Τρίτη 23 Μαρτίου 2021




Μην επιστρέψεις πάλι

Γιατί δεν είναι πως
Πονάει
Η καρδιά μου περισσότερο αλλα
Η σκέψη πως,
Πως δεν σε έχω εδώ, δίπλα μου
Να σε αισθάνομαι
Και ας μην σε αισθάνθηκα ποτέ πραγματικά.
Και είναι χειρότερο
Γιατί επιστρέφεις
Μόνο σαν φάντασμα.
Γι'αυτό μην επιστρέψεις .
Μα ξέρω πως δεν θα με ακούσεις
Γι'αυτό θα απλώσω το χέρι μου
Και θα κάνω πως είσαι εδώ.
Τουλάχιστον για λίγο
Να νιώσω
Ευτυχισμένος και
Γαλήνιος.
-Ο.Γ.Θ.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

 

Δεν το περηφανεύονται δυνατά
Εκείνοι που επιβίωσαν
Και δεν είναι ότι επιβίωσαν και αυτό ήταν
Γιατί παραμένει, η θλίψη παραμένει
Και μια ζαλάδα, ένας πονοκέφαλος
Ένα ερώτημα, μια αμφιβολία
Όσα ένιωσαν στο παρελθόν
(Και η λίστα συνεχίζεται...).
Γι'αυτό είναι πολύ σιωπηλοί ή
Πολύ θορυβώδεις
Γεμάτοι με πολλά ερωτήματα και όχι όσες απαντήσεις θα ήθελαν
Σε πόλεμο με τον εαυτό τους
Γεμάτοι όνειρα που μένουν ζωντανά μαζι τους
Και τελικά με την απορία
Γιατί ακόμα
Παρόλο που τα κατάφεραν
Χωρίς να το θέλουν
Σκέφτονται
Το τέλος της διαδρομής
Τόσο έντονα.
-Ο.Γ.Θ

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021





Ήταν μεσημέρι Αυγούστου, το καλοκαίρι προτού πάει στην Τετάρτη Δημοτικού. Είχε μόλις γυρίσει  στο σπίτι του από έξω. Εκείνη την ημέρα με τους φίλους του συνέχιζαν να παίζουν ''Ρολόι'' στην μπασκέτα του Δημοτικού του χωριού του για τρίτη συνεχόμενη μέρα.  Αύγουστος, λοιπόν, και εκείνο το μεσημέρι κατεβαίνει από το ποδήλατο του για να ανοίξει την καγκελωτή πόρτα, που βρίσκεται στην μπροστινή όψη του σπιτιού του, για να να μπει μέσα στην αυλή.  Ανοίγει την πόρτα, ενώ σκέφτεται πότε θα μεγαλώσουν επιτέλους οι τρίχες στα πόδια του, γιατί ζηλεύει τους μεγάλους που έχουν τόσες τρίχες. Την σκέψη αυτή διακόπτει  ένα κοπάδι αδέσποτων κόπρων, καμιά 5-6, οι οποίοι τότε ήταν πολυπληθείς στο χωριό του, που κατεβαίνουν την κατηφόρα έξω από το σπίτι του. Τους κοιτάζει με χαρά και λίγο απόγνωση, γιατί πάντα ήθελε αυτός και τα αδέρφια του να πάρουν ένα σκυλάκι για κατοικίδιο αλλά οι γονείς του και η γιαγιά του, η οποία έμενε στο δίπλα ακριβώς σπίτι, έχουν άλλη άποψη. Λένε πως είναι μεγάλη ευθύνη, σα να φροντίζεις άνθρωπο ,και τέτοια. Η γιαγιά του επίσης φοβόταν τα σκυλιά. Κάθε Κυριακή που πήγαινε μαζί της στα μνήματα για να φροντίσουν τον τάφο του παππού του, η γιαγιά του πάντα έσκυβε, γράπωνε μια πέτρα και την κρατούσε γερά στο δεξί της χέρι. Η γιαγιά του ήταν μια μεγάλη γυναίκα που φοβόταν τα σκυλιά, γιατί είχε μεγαλώσει σε μια άλλη εποχή.
Τοποθέτησε το ποδήλατο του σε θέση που θα μπορούσε να το βγάλει το απόγευμα εύκολα, προκειμένου να πάει να ξαναπαίξει. Χτύπησε την πόρτα για να μπει μέσα. Του άνοιξε ο πατέρας του, με το άσπρο φανελάκι του, το μουστάκι του και το δασύτριχο στήθος του. <<Δημήτρη, πέταξε τα σκουπίδια πρώτα>>, του είπε και ο μικρός Δημήτρης υπάκουσε. 
