Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022




Δεν είχε περάσει μεγάλο διάστημα από εκείνο τον καιρό που ήθελα απλά να ξεφύγω από τα πάντα, να εξαφανιστώ από παντού και από όλους. Αλλά ήταν σα να υπήρχε κάτι, μια αόρατη αλυσίδα, που με κρατούσε πίσω. Είχα την αίσθηση πως ξαναζώ τα ίδια πράγματα δεύτερη και τρίτη φορά. Δεν ήμουν τρελός, αν και πίστευα από πάντα πως η τρέλα είναι κάτι το οποίο δεν κάνει διαχωρισμούς και μπορεί να πέσεις θύμα της χωρίς λόγο και αιτία. Δεν ξέρω, με τον ανθρώπινο εγκέφαλο ποτέ δεν μπορείς να βγάλεις άκρη. Πόσο μάλλον με μια πληγωμένη καρδιά.
Κάθε πρωί, πριν πάω στη δουλειά, παίρνω έναν καφέ από έναν φούρνο που βρίσκεται στο δρόμο μου.  Δεν είναι πως τα μάτια της πωλήτριας μου την θύμισαν ή καμιά τέτοια πίπα, μακάρι να ήταν αυτό. Απλά, όταν βγήκα από το μαγαζί, σηκώνοντας το βλέμμα μου από το κινητό, αφού άλλαξα το κομμάτι στο Spotify, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο, σε σημείο, όμως, που να μην μπορώ να διακρίνω καθαρά αν ήταν η Ελένη. Το ίδιο συνέβη και την επόμενη μέρα. Και για καμιά βδομάδα σερί. Πέρασε ένας μήνας από όταν είχαμε χωρίσει, σκέφτηκα, γιατί τώρα;

Everybody just wants to be free...

Συνέβη περίπου μια βδομάδα μετά, ένα απόγευμα Παρασκευής. Η μορφή της είχε πάψει να εμφανίζεται τα πρωινά και, παρόλο που την σκέφτηκα για κάνα δυο μέρες ακόμα, μετά έσβησε. Είχα μόλις γυρίσει σπίτι από τη δουλειά. Δεν σκόπευα να βγω έξω το βράδυ, ήθελα απλά να αράξω σπίτι, να πιώ τις μπύρες μου και να ηρεμήσω. Στην είσοδο της πολυκατοικίας μου, ωστόσο, η μορφή ,που μέχρι τότε την θεωρούσα παιχνίδι της φαντασίας μου, πήρε σάρκα και οστά και με περίμενε με ένα τσιγάρο στο χέρι της. Όταν με είδε, το πέταξε κάτω και το πάτησε με την άκρη του αριστερού της παπουτσιού. Για ένα δευτερόλεπτο πάγωσα και στραβοκατάπια, πριν συνεχίσω να προχωράω. Όταν έφτασα κοντά της, μου έσκασε ένα γλυκόπικρο και άβολο χαμόγελο. Ανταπέδωσα αλλά δεν είπα κάτι. Δεν είχα να πω κάτι, αλλά και να είχα, δεν μπορούσα να το εκφράσω. Άλλωστε, είχαμε να βρεθούμε πάρα πολύ καιρό. Οπότε, σταθήκαμε και οι δύο σιωπηλοί, εγώ με τα κλειδιά στο χέρι και εκείνη με τα χέρια πίσω στην πλάτη της, κοιτάζοντάς με στα μάτια, κουνώντας χαριτωμένα την λεκάνη της, σα να χόρευε βαλς. Επειδή ήξερα τι έκανε, είχε αρχίσει να μου την δίνει και μίλησα πρώτος.
<<Γεια σου Ελένη, τι κάνεις;>>
<<Καλά είμαι Τάσο, εσύ;>>
<<Καλά και εγώ... >>
<<Χαίρομαι....>>
<<Καλά κάνεις. Έγινε κάτι; Ξέχασες τίποτα μήπως;>>
<<Όχι μωρέ...μια βόλτα περνούσα από εδώ και με πέτυχες...>>
Μου ήρθε η παρόρμηση να μπω μέσα, να κλείσω την πόρτα στα μούτρα της και να γίνουν μπλε.
<<Καλώς. Ανεβαίνω εγώ τώρα. Χάρηκα που τα είπαμ->>.
<<Βασικά...Μπορώ να ανέβω και εγώ;>>
Η παρόρμηση....Αλλά το παρελθόν είναι κάτι που δεν ξεχνάς εύκολα,  τα καλά και τα άσχημα του και η καρδιά είναι κάτι που δεν ξεχνάει, ούτε τα καλά, ούτε τα άσχημα. 
<<Έλα. Ανέβα>>.

There's a light in your eyes...

