάτω στο πάτωμα. Απέφυγε να την κοιτάξει στα μάτια. Αυτό έκανε πάντα, με όλους, όταν ετοιμαζόταν να πει το οτιδήποτε άβολο για τον ίδιο, οτιδήποτε του ήταν δύσκολο να το ξεστομίσει.
Να... πρόφερε, με τα χείλη του να τρέμουν. Τώρα που κοιμόσουν...σε κοίταζα, σε ένιωθα πάνω μου και ένιωσα...γαλήνη. Απόλυτη γαλήνη. Σα να ευθυγραμμίστηκαν οι πλανήτες και να μου έφεραν ένα υπέροχο πλάσμα κοντά μου. Αλλά μετά...δεν το έχω συνηθίσει, Αλίκη! Τρέμω πως είναι ένα φαντασμαγορικό όνειρο, από το οποίο θα ξυπνήσω από στιγμή σε στιγμή. Πως δεν μπορεί κάτι τόσο καλό να κρατήσει για πάντα. Και δεν φταις εσύ! Το ηλίθιο μυαλό μου φταίει, που συνέχεια πλάθει σενάρια. Που δεν μπορεί να ηρεμήσει, γιατί δεν έχω ζήσει ποτέ κάτι παρόμοιο, εκτός από την φαντασία μου!  Αλλά είσαι εδώ τώρα και αυτό μού είναι αρκετό! Το οτι είσαι ακόμα εδώ...και είσαι εσύ! Η Αλίκη μου! Σ' αγαπώ, Αλίκη μου!
Σταμάτησε να μιλάει, αλλά ακόμα κοίταζε κάτω. Ήταν σίγουρος πως την τρόμαξε. Δεν είχε πει ή κάνει κάτι κακό, αλλά η ανησυχία τον κατέτρωγε. Όμως, όταν ένιωσε το χέρι της στο δεξί του μάγουλο, σήκωσε το κεφάλι του. Τα μάτια της Αλίκης ήταν κόκκινα και υγρά. Του χαμογελούσε.
Είναι...είναι η πρώτη φορά που είπες πως με αγαπάς!  Και το είπες τόσο φυσικά! Αλήθεια με αγαπάς, Δημήτρη; 
Κάθε μέρα όλο και περισσότερο! Εσύ, Αλίκη; 
Φυσικά, χαζέ! Αχ, είναι η πρώτη φορά που μου το λες! Είμαι τόσο ευτυχισμένη!
Μα...δεν στο έχω ξαναπεί;
Πως! Αλλά όχι...πως να το πω...όχι με δίκη σου πρωτοβουλία! Είναι σα να με συμπληρώνεις, όποτε στο λέω. Αλήθεια, θυμάσαι πότε ήταν η πρώτη φορά που το είπαμε ο ένας στον άλλον; 
Ναι, στο σπίτι σου. Ήταν τα γενέθλιά σου. Πριν δύο μήνες. Μου έκανες το τραπέζι. Κλείναμε έναν χρόνο. Σου πήρα δώρο και το κράτησα κρυφό, μέχρι να φάμε. Στο έδωσα και το κοίταξες με περιέργεια. Ένα κουτί λευκό, με έναν φιόγκο. Το άνοιξες και κόντεψε να σου πέσει από τα χέρια. Ήταν...θυμάσαι τι ήταν, Αλικάκι;
Ναι. Ήταν...
Στηρίχτηκε στα γόνατά της, έγειρε πάνω στον Δημήτρη και του το ψιθύρισε στο αυτί. Μετά, κοιτάχτηκαν και φιλήθηκαν. Τι δώρο ήταν αυτό; Δεν χρειάζεται να μάθουμε. Είναι το μικρό τους μυστικό. 
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές (3)

 