Έσκυψε για να σηκώσει την σακούλα και, ενώ γυρνούσε για βγει έξω, παρατήρησε πως ένα σκυλί, μικρό, μαύρο, χωρίς πολύ τρίχωμα και με την γλώσσα έξω, είχε σταθεί έξω από την πόρτα , σα να μύριζε κάτι, σαν να του είχε κινήσει κάτι το ενδιαφέρον. Ο πατέρας του νόμιζε πως ο μικρός Δημήτρης το φοβήθηκε, οπότε άρχισε να το τρομάζει για να φύγει, χτυπώντας το πόδι του δυνατά κάτω και φωνάζοντας <<ΣΙΟΥΤ, ΦΕΥΓΑ ΑΠΌ ΕΔΏ>>.  Το σκυλί εν τέλει απομακρύνθηκε αλλά όχι πολύ μακριά, πήγε λίγο πιο πέρα από το δένδρο που υπήρχε ακριβώς έξω από το σπίτι τους, δίπλα από το γκαράζ, πέντε βήματα μακριά.
Την επόμενη ημέρα, το σκυλάκι ήταν πάλι απ' έξω. Οι γονείς του Δημήτρη είχαν πέσει για ύπνο, όπως και τα αδέρφια του. Έτσι, με ήσυχα βήματα, άνοιξε το ψυγείο, έκοψε λίγο σαλάμι και άνοιξε την πόρτα. Χαμογέλασε στο σκυλί και του το πέταξε για να το φάει. Το ίδιο έκανε και τις επόμενες ημέρες με το φαγητό που περίσσευε, δεν το πετούσε όλο στην πίσω μεριά, όπου μάχονταν οι γάτες της γειτονιάς για να το καταβροχθίσουν,  αλλά κρατούσε και λίγο για τον φίλο του.  Το κρατούσε σφιχτά στην παλάμη του και  το πετούσε κρυφά, δίπλα από εκείνο το δένδρο, λίγο πριν μπει στην αυλή,  και ο φίλος του, κάθε μεσημέρι, πιστά , ερχόταν την ίδια ώρα περίπου και έτρωγε.
Είχε περάσει λίγος καιρός, καμιά εβδομάδα περίπου, όταν ένα πρωί,  ενώ έτρωγε τα δημητριακά του μπροστά από την τηλεόραση,  είδε την μητέρα του,  που είχε βγει για να καθαρίσει το μπαλκόνι, να κρατάει στο δεξί της χέρι ένα ξύλο και στην κορυφή αυτού ένα σουτιέν. Φαινόταν απορημένη και πήγε στο κάδο για να το πετάξει. Ο Δημήτρης δεν έδωσε άλλο σημασία και συνέχισε να τρώει τα δημητριακά του.
Ήταν Σάββατο μεσημέρι. Ο Δημήτρης έβλεπε Φιλαράκια στην τηλεόραση. Καθόταν στο σαλόνι, στην πολυθρόνα, η οποία ήταν δίπλα στο παράθυρο. Όταν το κανάλι έβαλε διαφημίσεις, κοίταξε προς τα έξω, στον δρόμο. Τότε, είδε το σκυλί να αφήνει κάτι μαύρο μπροστά από το σπίτι τους και να φεύγει. Βγήκε έξω και είδε πως ήταν ένα εσώρουχο- το ίδιο απόγευμα η μητέρα του , που είχε βγει για δουλειές στην αυλή, μιλούσε με την γειτόνισσα από τον πάνω δρόμο, η οποία της είπε πως κάποιος της είχε κλέψει ένα σουτιέν και ένα βρακί από τα απλωμένα ρούχα. Ο Δημήτρης χαζογέλασε όταν το άκουσε. Ο νέος του φίλος του τους άφηνε δωράκια για να τους ευχαριστήσει για την φιλοξενία και την θαλπωρή που του έδειχνα
Ώσπου ένα πρωί, ο Δημήτρης βρισκόταν δίπλα από τον κήπο που είχαν στην αυλή του σπιτιού τους και βαρούσε σουτάκια στην αυτοσχέδια μπασκέτα που  είχε φτιάξει ο πατέρας του. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και ο νέος του φίλος μπήκε μέσα. Ήταν έτοιμος να ρίξει σουτ, όταν ένιωσε κάτι μαλλιαρό στο πόδι του και τρόμαξε. Κοίταξε κάτω και χαμογέλασε πάλι. Άρχισε να παίζει μαζί του και να το χαϊδεύει την κοιλιά με το πόδι του. Έπειτα από λίγο, το σκυλί έτρεξε στο γρασίδι για να τρέξει. Ο Δημήτρης το άφησε να πάει εκεί αλλά είναι μια απόφαση που την μετανιώνει οικτρά. Γιατί η γιαγιά του είχε γυρίσει από την βόλτα της. Είδε το σκυλί αυτό και φοβήθηκε. Έβγαλε σιγά-σιγά την παντόφλα της, το πλησίασε τόσο ώστε να μην φύγει, σημάδεψε και το πέτυχε στο κεφάλι. Ακούστηκαν αλυχτίσματα και ο Δημήτρης γύρισε αμέσως το κεφάλι του. Το σκυλί έτρεχε να ξεφύγει και βγήκε κακήν κακώς από την πόρτα που μπήκε και η γιαγιά του είχε πάρει μια έκφραση ικανοποίησης. Ο Δημήτρης άφησε την μπάλα και πήγε κοντά στην γιαγιά του, η οποία φορούσε την παντόφλα της.