Κάθισε στον καναπέ και εγώ τακτοποίησα τα πράγματα μου. Άλλαξα ρούχα για να είμαι πιο άνετος και πήγα στο σαλόνι. Είχε ήδη ανάψει τσιγάρο και την ρώτησα αν ήθελε τίποτα. Η βασίλισσα Ελισάβετ.
<<Έχεις τίποτα να πιούμε; Θα ήθελα κάτι να πιώ τώρα>>.
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και πήγα στην κουζίνα. Έβγαλα δύο ποτήρια, τα γέμισα με πάγο, πήγα στο ψυγείο,  έβγαλα ένα ανοιχτό μπουκάλι τζιν και τα πήγα μέσα. Έπρεπε να πιώ κάτι.
<<Δεν έχω τόνικ>>.
<<Δεν πειράζει>>.
Γέμισα τα δύο ποτήρια και της έδωσα το ένα. Έκανε να τσουγκρίσουμε, αλλά το είχα φέρει ήδη στο στόμα μου. Τα νεύρα μου ήταν τσιτωμένα. Σκεφτόμουν, γάμα όλα τα άλλα, δικαιούμαι μια απλή, γαμημένη Παρασκευούλα για να χαλαρώσω, αλλά όχι, δεν γίνεται, για εμάς τους απλούς, συνηθισμένους ανθρώπους σπάνια γίνεται κάτι τη στιγμή που το θέλουμε.
<<Λοιπόν;>> την ρώτησα. 
<<Χμ;>>.
<<Τι χμ; Δεν ήσουν τυχαία από κάτω. Δεν σε ξέρω από χθες. Τι θέλεις;>>
Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και έφερε το τσιγάρο στα χείλη της. Λένε πως μια γυναίκα δεν την χτυπάς, αλλά η αλήθεια είναι πως υπάρχουν πολλοί λόγοι για να το κάνεις, απλά δεν είσαι μαλάκας. Ήθελα να σηκωθώ και να φωνάξω, να αρχίσω να πετάω πράγματα, να... Αλλά ήμουν πολύ κουρασμένος, πολύ τσακισμένος. Έτσι, μίλησα ήρεμα.
<<Κοίτα, πριν λίγο ήρθα από την δουλειά και δεν έχω πολύ υπομονή. Πες μου τι θέλεις, αλλιώς πιες το ποτό σου, κάνε το τσιγάρο σου και φύγε>>.
Σοβάρεψε. Βολεύτηκε καλύτερα στον καναπέ και με κοίταξε στα μάτια.
<<Δίκιο έχεις. Δεν ήρθα τυχαία. Ήθελα να μιλήσουμε>>.
<<Τώρα κάτι γίνεται>>.
<<Νομίζω πως είμαι έτοιμη...>>
<<Για ποιο πρά->>.
<<Για εμάς τους δύο!>>
Ένα βουητό... Απόλυτη σιωπή, το στόμα άνοιξε για να ξανακλείσει. Ήπια μια γουλιά και συνέχιζα να την κοιτάζω.
<<Εσύ...εσύ μου το είχες πει, όταν βάλω σε τάξη το κεφάλι μου, να έρθω να σε βρω>>.
Άφησα το ποτήρι στο τραπέζι.
<<Σου είχα πει να μιλήσουμε, όχι να έρθεις!>>
<<Τι σημασία έχει; Δεν μιλάμε τώρα; Είμαι εδώ και είσαι εδώ και μπορούμε πάλι να έχουμε->>
<<Αυτό που κατέστρεψες;>>
<<Πως;>>
<<Αυτό που γάμησες; Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω αλλιώς. Αυτό που , τουλάχιστον στο κεφάλι μου, είχε αρχίσει να χτίζεται τόσο ωραία και εσύ απλά ξύπνησες ένα πρωί και το ίδιο βράδυ το γάμησες. Ή θυμάμαι λάθος; Διόρθωσε με αν κάνω λάθος!>>
<<Εγώ-. Εσύ είπες πως->>
<<Ήμουν ερωτευμένος και μου ράγισες την καρδιά! Προφανώς! Τι άλλο περίμενες να πω; Ε;>>
Κόμπιασε.
<<Δεν είναι αργά! Δεν είναι αργά για να->>
Χτύπησα τις παλάμες μου πάνω στα μπούτια μου.
<<Όχι... Είναι αργά. Για ένα χρόνο έκανα τα πάντα...Κυριολεκτικά τα πάντα για σένα! Και δεν το μετανιώνω. Αν το μετάνιωνα, δεν θα σε άφηνα καν να μπεις μέσα. Μονάχα ένα πράγμα ζήτησα, να είσαι εδώ όσο ήμασταν μαζί και εσύ ήσουν... αλλού. Το κεφάλι σου ήταν αλλού>>.
Ήρθε πιο κοντά μου.
<<Με άφησες να μπω , όμως. Και έφερες και το μπουκάλι. Θα μπορούσες να... παραδέξου το, ακόμα νιώθεις κάτι! Και εγώ νιώθω κάτι. Δεν το βλέπεις; Δεν το βλέπεις;>>
<<Το έβλεπα... Γαμώ το σπίτι μου, το έβλεπα και ανυπομονούσα! Και έλεγες το ένα και το άλλο και το διαφορετικό και τελικά τι έκανες; Ήμουν δίπλα σου σε κάθε στιγμή, εκεί για σένα όποτε ήθελες ένα στήριγμα, όταν ήθελες ένα-,  ΕΙΠΕΣ ΟΤΙ ΗΜ-... Α! Για το θεό, Ελένη! Όλα... έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα και παραπάνω και εσύ τι έκανες; Αποφάσισες να φύγεις. Να τα αφήσεις όλα, επειδή...Επειδή... Δεν αξίζει... Δεν αξίζει, όχι δεν αξίζει! Θα μπορούσες να...θα μπορούσες να... Και μετά, αφού με χώρισες, γιατί εσύ με χώρισες και μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό, με ζάλιζες ένα ολόκληρο μήνα στα τηλέφωνα, να μιλάμε λες και τίποτα δεν είχε συμβεί, λες και ήμασταν φιλαράκια και εγώ έκανα απλά τον μαλάκα γιατί ακόμα ένιωθα πράγματα, ακόμα ήλπιζα σε κάτι. Και εσύ εκμεταλλευόσουν αυτό το κάτι, γιατί μέσα σου έκαιγες. Γιατί μέσα σου κατάλαβες το λάθος σου και όταν το παραδέχθηκες στον ίδιο σου τον εαυτό, καταστράφηκες. Εγώ ήθελα να σε βοηθήσω να βάλεις σε μια τάξη το μέσα σου. Και εσύ μου το ζητούσες χωρίς να μου το πεις, το έβλεπα στα μάτια σου. Αλλά συνέχιζες να το βάζεις στα τέσσερα. Αλλά κάποτε έπρεπε να σκεφτώ και το καλό μου. Και τώρα που είσαι καλά, ήρθες. Η βασίλισσα  Ελένη να είναι καλά, οι άλλοι δεν μας νοιάζει>>.
Πάγωσε. Κατάλαβα πως είχε ετοιμαστεί μέσα της για κάθε ενδεχόμενο, αλλά όχι γι' αυτό. Έτσι, απλά έπεσε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει, σαν απελπισμένο ζώο που μάχεται για τη ζωή του λίγο πριν το φάνε. Για λίγο το παρελθόν μου άνοιξε μια πόρτα που άρχισε να σκουριάζει. Φιληθήκαμε με γλώσσα και μου έβγαλε την μπλούζα. Μα τελικά, με όση δύναμη είχα, έκλεισα την πόρτα. Σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να τρίβω το κεφάλι μου.
<<Όχι. Δεν θα-, όχι. Μην το κάνεις αυτό. Μην με εκμεταλλεύεσαι όποτε έχεις ανάγκη. Σε παρακαλώ, φύγε...>>
<<Τάσο, εγώ->>.
<<ΦΥΓΕ! Σε παρακαλώ, φύγε! Δεν καταλαβαίνεις; Είμαι καλά τώρα. Είμαι καλά τώρα...>>
Σηκώθηκε, στάθηκε για λίγο, με κοίταξε και έφυγε. Όταν απέμεινα μόνος, άρχισα να περπατάω πάνω- κάτω στο σαλόνι. Ήπια κούπα το ποτήρι μου, το ξαναγέμισα και το ξαναήπια. Δάκρυα τρέχαν από τα μάτια μου. Δάγκωσα ένα μαξιλάρι και άρχισα να ουρλιάζω. Πλέον δεν μπορούσα να μείνω σπίτι. Δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω σπίτι. Ήθελα να μιλήσω σε κάποιον. Να τα πω σε κάποιον να φύγουν από μέσα μου. Οπότε, έστειλα ένα μήνυμα στην ομαδική που είχα με τους φίλους μου, έστω και ένας, ας απαντούσε, έστω και ένας, ας απαντούσε, έστω ένας, θέλω να βγω έξω, θέλω να βγω έξω!
Ευτυχώς δεν άργησαν να απαντήσουν. 
Κανονίσαμε ώρα και μέρος  και άφησα το κινητό κάτω. Ήπια ακόμα ένα ποτήρι και, σκουπίζοντας τα μάτια με τα δάχτυλά μου , πήγα στο μπάνιο.