Πολύ κόσμο έχει ρε!
Εγώ είπα να πιούμε άλλη μια μπύρα και μετά... Τέλος πάντων, προχώρα τώρα!
Κάνοντας χώρο ανάμεσα από μερικούς ανθρώπους, έφτασαν στο μπαρ, έδωσαν τα χαρτάκια από την είσοδο και παρήγγειλαν. Ο Δημήτρης πήρε μια βότκα πορτοκάλι και ο φίλος του, ο Βασίλης, ένα τζιν με τόνικ. Μετά, προχώρησαν λίγο πιο πέρα, πίσω από το μπούγιο, όπου ήταν κάπως άνετα. Στάθηκαν δίπλα σε μια κολώνα. Είχε βραδιά ντίσκο στο 8Ball. Ο Βασίλης κουνιόταν ρυθμικά, με το ποτήρι στο χέρι και το ίδιο έκανε και ο Δημήτρης. Τους άρεσε εκείνη η μουσική, εκείνη η ατμόσφαιρα.
Κάμπος, ε Μήτσο; είπε ο Δημήτρης, σκύβοντας στο αυτί του Βασίλη, για να τον ακούσει.
Γάμησε τα! Αυτό δεν γίνεται συνήθως; είπε ο Δημήτρης, σκύβοντας επίσης, για να ακουστεί.
Γιατί ρε; Την προηγούμενη Τετάρτη είχε περισσότερες γυναίκες!
Και τι κάναμε; Τίποτα!
Μην είσαι απαισιόδοξος, ρε! Μπορεί να βρεθεί καμία σήμερα να ζευγαρώσετε!
Έτσι πως πάει, θα ζευγαρώσω μαζί σου στο τέλος!
Δεν θα σε χαλούσε!
Γέλασαν. Κάποια στιγμή, τα ποτήρια άδειασαν και ο Δημήτρης πήγε να πάρει την επόμενη γύρα. Δίπλα από το μπαρ, μια κοπέλα λικνιζόταν μόνη της. Στα μάτια του Δημήτρη ήταν πολύ ωραία. Θα πάω να της μιλήσω, κάτσε, όχι ακόμα, θα πάρω τα ποτά και μετά, ναι, δεν χάλασε ο κόσμος, σκέφτηκε. Όταν πήρε τα γεμάτα ποτήρια και γύρισε προς το μέρος της, την είδε να μιλάει στο αυτί ενός τυπά. Ο Δημήτρης δάγκωσε το κάτω χείλος, μειδίασε και πήγε πάλι στον Βασίλη.
Άντε ρε! Τι έκανες τόση ώρα; 
Φασωνόμουν! Είχε κόσμο ρε!
Άστα αυτά! Τσέκαρε εκεί, εκείνες τις δύο...πως σου φαίνονται;
Που;
Τρεις η ώρα...διακριτικά...
Ο Δημήτρης κοίταξε εκεί που έδειχνε ο Βασίλης και έμεινε ανέκφραστος για να μην προδοθεί.
Ωραίες είναι!
Πάμε να μιλήσουμε;
Και τι να πούμε; 
Την προπαίδεια! Είσαι βλάκας; Να ανοίξουμε κουβέντα.
Λες;
Τι έχουμε να χάσουμε;
Περίμενε να πιώ κάνα δυο γουλιές ακόμα...
Την ίδια ώρα, σε ένα άλλο σημείο της πόλης, τρεις φίλες πίνουν κρασί στο σπίτι της μιας και γελάνε.
Και για πες, μωρή Αλίκη, πως πάει με τον Θεόφιλο; λέει η μια φίλη, η Ελένη.
Αχ! Είναι τόσο καλός! 
Πως είπες οτι σε φωνάζει;
Αλικάκι! Και όταν είμαστε μαζί, μου χαϊδεύει τα μάγουλα και χαμογελάει, λέγοντάς το. Λέει πως έχω το πιο απαλό δέρμα που έχει αγγίξει.
Μόνο τα μάγουλα έχει αγγίξει;
ΕΙΡΗΝΗ!ΝΤΡΟΠΗ! φώναξε η Αλίκη και τα μάγουλά της κοκκίνισαν.
Πάντως φαίνεται καλύτερος από τον προηγούμενο. Εκείνος ήταν μαλάκας! Άκου εκεί να σταματήσει να σου μιλάει χωρίς λόγο! λέει η τρίτη φίλη, η Μαρία.
Η Αλίκη χαμογελάει. Έχει περάσει πια ο καιρός από τότε και είναι ξανά χαρούμενη. Το έβαλε στόχο: δεν θα αφήσει τα αρνητικά συναισθήματα να την ρίξουν.
Έτσι είναι! Ο Θεόφιλος μου είναι πολύ καλός! 
Είσαι ερωτευμένη μαζί του; ρωτάει η Ειρήνη. Η Αλίκη το σκέφτεται λίγο.
Είναι πολύ νωρίς ακόμη για κάτι τέτοιο. Περνάμε όμορφα και αυτό μετράει για την ώρα. Δεν θέλω να φάω πάλι τα μούτρα μου.
Και πολύ καλά κάνεις, φιλενάδα! Στο Αλικάκι μας!
Τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και συνεχίζουν να μιλάνε.
Ο Δημήτρης έφυγε από το 8Ball μεθυσμένος, έχοντας καταφέρει να μιλήσει σε μια κοπέλα για μερικά λεπτά, μέχρι εκείνη να του αποκαλύψει πως είναι λεσβία, νιώθοντας εκείνο το κενό του να κοιμηθεί για άλλη μια φορά μόνος. Η Αλίκη έκανε κεφάλι από το κρασί και μίλησε καμιά ώρα στο τηλέφωνο με τον Θεόφιλο, πέφτοντας για ύπνο γεμάτη. Και αυτή η αντίθεση, αυτή η παράλληλη διακύμανση στον ψυχισμό τους, εκείνο το βράδυ ήταν ένα ακόμα βήμα για να συναντηθούν, τελικά.