<<Γιατί το χτύπησες γιαγιά;>>.
<<Είναι αρρωστιάρικα αυτά. Μακριά.>>.
<<Δεν πείραζε κάποιον>>.
<<Αυτά δαγκώνουν. Δεν είναι καλά>>.
<<Εντάξει γιαγιά>>. 
<<Άντε έλα να καθίσεις μαζί μου>>.
<<Θέλω να παίξω λίγο μπάσκετ>>.
<<Ο Σταύρος απέναντι πάντα κάθεται με την γιαγιά του. Όλη μέρα είναι σε αυτήν. Είναι καλό παιδί αυτό>>, του είπε επικριτικά,  προσπαθώντας να τον γεμίσει τύψεις και έφυγε. Η γιαγιά του ήταν μια γυναίκα μόνη για πολλά χρόνια. Η γιαγιά του φοβόταν τα σκυλιά. Η γιαγιά του είχε μεγαλώσει σε μια άλλη εποχή.
Ωστόσο ο Δημήτρης συνέχισε να ρίχνει σουτάκια.
-Ο.Γ.Θ.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021



Όταν ο Δημήτρης γύρισε πλευρό, ξύπνησε. Ευχόταν να μην είχε ξυπνήσει, βέβαια, αλλά μιας και είχε ξυπνήσει, τουλάχιστον να μην έχει πάει ακόμα επτά και μισή, να μην άκουγε σε λίγα δευτερόλεπτα το ξυπνητήρι να χτυπάει-  ένας γαλήνιος και ηλίθιος γενικός ήχος κιθάρας- ή , το χειρότερο, να είχε αργήσει να ξυπνήσει. Ανοίγοντας τα μάτια του, τρόμαξε- μια φιγούρα τον κοιτούσε. Άργησε να καταλάβει ποιος, ή καλύτερα ποια, ήταν.
<<Όλη την βδομάδα  το περίμενα αυτό. Καλημέρα ηλιαχτίδα>>, ψιθύρισε η φιγούρα χαχανίζοντας. Δύο δευτερόλεπτα μετά είχε ανοίξει το φως.
<<Στο καλό σου Τάνια, με τρόμαξες >>.
<<Όταν το κάνεις εσύ είναι καλά;>>.
<<Αποφασίσαμε πως ένας από εμάς θα είναι ο αστείος σε αυτή την σχέση και το καπάρωσα από την αρχή>>.
<<Μόνος σου τα λες, αλλά όσο είσαι χαρούμενος, δεν λέω κάτι>>.
<<Πότε γύρισες;>>.
<<Δεν έχω πολύ ώρα>>.
<<Τι ώρα πήγε;>>.
<<Οκτώ;>>.
<<ΟΚ->>.
Ο Δημήτρης πετάχτηκε πάνω και έτρεξε προς την τουαλέτα. Ένας γδούπος ακούστηκε. Η Τάνια έτριψε τα μάτια της και κατευθύνθηκε αργά προς τον γδούπο . Ο Δημήτρης είχε πέσει κάτω.
<<Σάββατο είναι ε;>>, την ρώτησε με τη μούρη του να ακουμπάει το έδαφος.
<<Τουλάχιστον να έχεις τα γυαλιά σου δίπλα από το κρεβάτι ή να τα φοράς όσο κοιμάσαι. Θα γλυτώνεις το χτύπημα>>.