Look on down from the bridge
I'm still waiting for you...

-Θεόδωρος Ορφανίδης(Ο.Γ.Θ.)

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022



Μέσα στο αστικό, ακούγοντας μουσική,

Επιστρέφοντας στο σπίτι από τη δουλειά,

Είναι βράδυ. Νιώθω 

Σα να είμαι μέρος μιας ταινίας

Και μόλις φτάσει στην κορύφωση το τραγούδι 

Θα συμβεί κάτι- δεν ξέρω τι, κάτι-

Μα δεν συμβαίνει.

Θα αλλάξω το τραγούδι-

Θα αλλάξω πάλι τραγούδι.

Θα κατέβω από το αστικό κάποια στιγμή,

Θα μπω στο σπίτι και θα αλλάξω ρούχα,

Θα κάνω μπάνιο και θα καθίσω στον υπολογιστή.

Θα φάω κάτι και θα χαλαρώσω,

Θα διαβάσω, θα γράψω 

Ενώ η ώρα θα περνάει και θα πρέπει να πάω για ύπνο.

(5-6/7)

Δεν είναι που με πειράζει τόσο αυτό, ίσα-ίσα

Δεν το θεωρώ τόσο κακή ρουτίνα,

Μα είναι που το χέρι της πριγκίπισσας το κρατάει κάποιος άλλος και

Τα μετάλλια στον αγώνα τα παίρνουν άλλοι

Για την ώρα.

Ζωή σαν ροκ σταρ, χωρίς το σταρ 

Σαν βράχος που κουτρουβαλά όπου βρει-

Μα δεν με πειράζει.

Και ας μείνω αυτός ο βράχος για πάντα

Αρκεί κάποτε η πορεία του

Να γίνει αντίστροφη

Και αντίστοιχη

Των ονείρων του.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)





Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

 



Ξέχασα για πολύ καιρό να κάτσω και να υπολογίσω όλες τις μέρες μου- 

Και νόμιζα πως μπορούσα να έχω όσες ήθελα, είτε έτσι είτε αλλιώς.

Έτσι, αμέλησα πάρα πολλά ή μάλλον θεώρησα

Πως δεν ήταν ανάγκη

Να κάτσω να τα βάλω κάτω, να δω, μεταξύ άλλων, πως η ζωή είναι

Και μεγάλη και μικρή και πως όσο μεγαλώνεις 

Αλλάζουν τόσα πολλά, μα που να το φανταστώ

Εγώ;

(Που να το φανταστώ, εγώ;).

Συνήθως έδινα βάρος στα ασήμαντα

Και τα ασήμαντα μας καταστρέφουν συνήθως σε αυτή τη ζωή

Επειδή τα μετατρέπουμε σε σημαντικά, ενώ δεν πρέπει-

Τι σημασία έχει πια;

Τώρα περπατάω με άλλα παπούτσια , εκείνα είναι στην αποθήκη 

Και δεν είμαι τόσο χαζός,έτσι νομίζω-

Αλλά παραμένω αφελής.

Και επειδή είμαι όπως είμαι φοβάμαι αρκετά

Γι'αυτό παλεύω όσο μπορώ 

Μην έρθει η μέρα που θα φύγω για πάντα 

Και δεν βρεθώ εγώ ο ίδιος στην κηδεία μου,

Έχοντας συνηθίσει να είμαι

Κάποιος άλλος.