-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

ναυαγοί

μπορούμε να φύγουμε μακριά, ξέρεις.
να ξεφύγουμε από όλη αυτή
την παράνοια, όλο αυτό
το άγχος, όλη αυτή
την ματαιότητα, την αδικία...
να φύγουμε και να μην μας νοιάζει
τίποτα πια-
να είμαστε σαν ναυαγοί που δεν θέλουν να σωθούν.
γιατί μένουμε, μου λες;
τι μας κρατάει πίσω;
μερικές κούφιες ελπίδες
και κάτι άστρα πεθαμένα; 
είναι αρκετό αυτό, άραγε;
και γιατί με κοιτάς με αυτά τα μάτια;
αφού και εσύ έχεις κουραστεί.
ποιος θα μας σώσει εμάς;
εδώ ο ίδιος μας ο εαυτός κοντεύει να κλατάρει
και εμείς τον πιέζουμε κάθε μέρα, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα...
έτσι, ε;
πολύ καλά, λοιπόν!
ας κάνουμε λίγη υπομονή ακόμη
και ποιος ξέρει;
μπορεί στο τέλος
να έχουμε εμείς δίκιο.
- ναυαγοί, Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές (2)




Η Αλίκη και ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης Φωτιάδης και η Αλίκη Παπαδοπούλου. Ζευγάρι για πάνω από πέντε χρόνια και κάθε φορά που έχουν επέτειο, πηγαίνουν στο ίδιο μέρος, που έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Με αυτό τον τρόπο, θέλουν να μην ξεχάσουν από που ξεκίνησε το κοινό ταξίδι τους και όσα έχουν περάσει, τα όμορφα, αλλά και τα άσχημα. Νιώθουν αυτό που λέμε, ο ένας για την άλλη και το αντίστροφο. Κάποια στιγμή, αφού τα χρόνια πέρασαν και ωρίμασε παραπάνω η σχέση τους, πήραν την απόφαση να συγκατοικήσουν, πρώτα για λόγους συναισθηματικούς και μετά οικονομικούς. Μένουν στην Θεσσαλονίκη, για κάποιους την πιο ερωτική πόλη της Ελλάδας. Αλλά γι' αυτούς τους δύο, η έκφραση αυτή δεν σήμαινε απολύτως τίποτα: η Αλίκη είχε πληγωθεί  από τύπους με τους οποίους έμπλεξε και ο Δημήτρης, μέχρι να γνωρίσει την Αλίκη, δεν ήξερε τι θα πει να ζεις τον έρωτα με όλες του τις εκφάνσεις. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τις ζωές τους σαν δύο παράλληλες γραμμές, οι οποίες κατάφεραν να συναντηθούν τελικά. Γιατί οι προσωπικότητες, οι καθημερινότητες, τα πάντα τους, δεν μπορούσαν ούτε κατά φαντασία να προϊδεάσουν πως αυτοί οι δύο άνθρωποι θα κατέληγαν, τελικά, μαζί. 
Η Αλίκη ήταν ανέκαθεν εξωστρεφές άτομο. Θες η παιδική ηλικία, η αγάπη των γονιών της, οι παρέες της, η ήρεμη και φυσιολογική ζωής της; Ένα αποτέλεσμα όλων αυτών την καθόρισε. Ήταν ευγενική, κοινωνική, ανήσυχο πνεύμα, άριστη μαθήτρια και, αργότερα, άριστη φοιτήτρια, μέλος θεατρικής ομάδας του Α.Π.Θ.