Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

 




De Profundis

<<Απλά σου λέω πως μου έχει κολλήσει από χθες που το διάβασα και δεν μου φεύγει. Σόρρυ! Εκ βαθέων, συγγνώμη!>>.
<<Και εγώ σου λέω να σταματήσεις να το λες σε κάθε πρόταση, γιατί μου τα έχεις πρήξει. Δεν έχεις σταματήσει από όταν καθίσαμε>>.
<<Εκ βαθέων, Δημήτρη, καλά, καλά, σταματάω! Από τα βάθη της καρδιάς μου, σταματάω!>>, είπε, γέλασε και σήκωσε το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν.
Το μαγαζί είχε γεμίσει από νωρίς, αλλά  έφτασαν την κατάλληλη στιγμή και βρήκαν δύο άδειες θέσεις στην άκρη του μπαρ. Έβγαλαν τα μπουφάν τους και τα κρέμασαν σε κάτι κρεμαστράκια που βρισκόντουσαν κάτω από τον πάγκο. Ο μπάρμαν τους παρατήρησε, προτού σηκώσουν το χέρι τους για να τους δει, τους έφερε τα νερά τους και παρήγγειλαν δύο μπύρες, οι οποίες, μέσα στις επόμενες δύο ώρες, έγιναν οκτώ στο σύνολο.
Όταν πήγε δώδεκα, το μαγαζί  ήταν τίγκα. Η μουσική έπαιζε δυνατά, ο κόσμος έπινε τα ποτά του, ο κόσμος έπαιζε με τα κινητά του, ο κόσμος μιλούσε με κόσμο, ο κόσμος πήγαινε στην τουαλέτα, κόσμος έμπαινε και έβγαινε, ποτήρια τσουγκρίζονταν, γέμιζαν, άδειαζαν, ένα χέρι που άνηκε σε ένα παλικάρι, στην προσπάθεια πιστής αναπαράστασης μιας ιστορίας που έλεγε σε κάτι φίλους του, πετάχτηκε προς τα πίσω, καταλήγοντας πάνω στον δίσκο με τα άδεια ποτήρια που κρατούσε η μία από τις τρεις σερβιτόρες του μαγαζιού, ρίχνοντας τον κάτω, το παλικάρι ζήτησε συγγνώμη και προσφέρθηκε να την βοηθήσει να τα μαζέψουν, η σερβιτόρα αρνήθηκε ευγενικά, δεν πειράζει, μην αγχώνεσαι, μια σκούπα και ένα φαράσι εμφανίστηκαν από την κουζίνα, το παλικάρι χαμήλωσε τους τόνους του από ντροπή και αμηχανία, οι φίλοι του προσπαθούσαν να μην γελάσουν μέχρι να φύγει η σερβιτόρα, η οποία , αν ήθελε να τον εκδικηθεί, μπορεί να έφτυνε μέσα στην επόμενη παραγγελία του, όλα πήγαιναν όπως έπρεπε να πάνε ένα βράδυ Παρασκευής.
Στο μεταξύ….
<<Στην τέταρτη είμαστε, έτσι;>>.
<<Έτσι νομίζω>>.
<<Καλά θα πάει και σήμερα>>.
<<Έλα μωρέ γκρινιάρη. Πόσες μέρες είχαμε να βγούμε;>>.
<<Καλά, δεν με πειράζει αυτό. Αλλά μεγαλώσαμε λίγο>>.
<<Σιγά μπάρμπα- Σάββα. Θα αργήσεις στο καφενείο αύριο;>>.
<< Δεν το είπα γι’ αυτό. Αλλά πώς το κάναμε αυτό πριν τρία χρόνια π.χ., να γινόμαστε σκατά το ένα βράδυ και μέχρι το επόμενο βράδυ να είμαστε κομπλέ και να ξαναβγαίνουμε; Και αυτό γινόταν σίγουρα δύο φορές την βδομάδα>>.
<<Τι να σου πω; Μάλλον είχαμε καλό μεταβολισμό>>.
<<Άλλη μια τότε, Μήτσο;>>.
<<Άλλη μια. Για τα παλιά! Χαχαχαχα>>.
<<Τι βλάκες οι άλλοι που δεν ήρθαν>>.
<<Ο Κώστας μάλωσε με την δικιά του και ο Χρήστος ήταν κουρασμένος από την δουλειά. Τι να κάνεις; Όταν λέω εγώ ότι μεγαλώσαμε, δεν με ακούς>>.
Στο μεταξύ….
Το μπαρ είχε μια γωνία, δυο μικρές ευθείες που τέμνονταν σε αυτήν την γωνία. Εκεί, στην γωνία, από την άλλη ευθεία από αυτή που βρίσκονταν ο Δημήτρης και ο Σάββας είχαν καθίσει δύο κοπέλες. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα έλεγε πως κάθονταν σχεδόν απέναντι αυτές οι τέσσερις οντότητες. Αν υπήρχε ρολόι στον τοίχο ή αν κάποιος κοίταζε μια στο τόσο την ώρα, θα μπορούσε να πει πως είχε περίπου μια ώρα που έφτασαν στο μαγαζί. Ο Σάββας τις είχε δει μερικά λεπτά αφού κάθισαν και αυτό που τον προβλημάτιζε και τον εξίταρε παράλληλα ήταν πως η μια από τις δύο κοπέλες, η μελαχρινή, φαινόταν να ρίχνει ματιές προς το μέρος τους. Ο Δημήτρης το είχε καταλάβει από νωρίς, αλλά δεν έλεγε τίποτα, γιατί ήξερε πως ο Σάββας γινόταν αμήχανος με τέτοια σκηνικά και το απολάμβανε, πίνοντας την μπύρα του και στρίβοντας τα τσιγάρα του. Ωστόσο, έσπασε την σιωπή του, ακουμπώντας το σαγόνι του Σάββα με το δεξί του χέρι και γελώντας. Ο Σάββας τρόμαξε.
<<Τι σκατά;>>.
<<Σου μαζεύω το σαγόνι που έπεσε. Χαχαχαχα. Ηρέμησε ρε, πώς κοιτάς έτσι; Θα τις τρομάξεις>>.
<<Εγώ; Κοιτάω;>>.
Άρχισαν να γελάνε. Στο μεταξύ, ο Σάββας είχε σκεφτεί τουλάχιστον δέκα πιθανά σενάρια με τα οποία θα μπορούσε να προσεγγίσει την δίπλα κοπέλα, που ήταν κοκκινομάλλα, αλλά στο τέλος κάθε σεναρίου, τον απέρριπτε. Ο Δημήτρης, από την άλλη, καπνίζοντας ήρεμος το τσιγάρο του, πίνοντας ήρεμος την μπύρα του, έσκυψε στο αυτί του Σάββα, για να τον ακούσει καλύτερα.
<<Αν τις κοιτάξεις λίγο παραπάνω, θα εξαφανιστούν>>.
<<Και τι να κάνω; Να πάω έτσι, απλά;>>.
<<Όχι, με πιρουέτες. Ε πως θα πας ρε; Πόσες φορές θα τα πούμε; Πάρε την μπύρα σου, πήγαινε δίπλα στην κοκκινομάλλα και μην σκέφτεσαι>>.
<<Να μην σκέφτομαι;>>.
<<Όχι, μην σκέφτεσαι>>.
<<Πως να πάω εκεί; Δεν έχει χώρο ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε πουθενά>>.
<<Χμμμ. Κάτσε…. Το έχω!>>>
Έκανε νόημα στον μπάρμαν και του είπε κάτι που ο Σάββας δεν το άκουσε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, εκείνος άφησε μπροστά τους ένα πάκο με αυτοκόλλητα στίκερς και ένα στυλό.
<<Ορίστε. Γράψε κάτι>>, είπε ο Δημήτρης.
<<Σα να είμαστε στο Δημοτικό; Τι να γράψω;>>.
<<Ό,τι σου κατέβει. Εσύ είσαι καλός με αυτά>>.
<<Σκατά είμαι>>.
<<ΕΠ! Μην σκέφτεσαι! Πιάσε δουλειά!>>.
Ο Σάββας έπιασε το στυλό, σκέφτηκε για λίγο και σημείωσε κάτι.
<<Έτοιμος!>>.
<<Για να δω….. Τόση ώρα μόνες….τι θα….εδώ για να γνωριστούμε… μάλιστα! Απλό και περιεκτικό. Μπράβο ρε! Συγγνώμη…>>.
Το έδωσε στον μπάρμαν και εκείνος με την σειρά του το έδωσε στις κοπέλες. Γέλασαν όταν το διάβασαν, αλλά όχι με εκείνο το κοροϊδευτικό γέλιο. Λίγο μετά, έφτασε στα αγόρια μια απάντηση, η οποία βρισκόταν στο πίσω μέρος από το χαρτάκι το οποίο έστειλαν.
Ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση, αλλά είμαστε πολύ ντροπαλές και δεν μπορούμε να έρθουμε :)
Ο Σάββας ενθουσιάστηκε. Εν μέρει γιατί τους απάντησαν και δεν τους διαολόστειλαν και ,επίσης, επειδή αυτό ήταν σα να έδιναν ραβασάκια ο ένας στον άλλον, κάτι που ήθελε να κάνει από πάντα, αλλά ποτέ δεν, δεν έχει σημασία, τελικά το πήρε πάνω του και έστειλε ένα ακόμα χαρτάκι προς το μέρος τους. Μέχρι και ο μπάρμαν είχε αρχίσει να το διασκεδάζει. Μερικά ακόμα γελάκια και η δεύτερη απάντηση έφτασε.
Εμείς είμαστε πιο ντροπαλές από εσάς!
Ο Σάββας τελείωσε την μπύρα του και παρήγγειλε μια ακόμα. Και ,όταν το γεμάτο ποτήρι ακούμπησε στο μπαρ, ήταν σα να εκπυρσοκρότησε πιστόλι σε αγώνα δρόμου, γιατί οι διπλανοί από τα κορίτσια έβαζαν τα μπουφάν τους για να φύγουν, ενώ μια παρέα περίμενε στην πόρτα για να μπει, Εκ βαθέων Κύριε, εκ βαθέων Κύριε, εκ βαθέων κύριε…, πήρε το ποτήρι του, σηκώθηκε και ,με γρήγορες κινήσεις, έφτασε δίπλα από την κοκκινομάλλα που την έλεγαν Ματίνα, λέει η κοκκινομάλλα, χάρηκα, Εμένα με λένε Σάββα, και εσένα; , Εμένα με λένε Ιωάννα, λέει η μελαχρινή, χάρηκα, Σάββας, παρομοίως και μπλα και μπλου και μπλι, να πω τον φίλο μου να έρθει να μην κάθεται μόνος;  , και έτσι έκανε νόημα στον Δημήτρη να έρθει και εκείνος έφτασε λίγα δευτερόλεπτα μετά, με το ποτήρι του και τα μπουφάν τους, χάρηκε επίσης, Δημήτρης, Ιωάννα, Ματίνα, γνωριμίες, ονόματα, χειραψίες κάτω από τεχνητά φώτα και ο κόσμος συνεχίζει να γυρνάει.
<<Με τι ασχολείσαι, Ματίνα;>>, ρώτησε ο Σάββας, αφού βολεύτηκε δίπλα της.
<<Σπουδάζω Φιλολογία στο ΑΠΘ. Εσύ;>>.
<<Ωραία σχολή! Και  εγώ εδώ σπουδάζω, είμαι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο>>.
<<Ουάου! Δύσκολη σχολή πρέπει να είναι!>>, αναφώνησε η Ματίνα.
<<Μπαααα. Χαχαχα…ναι, είναι αρκετά δύσκολη, αλλά μου αρέσει, οπότε δεν παραπονιέμαι και τόσο>>.
<<Σε ποιο έτος είσαι;>>.
<<Τελειώνω. Τώρα κάνω την πτυχιακή μου>>.
<<Πάνω σε τι;>>.
<<Α, τι να σου εξηγώ τώρα, δεν είμαι καλός με αυτά. Σκέψου ένα πρόγραμμα που ουσιαστικά κουνάει ρομποτικά χέρια και άλλα σχετικά>>.
<<Πολύ ενδιαφέρον ακούγεται, πραγματικά!>>.
<<Γι’αυτό το διάλεξα. Εσύ τι έτος είσαι;>>.
<<Στο δεύτερο>>.
<<Κακό! Περίεργη χρονιά>>.
<<Περίεργη δεν θα πει τίποτα. Τον Σεπτέμβριο πάτησα για πρώτη φορά στη σχολή>>.
<<Γλιτώσατε τουλάχιστον τις φοιτητικές παρατάξεις και τα στριμώγματα στις αίθουσες τον πρώτο καιρό>>.
<<Ναι, αλλά και αυτά είναι ωραία, δεν συμφωνείς; Με όλη αυτή την κατάσταση, ήρθα στην Θεσσαλονίκη πριν δύο μήνες περίπου και τώρα άρχισα να γνωρίζω κόσμο. Ακόμα δε νιώθω τελείως φοιτήτρια>>.
<<Αυτό είναι κακό, όντως. Σε καταλαβαίνω κάπως. Εδώ σκέψου εγώ, που πέρασα πριν έξι χρόνια και μπήκα τέτοιο μήνα, Νοέμβριο, έκανα πόσους μήνες μέχρι να βρω παρέα. Και δες τα αποτελέσματα>>.
Ο Σάββας έδειξε τον Δημήτρη και γέλασε.
<<Τι έγινε;>>, τον ρώτησε ο Δημήτρης.
<<Τίποτα. Λέω πόσο καλό παιδί είσαι στη Ματίνα!>>.
<<Το καλύτερο!>>, απάντησε και απομονώθηκε πάλι ο καθένας στην μεταμεσονύχτια παρέα του.
<<Γιατί πέρασες Νοέμβριο;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Λόγω μεταγραφής. Δεν σε ρώτησα, από που είσαι;>>.
<<Από την Δράμα. Εσύ;>>.
Το κατάλαβα ότι ήσουν….Δραματική, σκέφτηκε ο Σάββας και έπνιξε το γέλιο του.
<<Εγώ….Είμαι από την Πρέβεζα>>.
<<Πρέβεζα ε; Έχω έρθει μόνο για διακοπές πιο παλιά με τους γονείς μου. Πως είναι γενικά;>>.
<<Θάνατος είναι οι κάργιες…>>.
Η Ματίνα τον κοίταζε απορημένη.
<<Καρυωτάκης; Όχι; Ξέχνα το, κάτι δικά μου. ΥΠΕΡΟΧΑ ΕΙΝΑΙ!>>.
<<Τόσο καλά ε;>>.