-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022




Σαν τι θα κάνεις με τις τόσες μέρες
που σου περισσεύουν, και πάνω απ' όλα
τις τόσες μέρες που σου λείπουν;
-Μονόλογος στην ομίχλη, Πάμπλο Νερούδα


Πρέπει να είχα κεφάλι καμιά τέσσερις μέρες σερί. Ήμουν σε μια κατάσταση σοκ εκείνο τον καιρό, σε μια φαντασμαγορία εγωιστικού ξεφαντώματος, σε μια φάση αναζήτησης εκείνου που δεν φαίνεται, του πραγματικού μου εαυτ-, πολλές ηλίθιες και ίσως ασυνάρτητες λέξεις για να περιγράψω το πολύ απλό και ίσως να ξεφύγω ενδόμυχα από το θέμα, πως ήμουν, δηλαδή, στα χαμένα. Δεν με ένοιαζε τίποτα και κανείς και, παράλληλα, με ένοιαζαν όλα και οι πάντες. Ήξερα πως, για να συνεχίσω,  έπρεπε να φτάσω στα άκρα, στα όρια μου και λίγο πιο πέρα από όλα αυτά και ας μετάνιωνα την άλλη μέρα για πράγματα που έκανα ή είπα την προηγούμενη, για όσα υπήρξαν και θα ανήκαν, πια, στο παρελθόν. Ήταν ένας κίνδυνος που τον είχα αποδεχθεί ως αναγκαίο για να συνεχίσω να ζω. Οπότε, αυτό που θα περιγράψω, ίσως φανεί αδιάφορο ή ακόμα και ηλίθιο, αλλά ήταν ουσιώδες για εμένα, σαν κόκκος που πέφτει σε μια κλεψύδρα, για να γεμίσει το κάτω μέρος. Κάποια στιγμή, θα γεμίσει.
Καθόμουν στο σπίτι μου και διάβαζα το ''Γυναίκες'' του Bukowski, ενώ δίπλα μου είχα ένα ποτήρι βότκα με Sprite και πάγο. Κόντευε να βραδιάσει και είχαμε κανονίσει με τους φίλους μου να βγούμε. Είχα ξεκινήσει να πίνω και να διαβάζω από το μεσημέρι και πρέπει να είχα πιεί κοντά στα τρία ποτά, όταν είδα πως ήταν ώρα να ετοιμαστώ. Σηκώθηκα γεμάτος ζωντάνια και ευφορία και πήγα προς το μπάνιο. Μια ώρα και ένα  ποτό μετά ήμουν έξω. Ευτυχώς ήμουν ακόμα σε εκείνο το σημείο που δεν φαινόταν πως είχα πιει και δεν γέμισα υποψίες στον Ιάκωβο, τον Σάββα και τον Θανάση. Συναντηθήκαμε στην Ροτόντα και κατευθυνθήκαμε προς το Ακαπούλκο, πέντε λεπτά πιο πάνω με τα πόδια, ένα μαγαζί που αράζαμε τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. 
Η ώρα ήταν εννιάμισι και εγώ ήμουν μέσα στην τρελή έξαψη και τον ενθουσιασμό. Τόσο που βγήκα με τους φίλους μου, αλλά και γιατί το μαγαζί ήταν παραπάνω από εντάξει και η μπύρα ήταν σχετικά φθηνή και θα πίναμε μέχρι όσο πήγαινε. Μόλις κάτσαμε, παραγγείλαμε όλοι μεγάλες βαρελίσιες μπύρες. Τις ήπιαμε σχεδόν κατευθείαν, παραγγέλνοντας ακόμα μια γύρα.
<<Τι ωραίο πράγμα η μπύρα!>>, είπε ο Σάββας, ακουμπώντας το ποτήρι στο τραπέζι.
<<Να μην με γαμούσε μόνο με την αφυδάτωση το πρωί>>, παραπονέθηκε ο Ιάκωβος
<<Χαχαχα>>, γέλασα εγώ στα ξεκάρφωτα και με κοίταξαν όλοι με απορία. <<Τι κοιτάτε ρε; Σκέφτηκα ένα χαζό αστείο>>.
<<Μάλιστα...>>, είπε ο Θανάσης και έβγαλε να στρίψει ένα τσιγάρο. <<Σήμερα, μάγκες, έριξα το->>.
<<Λοιπόν, μπαίνουν δύο δένδρα- όχι σιωπή!, δύο δένδρα σε ένα μπαρ και κάθονται. Τα ρωτάει ο μπάρμαν, τι θα πάρετε, λένε, τρία ουίσκι, μα είστε δύο λέει ο μπάρμαν, όχι είμαστε trees...ΠφφφφφφφφΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ>>.
<<....>>.
<<Ψόφα ρε!>>
<<Αυτοκτόνα!>>
Μετά τις ευχές των φίλων μου, συνεχίσαμε να πίνουμε και να μιλάμε. Τρεις ώρες μετά, είχα φτάσει ήδη στην έκτη μπύρα και, ενώ οι άλλοι είχαν κάνει κεφάλι, εγώ είχα μεθύσει. Παρ' όλα αυτά, συνέχιζα να πίνω, γιατί δεν ήξερα τί άλλο να κάνω. Είχα φτάσει στη ζωή μου σε εκείνο το σημείο που, όντως, δεν είχα ιδέα τι μπορούσα ή τι έπρεπε να κάνω, λες και ήμουν κανένας  τελειωμένος πενηντάχρονος που χώρισε και τον απέλυσαν από την δουλειά του. Ίσως αν έπεφτα τέρμα χαμηλά, σκεφτόμουν, ίσως εκεί κάτω να ανακάλυπτα τον πραγματικό μου εαυτό. Ίσως ήμουν απλά ένας δειλός που φοβόταν να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Σίγουρα ήμουν μπερδεμένος.
Έτσι, αφού περίμενα στην τουαλέτα κάποια στιγμή για δέκα λεπτά μέχρι να κατουρήσω, βγαίνοντας έξω είδα μια κοπέλα που μου φάνηκε ωραία. Δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε καν βλέμματα όλο το βράδυ, πρώτη φορά την έβλεπα,  αλλά το μεθυσμένο μου κεφάλι μου έλεγε να κάνω κάτι που σπάνια τολμούσα στα είκοσι δύο  χρόνια που ζούσα : να μιλήσω σε κοπέλα έξω, σε μαγαζί.