- γενικά, δεν έχανε ευκαιρία για νέες εμπειρίες, άρπαζε την ζωή με κάθε τρόπο. Λόγω της ανατροφής και των συναναστροφών της, ήταν κάπως αγαθούλα. Μέχρι να  συναντήσει τον Δημήτρη, είχε κάνει τρεις σχέσεις στην ζωή της. Η μία ήταν εφηβική, έληξε μετά από μερικά φιλιά και δύο-τρία ραντεβού. Οι άλλες δύο είχαν πόνο. Η Αλίκη,  αρκετά όμορφη κοπέλα -μαύρα μαλλιά μακριά, αστραφτερό χαμόγελο, γαλάζια μάτια, σώμα σαν αγάλματος, κινήσεις του σώματος χαριτωμένες- ήταν αντικείμενο πόθου αρκετών. Μόνο δύο την κατάφεραν τελικά, πριν τον Δημήτρη. Και, όταν θεώρησαν πως πέρασαν καλά και ήταν εντάξει, ή που την άφησαν στα κρύα του λουτρού ή που την απάτησαν μια και δύο και τρεις φορές, μέχρι εκείνη να το μάθει. Το θέμα είναι πως η καρδιά της Αλίκης είχε γίνει κομμάτια και είχε αρχίσει να την φθείρει ο κόσμος. Ωστόσο, βαθιά μέσα της, κρατούσε ακόμα ένα μικρό κομμάτι με ελπίδα πως εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι σωστοί. Γιατί, παρ' όλο που την άντεχε την μοναξιά, αναζητούσε την συντροφιά. 
Ο Δημήτρης ήταν εξωστρεφής όταν ήταν μικρός. Αλλά όταν πήγε στο Γυμνάσιο, άλλαξαν πολλά. Οι γονείς του άρχισαν να έχουν κάποια οικονομικά προβλήματα και να μαλώνουν και αυτό έβγαζε πιο βαθιά πράγματα στην επιφάνεια. Οι συμμαθητές του άρχισαν να τον πειράζουν, κάποιοι σε άσχημο βαθμό. Δεν είχε τα ενδιαφέροντα που είχαν τα άλλα παιδιά της ηλικίας του και δυσκολευόταν να βρει παρέες. Έγινε κλειστός άνθρωπος. Δεν έβγαινε πολύ συχνά από το σπίτι και έβρισκε διαφυγή στα βιβλία και σε άλλες μορφές τέχνης. Είχε αμφιβολίες για τον εαυτό του και για τον κόσμο και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Είχε, βέβαια, μερικούς παιδικούς φίλους και χαιρόταν που δεν ήταν ολότελα μόνος. Πριν καν περάσει φοιτητής, από το Γυμνάσιο, όπου η ζωή του δυσκόλεψε κομμάτι, ονειρευόταν το νέο του ξεκίνημα. Αλλά, σαν πέρασε φοιτητής, αρχίζοντας να διευρύνει τους ορίζοντές του και να ενηλικιώνεται, τον χτύπησε μια υπαρξιακή κρίση που την κουβάλησε για χρόνια. Έκανε νέους φίλους, δέθηκε με τους παλιούς, άρπαζε κομμάτι την ζωή, προσπαθούσε να αποκτήσει εμπειρίες, αλλά πάντα φοβόταν, πάντα ντρεπόταν, πάντα κάτι τον κρατούσε πίσω, είχε αναστολές που έπρεπε να ματώσει και να ραγίσει μέσα του για να αρχίσει να τις αποβάλλει κάπως. Γι' αυτό, γέμισε απωθημένα. Έδωσε το πρώτο του φιλί όταν ήταν στο τελευταίο έτος και πήγε μονάχα με δύο κοπέλες στο κρεβάτι, μέχρι να γνωρίσει την Αλίκη. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του ιδιαίτερα όμορφο και θα ήθελε να είχε άλλο σώμα και, μερικές φορές, άλλο χαρακτήρα. Μα δεν ήταν δύσκολος άνθρωπος. Απλά δυσκολευόταν να ανοιχτεί και να είναι ο εαυτός του. Δυσκολευόταν να κοιτάξει τους άλλους στα μάτια. Πολλές φορές αναλογίστηκε την σημασία της ζωής του και πόσο, τελικά, άξιζε, αλλά πάντα κάτι τον κρατούσε ζωντανό να περιμένει την επόμενη μέρα. Κάποια στιγμή, άρχισε να γράφει, σαν τρόπο για να εκφραστεί όπως ακριβώς ήθελε. Ήταν κάτι που έγινε κατά τύχη και τελικά το αγάπησε. Και όσο συνέχιζε να γράφει, το πήρε απόφαση: θα εξέδιδε βιβλία και, μια μέρα, θα γινόταν συγγραφέας. Σαν τα είδωλά του, θα γινόταν κάποιος που ο κόσμος θα τον υπολόγιζε. Και αν δεν το πετύχαινε ποτέ, πάλι θα άξιζε τον κόπο η προσπάθεια.