<<Δεν μπορείς να φανταστείς. Ανυπομονώ να ξαναπάω>>.
<<Καλέ, με κοροϊδεύεις;>>.
<<Εσύ ξεκίνησες πρώτη. Χαχαχα. Η αλήθεια είναι, όμως, πως ,αν και έχει κάποια καλά, εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει καθόλου>>.
<<Άρα δεν σκέφτεσαι να ξαναγυρίσεις;>>.
<<Προτιμώ να μένω σε χαρτόκουτο στην Αριστοτέλους και να τρώω πεθαμένα περιστέρια>>.
Παρόλο που το παράδειγμα του ήταν λίγο γκροτέτσκο και το ήξερε, ο Σάββας διέκρινε ένα μικρό γελάκι που ξέφυγε από τα χείλη της Ματίνας και ήταν αρκετό για να μην του πέσει το ηθικό.
Όσο περνούσε η ώρα, το μαγαζί σιγά-σιγά αραίωνε από κόσμο. Άλλωστε, κόντευε δύο και οι περισσότεροι ή θα πήγαιναν σπίτια τους ή θα συνέχιζαν σε κάποιο άλλο μαγαζί. Ωστόσο, ο Σάββας και ο Δημήτρης δεν σκόπευαν να φύγουν ακόμα, τουλάχιστον μέχρι να άκουγαν από την Ματίνα και την φίλη της πως αυτές θα έπρεπε να φύγουν πρώτες. Και αυτό δεν το ήθελαν καθόλου, όχι τουλάχιστον χωρίς να προσκαλούν και τους ίδιους, άμεσα ή έμμεσα, να φύγουν μαζί τους.
Ο Σάββας πήγε στην τουαλέτα, καθώς οι μπύρες είχαν αρχίσει να πιέζουν τα εσωτερικά του όργανα και δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ενώ έπλενε τα χέρια του, άδραξε την ευκαιρία, όντας μόνος στην τουαλέτα, και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν και χαμογελούσε όπως χαμογελάν οι μεθυσμένοι όταν κοιτάζουν έναν καθρέφτη: με ένα πλατύ, ηλίθιο χαμόγελο, σα να είναι οι  μόνοι άνθρωποι χωρίς έγνοιες που υπάρχουν εκείνη τη στιγμή στον κόσμο, ένα σκαλοπάτι πάνω από τον οποιοδήποτε άλλο στη Γη. Ωστόσο, αισθανόταν πως, αυτή την φορά, είχε έναν λόγο το χαμόγελο αυτό, σε αντίθεση με άλλες φορές, που απλά θα πήγαινε να πληρώσει και να φύγει ή θα έπινε και άλλο και μετά απλά πήγαινε σπίτι και θα ξεραινόταν στον ύπνο. Δηλαδή, τον περίμενε έξω μια πολύ όμορφη κοπέλα, με την οποία μιλούσε για κάμποση ώρα, χωρίς να νιώθει πως το κάνει από αγγαρεία ή κάτι σχετικό,  και του φαινόταν πως η βραδιά θα είχε μια πολύ όμορφη κατάληξη, δηλαδή σεντόνια ανακατεμένα, σώματα ενωμένα και….
Καταπίεσε το χαμόγελο του για να μην τον περάσει για χαζοχαρούμενο, άνοιξε την πόρτα και κάθισε πάλι στη θέση του.
<<Τι λέγαμε;>>.
<<Ήθελες να με ρωτήσεις κάτι>>.
<<Να σε ρωτήσω…. Να σε ρωτήσω… Το ξέχασα. Συγγνώμη!>>.
<<Δεν πειράζει!>>.
<<Ωραία μουσική έβαλε. Τι μουσική ακούς, δεν σε ρώτησα>>.
<<Λίγο από όλα. Εσύ;>>.
Δηλαδή αν σου βάλω τώρα μογγολικούς λαρυγγισμούς με κλαρίνα, θα το ακούσεις;, σκέφτηκε ο Σάββας.
<<Και εγώ το ίδιο. Ό,τι μου κάθεται καλά στο αυτί, βασικά, δεν μένω σε ένα συγκεκριμένο είδος. Αν και , νομίζω, κατά βάση ακούω ραπ και ροκ μουσική>>.
<<Αγαπημένος καλλιτέχνης;>>.
<<Χμμμμ. Νομίζω ο Tom Waits. Ίσως ο Leonard Cohen. Τους ξέρεις;>>.
<<Μπαααα>>.
<<Δεν πειράζει. Είναι ωραίοι, όμως, να τους ακούσεις>>.
<<Εντάξει>>.
Και σιωπή. Ήταν η πρώτη στιγμή από όταν άρχισαν να μιλάνε που έπεσε αμήχανη σιωπή. Στον Σάββα δεν άρεσε καθόλου αυτό. Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η αμήχανη σιωπή, ήταν κακό σημάδι αυτή η αμήχανη σιωπή, οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτή την αμήχανη σιωπή, ο Δημήτρης μιλάει με ροή και ευχάριστα με την Ιωάννα, εγώ γιατί όχι, μπορεί να μην μιλάνε, να βγάζουν με το στόμα τους ήχους κλανιάς και ρεψίματος, και πάλι, καλύτερο, ΑΑΑ-.
<<Δεν καπνίζεις, έτσι;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Εγώ;>>, απάντησε ξαφνιασμένος ο Σάββας. <<Όχι, δεν καπνίζω. Γιατί;>>.
<<Αν πιω 2-3 ποτήρια κρασί, μου έρχεται η όρεξη για ένα τσιγάρο>>.
<<Θα πω τον Δημήτρη να σου στρίψει ένα. Μισό λεπτό>>.
Ο Σάββας σηκώθηκε και πήγε δίπλα στον Δημήτρη.
<<Τι θες;>>.
<<Προφυλακτικά>>, ψιθύρισε ο Σάββας στο αυτί του. Κατάλαβε, όμως, πως ο Δημήτρης ήταν έτοιμος  να τον αγκαλιάσει και άρχισε να γελάει.
<<Η Ματίνα θέλει τσιγάρο. Θα της στρίψεις ένα;>>.
<<Όσα θες πασά μου>>.
Με πολύ γρήγορες κινήσεις, ένα τσιγάρο είχε στριφτεί και ο Σάββας επέστρεψε στη θέση του.
<<Ξέχασα να του ζητήσω αναπτήρα>>.
<<Δεν πειράζει>>.
Σήκωσε το χέρι της και έκανε νόημα στον μπάρμαν, ο οποίος της άναψε το τσιγάρο. Η Ματίνα χαμογέλασε και ρούφηξε την πρώτη τζούρα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχαν νέα ποτήρια γεμάτα μπροστά τους.
<<Αυτά είναι από εμάς, κερασμένα. Στην υγειά σας!>>.
Τσούγκρισαν μαζί του και ήπιαν μια γουλιά. Ο Σάββας είχε μεθύσει, αλλά συνέχιζε απτόητος. Παρατήρησε τα δάχτυλα της Ματίνας, ενώ έπιανε το ποτήρι της και είδε πως είχαν μανικιούρ.
<<Πολύ ωραία τα νύχια σου>>.
<<Αααα, σε ευχαριστώ!>>.
<<Μου επιτρέπεις;>>, ρώτησε, ενώ άπλωνε τα χέρια του. Η Ματίνα τον κοίταξε και έτεινε το χέρι της προς το μέρος του. Ο Σάββας το έπιασε.
<<Πραγματικά, πολύ ωραία>>, είπε, ενώ της χάιδευε το χέρι. Η Ματίνα δεν έκανε κάποια κίνηση για να το απομακρύνει. Ο Σάββας είχε αρχίσει να νιώθει την ύπαρξη μιας σύνδεσης μεταξύ τους – ένας ουρακοτάγκος που προσπαθούσε να ζευγαρώσει, αυτό ήταν , αλλά όχι μόνο. Σε σημείο που, φευγαλέα, σκέφτηκε πως αυτό, αυτό το κομμάτι της νύχτας, αυτή η νύχτα, η Ματίνα, όλα, να άρχισαν να αποκτούν τελικά μια μεγαλύτερη σημασία, να είχαν ένα πιο βαθύ νόημα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης τους, η Ματίνα που και που, όταν της έλεγε κάτι αστείο ή την πείραζε, τον ακουμπούσε και ίσως λόγω αυτού πήρε το θάρρος και ο ίδιος να κάνει αυτό το βήμα, αλλά το σταμάτησε πριν της φανεί κανένας πολύ περίεργος. Εκείνη του χαμογέλασε και εκείνη και συνέχισαν να μιλάνε.
Τελικά, κατά τις τρεις – κανένας δεν είδε την ώρα τότε- η Ματίνα, τελειώνοντας το κρασί της, του είπε πως σκεφτόταν να πάει σπίτι. Για τον Σάβα, αυτό ήταν το κρίσιμο σημείο. Να περίμενε να τον προσκαλέσει; Να πήγαινε μαζί της; Να την άφηνε να φύγει; Τι να έκανε;
<<Και εγώ λέω να φύγω. Και αφού μένουμε κοντά, θα σε πάω από το σπίτι για να σιγουρευτώ πως θα φτάσεις ασφαλής>>.
<<Σίγουρα;>>.
<<Ναι. Ούτως ή άλλως, κοντά μένουμε>>.
Ο Σάββας έκανε νόημα στον μπάρμαν και πλήρωσε και για τους δύο. Δεν ήταν σε κάποιο ραντεβού ή κάτι τέτοιο, άλλα το μεθυσμένο του μυαλό του έλεγε πως έπρεπε να πληρώσει και για τους δύο. Στο μεταξύ, η Ματίνα αποχαιρετούσε την φίλη της. Το ίδιο έκανε και ο Σάββας λίγα δευτερόλεπτα μετά.
<<Εσείς θα μείνετε και άλλο;>>, ρώτησε η Ματίνα.
<<Έτσι λέμε>>, απάντησε η Ιωάννα. <<Έχουμε πιάσει σοβαρή κουβέντα τώρα>>.
<<Όταν ο Μήτσος μιλάει σοβαρά….μιλάει πολύ σοβαρά>>, είπε ο Σάββας και τους αποχαιρέτησαν.
Έξω είχε λίγο κρύο. Είχε και πανσέληνο. Το σπίτι της Ιωάννας δεν ήταν πολύ μακριά και έτσι το έκοψαν με τα πόδια. Όσο περπατούσαν, δεν μιλούσαν. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τους θορύβους της πόλης και τις αναπνοές τους. Κάποια στιγμή, κάπου στα μισά της διαδρομής πρέπει να ήταν, χωρίς να το καταλάβει, ο Σάββας είχε περάσει το δεξί του χέρι στη μέση της Ιωάννας και εκείνη το αριστερό της χέρι στην μέση του και έτσι περπατούσαν, έτσι περπατούσαν δύο άνθρωποι στη μέση της νύχτας, δύο άνθρωποι που μόλις είχαν γνωριστεί, ω υπέροχη νύχτα με τα θαύματα σου, άγια νύχτα που δεν έρχεσαι μόνο μια φορά τον χρόνο, δεν είναι όλες οι σιωπές εκκωφαντικές, ούτε οδυνηρές.
Έφτασαν κάτω από το σπίτι της. Ήταν μια πολυκατοικία τετραόροφη, χωρίς πυλωτή. Είχε ακόμα ησυχία έξω.  Η Ματίνα στάθηκε με την πλάτη της στην πόρτα και ο Σάββας απέναντι της. Κοιτάχτηκαν για μερικά δεύτερα και , Ευχαριστώ που με έφερες ως εδώ, δεν κάνει τίποτα, λοιπόν…καλό βράδυ και
την πλησίασε για να την φιλήσει. Η Ματίνα έκανε πίσω.
<<Τι κάνεις;>>.
Ο Σάββας έκανε μια ακόμα προσπάθεια.
<<Δεν….δεν τα συνηθίζω αυτά με άτομα που δεν γνωρίζω>>.
<<Μα… γνωριστήκαμε>>.
<<Καταλαβαίνεις τι εννοώ>>.
<<Μα….Όχι, ε;>>
Η Ματίνα του χαμογελούσε. Ο Σάββας της χαμογελούσε. Η νύχτα τους χαμογελούσε. Η Ματίνα είπε ξανά καλό βράδυ. Ο Σάββας είπε καταλαβαίνω… καλό βράδυ, Ματίνα, η Ματίνα ξεκλείδωσε την πόρτα, ο Σάββας άρχισε να περπατάει, ψάχνοντας τα ακουστικά του, η Ματίνα είχε μπει στην πολυκατοικία, ο Σάββας είχε βάλει τα ακουστικά του, έψαχνε τραγούδι και οι σκέψεις του, μεθυσμένες, χόρευαν μέσα στο κεφάλι του.
<<Έπρεπε να της ζητήσω Facebook, Instagram ,κάτι…αλλά γιατί να ήταν τώρα έτσι, αφού τόση ώρα ήμασταν εκεί και….De Profundis, De Profundis, εκ βαθέων, κύριε…. Δεν είμαι σαν εκείνους, γιατί έκανα σαν εκείνους, εγώ νόμιζα και θα έπρεπε να πάμε πάνω και από την άλλη μέρα, αλλά αύριο, έπρεπε να ζητήσω κάτι, έστω τηλέφωνο, γιατί ήπια τόσες μπύρες,  εκ βαθέων κύριε…Και ο Μήτσος θα με κράζει αύριο, αλλά δεν φταίω εγώ, εγώ ήμουν ξεκάθαρος, αλλά γιατί πάλι, μια φορά, μια κοπέλα να, μια κοπέλα που…. Δεν ζητάω πολλά, δεν ζητάω πολλά, μια κοπέλα ένα βράδυ, πολλά βράδια, μια κοπέλα ζητάω να της αρέσω γι’ αυτό που είμαι, αγάπη ζητάω, ζητάω πολλά και βλάκα, βλάκα…>>.
Είχε σταματήσει να περπατάει, ψάχνοντας το τραγούδι που θα άκουγε. Σε αυτή τη σιωπή, το κεφάλι του βούιζε. Τελικά, βρήκε ένα που του άρεσε πολύ και το έβαλε. Κοίταξε τον ουρανό. Στάθηκε για λίγο όσο ένα γλυκόπικρο χαμόγελο σχηματιζόταν στο πρόσωπο του και ψιθύρισε
<< Je te laisserai des mots….Εκ βαθέων , κύριε, τι βλαμμένος που είμαι!>>.
-Ο.Γ.Θ.



Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022




Διάβαζα το Κουτσό του Cortazar, κάπου στη μέση πρέπει να ήμουν, όταν μου ήρθε μια τρελή ιδέα: μέχρι να τελειώσω το βιβλίο, θα περπατάω, θα κινούμαι, θα υπάρχω μέσα σε ένα ατελείωτο κουτσό. Όπου και να ήμουν, ό,τι και να έκανα, ένα, ένα πόδι, δύο, δύο πόδια, τρία, ένα πόδι, και πάει λέγοντας. Καλά, δεν θυμάμαι πως ακριβώς παίζεται το κουτσό, αλλά έχω κρατήσει τα βασικά. Και στην τελική, σκέφτηκα, και να με περνούσαν για βλαμμένο όταν με έβλεπαν έξω στο δρόμο, οι βλαμμένοι συνήθως γίνονται διάσημοι και βγάζουν λεφτά. Δεν θα με χαλούσαν λίγα παραπάνω λεφτά, ίσα-ίσα. Όταν μου τα έσκασε αυτή η φαεινή ιδέα, άκουγα το Holiday των Scorpions. Διακοπές, σκέφτηκα, αυτό χρειάζομαι, να γίνω πιο βλαμμένος από ό,τι είμαι, να βγάλω πολλά βλαμμένα λεφτά και να πάω βλαμμένες διακοπές. Και λαλαλα και και ουυυααα και ούτω καθεξής. 
Έτσι, ξεκίνησα να προπονούμαι εντατικά στο σπίτι μου, προτού εμφανιστώ στον έξω κόσμο. Το πάτωμα έγινε πολλά μικρά τετραγωνάκια με αριθμούς. Και κάπου στο βάθος, πολύ μακριά στο βάθος, υπήρχε ένα νησί και εκεί υπήρχε ήλιος και η θερμοκρασία ήταν ιδανική και εγώ θα πήγαινα διακοπές και δεν θα είχα ούτε το κινητό μου, ούτε θα έλεγα σε κανέναν που θα πήγαινα και γιατί, απλά θα πήγαινα διακοπές και θα ηρεμούσε το κεφάλι μου, μακριά από όλα, μακριά από όλους, για πάντα, θα ζούσα το όνειρο, ποιο όνειρο, ένα όνειρο, από το χωριό είναι δεν το ξέρετε. 
Όμως, βαρέθηκα πολύ γρήγορα. Δεν είχαν περάσει ούτε τρείς μέρες.  Ήταν αυτή η βαρεμάρα και απογοήτευση που έρχεται όταν κάτι τελικά δεν είναι όπως σου φαινόταν στην αρχή στο μυαλό σου, όταν κάτι που φάνταζε πολύ ενδιαφέρον, πολύ ωραίο, πολύ πολύ σαν αρχική σκέψη, όταν μετά το έκανες πράξη, απλά δεν είχε αυτό το κάτι που πίστευες πως θα έχει. Βασικά, ήταν κάπως κουραστικό και ανυπόφορο κατά στιγμές, γιατί φανταστείτε να θες να ξυπνάς το πρωί και αν θες να πας τουαλέτα και να πρέπει να διασχίσεις μια κατά τα άλλα απλή και μικρή διαδρομή λες και έκανες την πιο κουραστική προπόνηση την προηγούμενη ημέρα και τώρα το σώμα σου κάνει τα δικά του. Δεν θα μπορούσα να το συνεχίσω για πολύ αυτό.
Έτσι, έπρεπε να βρω ένα άλλο μέσο για να επισπεύσω τις διακοπές μου. Εκείνες τις ουτοπικές διακοπές που όλοι ονειρεύονται, έστω και ενδόμυχα. Έσπασα το κεφάλι μου, στην κυριολεξία πήγε να σπάσει, γιατί τη στιγμή που αποφάσισα να σταματήσω το κουτσό και έπειτα, ιδέες καλές δεν μου ερχόντουσαν και σκέφτηκα πως η κατάσταση στην οποία βρισκόμουν ήταν πολύ περιορισμένη από την πραγματικότητα, το μυαλό μου έπρεπε να ανοίξει και ήπια κοντά στις 12 μπύρες ένα βράδυ στο σπίτι, αλλά το μόνο αποτέλεσμα που είχαν ήταν να κατουριέμαι κάθε είκοσι λεπτά και να καταλήξω να κάνω κουτσό σαν τον ηλίθιο σε όλο το διαμέρισμα, γελώντας και ακούγοντας Rory Gallagher.
Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί, ένιωσα την δυσφορία και την χωρίς-λόγο-ανησυχία που μου δημιουργείται όταν έχω hangover και, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι, σκέφτηκα, τώρα γιατί το σκέφτηκα αυτό δεν ξέρω, πως ακόμα και τα πιο ωραία πράγματα μπορούν να καταλήξουν κάπως βαρετά και κουραστικά, αλλά η σκέψη αμέσως έφυγε γιατί το κεφάλι μου πονούσε και ήθελα να ξανακοιμηθώ.
Ξύπνησα τελικά κοντά στο μεσημέρι. Άλλωστε, Κυριακή ήταν, δεν ήταν πως είχα να κάνω και τίποτα. Μονάχα να πάω να αδειάσω στην τουαλέτα, για να ξαλαφρώσω και αυτό δεν πήρε πολύ, τα βασικά δεν παίρνουν πολύ σε αυτή τη ζωή ή έτσι μας φαίνεται, αλλά είναι απαραίτητα, μαμ, γρήγορα, ύπνος, σαν αστραπή, νερό, σαν νεράκι, ικανοποίηση, αυτοϊκανοποίηση, δισταγμός, διάφορα συναισθήματα και πηδάς από το ένα θέμα στο άλλο γιατί αν σταθείς για πολύ σε κάτι συγκεκριμένο, θα πηδήξεις τελικά από το μπαλκόνι από την πολύ σκέψη.
Τελικά, έβαλα ένα τραγούδι και ξάπλωσα κάτω στο πάτωμα και φαντάστηκα πως έριχνε χιόνι, πολύ χιόνι, φορούσα τα χοντρά μου ρούχα και έριχνε χιόνι, ένα μέτρο χιόνι και ήμουν λίγο πιο ψηλός από ένα μέτρο, ήμουν στην αυλή, ήμουν δίπλα από έναν χιονάνθρωπο, ήμουν πάλι εκεί, ήμουν εγώ που ήμουν κάποτε εγώ, αλλά δεν είναι πως χάθηκα πραγματικά, χάθηκα για λίγο και ξαναβρίσκομαι, ξανασυναντιέμαι, επαναπροσδιορίζομαι. 
Δεν χρειαζόμουν διακοπές, σκέφτηκα. Ό,τι χρειαζόμουν, μπορούσα να το δημιουργήσω με το μυαλό μου και αρκούσε να κλείσω απλά τα μάτια μου και να το φανταστώ και , λειτουργώντας όπως νομίζω καλύτερα, ίσως να το πετύχω τελικά. Γιατί ίσως να μην πάμε ποτέ τα πιο μεγάλα ταξίδια. Να μην ζήσουμε ποτέ τον έρωτα όπως τον έχουμε στο μυαλό μας, να μην μάθουμε ποτέ να είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι με όσα έχουμε και ίσως , λέω ίσως, να είναι ψευδαίσθηση το ότι θα μάθουμε κάποτε να ζούμε σαν άνθρωποι. 
Παρόλα αυτά. Παρόλα αυτά. Όλα αυτά, παρά όλα αυτά. 
Επιτρέψτε μου να ξανασυστηθώ, πριν φύγω μια για πάντα. Με κουτσό, όχι με κανονικά βήματα. Με μπρος και πίσω βήματα, όπως είναι η ζωή. Με μπροστά βήματα όπως είναι τα όνειρα και η ευτυχία. Με πίσω βήματα, όπως είναι τα φαντάσματα και το στραβό το μυαλό μας ώρες ώρες. 
Και αν δεν έβγαλε και πολύ νόημα όλο αυτό, διαβάστε το πάλι.
-Ο.Γ.Θ.


Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022





Είχα αρχίσει να γράφω ένα διήγημα , το οποίο κατέληξε αρκετά μεγάλο, αλλά το έσβησα λίγο πριν το τελειώσω, γιατί είδα πως δεν έβγαζε πουθενά. Μου θύμισε λίγο εκείνους τους ανθρώπους που μιλάνε πολύ αλλά στην ουσία δεν λένε τίποτα, ούτε καν το τίποτα βασικά, θα ήταν καλύτερο να μην είχαν ανοίξει καθόλου το στόμα τους, γιατί ακόμα και το τίποτα μπορείς να το πεις με επιτυχία και το να πω ότι δεν λένε στην ουσία τίποτα θα ήταν προσβολή για το τίποτα.
Έτσι, αποφάσισα να αφήσω το γράψιμο για λίγο στην άκρη. Χύθηκα πίσω στην καρέκλα και κοίταζα το ταβάνι, λες και στο ταβάνι πάνω κρυβόντουσαν οι ιδανικές λέξεις. Μα το ταβάνι είναι άσπρο και το φως το έκανε ακόμα πιο άσπρο, οπότε αποφάσισα να αλλάξω καταστάσεις, να αλλάξω ρούχα δηλαδή και να βγω μια βόλτα για να ξεσκάσω λίγο. Λίγος καθαρός αέρας ίσως μου έκανε καλό, μιας και είχα κλεισμένος στο σπίτι ένα πενταήμερο σχεδόν και η αλήθεια είναι πως έχω καθίσει πολύ περισσότερο καιρό κλεισμένος μέσα στο σπίτι και τότε με πείραζε αυτή η κλεισούρα για τελείως διαφορετικούς λόγους.
Με τις φόρμες και τα αθλητικά μου παπούτσια, κατηφόρισα μέχρι την παραλία. Πήρα μια βαθιά ανάσα, για να γεμίσω τα πνευμόνια μου με την σαπίλα του Θερμαϊκού, που καλύπτει με μαεστρία την σαπίλα των ανθρώπων και ξεκίνησα να περπατάω αμέριμνος. Δεν είχα βάλει κάποιο στόχο, σα να είχα πάει για τρέξιμο, απλά ήθελα να περπατήσω για λίγη ώρα και να γυρίσω σπίτι μετά.
Είχε πάει 10 το βράδυ. Δεν είχε πολύ κόσμο έξω. Για μέσα Νοεμβρίου, είχε αρκετό κρύο. Έφτασα μέχρι τις ομπρέλες και κοντοστάθηκα απέναντί τους. <<Η πιο ερωτική πόλη του Σύμπαντος ολόκληρου>>, σκέφτηκα και γέλασα μόνος μου. Ευτυχώς φορούσα μάσκα και δεν με είδε κανείς, να αναρωτηθεί γιατί γελάω μόνος μου. 
Η αλήθεια είναι πως με είχε πιάσει μια μικρή μελαγχολία εκείνες τις μέρες. Ήταν εκείνη η μελαγχολία που έρχεται στα ξαφνικά, λόγω ενός τυχαίου γεγονότος, μιας εικόνας, ενός ήχου, μιας μυρωδιάς, μια γενική μελαγχολία, σαν ομίχλη, που όλο και συμπυκνώνεται μέχρι που γίνεται καπνός και εισβάλει  μέσα σου από κάθε πόρο του σώματος σου.
Διαβάσαμε με ενδιαφέρον το μυθιστόρημά σας, αλλά δυστυχώς, παρά....
Υπάρχουν καταστάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου που τον κάνει να πεισμώνει περισσότερο, να προσπαθεί περισσότερο να γίνεται όλο και καλύτερος, αλλά, από την άλλη, αυτός ο κόσμος όλο και ζητάει, όλο και σου ζητάει πράγματα. Συνέχιζα να περπατάω και, πριν καλά- καλά το καταλάβω, βρέθηκα στην Αριστοτέλους. Λίγο οι σκέψεις, λίγο η μουσική από τα ακουστικά, λίγο το ένα , λίγο το άλλο, περισσότερο ζωή, λιγότερο σκέψη, περισσότερο περισσότερο και λιγότερο λιγότερο. Σκέφτηκα να γυρίσω σπίτι με κάνα αστικό ή με κανένα ταξί, μα άλλαξα γνώμη και το έκοψα πάλι πίσω με τα πόδια. Άλλωστε, ήταν η ώρα που η οικογένεια δίπλα θα άρχιζε να μαλώνει για τα ίδια πράγματα, ο γείτονας από δύο πολυκατοικίες δεξιά θα ήταν μεθυσμένος και θα φώναζε στο μπαλκόνι του τα ίδια πράγματα και τελικά καταλαβαίνεις πως, όσο και να αλλάζει ο κόσμος, τα περισσότερα πράγματα μένουν ίδια και πολλές φορές δεν είναι πως δεν θες να τα αλλάξεις, απλά καταλήγεις στο συμπέρασμα πως δεν έχει νόημα.
<<Καλό αυτό>>, σκέφτηκα και έβγαλα το κινητό μου για να το σημειώσω.
Βρισκόμουν κάτω από τον Λευκό Πύργο. Κοίταξα ψηλά, εκεί που βρίσκεται η σημαία. Στιγμιαία, μου πέρασε η σκέψη από το μυαλό να μπορούσα να ανέβω εκεί πάνω, να πάρω μια πολύ βαθιά αναπνοή και να φωνάξω ένα ηχηρό ΓΑΜΙΕΣΤΕ και όποιος με άκουσε με άκουσε. Αλλά δεν άξιζε τον κόπο. Τι να το κάνεις; Μα αν κάποιος είχε το θάρρος να ανέβει μέχρι εκεί, ενώ ήταν κλειστή η είσοδος, μόνο και μόνο για να φωνάξει αυτό το ηχηρό ΓΑΜΙΕΣΤΕ, ίσως να άλλαζε μέχρι και η ροή αυτής της πραγματικότητας και να μπαίναμε σε ένα άλλο σύμπαν και αυτό που ζούμε για την ώρα να γινόταν το παράλληλο εκείνης της πραγματικότητας που πλέον θα ήταν η καινούργια.
Έτσι, περπατούσα αμέριμνος στην παραλία πάλι. Από την απέναντι πλευρά είδα κάποιον να προχωράει που μου θύμισε κάποιον που είχα δει κάποτε. Όταν πέρασε από δίπλα μου, παρατήρησα πως φορούσε και αυτός ακουστικά. Είχε φράντζα. Φορούσε κάτι απλές, μαύρες φόρμες και ένα μαύρο μπουφάν. Μα το βλέμμα του... το βλέμμα του έμοιαζε τόσο χαμένο, τόσο θολό. Έμοιαζε λες και είχε να δει ήλιο μέρες. Από τα ακουστικά του άκουσα έναν γνώριμο ήχο να βγαίνει. Ήταν το Best of You από τους Foo Fighters. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και τότε γύρισα απότομα το κεφάλι μου. Το παιδί συνέχιζε να περπατάει, με τα χέρια στις τσέπες, κοιτάζοντας ευθεία, τόσο ευθεία, έμοιαζε λες και αυτό το βλέμμα θα έσκιζε την πραγματικότητα της ευθείας αυτής και θα του αποκάλυπτε, σαν θαύμα, μια άλλη πραγματικότητα, εκείνη που φαινόταν πως ποθούσε. Χαμογέλασα. Πως γίνεται να μην χαμογελούσα; Δεν ήταν όμως ένα χαμόγελο ευχαρίστησης, αλλά μιας γλυκόπικρης μελαγχολίας. Έβαλα τα χέρια μου βαθιά μέσα στις τσέπες μου και κοίταξα ψηλά, στον ουρανό. Και ο ουρανός έγινε ένα τεράστιο ταβάνι και τα σύννεφα έγιναν λέξεις και οι λέξεις αυτές έγιναν.
Οι λέξεις αυτές έγιναν
Και ό,τι γίνεται, μένει για πάντα μέσα σου
Και ό,τι έγινε, δεν μπορείς να το ξεχάσεις
Και όσα ξέχασες, θα γίνουν για πάντα εσύ
Έβγαλα το κινητό μου και το σημείωσα. Λίγο κλισέ, σκέφτηκα, λίγο χιλιοειπωμένο. 
Δεν πειράζει.
-Ο.Γ.Θ. 

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

     Μια κάπως ασυνήθιστη γνωριμία

 

Έβλεπα ένα όνειρο πριν ξυπνήσω, αλλά δεν θυμάμαι τι ακριβώς συνέβαινε. Θυμάμαι, πάντως, πως ένιωθα ωραία μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, αλλά αλήθεια, δεν θυμάμαι ακριβώς τι ακριβώς συνέβαινε. Ξέρω μόνο πως, όταν άνοιξα τα μάτια μου ,πετάχτηκα πάνω, γιατί αμέσως κοίταξα το κινητό μου και, Σκατά!, μουρμούρισα, πάλι έκλεισα το ξυπνητήρι.  Είχα περίπου τρία τέταρτα  για να συμμαζέψω το σπίτι μέχρι να έρθει ,συν του οτι έπρεπε να κάνω μπάνιο και να αλλάξω ρούχα. Ευτυχώς είμαι γρήγορος με αυτά.