Καθόταν στο μπαρ, μαζί με μια φίλη της, έπιναν  ήρεμα το ποτό τους και τα έλεγαν.  Και εκεί, σαν τον μπαμπουίνο, έκανα την λαμπρή μου εμφάνιση και στάθηκα δίπλα της.
<<Συγγνώμη>>, της είπα. Θεωρούσα πως το είπα κάπως λάγνα, αλλά πιστεύω φαινόταν περισσότερο λες και ήθελα να ξεράσω και πιθανότατα αυτό θα ήταν.
<<Παρακαλώ;>>, μου απάντησε. Δεν θυμάμαι πως αντέδρασε ακριβώς.
<<Είσαι η... Έλα το έχω...Γνωριζόμαστε από...>>.
<<Α, όχι, μάλλον λάθος κάνεις. Με συγχωρείς, δεν έχουμε γνωριστεί ποτέ>>, είπε ευγενικά και γύρισε προς την φίλη της. Όμως ο Δον Μπαμπουινάν δεν έκανε πίσω.
<<Αααα, τι κρίμα! Τι θα έλεγες να...να γνωριστούμε τώρα, ε;>>
<<Λυπάμαι, είμαι με την φίλη μου, ίσως κάποια άλλη φορά>>, απάντησε κάπως μαζεμένη.
Πήγα να μιλήσω ξανά, αλλά η φίλης της με διαολόστειλε. Για κάποιο λόγο ένιωσα προσβεβλημένος, τις χαιρέτησα και έφυγα.
<<Τι έκανες τόση ώρα ρε, έχεζες;>>, μου είπε ο Θανάσης όταν κάθισα στο τραπέζι.
<<Μπα όχι. Μιλούσα με μια μέσα>>.
<<Λέγε ρε παίχτη. Για πες!>>.
Έσκυψαν προς το μέρος μου γεμάτοι ενθουσιασμό.
<<Τίποτα ρε. Γυρνούσα από τις τουαλέτες και την είδα και πήγα γιατί μου άρεσε και μίλησα και δεν απάντησ-, όχι, απάντησε, αλλά της είπα, σε ξέρω από κάπου, πφφφφ, τρομερή ατάκα, και μου λέει όχι και εγώ της λέω να γνωριστούμε και μετά κάτι άλλο και η φίλη της άρχισε να λέει κάτι και έφυγα>>.
Πρέπει να τους προκάλεσα ένα μικρό ανεύρυσμα. Με κοίταζαν γεμάτοι απορία.
<<Δεν...δεν κατάλαβα τίποτα, μπρο>>, είπε ο Θανάσης.
<<Δεν...δεν...>>, συμπλήρωσε ο  Σάββας.
Ο Ιάκωβος, ωστόσο, με γνώριζε λίγο καλύτερα από όλους και το επεξεργάστηκε λίγο παραπάνω.
<<Κάτσε, νομίζω κάτι έπιασα>>, είπε. << Διόρθωσε με αν κάνω λάθος. Βγήκες από την τουαλέτα και είδες μια τύπισσα να κάθεται μέσα στο μαγαζί με μια φίλη της, σωστά;>>.
<<Ναι>>.
<<Και σου άρεσε και είπες να πας να της μιλήσεις>>.
<<Σωστά>>
<<Και πήγες τελείως στο ξεκάρφωτο, σαν τον ηλίθιο, και την ρώτησες αν την γνωρίζεις από κάπου και σου είπε όχι. Και μετά της είπες να γνωριστείτε και ουσιαστικά η φίλη της σε έδιωξε. Σωστά;>>.
<<Ναι!>>.
<<Πας καλά ρε μα-;>>.
<<Ει! Μην βρίζεις!>>.
<<ΘΑΣ-. Πόσο ήπιες ρε;>>
<<Δεν έχω ιδέα...>> 
<<Κόψε! Θα γίνουμε ρεζίλι και δεν θα μπορούμε να ξαναρθούμε. Έλεος ρε μαλάκα, κάθε φορά τα ίδια, σαν μωρό παιδί, μπεκρούλιακα>>.
Πήγα να ανοίξω το στόμα μου και το έκλεισα. Για λίγο σταμάτησα να μιλάω και κοίταξα κάτω, ενώ οι άλλοι σχολίαζαν το περιστατικό. Μου τα έσκασε το ποτό και άρχισα να σκέφτομαι πολλά και διάφορα. Τραγουδούσα από μέσα μου το Perfect Day του Lou Reed και σκεφτόμουν τα λάθη μου. Τις επιλογές μου. Πόσο αδύναμος ήμουν και πως κατέληξα έτσι, γιατί κατέληξα έτσι, ποιος με έκανε έτσι και τι έφταιγε. Τελικά, κόντεψα να βάλω τα κλάματα και, για να ηρεμήσω, ήπια μια γουλιά από την μπύρα μου. 
<<Τι έγινε τώρα; Γιατί είσαι έτσι τώρα;>>, είπε ο Ιάκωβος, που ήξερε πάντα να επιλέγει τις κατάλληλες λέξεις.
<<Τίποτα ρε... Όλα καλά...>>
<<Σόρρυ ρε μπρο που αρπάχτηκα. Δεν έκανες κάτι τρομερό, αλλά και εσύ κάπου βάλε ένα όριο. Τι το πίνεις αφού σε χαλάει; Τσίλαρε τώρα, έλα να περάσουμε ωραία>>.
Χαμογέλασα και έτριψα τα μάτια  με τα δάχτυλα μου. Τουλάχιστον για την ώρα είχα τους φίλους μου. Και την μπύρα μου. Είχα πολλά περισσότερα από όσα πίστευα πως είχα.
Στο δίπλα τραπέζι είχαν ένα σκυλί. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ράτσα ήταν. Κάποια στιγμή, εκεί που καθόταν κάτω, σηκώθηκε στα τέσσερα πόδια του και κοίταζε γύρω του. Το φώναξα να έρθει και το χάιδεψα. Η ιδιοκτήτριά του με είδε και της χαμογέλασα. Ανταπέδωσε το χαμόγελο και γύρισε στην παρέα της.
<<Έι, σκύλε>, ψιθύρισα << όλα καλά; Πάμε κάνα κωλόμπαρο μετά;>>.
Γέλασα και συνέχισα να πίνω την μπύρα μου. Ίσως ήταν μια ακόμα χαμένη μέρα. Αλλά τουλάχιστον ήταν ακόμα μια μέρα.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)



Κυριακή 28 Αυγούστου 2022




 Οι απόηχοι 

Μιας ζωής που δεν έζησα, ακούγονται ακόμα 

(Οι απόηχοι...μιας ζωής... που...ακούγονται...)