Η Αλίκη και ο Δημήτρης. Δύο απλοί άνθρωποι. Αυτή είναι η ιστορία τους. Και αν φανεί απλή, ηλίθια, συνηθισμένη, γενικά αν δεν αρέσει, ας μην ξεχνάμε πως η Αλίκη και ο Δημήτρης είναι απλά δύο φυσιολογικά παιδιά και αυτή είναι απλά η φυσιολογική ιστορία τους. Και καμιά φορά, στα απλά κρύβεται η ομορφιά.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές



Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος τόσο δυνατά και απότομα, σα να τον κυνηγούσαν. Βρήκε την Αλίκη να κάθεται στον καναπέ, με το κινητό στο χέρι. Με τον θόρυβο που έκανε ο Δημήτρης, είχε σηκώσει το κεφάλι της προς το μέρος του, περίεργη να δει τι είχε συμβεί.
Τι έπαθες, αγάπη μου; τον ρώτησε, όταν στάθηκε μπροστά της.
Εκείνος δεν έβγαλε άχνα. Κάθισε δίπλα της, την έπιασε από τους ώμους και την φίλησε έντονα στο στόμα. Σα να είχαν να ιδωθούν μήνες ολόκληρους. Όταν απομάκρυνε τα χείλη του, τον κοίταζε πια γεμάτη απορία- και λίγο θαυμασμό. Ο Δημήτρης διατηρούσε την σιωπή του. Τώρα της κρατούσε τα χέρια και χαμογελούσε.
Με τρομάζεις...Τι έγινε; τον ρώτησε ξανά.
Τότε ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.
Αλίκη, ξέρεις πόσο σε αγαπάω, έτσι;
Φυσικά!
Ξέρεις πόσο ερωτευμένος είμαι μαζί σου, έτσι;
Φυσικά! Τι συμβαίνει, Δημήτρη;
Ναι, αλλά ξέρεις τι έρωτα νιώθω; συνέχισε εκείνος, λες και μονολογούσε. Σαν ένα μικρό παιδί που ερωτεύεται το χιόνι, όταν το βλέπει πρώτη φορά να πέφτει και να στρώνει κάτω στο έδαφος. Είναι αγνός έρωτας, Αλίκη, που σου δημιουργεί συνεχώς συναισθήματα! Μετράμε πάνω από πέντε χρόνια και μόνο εσύ θα μπορούσες να το προκαλέσεις αυτό!
Τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει από τα τιμητικά λόγια.
Αν το συνεχίσεις, θα πιστέψω πως μου κάνεις πρόταση γάμου!
Δώσε μου μισό λεπτό...ίσως ένα...περίμενε!
Σηκώθηκε αμέσως όρθιος και πήγε στο δωμάτιό τους. Όταν γύρισε, κρατούσε ένα ανοιχτό τετράδιο και τα χέρια του έτρεμαν. Κάθισε δίπλα της και το κοίταζε, ανοιγοκλείνοντας τα χείλη του.
Ναι, ναι τώρα είναι εντάξει! της είπε, σηκώνοντας το κεφάλι του προς την Αλίκη.
Τι είναι εντάξει;
Το ποίημα! Το ποίημα!
Ποιο ποίημα;
Αυτό που μου ήρθε στο μυαλό τώρα που γυρνούσα από την δουλειά!