Ημέρα: Χριστούγεννα. Εννοώ, Παραμονή. Τέλοσπαντων, στην αλλαγή, όχι ανήμερα. Ποιος θα ερχόταν  σπίτι μου; Το γένος του καλεσμένου ήταν θηλυκό, άρα καλεσμένη.  Την συνάντησα τυχαία, κάνα δύο μήνες, ίσως και λίγο παραπάνω, πριν τα Χριστούγεννα. Τόπος: δανειστική βιβλιοθήκη. Είχα πάει να επιστρέψω κάτι βιβλία και να δανειστώ κάποια άλλα, χωρίς να έχω αποφασίσει  από πριν ποια θα ήταν αυτά, γιατί το να τριγυρνάω στην δανειστική βιβλιοθήκη, να αγγίζω, να βγάζω, να σηκώνω, να μυρίζω, να ξεφυλλίζω βιβλία ήταν κάτι σαν υπέροχη διέξοδος από την πραγματικότητα για μένα, μια ευχάριστη απόλαυση. Έτσι, σεργιάνιζα αμέριμνος ανάμεσα στους διαδρόμους. Είχα ήδη επιλέξει τρία, αλλά επειδή μου δινόταν η δυνατότητα να δανειστώ μέχρι τέσσερα, έψαχνα το τελευταίο. Στάθηκα σε ένα τυχαίο σημείο, στο διάδρομο με τα μυθιστορήματα, και για ένα πεντάλεπτο εξερευνούσα με τα μάτια, ενίοτε και με τα χέρια. Τότε μου ήρθε μια αναλαμπή, ένα βιβλίο του Saramago που ήθελα από καιρό να διαβάσω.

Την ίδια στιγμή, ήρθε και στάθηκε εκείνη δίπλα μου. Σίγουρα δεν το σχεδίαζε, σίγουρα έψαχνε και αυτή κάτι να διαβάσει, σίγουρα εγώ δεν ήμουν  γι’ αυτήν κάτι παραπάνω από μια μύγα ανάμεσα σε έναν σωρό από μελλοθάνατες μύγες. Ωστόσο, κάτι πάνω της με μαγνήτισε. Με γρήγορες κινήσεις, αλλά πάντα διακριτικά, σα να μη συνέβαινε τίποτα το σπουδαίο, πήγα, άρπαξα εκείνο που ήθελα , κι γύρισα  πίσω, για να κάνω πως ψάχνω και καλά στο ίδιο σημείο. Αλλά και που ήταν εκεί και ήμουν και εγώ εκεί, τι θα μπορούσε να συμβεί; Καμάκι στην βιβλιοθήκη ας πούμε; Μπα, αποκλείεται. Ωστόσο, θα μπορούσε να γίνει μια αρχή, σκέφτηκα.

Την έβλεπα καθώς ταλαιπωριόταν να διαλέξει. Έτσι τόλμησα να ξεστομίσω ένα "αυτό", τόσο σιγανά και δειλά που ούτε καν με άκουσε. Εντούτοις, επέλεξε όντως εκείνο το βιβλίο - ήταν το Άρωμα , του Ζίσκιντ - και έφυγε δίχως να μου δώσει σημασία.  Πήγα με τη σειρά μου να δανειστώ τα βιβλία μου, ενώ εκείνη είχε ήδη δανειστεί το δικό της και την έκανε με γρήγορο βήμα. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, άλλωστε δεν θα είχε νόημα.

Δε βαριέσαι!

Τρεις εβδομάδες μετά πήγα να τα επιστρέψω  και να δανειστώ κάποια άλλα και, ω Θεοί!, να την πάλι, στο ίδιο σημείο. Η χαρά μου, απερίγραπτη, αλλά γιατί; Εδώ σε άλλα μέρη δεν πλησίαζα γυναίκες , γιατί να το έκανα στη βιβλιοθήκη; Φαντάζομαι μου δημιουργήθηκε αυτή η επιθυμία λόγω του μέρους που την πέτυχα. Μια κοπέλα ,να δανείζεται βιβλία και από ότι φαινόταν αρκετά συχνά, ε, ήταν μια καλή αρχή, μια κοπέλα με ενδιαφέροντα, μια λίγο διαφορετική από τις άλλες, άσε που ήταν και όμορφη. Ακολούθησα την προηγούμενη τακτική, ωστόσο έχασκα απλά σαν τον ηλίθιο, στα κρυφά, και έκανα πως έψαχνα . Ώσπου , από το πουθενά, μια φωνή με επανέφερε στην πραγματικότητα.

<<Θα πρότεινα την Πείνα, του Κνουτ Χάμσουν, ενδιαφέρον βιβλίο>>.

Ήταν η δική της φωνή. Γλυκιά, γυναικεία φωνή. Ένευσα καταφατικά και κόλλησα. Έκανε να φύγει.

<<Εεεε....>>, είπα.
Γύρισε.
<<Χμμμ;>>.
<< Ωραίο βιβλίο το Άρωμα;>>.
Παραξενεύτηκε.
<< Εσύ δεν ήσουν που την προηγούμενη φορά το δανείστηκες;>>.
<<Ν...ν....ι, ναι εγώ ήμουν;....>> ψέλλισε διστακτικά.
<<Μην με παρεξηγείς, δεν είμαι κανένας περίεργος. Απλώς ήμουν δίπλα σου και.... βλέπεις, να...>>.

Κάπως έτσι πήγε και τελικά ανταλλάξαμε Facebook. Εγώ της το ζήτησα , με την δικαιολογία πως ήθελα να έχω κάποιον να μιλάμε για βιβλία, αν το επιθυμούσε και αυτή.

Και έπιασε, θεοί!

Την έλεγαν Μάχη, από το Ανδρομάχη. Συνομιλούσαμε για καιρό. Στην αρχή μόνο για βιβλία, για συγγραφείς και τα σχετικά, λίγα διάσπαρτα μηνύματα μέσα στη μέρα. Ωστόσο, δεν αργήσαμε να  πιάσουμε κουβέντα σε πιο προσωπικό επίπεδο.

Κάποια στιγμή μου εκμυστηρεύτηκε πως έλειπαν οι περισσότεροι φίλοι της, κάποιοι είχαν κανονίσει, δεν ήξερε τι θα έκανε την παραμονή των Χριστουγέννων και δεν ήθελε να μείνει στο σπίτι της, λόγω της ημέρας. Το σκέφτηκα λίγο. Τι λίγο δηλαδή, για κάνα δίωρο κοιτούσα το μήνυμά της δίχως να το ανοίξω. Μάζεψα όσο θάρρος είχα ,τελικά,  και την προσκάλεσα στο δικό μου σπίτι, μιας και εγώ , λόγω δουλειάς, θα έπρεπε να μείνω στην Θεσσαλονίκη , και δεν είχα κάτι άλλο  να κάνω εκείνη την μέρα, επίσης, μιας και όλοι μου οι φίλοι θα έφευγαν. Τώρα θα με χαρακτηρίσετε παράξενο, αλλά δεν ξέρω πώς μου βγήκε. Ήταν όντως μυστήριο και το μετάνιωσα τη στιγμή που το έγραψα. Αλλά παραδόξως, το σκέφτηκε και, τρείς ώρες μετά μου απάντησε θετικά.

Ολοκληρώνω αυτή τη μικρή αναδρομή γιατί ακούω το θυροτηλέφωνο να χτυπάει -ντριιιιιν. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και της ανοίγω. Λίγα δευτερόλεπτα μετά εμφανίζεται πάνω. Αέρινη, φοράει ένα κόκκινο φόρεμα, απλό, φαντάζομαι λόγω της επισημότητας της ημέρας που επιβάλει να είμαστε τρόπον τινά καλοντυμένοι, μαύρα παπούτσια ένα δερμάτινο μπουφάν. Τα μαλλιά τα έχει λυτά, πίσω από την πλάτη, ίσια, μαύρα. Δεν είναι πολύ κοντύτερη από μένα, κανένα κεφάλι, κοντά στο 1,70 υπολόγισα. Από το περίγραμμα του ρούχου της φαντάστηκα πως είχε λυγερό κορμί. Το βλέμμα μου , ωστόσο, έπεσε στους αστραγάλους της.

<<Χρόνια πολλά Νίκο!>>.

Ανταπέδωσα το χαιρετισμό. Έτεινε το χέρι της και μου έδωσε μια ωραία, μικρή , χριστουγεννιάτικη σακουλίτσα. Είχε κονιάκ. Το ίδιο ποτό που είχα αγοράσει και εγώ.  Την προσκάλεσα να περάσει μέσα.

Δεν χρειάζεται να βγάλεις παπούτσια. Κάθισε στον καναπέ και έρχομαι σε λίγο.
Και να' μαι ,με ποτήρια άδεια και το κονιάκ.

Πάγο ήθελες; Όχι; Ούτε εγώ, εντάξει.

Τσουγκρίσαμε για την επικείμενη γέννηση του Θεανθρώπου. Η κουβέντα μας κυλούσε ήρεμα και ομαλά, αν και η ίδια μιλούσε περισσότερο, εγώ ήμουν κομματάκι αγχωμένος, καθώς ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμασταν ουσιαστικά. Το είχε καταλάβει και προσπαθούσε να σπάσει τον πάγο όσο πιο γρήγορα γινόταν. Κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα και, όταν γύρισε, στάθηκε για λίγο μπροστά από την βιβλιοθήκη μου.

<< Βλέπω έχεις και δυο γεμάτα ράφια. Νόμιζα τα δανείζεσαι όλα όσα διαβάζεις>>.

<<Όχι όλα. Κάποια που μου αρέσουν πολύ τα έχω αγοράσει.>>.
Σηκώθηκα όρθιος και άρπαξα ένα τυχαία.
<< Στον δρόμο, του Κέρουακ, πολύ καλό>>.
<<Βαμβουνάκη έχεις διαβάσει;>>, με ρώτησε.
<<Όχι ακόμη, αλλά θέλω κάποια στιγμή>>.

Κάθισα πάλι στον καναπέ. Η Μάχη κάθισε στη θέση της και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι της. Φάνηκε ότι την έκαψε λίγο τον λαιμό, γιατί έβηξε. Έπειτα, κοίταξε για λίγο το δωμάτιο αμήχανα και γύρισε προς το μέρος μου, παίζοντας με τα δάχτυλα της. Τα χείλη της συσπάστηκαν αλλά δεν έβγαλαν ήχο. Είχαμε φτάσει σε ένα μικρό αδιέξοδο στη συζήτηση μας. Τελικά μίλησε πάλι εκείνη πρώτη.

<< Δεν σε ρώτησα ποτέ. Μένεις μόνος εδώ;>>

<<Μα όχι, έχω και συγκάτοικο. Κάθεται δίπλα μου, ο φανταστικός μου φίλος Ηλίας>>.

Κακή απόπειρα αστείου, αλλά τουλάχιστον απέσπασα ένα μειδίαμα. Ωστόσο, η απάντησή της με ξάφνιασε.

<< Είχες ποτέ φανταστικό φίλο; Εννοώ , σοβαρά....>>.

<<Κάπως. Δηλαδή, όχι ακριβώς φανταστικό, αλλά για κάποια χρόνια ένιωθα πως οι καλύτεροι μου φίλοι ήταν κάτι λούτρινα αρκουδάκια που είχα στο σπίτι μου>>.