<<Εγώ φταίω που αγχώνομαι;>>.
<<Ε, λίγο>>.
<<Κάθε βδομάδα είναι σα να ζω το ίδιο πράγμα>>.
Ο Δημήτρης είχε σηκωθεί στο μεταξύ και έπλενε τα δόντια του.
<<Γιατί πλένεις τα δόντια σου; Αφού θα κοιμηθούμε τώρα>>.
Ο Δημήτρης σταμάτησε και την κοίταξε.
<<μπρνθςνφιιιιουμ>>.
<<Πως;>>.
Ξέπλυνε την οδοντόβουρτσα και το στόμα του με νερό.
<<Λέω, μπορεί να θες να φιληθούμε και το στόμα μου βρωμάει>>.
<<Άχου μωρέ το καβουράκι μου με σκέφτεται>>.
Τον πλησίασε και τον φίλησε.
<<Πως πήγε η δουλειά;>>.
<<Νέκρα. Ειδικά με αυτόν τον Covid δεν πατάει σχεδόν κανένας στο μαγαζί. Τώρα το πρωί μόνο είχαμε κάτι. Εσύ έκανες πρόοδο με το βιβλίο σου;>>.
<<Ναι, σκέφτηκα πολύ σοβαρά και κατέληξα στο οτι πρέπει να το βγάλω φωτοτυπία και να το βάλω  φωτιά. Είναι χάλια>>.
<<Γιατί το λες αυτό;>>.
<<Γιατί είναι. Μέχρι τις τέσσερις παιδευόμουν και έγραψα μόλις δύο σελίδες. Και η πλοκή είναι ηλίθια>>, είπε με απόγνωση και έξυσε το καραφλό κεφάλι του. Πήγε μέσα στο δωμάτιο , όπου είχε το γραφείο του. Κάθισε στην καρέκλα του και σταύρωσε τα χέρια του. Η Τάνια πήγε και στάθηκε στην πόρτα. Έμεινε για λίγη ώρα σιωπηλή, κατσουφιασμένη. Έπειτα, προχώρησε και τον πλησίασε. Άρχισε να του χαϊδεύει το κεφάλι, αφού τον φίλησε στο μάγουλο.
<<Μην στεναχωριέσαι. Έχεις ωραίες ιδέες. Μην τα παρατάς>>.
<<Ναι γιατί οι ιδέες είναι που σε ταίζουν. Τι έχω καταφέρει ως τώρα Τάνια; Μου λες; Είμαι 28, τα άφησα όλα γιατί είχα ένα όνειρο, οι γονείς μου δεν μου μιλάνε, οι φίλοι μου προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα και δεν θέλω να τους γίνομαι βάρος, δουλεύω για να βγάζω τα προς το ζην και για να μην γίνομαι βάρος κανενός και τίποτα από αυτά δεν φαίνεται να λειτουργεί. Όλα όσα έχω κάνει και όλα όσα έχω σχεδιάσει θα πάνε στράφι. Ίσως να έπρεπε να μείνω στο γραφείο του πατέρα μου. Ίσως θα έπρεπε να μην με απασχολούν ανόητα παιδικά όνειρα. Ζούμε σε έναν κόσμο μεγάλων και εγώ έχω κολλήσει ακόμη στην εποχή που πίστευα στον Άι- Βασίλη>>.
<<Ακόμα πιστεύεις στον Αι- Βασίλη>>.
<<Βλέπεις; Εγώ- .Μα τι κάνω; Συγγνώμη. Είσαι κουρασμένη. Συγγνώμη. Σκατά, σκατά. Έλα εδώ>>, της είπε και αγκαλιάστηκαν.
(Και η αγκαλιά τους, αν και για μερικά δευτερόλεπτα, ήταν αρκετή, τουλάχιστον γι' αυτόν)
Εντελώς ξαφνικά, κάτι τράβηξε την προσοχή του Δημήτρη προτού σταματήσουν την αγκαλιά και τον έκανε να ανοίξει τα μάτια του. Η Τάνια κατάλαβε αμέσως πως κάτι πήγαινε λάθος, πλέον τον ήξερε πολύ καλά
<<Τι είναι;>>, τον ρώτησε  προβληματισμένη.
<<Νόμιζα πως κάτι άκουσ-. Να' το, ξανά!>>.
<<Τι ακούς;>>.
<<Από που έρχεται ο θόρυβος;>>.
Σαν σκύλος που μύριζε κάτι που του τράβηξε την προσοχή, βγήκε έξω από το δωμάτιο του.