Α στο καλό σου! Με κοψοχόλιασες! Και τι ποίημα είναι αυτό; Γιατί, όπως έκανες πριν, κόντεψα να βάλω τα κλάματα. Και δεν είμαι ωραία όταν κλαίω...
Μα είσαι πάντα ωραία, όπως και να είσαι! Ακόμα και αν έρθει κάποιος μάγος και σε μεταμορφώσει σε βράχο, θα είσαι ο πιο ωραίος βράχος που έχει υπάρξει ποτέ!
Αν είναι να με εγκωμιάζεις έτσι, περιμένω να ακούσω το δημιούργημά σου.
Ακόμα δεν είναι ολοκληρωμένο... Δηλαδή, νομίζω είναι εντάξει... Θα σου πω αυτό που σκέφτηκα.
Σε ακούω!
Ο Δημήτρης καθάρισε την φωνή του. Την κοίταξε στα μάτια και μετά κοίταξε το χαρτί: 

δεν έχω πολλά λεφτά, αγάπη μου
ούτε πολλά υλικά αγαθά για να σου προσφέρω.
ακόμα προσπαθώ να τα καταφέρω
για να σου παρέχω όσα αξίζεις και παραπάνω.
για την ώρα, έχω μόνο μια καρδιά
και αυτή στην δίνω ολόκληρη.
γι' αυτό
μην μου την κάνεις ποτέ χίλια κομμάτια
παρακαλώ.
γιατί αν το κάνεις αυτό
τότε θα πληγωθώ
και μετά τι θα έχω
για να σου προσφέρω
εκτός από μερικά λαβωμένα
''σ' αγαπώ'';

Κρατώντας το τετράδιο στα χέρια του, περίμενε την αντίδρασή της. 
Λοιπόν; την ρώτησε, ήρεμος πια. 
Το έγραψες...για εμένα; κατάφερε τελικά να πει.
Ναι. Φυσικά για εσένα! Θέλω να το δουλέψω και άλλο και νομίζω πως με μερικά ακόμη θα είναι έτοιμο το βιβλ-.
Η Αλίκη έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή του. 
Είναι υπέροχο! Αλήθεια, υπέροχο! Είμαι τόσο τυχερή!
Χάρη σε εσένα είναι. Με αγαπάς, Αλίκη;
Με όλη μου την καρδιά. Εσύ, Δημήτρη;
Με ό,τι έχει απομείνει από αυτήν. Και με ό,τι κατάφερες να φτιάξεις από τα κομμάτια της.

-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)





Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

προσπάθεια

 εσύ τουλάχιστον προσπάθησες σήμερα

και ας μην κατάφερες κάτι σπουδαίο 

ή κάτι που να το θεωρείς σημαντικό- τουλάχιστον προσπάθησες.

να θυμάσαι πως

υπάρχουν χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι 

που δεν το κατάφεραν σήμερα 

(για πολλούς λόγους-

ή, χειρότερο, μπορεί να πίστεψαν πως όντως προσπάθησαν).

εσύ κοιμήσου ήσυχα σήμερα.

χαλάλι.

και αύριο μέρα είναι.

αφού πιστεύεις σε σένα 

θα προσπαθήσεις αύριο πάλι.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...