Στα αυτιά μου, την βλεπω

Μπροστά μου, δεν χρειάζεται να κλείσω τα

Μάτια, ορίστε, εμφανίστηκε.

Και δεν ξέρω καν αν είναι

Όπως την φαντάζομαι, είναι 

Αποκύημα της φαντασίας μου, όσα θα μπορούσαμε να ζήσουμε, όλα όσα δεν ζήσαμε, ότι δεν έζησα κατέστρεψε αυτό που θα μπορούσα να ζήσω, να ζήσω, να ζήσω ,να-

(Βαθιά ανάσα).

Μια ανάσα είναι η ζωή 

Δεν γίνεται να ζήσεις χωρίς ανάσα

Ούτε να ανασαίνεις χωρίς ζωή.

Δεν γίνεται να ζήσεις και να πεθάνεις ταυτόχρονα

Και όμως γίνεται.

Οι απόηχοι μιας ζωής-

Ίσως περισσότερων ζωών-

Ακούγονται ακόμα

Όχι τόσο συχνά πια, τώρα είμαι καλύτερα.

Αλλά το μυαλό δεν ξεχνάει εύκολα

Ακόμα και όσα δεν υπήρξαν ποτέ

Και νοσταλγεί η καρδιά για κάποιο λόγο

Όσα δεν υπήρξαν ποτέ.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)




Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022



Ήθελε από όποιον την γνώριζε να την φωνάζει Μάιρα και όχι Μαρία. Δεν μου εξήγησε ποτέ ακριβώς τον λόγο, απλά μου το ανακοίνωσε και, θέλοντας να το σεβαστώ αυτό, θα την λέω Μάιρα από εδώ και πέρα.
Την Μάιρα την γνώρισα πριν μερικά χρόνια στις αρχές του τέταρτου έτους της σχολής. Ήμασταν συμφοιτητές, διαφορετικά τμήματα, αλλά έτυχε εκείνο το εξάμηνο να παρακολουθήσουμε το ίδιο μάθημα επιλογής. Πρώτη φορά την παρατήρησα στο δεύτερο μάθημα, όταν και έκατσε δίπλα μου. Μαύρα μαλλιά καρέ, έντονα χείλη, πράσινα μάτια. Ένα τετράδιο και ένα στυλό και μια τσάντα. Ήταν αθλήτρια στίβου μέχρι το λύκειο και αυτό φαινόταν στο σώμα της. 
Στο επόμενο μάθημα έτυχε να κάτσει πάλι δίπλα μου. Λίγο πριν το διάλειμμα, ο καθηγητής μας έκανε ένα και καλά αστείο και, στο διάλειμμα, θέλοντας να το σχολιάσει  με κάποιον και μην έχοντας, όπως και εγώ, παρέα μέσα στην αίθουσα, γύρισε προς το μέρος μου. Από ό,τι θυμάμαι, ο καθηγητής αυτός έκανε ένα συσχετισμό αυτού που έλεγε με κάποια συμπεριφορά των γυναικών και φυσικά, με τη σειρά μας,  όλοι  γελάσαμε, γιατί θέλαμε να πάμε στα προφορικά και θα θυμόταν τις φάτσες μας. Δεν λέω, αν είχα κανέναν φίλο μου εκεί, θα γελούσαμε σαρκαστικά  και καλά θα συμφωνούσαμε, αλλά, κατά τα άλλα, δεν... 
Η Μάιρα ήταν άτομο που μιλούσε αρκετά, εγώ όχι τόσο. Ίσως γι'αυτό δέσαμε τόσο γρήγορα. Πιθανότατα της άρεσε το γεγονός πως μπορούσε να μιλάει όσο θέλει και εγώ να την ακούω, να κουνάω το κεφάλι μου, να χαμογελάω και να πετάω μερικές λέξεις εδώ και εκεί, απλά για να συνεχίσει η κουβέντα. Όχι πως εγώ δεν έλεγα τίποτα, αλλά είχε ωραία χροιά η φωνή της και δεν με πείραζε καθόλου. Η Μάιρα, επίσης, είχε ωραίο χαμόγελο, το οποίο κολάκευε τα μάτια της. Και αναφέρω ξανά το πρόσωπό της, γιατί μου έκανε ωραία εντύπωση το γεγονός πως δεν βαφόταν. Όσες φορές βρεθήκαμε έπειτα από εκείνο το μάθημα, είτε τυχαία είτε επειδή ήταν η συγκεκριμένη μέρα είτε την μια φορά που πήγαμε για καφέ γιατί δεν είχαμε άλλο μάθημα μετά,  ήταν απόλυτα φυσική. Ή μπορεί εμένα να μου φαινόταν απλά έτσι και να έβαζε κάτι ελάχιστο. Όπως και να έχει, η Μάιρα ήταν γοητευτική εκ του φυσικού της και αρκετά ενδιαφέρον άτομο, πάνω από όλα.
Πέρασε κοντά ένας μήνας που μιλούσαμε κατά κύριο λόγο στο μάθημα και στο Facebook, όταν αποφασίσαμε να βγούμε βράδυ. Επειδή υπήρχε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα μεταξύ μας - και, ο βασικός λόγος, είχε αρχίσει να μου αρέσει- της το πρότεινα και δέχθηκε με χαρά, χωρίς να το σκεφτεί. Μιας και γνωριζόμασταν , έστω και αυτό τον λίγο καιρό, η αμηχανία είχε φύγει από τη μέση και αποφασίσαμε να πάμε σε ένα μαγαζί που μας άρεσε και τους δύο, το Στέρεο, στην Αριστοτέλους κοντά. Δώσαμε απευθείας συνάντηση εκεί.
Έφτασα δέκα λεπτά νωρίτερα και κάθισα σε ένα τραπέζι έξω, γιατί ο καιρός είχε αρχίσει να μαλακώνει. Η Μάιρα έφτασε πέντε λεπτά αργότερα και ήταν σα να μην είχε φτάσει η ίδια. Γιατί τα πάντα φώναζαν Μάιρα, εκτός από το πρόσωπο: είχε βαφτεί. Για κάποιο λόγο, αποφάσισε να βαφτεί, να παστώσει το πρόσωπό της με διάφορα καλλυντικά και ό,τι άλλο φοράνε οι γυναίκες. Τρόμαξα να την αναγνωρίσω- τώρα που το σκέφτομαι, αντέδρασα υπερβολικά, μα έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Μαύρο τζιν ,μαύρη μπλούζα,  έντονο κόκκινο κραγιόν, μια χλωμάδα, μαύρο γύρο από τα μάτια της. Δεν ήταν η Μάιρα αυτή. Ήταν μια εκδοχή της η οποία δεν μου άρεσε και δεν ένιωθα άνετα να βρίσκομαι κοντά της. Τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγμή, όχι έτσι αναπάντεχα... Της έκανα νόημα με το χέρι, με είδε, ήρθε στο τραπέζι, αγκαλιαστήκαμε και κάθισε.