<<Ένιωσες ποτέ την μοναξιά να σε κατακλύζει σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και ένα φιλικό καλημέρα από έναν περαστικό να σε γεμίζει με ζεστασιά;>>.

<<Είμαι μοναχικός, όχι μόνος. Οπότε όχι. Αλλά έχω περάσει φάσεις που ένιωθα τόσο ξένος μέσα στο ίδιο μου το δέρμα που ήθελα να το ξεσκίσω με τα δόντια μου και να κάτσω κάτω από τον ήλιο μέχρι να ξεραθώ και να αναγεννηθώ σε κάτι άλλο>>.

<<Έναν φοίνικα ας πούμε;>>.

<<Πολύ κοινότυπο. Σε κουνέλι θα ήθελα….ή γάτα. Ένα σκυλάκι; Κάτι χνουδωτό και χαριτωμένο, τέλοσπάντων>>.

<< Να σε χαϊδεύουν, να σε ταίζουν, να σε φροντίζουν και να σου λένε πως είσαι το καλύτερο παιδί του κόσμου;>>.

<Έτσι δεν μας κάνουν όταν είμαστε μικροί;>>.

<<Και μετά τα παίρνουν όλα πίσω και μας κλωτσάνε στην πλάτη μέχρι να σπάσει και μας τιμωρούν επειδή φτύνουμε αίμα>>.

<<Θες να πετάξουμε;>>.
<<Jenny?>>.
<<Πως;>>.

<< Κάτι δικά μου. Αν πιούμε όλο αυτό το μπουκάλι και το επόμενο, πάντως, θα είναι ένα παρόμοιο συναίσθημα, σίγουρα>>.

<<Γιατί να πρέπει να καταφεύγουμε στις ουσίες όταν θέλουμε να ξεφύγουμε;>>.

<<Δεν το ξέρεις; Δεν τις έφτιαξε και άνθρωπος, γι' αυτό. Έχουν μαγικές ικανότητες>>.
<<Τότε ποιος;>>.

<<Κάτσε αναπαυτικά και πιες τρεις γερές γουλιές πρώτα>>.

Γκλουκ, γκλουκ, γκλουκ .

<<Ήταν μάγισσες και ξωτικά , από τους δράκους πήραν αίμα και φωτιά από τα πνευμόνια τους και τα ανακάτεψαν μέσα σε ένα τσουκάλι>>- άρχισα να πηγαίνω κοντά της.

<<Δεν σε πιστεύω!>>.
<<Και όμως, έτσι έγινε!>>- πιο κοντά.

<<Μήπως ήμαστε όλοι μας ξωτικά του δάσους που έτσι εκδικούμαστε το γένος μας για την κατάντια του;>> -πιο κοντά.

<<Ή ίσως ήμαστε μια φωλιά σπουργιτιών που πασχίζει να μεταμορφωθεί σε αετούς>>.
Ήρθαμε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. Χαμογελούσε, στόμα πλατύ,ένιωθα την ανάσα της βαριά πάνω μου, μύριζε κονιάκ και είχε μια υπόνοια τσιγάρου.

<<Θες να προσευχηθούμε;>>, με ρώτησε αναπάντεχα.

Τραβήχτηκα λίγο πίσω.

<<Πως; Προσευχή; Έχω πάψει να το κάνω από καιρό , αλλά λόγω ημέρας και για σένα θα κάνω μια εξαίρεση>>.

Έτσι πέσαμε στα γόνατα, ενώσαμε τις παλάμες αναμεταξύ τους, ο καθένας τις δικές του, και κοιτάξαμε ψηλά. Ξεκίνησε πρώτη.

<<Θεέ μου->>. Με κοίταξε. <<Μπορώ να τα πω από μέσα μου; Ντρ-...ντρέπομαι λίγο>>.

Δεν είχα θέμα. Περίμενα καρτερικά μέχρι να τελειώσει. Έβγαλε έναν συμπαθητικό ήχο που υποδήλωνε πως ήταν σειρά μου.

<<Εχμμμ....γεια σου Θεέ! Χρόνια πολλά , να ζήσεις. Συγγνώμη, δεν είσαι κάποιος φίλος μου να σου μιλάω έτσι. Έχω πολύ καιρό να σου μιλήσω , συγχώρεσέ με για την ασέβεια μου. Ελπίζω να είσαι καλά. Ελπίζω να μας έχεις όλους καλά. Ελπίζω. Το ξέρεις πως ελπίζω. Εγώ... δεν ήμουν καλό παιδί έτσι; Έχω κάνει λάθη ,μα με ξέρεις δεν είμαι κακός άνθρωπος. Το ξέρεις έτσι; Τόσες φορές προσευχήθηκα, θα το ξέρεις, Συνέχεια τα ίδια ζητούσα. Ίσως με βαρέθηκες και με παράτησες. Σε παρακαλώ, φρόντισε τους όλους. Την οικογένεια μου, τους φίλους μου, όλους. Δεν....δεν μπορώ να τους βοηθήσω εγώ όλους, μα εσύ μπορείς, έστω όσους πιστεύουν σε σένα ακόμη. Και αν μπορείς να πραγματοποιήσεις τις επιθυμίες μου. Έστω κάποιες. Εγώ...εγώ...>>.

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Διπλώθηκα. Εκείνη με κοιτούσε με μάτια γεμάτα απορία, το διαισθανόμουν. Κοίταζα ψηλά, αλλά, στην πραγματικότητα, απευθυνόμουν σε εκείνη.

<<Δεν είμαι κακός άνθρωπος. Φταίω, αλλά δεν το θέλω πάντα. Και δεν ζητάω πολλά, μονάχα τα ανθρώπινα. Το είπε και ο Μπουκόβσκι, Δεν ζητάμε καν την ευτυχία, μονάχα μονάχα λίγο λιγότερο πόνο. Και εγώ δεν.. αξίζω.....δεν αξίζω! Γιατί ο πόνος να χτυπάει πάντα τους λάθος ανθρώπους;>>.

Ένιωσα δύο χέρια να αγκαλιάζουν τον κορμί μου και μαλλιά να χαϊδεύουν το πρόσωπό μου. Μια ντροπή διαπέρασε την υπόσταση μου. Σηκώθηκα και σκουπίστηκα με τα μανίκια μου. Ποιος άνδρας κλαίει μπροστά σε μια γυναίκα, πόσο μάλλον άγνωστη;

<<Συγγνώμη. Βλέπεις τον λόγο που έπαψα να προσεύχομαι τόσο συχνά. Πάντα ξεσπάω . Σου χάλασα τη βραδιά. Μπορείς να φύγεις>>.

<<Δεν πειράζει. Δεν έκανες κάτι άσχημο. Ξέσπασες. Καλύτερα έτσι , παρά σε κάποιον άλλον.  Μα δεν ήξερα πως είσαι τόσο δυστυχισμένος. Τι έχεις;>>.

<<Αν σου πω, θα το κρατήσεις μυστικό;>>.

<<Θα προσπαθήσω.>>.

<<Αρκεί.>>.
<<Θέλεις πρώτα να χορέψουμε;>>.

<<Να χορέψουμε; Τι;>>.

<<Τσάμικο>>.
Γελάσαμε πάλι. Γιατί να μην γελάνε οι άνθρωποι τόσο συχνά; Έβαλα The National, Pink
Rabbits. Με το βλέμμα μου ρώτησα τη γνώμη της. Δεν μίλησε. Ήρθε κοντά μου και έβαλε τα χέρια της στους ώμους μου. Πέρασα τα δικά μου στη μέση της και εκείνη κούρνιασε πάνω μου, αγκαλιάζοντας με από τους ώμους. Και έτσι συνεχίσαμε μέχρι το τέλος του τραγουδιού, και για αρκετά τραγούδια ακόμα.

Και ήμουν, πραγματικά, ευτυχισμένος.

….

Δύο ώρες μετά, έβαλε το μπουφάν της και με φίλησε στο δεξί μάγουλο- υγρό φιλί.

<<Να προσέχεις, έτσι;>>.

<<Πάντα το κάνω. Συγγνώμη αν σου δημιούργησα λάθος εικόνα. >>.

<<Μην ζητάς συγγνώμη. Χαίρομαι μόνο που είσαι καλά!>>.

Ήταν στην πόρτα, έτοιμη να φύγει. Άπλωσα το δεξί μου χέρι και την ακούμπησα στον αριστερό της ώμο.

<<Θα…..θα τα ξαναπούμε έτσι; Εννοώ....τέλοσπαντων. Καλή ξεκούραση Μάχη!>>.

<<Καλή ξεκούραση Νίκο!>>.

<<Σε ευχαριστώ, Ανδρομάχη. Πέρασα πολύ ωραία σήμερα>>.

<<Και εγώ. Ήταν υπέροχα!>>.

Και με αποχαιρέτησε με το υπέροχο χαμόγελο της.

 Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της.

Ήταν η πρώτη ημέρα ενός νέου μου ξεκινήματος.

Δεν μπόρεσα ποτέ να την ευχαριστήσω όπως θα έπρεπε

και να της πω ότι....

Γαμώτο!