<<Ωραία ήταν, ε; Εγώ πέρασα πολύ ωραία!>>, είπε η Μάιρα, αφού πληρώσαμε και κάναμε την βόλτα μας. Δεν έχω ιδέα πόση ώρα καθίσαμε στο μαγαζί και συγκράτησα ελάχιστα από όσα είπαμε. Προσπαθούσα πάρα πολύ να μην φανερώσω την αμηχανία μου.
<<Ναι, ναι. Ήταν μια χαρά...>>, της απάντησα, ίσως κάπως αδιάφορα.
<<Τι έχεις; Είσαι καλά; Μου φαίνεσαι κάπως όλο το βράδυ>>.
<<Όχι καλέ, μια χαρά είμαι. Μην αγχώνεσαι. Λίγο κουρασμένος, αυτό είναι όλο>>.
<<Μμμμ... Ναι, ναι, λίγο κουρασμένος! Σε έχω μάθει λίγο πλέον, κάτι έχεις. Και θα σε κάνω να μου το πεις!>>, μου είπε, έκανε μια αστεία γκριμάτσα και με χτύπησε απαλά στο μπράτσο με την δεξιά γροθιά της. Και όπως γύρισα, για λίγο, είδα πάλι την Μάιρα που γνώριζα, αλλά κατευθείαν επανήλθα στην πραγματικότητα. Και τότε κατάλαβα πως βρισκόμουν σε δίλλημα: να της έλεγα την αλήθεια ή να άφηνα το βράδυ να κυλήσει όμορφα; 
Φτάσαμε μέχρι το Λιμάνι. Είχαμε πει πριν καιρό πως μας άρεσε να αράζουμε εκεί μια στο τόσο και, μιας και ο καιρός ήταν καλός, αποφασίσαμε να πάμε και μαζί. Μπήκαμε μέσα και περπατήσαμε όλο ευθεία, μέχρι το σημείο που τελειώνει η πέτρα  και συνεχίζει η θάλασσα. Σε όλη τη διαδρομή αυτή, από το μαγαζί μέχρι εκεί, μπορούσα να της μιλάω πιο άνετα, γιατί δεν χρειαζόταν να την κοιτάζω απευθείας στα μάτια. Και σκεφτόμουν, Τι μαλάκας, απλά τι μαλάκας είμαι!
Καθίσαμε κάτω, όχι δίπλα- δίπλα, αλλά με μια απόσταση μεταξύ μας μικρή και για μερικά δευτερόλεπτα δεν μιλούσαμε, απλά αγναντεύαμε. Δεν είχε πολύ κόσμο, ήταν γαλήνια και όμορφα. 
<<Ωραία είναι εδώ. Καλά που ήρθαμε>>, είπα.
<<Ναι μαγικά. Είχα αρκετό καιρό να έρθω. Τι ωραία θα ήταν να μπορούσαμε να βουτήξουμε κιόλας μέσα>>.
<<Αυτό σκέφτομαι κάθε φορά που έρχομαι εδώ!>>
<<Φαντάσου πόσο τέλειο θα ήταν να μπορούσες απλά να πέσεις μέσα και να κάνεις ένα μακροβούτι και να αρχίσεις να κολυμπάς και μετά να αναδυθείς πάλι στην επιφάνεια και ξανά και ξανά, μέχρι να βαρεθείς>>.
<<Και-. Και να->>.
Δούλεψε στόμα, δούλεψε γαμημένο, δούλεψε! Όχι, σήκωσε το κεφάλι, μην το έχεις κατεβασμένο κάτω, μην παίρνεις αυτό το βλέμμα, θα σε καταλάβει και-. Σκατά!
<<Δημήτρη; Σίγουρα κάτι έχεις... Θα μου πεις τι έχεις;>>
Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και τα άνοιξα πάλι. Γύρισα το βλέμμα μου προς την Μάιρα και της χαμογέλασα. 
<<Είναι ηλίθιο... Είναι τελείως ηλίθιο και ζητάω συγγνώμη. Απλά... Έπρεπε να στο πω από την αρχή, αλλά το ξέρω πως είναι ηλίθιο και δεν μου πέφτει λόγος και εγώ...>>.
<<Πες μου, Δημήτρη. Τι είναι;>>.
<<Δεν ξέρω πως... Ok! Είναι... είναι το βάψιμο σου>>
<<Το βάψιμο μου;>>
<<Δεν λέω πως είναι κακό ή.... εγώ δεν είναι πως... απλά αναρωτιέμαι τόση ώρα γιατί πάστωσες έτσι το πρόσωπό σου, Μάιρα... έχεις τόσο ωραίο πρόσωπο και φαίνεται λες και...>>
Θα μου άρεσε να είμαι λίγο πιο ετοιμόλογος. Να μπορώ να σταθώ πιο καλά στο λόγο, να μην τα βγάζω μισά, να είναι όσα σκέφτομαι πιο ατόφια. Να γινόμουν πιο κατανοητός με το σώμα μου. Η έκφραση της Μάιρα πάγωσε. Έγινε κάπως πικρή, φαινόταν ενοχλημένη, ίσως και προσβεβλημένη.
<<Το βαψ-... Κάτσε λίγο, μισό λεπτό! Δηλαδή θες να-. Σε ενοχλεί που βάφτηκα; Που περιποιήθηκα τον εαυτό μου; Που ήθελα να είμαι ωραία σήμερα για σένα; Και στην τελική, ποιος είσαι εσύ που θα μου πεις τι θα κάνω και τι όχι; Αλλά και να σε ρωτούσα θα απαντούσες; Απλά θα κουνούσες το κεφάλι και θα χαμογελούσες>>.
Σηκώθηκε όρθια και έτσι σηκώθηκα και εγώ. 
<<Δεν εννοούσα κάτι τέτοιο. Απλά μου φαίνεται περίεργο, αυτό είναι όλο. Έχεις τόσο ωραίο πρόσωπο και μου φαίνεται σα να το χαλάς έτσι. Είσαι πολύ όμ-, μια χαζομάρα δική μου είναι, ξέχνα το>>.
<<Να το ξεχάσω; Να το ξεχάσω; Πας καλά; Θεέ μου! Τι κάθομαι και εγώ και ελπίζω πως θα βρω κάποιον φυσιολογικό στη ζωή μου! Ο ένας χειρότερος από τον άλλον είναι!>>
<<Δεν είναι έτσι, Μάιρα, και το ξέρεις!>>
<<Το ξέρω; Τι ξέρω; Νομίζεις σε ξέρω; Ανάθεμα και αν μου είπες πέντε πράγματα για σένα όλο αυτό τον καιρό. Ήταν λες και έγραφα στο ημερολόγιο μου. Και εσύ πας και μου λες για το βάψιμο μ->>.
<<Δεν είναι το βάψιμο το θέμα! Συγγνώμη... Νιώθω πως είναι κάτι πιο εσωτερικό. Και θέλω να το μάθω και αν κάνω λάθος, συγγνώμη. Πίστεψε με θέλω. Και θέλω να με μάθεις και εσύ->>.
<<Είχες την ευκαιρία σου και την έχασες. Τώρα θέλω να πάω σπίτι. Καλό σου βράδυ!>.
Ο μόνος θόρυβος που άκουγα ήταν τα παπούτσια της, ενώ απομακρυνόταν. Ήθελα να τρέξω από πίσω της, να της πιάσω το χέρι, να της εξηγήσω τα πάντα, αλλά δεν είχε σημασία- δεν είχε πια σημασία. Είχα μείνει μόνος και παρεξηγημένος και τίποτα από όλα όσα ένιωθα ή σκεφτόμουν για εκείνη δεν είχαν σημασία, καμία λέξη, τίποτα. Θα ήταν πιο εύκολο αν μπορούσα να της τα δείξω όλα με το σώμα μου. Να μην χρειαστεί να κουνήσω τα χείλια και να σχηματίσω λέξεις, απλά να κάνω δύο-τρείς κινήσεις και όλα να ξεκαθαρίσουν. Μα δεν πάει έτσι. Το σώμα μιλάει, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, το σώμα είναι απλά ένα σώμα.
Ευτυχώς είχα φέρει τα ακουστικά μου. Τα σύνδεσα στο κινητό μου, άνοιξα το Spotify, έκανα μια αναζήτηση και πάτησα το Play.
Και ξεκίνησα να περπατάω, μόνος και παρεξηγημένος.
Rolling around like a big rubber ball....trying to stand like a big strong tough man... all i got is nothing but a little bit of love...gonna give it to the people then they'll see...
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)




Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022


 Κάποτε θα παίξει η πιο μεγάλη ταινία 

Σε έναν μικρό κινηματογράφο

Και θα είμαστε εμείς οι πρωταγωνιστές.

Θα δουμε όλα όσα ζήσαμε, θα δούμε τα πάντα, θα, θα, θα!,

Θα αισθανθούμε τα πάντα πάλι από την αρχή 

Και θα έχουμε ένα γλυκόπικρο χαμόγελο-

Μια έκφραση που θα μαρτυράει 

Όσα δεν θα μπορούμε να εκφράσουμε

Με λόγια.

Τα εισιτήρια,περιορισμένα

Και η προβολή, μια και μοναδική.

Μα εμείς θα τα ζούμε όλα 

Αιώνια

Ενώ θα παίζει το Come Healing του Leonard Cohen

Σε λούπα.

Έξω απο την αίθουσα θα βρίσκεται η περίληψη σε ένα χαρτί, θα λέει,

Δες μητέρα.

Δες πατέρα.

Ο ουρανός έπεφτε πάνω στο κεφάλι του

Μα συνέχιζε να προχωράει.

Να χαίρεστε το παιδί σας.

Μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος

Μπορεί να μην τα κατάφερνε πάντα

Όπως θα ήθελε, αλλά 

Ήταν εξαιρετικός

Πρωταγωνιστής.


Και μόνο τότε

Θα μπορέσουμε 

Να ηρεμήσουμε

Όταν θα παίξει επιτέλους

Η πιο προσωπική μας ταινία.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


don't rain on my parade

μετά το πιο βαθύ σκοτάδι ξημερώνει η πιο όμορφη αυγή. κόβουμε τα δέντρα  σε κάποια σημεία όταν μεγαλώσουν αρκετά για να ανθίσουν πιο υγιή- ε...