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021



<<...Δηλαδή μου λέτε πως επειδή έτσι μας τα είπαν, εμείς πρέπει να τα ακολουθήσουμε πιστά, κατά γράμμα; Λες και είμαστε τίποτα άβουλοι; Και αν δηλαδή πούμε ,για παράδειγμα, όχι, εγώ θα τα κάνω όπως θέλω εγώ, τι θα κάνουν, θα μας σκοτώσουν; Και επειδή έτσι μου είπα, θα πρέπει να συνεχίσω να το κάνω; Ο άνθρωπος ας πούμε δεν μπορεί να αλλάξει κάποτε; Και που είναι εκείνη επιτέλους;>>.
Άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν ήδη στο μπάνιο. Δεν ξέρω τι είχε συμβεί στον ονειρόκοσμο, θυμόμουν μονάχα τα τελευταία αυτά λόγια και, από ό,τι φαίνεται, πρέπει να είχα αρχίσει να κατουριέμαι αφόρητα και , μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, πήγα στο μπάνιο και κατέβασα το παντελόνι μου και τότε άνοιξα τα μάτια μου.
Μετά, ο ύπνος δεν με έπαιρνε. Στριφογυρνούσα κάνα μισάωρο στο κρεβάτι, σα να ξυνόμουν και να μην είχα χέρια. Κοίταξα την ώρα στο κινητό μου - όταν άνοιξε η οθόνη, πόνεσαν τα μάτια μου. Είχε πάει πέντε το ξημέρωμα, Που σήμαινε πως είχα κλείσει πέντε ώρες ύπνου και ,το χειρότερο, ήταν Σάββατο, που σήμαινε πως μπορούσα να έχω ακόμα όσες ώρες ύπνου ήθελα. Άλλες φορές, όταν πίεζα τον εαυτό μου να κοιμηθεί, τα κατάφερνε μια χαρά. Ωστόσο, δεν μπορούσα να κοιμηθώ ξανά. Και ούτε τα κωλοπρόβατα με βοήθησαν ,ούτε η σκέψη πως κοιμόταν δίπλα ο έρωτας της ζωής μου και τίποτα δεν θα μπορούσε να μου κάνει κακό.
Δεν ξέρω τι έφταιγε. Αν ήξερα, στην προσπάθεια να το λύσω, ίσως να με έπαιρνε ο ύπνος. Έτσι, σηκώθηκα και ανακάθισα στο κρεβάτι, με την πλάτη στον τοίχο. Ξαφνικά, με έπιασε μια περίεργη ανησυχία, ένα άγχος που δεν ήξερα από που προερχόταν. Όταν άρχισα να αναζητώ την πηγή αυτών των συναισθημάτων που με προβλημάτισαν εκείνη τη στιγμή, ηρέμησα. Το παθαίνω αρκετά συχνά, να αρχίσω να αγχώνομαι για κάτι και , αφού το συνειδητοποιήσω, να προσπαθώ να εντοπίσω τη ρίζα του κακού, για να φτάσω τελικά στο συμπέρασμα πως δεν ξέρω τι μου γίνεται και αγχώνομαι δίχως λόγο.
Τελικά, αφού χάζεψα λίγο στο κινητό, σηκώθηκα όρθιος και πήγα στο σαλόνι, όπου είχα την μικρή μου βιβλιοθήκη. Δεν ήθελα να διαβάσω κάτι, απλά να πιάσω ένα βιβλίο. Ήταν το καταπραϋντικό μου. Έπιασα στην τύχη ένα από τα ελάχιστα που έχω. Ήταν η Πτώση, του Καμύ. Το κοίταξα, το κράτησα στην αγκαλιά μου και άρχισα να κουνιέμαι απαλά, ρυθμικά, μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι που μου ήρθε εκείνη τη στιγμή. 
Εγώ ήμουν στο κέντρο του κόσμου και ο κόσμος μου ήταν στο κέντρο του σύμπαντος.
Δεν έχω ιδέα για πόση ώρα ήμουν έτσι, σε εκείνη τη στάση, σε εκείνο το σημείο. Αλλά λειτούργησε. Τελικά, άφησα το βιβλίο, χαμογέλασα και, με τα μάγουλα μου λίγο υγρά, έκλεισα τα μάτια και κοιμήθηκα και τελικά ξύπνησα, μόνο και μόνο για να κοιμηθώ μετά από αρκετές ώρες πάλι, όταν βράδιασε, δεν βγήκα, κάθισα σπίτι, και το λέω αυτό γιατί όλη μέρα δεν έχω κάνει και τίποτα σπουδαίο. Τίποτα αξιομνημόνευτο ξέρωγω, ή τίποτα που να αξίζει να το αναφέρω.
But Angie, Angie, ain't it good to be alive?, τραγουδάει ο Μικ Τζάγκερ και τον ακούω και σκέφτομαι κάτι ωραίους στίχους που διάβασα πρόσφατα και έλεγαν 
...ξέρει αυτή γιατί το σώμα του
ξαναγεννιέται μέσα της
και γύρω  απ'το στήθος της 
δεν ντρέπεται πια για τα όνειρα του...
και θυμάμαι όλες εκείνες τι φορές που ντράπηκα και μετά η ντροπή με έκανε να ντραπώ περισσότερο, λες και ήταν κάτι που όφειλε να γίνει, δηλαδή η ντροπή λες και ήταν κάτι που ανέπνεε, λες και έγινε μέρος της ίδιας τη υπόστασης και καταλήγουμε τελικά να ντρεπόμαστε για όσα ντραπήκαμε να κάνουμε ή που και μόνο η σκέψη τους μας έφερνε αμηχανία και πίεζε το βλέμμα μας να κοιτάζει αλλού και τελικά συνηθίσαμε τη ντροπή και λέγαμε, εγώ δεν μπορώ αλλιώς.
Πόσες ώρες, πόσες μέρες, πόση ευτυχία θυσιάσαμε γιατί δεν ήμασταν πιο ώριμοι, πιο εντάξει με τον εαυτός μας;
Και έρχεται η ώρα που λες, πέρασε η ώρα, πρέπει να κοιμηθώ τώρα. Και κοιμάσαι και ξυπνάς μόνος και ξυπνάς και κοιμάσαι όχι μόνος, αλλά με σκέψεις και η ημέρα διαδέχεται τη νύχτα και η νύχτα δεν θέλεις να τελειώσει, γιατί αν τελειώσει, τότε πέρασε ακόμα μια μέρα και είναι μια μέρα που πλησιάζεις τα όνειρα σου, το νιώθεις, αλλά νιώθεις και σαν αυτά να προσπαθούν να σε αποφύγουν. 
Μα τώρα, σιωπή. Ο άνθρωπος χρειάζεται, Σιωπή. Τώρα ύπνος. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τον ύπνο. Αρκεί να ξυπνήσει κάποια στιγμή.
Με ακούς; Ο άνθρωπος χρειάζεται. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από, έχει ανάγκη για, έχει ανάγκη γιατί. Με ακούς;
-Ο.Γ.Θ.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

 



Θα βρεθούμε μια νύχτα

Που το φεγγάρι θα είναι ολόκληρο

Και ο ουρανός καθαρός από σύννεφα και ξάστερος

- θα είναι κάπως παράδοξο

Γιατί 

Οι ζωές μας-

Λειψες- και- βρώμικες-,

Εσύ θα με κοιτάς

Και εγώ θα κοιτάζω εσένα.

Θα ακούγονται τα αμάξια και οι άνθρωποι

Θα στεκόμαστε απέναντι ή δίπλα και 

δεν θα μιλάμε.

Γιατί να πρέπει κάτι να πούμε;

Γιατί να χαλάσει η βραδιά με λόγια;

Και έτσι όπως θα είμαστε

Απλά θα αγκαλιάστουμε

Και ο ουρανός θα γίνει πιο όμορφος.

Κανένας ήχος δεν θα ακούγεται πια

Μονάχα δυο καρδιές να χτυπάνε

Μονάχα αυτό θα ακούγεται.

Σαν δυο απλά, μα μοναχικά άτομα

Που έχουν ανάγκη

Μια αγκαλιά.

Πες μου

Δεν έχεις ανάγκη

Από μια αγκαλιά;

-Ο.Γ.Θ.


Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021




Θα την αναγνώριζα ακόμα και αν είχαν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από την τελευταία φορά που την είχα δει και αν ακόμα και στη φαντασία μου η μορφή της είχε ξεφτίσει και ήταν πια ένα φάντασμα . Πότε ήταν η τελευταία φορά που την είδα; Αυτό αναρωτήθηκα όταν πέρασε από δίπλα μου, όσο περίμενα στη διάβαση το φανάρι να ανάψει πράσινο για να περάσω απέναντι. Σίγουρα δεν είχαν περάσει χρόνια πάντως. Σίγουρα φαινόντουσαν σαν χρόνια πάντως.
Φορούσε μια φούστα κόκκινη, γυαλιά ηλίου και κρατούσε μια τσάντα μαύρη και μικρή στο δεξί της χέρι. Φορούσα και εγώ γυαλιά ηλίου και έτσι δεν μπορούσε να με καταλάβει που την κοιτούσα όταν ήρθε και στάθηκε δίπλα μου για να περάσει και αυτή τη διάβαση. Το στόμα μου πρέπει να άνοιξε ελάχιστα. Ένιωσα λίγο αμήχανα. Γιατί να ένιωθα αμήχανα; Και εκείνη στεκόταν δίπλα μου λες και δεν συνέβαινε τίποτα, λες και δεν ήμουν εγώ που στεκόμουν δίπλα της. Σίγουρα δεν με είχε αναγνωρίσει ή έκανε πως δεν με αναγνώρισε. Ήθελα να της μιλήσω, να την ρωτήσω, να ακούσω, να την αγγίξω. Ωστόσο, δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Δεν γινόταν να το κάνω αυτό και το ήξερα και μου το είχε ξεκαθαρίσει τότε, την τελευταία φορά, πως δεν ήθελε να έχει καμία σχέση πια μαζί μου. Μα γιατί τώρα;, σκέφτηκα, όχι τώρα, γιατί να την πετύχω τώρα; 
Το φανάρι άναψε πράσινο για τους πεζούς και περίμενα να περάσει αυτή μπροστά. Αφού περπάτησε μερικά βήματα , άρχισα να περπατάω και εγώ. Περπατούσαμε σε παράλληλες ευθείες, όπως και η ζωές μας πλέον. Μόλις έφτασε στο πεζοδρόμιο, έστριψε προς τα αριστερά ενώ εγώ πήγα προς τα δεξιά. Όχι για να την αποφύγω, προς τα εκεί θα πήγαινα ούτως ή άλλως. Είχε πάει 9 και θα έβρισα την Κατερίνα που τελείωνε εκείνη τη στιγμή τη βάρδια της σε ένα Mini Market και θα βγαίναμε έξω. Ωστόσο, όταν έφτασα έξω από το μαγαζί, το μυαλό μου είχε αφαιρεθεί και συνέχισα να περπατάω, μέχρι που ένιωσα ένα χέρι στον δεξί μου ώμο. Γύρισα και ήταν η Κατερίνα.
<<Δημήτρη; >>.
<<Εγώτί;>>.
<<Δύο φορές σε φώναξα και δεν γύρισες. Είσαι καλά;>>
<<Εγώ... ναι, ναι μια χαρά. Σκεφτόμουν ένα ανέκδοτο που άκουσα στο γραφείο και προσπαθούσα να καταλάβω γιατί ήταν αστείο. Συγγνώμη, αφαιρέθηκα.  Που λες να πάμε;>>.
<<Ήταν δύσκολη μέρα σήμερα και είμαι κάπως κουρασμένη. Σε πειράζει να πάμε πουθενά εδώ κοντά;>>
<<Όχι, κανένα πρόβλημα. Έχεις κάποια προτίμηση;>>.
<<Θα ήθελα να τσιμπήσω και κάτι. Πάμε εδώ πιο πάνω, στο Οινόμελο;>>.
<<Πάμε, ναι>>.
Όσο περπατούσαμε, την άκουγα να μου αναλύει την μέρα της και απλά κουνούσα το κεφάλι μου και χαμογελούσα. Ήθελα να της πω τι είχε συμβεί πραγματικά, αλλά βγαίναμε μόλις ένα μήνα και δεν ήθελα να την αφήσω ακόμα να κολυμπήσει τόσο βαθιά στην θάλασσά μου. Για την ώρα, ήθελα μόνο να με αφήσει να βουτήξω βαθιά μέσα της και ήλπιζα πως εκείνη θα ήταν η ευλογημένη νύχτα.
Το μαγαζί είχε αρκετό κόσμο αλλά επειδή ήμασταν μόνο δύο άτομα, βρήκαμε τραπέζι. Παραγγείλαμε κρασί κόκκινο ημίγλυκο χύμα, μισό λίτρο, και μερικά φαγητά. Εγώ δεν είχα όρεξη, αλλά δεν ήθελα να το δείξω κιόλας. Όταν ήρθε το κρασί, γεμίσαμε τα ποτήρια μας και τσουγκρίσαμε. Το δικό μου το κατέβασα όλο, ενώ η Κατερίνα είχε πιει μόνο μια μικρή γουλιά. Με κοίταξε λες και ήμουν κανένας μυστήριος τύπος. 
<<Νόμιζα θα το πίναμε όλο για το καλό>>, είπα και χαμογέλασα. για να σώσω κάπως την κατάσταση.
<<Αααα , δεν σε είχα για τέτοιο>>.
<< Εσύ; Μήπως φοβάσαι;>>.
<<Εγώ; Να φοβάμαι;>>.
Σήκωσε το ποτήρι της και το άδειασε. Ξίνισε.
<<Λίγο βαρύ ε;>>, είπε, ενώ γέμιζε ένα άλλο ποτήρι με νερό.
<<Χύμα είναι, τι περίμενες; Και ημίγλυκο...>>.
Περάσαμε κάνα δίλεπτο να μιλάμε για το κρασί και μετά πιάσαμε κάτι γενικόλογα, μέχρι που ήρθαν τα φαγητά. Εγώ πήρα ένα πιρούνι και τσίμπησα δύο-τρεις πατάτες για να της δημιουργήσω την εντύπωση πως θα έτρωγα, ενώ , η αλήθεια είναι πως μετά άφησα το πιρούνι μου κάτω και άρχισα να πίνω. Έπινα μικρές και γρήγορες γουλιές, ενώ παράλληλα σήκωνα το πιρούνι μου και έπαιζα με το φαγητό μου. Η Κατερίνα είχε συγκεντρωθεί στις μπουκιές της και δεν μιλούσε τόσο και αυτό μου είχε δώσει τη δυνατότητα να χαθώ για λίγο στις σκέψεις μου. Τις σκέψεις για Εκείνη. Που τόσο ανέμελη πέρασε και στάθηκε δίπλα μου, Εκείνη που-
<<Δημήτρη;>>.
<<Ναί;>>
<<Αφαιρέθηκες>>.
<<Ποιος, εγώ; Χαζομάρες λες. Σκεφτόμουν πως-. Καλά ναι, αφαιρέθηκα. Σκεφτόμουν... πώς εκείνο το αστείο μπορεί να θεωρείται αστείο. Μου έχει κολλήσει στο μυαλό και δεν λέει να φύγει>>.
<<Να' το πάλι. Θα μου το πεις και εμένα μπας και το καταλάβω;>>.
<<Και να χαραμίσω μερικά κύτταρα του εγκεφάλου σου; Μπα, ασ' το. Τι θα έλεγες να πάρουμε ένα μισόλιτρο, ξηρό αυτή την φορά;>>.
<<Πότε τελείωσε κιόλας;>>.
<<Φαίνεται μεγάλο, αλλά δεν είναι τόσο όσο νομίζεις>>.
Σήκωσα το αριστερό μου χέρι και έκανα νόημα στη σερβιτόρα, δείχνοντας το τσίγκινο σκεύος. Όταν γύρισα προς την Κατερίνα, μια κραυγή πήγε να μου ξεφύγει , γιατί, αντί να μασουλάει η Κατερίνα τηγανιά κοτόπουλο, μασουλούσε Εκείνη και με κοίταζε. Ανοιγόκλεισα τόσο έντονα τα μάτια μου που είδα κουκκίδες και, όταν τα ξανάνοιξα, η Κατερίνα βρισκόταν πάλι στη θέση της.
<<Με συγχωρείς, αλλά πρέπει να πάω λίγο στην τουαλέτα>>, της είπα.
Σηκώθηκα όρθιος. Η καρδιά μου χτυπούσε λίγο πιο έντονα από το κανονικό. Στάθηκα μπροστά από το νεροχύτη και έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και με την άκρη του ματιού μου αναγνώρισα μια γνώριμη φυσιογνωμία. Γύρισα απότομα και δεν ήταν κανένας πίσω μου. Ξαναγύρισα στον καθρέπτη και , να τη!, εμφανίστηκε πάλι πίσω μου.
<<Τι θέλεις; Τι θέλεις από τη ζωή μου>>, ψέλλισα και Εκείνη ήταν σα να μου έριχνε το πιο ανέκφραστο και επικριτικό της βλέμμα, όπως την τελευταία φορά που την είχα δει.
<<Νόμιζα δεν ήθελες να έχεις καμία επαφή πια μαζί μου. Γιατί εμφανίστηκες σήμερα; Γιατί σήμερα από όλες τις ημέρες; Μίλα! Γιατί δεν μιλάς, γαμώτ->>.
Η πόρτα άνοιξε. Σταμάτησα αμέσως να μιλάω, έσκυψα το κεφάλι μου και βγήκα από την τουαλέτα. 
Σίγουρα είχα παράξενο βλέμμα όταν κάθισα στο τραπέζι και , για να σώσω πάλι κάπως την κατάσταση, πήρα μια βαθιά ανάσα και  δημιούργησα μια ολόκληρη ιστορία γύρω από έναν τύπο που είδα στην τουαλέτα - η αλήθεια- και πως ήταν ένας παλιός συμμαθητής μου που μισούσα για αυτό και εκείνο τον λόγο - το ψέμα. Δηλαδή, αναγκάστηκα να το κάνω.  Η Κατερίνα μου έπιασε το δεξί χέρι με την δεξιά της παλάμη και άρχισε να το χαϊδεύει. Την είχε συγκινήσει η φτιαχτή μου ιστορία και άρχισα να νιώθω απαίσια. Αναρωτήθηκα πως μπορούν να το κάνουν αυτό στα ψεύτικα μερικοί για να ρίχνουν γυναίκες, Δεν ήταν, δηλαδή, αυτός ο σκοπός μου, αλλά φαινόταν πως η Κατερίνα πλέον με ένιωθε λίγο καλύτερα, με συμπονούσε και με εμπιστευόταν περισσότερο που της αποκάλυψα κάτι τόσο τραγικό.
Συνέχισα να πίνω και να μιλάω χωρίς να συμβαίνει κάτι. Είχαμε παραγγείλει το τρίτο μισόλιτρο , που κόντευε να τελειώσει, γιατί εγώ έπινα δίχως σταματημό. Κάποια στιγμή ήρθε η σερβιτόρα για να ρωτήσει αν θα θέλαμε κάτι άλλο. Η Κατερίνα της είπε πως ήμασταν εντάξει.
<<Εσύ , Δημήτρη; Είσαι εντάξει, καριόλη;>>.
<<Πω->>.
Την κοίταξα. Ήταν Εκείνη. Τινάχτηκα τόσο δυνατά που έπεσα από την καρέκλα μου. Πρέπει να γύρισε όλο το μαγαζί προς το μέρος μου. Η Κατερίνα πετάχτηκε πάνω και ήρθε για να με βοηθήσει για να σηκωθώ. 
<<Είσαι καλά Δημήτρη; Μήπως να φύγουμε;>>.
<<Όχι, όχι. Μια χαρά είμαι. Δεν τρέχει κάτι.>>.
<<Και να έτρεχε θα σε ενδιέφερε, παλιομαλάκα;>>.
Το πρόσωπο της Κατερίνας πήρε την μορφή του προσώπου Εκείνης. Με μια γρήγορη ματιά, όλο το μαγαζί είχε το πρόσωπο Εκείνης. Όλοι στο μαγαζί ήταν Εκείνη. Έκλεισα πάλι δυνατά τα μάτια μου και τα άνοιξα , αλλά αυτό δεν βοήθησε καθόλου. Εκείνη ήταν εκεί, ήταν παντού και δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό. Κάθισα στην καρέκλα μου και Εκείνη κάθισε απέναντι μου. Με τα καστανά της μάτια, τα ξανθά βαμμένα μαλλιά της, την μικρή ελιά στο δεξί της μάγουλο, το σκουλαρίκι στη μύτη, όλα ήταν εκεί πάλι. Ήθελα να σηκώσω το χέρι μου και να χαϊδέψω τα μαλλιά της. Αντ' αυτού, ήπια το κρασί μου και έβαλα τους αγκώνες μου πάνω στο τραπέζι.
<<Θα μου πεις τώρα το αστείο; Ή θα με αφήσεις απ' έξω, όπως έκανες τότε;>>, με ρώτησε
<<Θα στο πω. Αλλά μην με κρίνεις αν δεν σου φανεί αστείο. Εσύ το ήθελες άλλωστε. Βασικά, ξέρεις πως δεν υπάρχει καν αστείο, αλλά εσύ τα ήθελες όλα, όλα και τόσα παραπάνω, όσα και να σου πρόσφερα. Πάντα ήταν δικό μου λάθος άλλωστε>>.
<<Ακόμα τα ρίχνεις πάνω μου;>>.
<<Φυσικά και όχι. Ποτέ δεν το έκανα αυτό. Αλλά εσύ το παρερμήνευσες. Όλα τα παρερμήνευες. Ένιωθα τόσο.... σαν φυλακισμένος. Έκλεψες την καρδιά μου, την κλείδωσες σε ένα μπαούλο και μετά κατάπιες το κλειδί>>.
<<Συγγνώμη, δεν το ήθελα!>>.
<<Να και η ειρωνεία. Είσαι η ίδια, ακόμα και στην φαντασία μου>>.
<<Εσύ έπαθες κοκομπλόκο που με είδες. Εγώ μια χαρά περνάω τη ζωή μου >>.
<<Και εγώ. Έχω βγει με μια υπέροχη κοπέλα και το κατέστρεψες>>.
<<Κάποτε ήμουν εγώ το καλύτερο πράγμα που συνέβη στη ζωή σου. Εκείνη τη μίζερη, θλιβερή ζωή που είχες πριν με γνωρίσεις>>.
<<Εγώ φταίω που σου ανοίχτηκα>>.
<<Λοιπόν; Το αστείο; Κάτι; Μια λέξη; Ή θα κρατήσεις  το στόμα σου κλειστό για να τα πεις στη φίλη μου τη Μαρίνα αφού την ξεκωλιάσεις; Ή δεν μιλούσατε καν; Μόνο σεξ, ε; Τι να λέγατε κιόλας με το τούβλο>>.
<<Τουλάχιστον μου έδινε αυτό που δεν μπορούσες να μου δώσεις εσύ πια. Απόλαυση. Και θα πήγαινε μια χαρά αν εσύ->>
<<Εγώ τι; Συγγνώμη που ήμουν αδιάκριτη. Δεν θα το ξανακάνω. Ουπς! Δεν το ξαναέκανα ποτέ, μπάσταρδε. Πως σου φάνηκε αυτό; Νόμιζες θα είχε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο;>>.
<<Το δικό μου σκυλί σίγουρα χόρταινε από άλλες πίτες. ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΗΚΩΝΕΣΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙΣ! ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΓΡ- Τι;>>.
Τώρα όλο το μαγαζί με κοίταζε. Η Κατερίνα είχε σηκωθεί και πίεζε το δεξί μου χέρι κάτω.
<<Δημήτρη; Δημήτρη, κάτσε κάτω!>>.
<<Πως; Τι...>>.
Χωρίς να καταλάβω τι έκανα, κάθισα κάτω. Η Κατερίνα έσκυψε στο αυτί μου.
<<Ήσουν σιωπηλός και ξαφνικά σηκώθηκες πάνω και άρχισες να κουνάς δεξιά αριστερά τα χέρια σου, ανοιγοκλείνοντας το στόμα σου>>.
<<Εγώ.... Τι;>>.
<<Κάτσε κάτω, σε παρακαλώ....>>.
Κάθισα κάτω και η Κατερίνα έκανε νεύμα στην σερβιτόρα να πληρώσουμε. Η σερβιτόρα μας είπε το ποσό και πλήρωσα εγώ για όλα.
<<Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω>>, ψιθύρισα.
Σηκωθήκαμε όρθιοι και αρχίσαμε να περπατάμε αμίλητοι. Αφού απομακρυνθήκαμε αρκετά από το μαγαζί, σταμάτησα και έπιασα την Κατερίνα από τα χέρια.
<<Συγχώρεσέ με για σήμερα. Φέρθηκα ηλίθια. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Δεν ξέρω, αλήθεια. Βασικά, ξέρω αλλά- .Θα σε αφήσω σπίτι και θα φύγω και δεν θα με ξαναδείς ποτέ. Συγγνώμη και πάλι>>.
Ωστόσο, πρέπει να κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί μου. Έσφιξε τα χέρια μου με τις παλάμες της και χαμογέλασε. Τα κατέβασε κάτω και ,έπειτα, χάιδεψε με το πίσω μέρος της παλάμης του δεξιού της χεριού το πρόσωπο μου.
-Ο.Γ.Θ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...