<<Το ακούω Τάνια, το ακούω!>>
<<Με τρομάζεις Δημήτρη. Τι ακούς;>>.
<<Δεν το ακούς και εσύ;>>, είπε και με τα χέρια του της έκανε νόημα να χαμηλώσουν τον τόνο των φωνών τους. 
<<Να' το πάλι. Έρχεται από....>>, και έτρεξε στην κουζίνα.  Και μετά στο σαλόνι. Και μετά στο δωμάτιο του. Έτρεχε σαν παλαβός εδώ και εκεί και η Τάνια τον ακολουθούσε, μέχρι αυτός να σταματήσει πάνω στο κρεβάτι του. Αγκάλιασε τα γόνατα του και <<Δεν είμαι εδώ, αυτό δεν συμβαίνει, δεν είμαι εδώ, αυτό δεν συμβαίνει, δεν είμαι εδώ, αυτό δεν συμβαίνει...>>, μουρμούριζε, ενώ πήγαινε το σώμα του μπρος πίσω.
<<Κάν'τα να σταματήσουν. Καν' τα να σταματήσουν. Τα γέλια, καν' τα να σταματήσουν Τάνια!>>. 
<<Σσσσσσ, όλα θα πάνε καλά. Όλα θα πάνε καλά Δημήτρη. Ηρέμησε. Ηρέμησε. Είμαι εγώ εδώ για σένα>>, τον παρότρυνε κολλημένη πάνω του.
Σταδιακά, ο Δημήτρης σταμάτησε να τρέμει. Γύρισε και την κοίταξε.
<<Είναι, είναι αυτά τα γέλια, τα ίδια γέλια πάντα. Όπως ακούγονταν στα Φιλαράκια. Κάποιος γελάει με εμένα Τάνια, κάποιος γελάει εμένα>>.
<<Κανένας δεν γελάει με εσένα Δημήτρη Στο μυαλό σου είναι όλα>>.
<<Ο αόρατος εχθρός. Πως να νικήσεις κάτι που δεν μπορείς να δείς; Ο εαυτός μου γελάει με εμένα και όλοι γελάνε μεταξύ τους. Είναι βάναυσο!>> .
Τότε η Τάνια σηκώθηκε όρθια, πιάνοντάς του το χέρι. Ο Δημήτρης σήκωσε το κεφάλι του αργά και την κοίταξε.
<<Έλα σήκω>>, του είπε, <<πάμε μια βόλτα>>.
<<Μα είσαι κουρασμένη. Τώρα γύρισες>>.
<<Θα κοιμηθώ μισή ώρα αργότερα, χαλάλι>>.
<<Όχι, πρέπει να ξεκουραστείς. Άστο, νιώθω καλύτερα. Πάνε άλλαξε και έλα να ξαπλώσεις.>>.
Λίγα λεπτά μετά η Τάνια είχε φορέσει τις πυτζάμες της. Ο Δημήτρης την περίμενε ξαπλωμένος, με ένα βιβλίο στο χέρι.
<<Τι διαβάζεις;>>, τον ρώτησε ενώ έμπαινε κάτω από το πάπλωμα.
<<Το Καμασούτρα>>.
<<Μμμμμ, αστείε>>
<<Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, του Λειβαδίτη>>.
<< Διάβασε μου το σημείο που είσαι τώρα>>.
<<Μισό. Ωραία:                                           Πολύτιμος Στίχος.
                           Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί.>>.
<<Ενδιαφέρον>>.
<<Έλα να κοιμηθούμε τώρα>>.
<<Έχω λίγη υπερένταση ακόμη. Θες να μου τραγουδήσεις κάτι;>>.
<<Είσαι σίγουρη; Ξες οτι δεν έχω καλή φωνή>>.
<<Δεν πειράζει. Ό, τι θέλεις. Οκ;>>.
<<Άντε καλά (πλησιάζει στο αυτί της και μειδιάζει)Ι WANNA SLIT YOUR THROAT AND FUCK THE WOUND>>, γρύλισε σαν αδέξιος Corey Taylor
Η Τάνια πετάχτηκε πάνω και τον χτύπησε στη μύτη με το κεφάλι της καταλάθος, φωνάζοντας:  <<ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣ>>. Ωστόσο δεν του θύμωσε.
Λίγα λεπτά μετά, η αιμορραγία έχει σταματήσει και είναι πάλι στην ίδια θέση.
<<Αυτή την φορά σοβαρά ε;>>.
<<Αυτή την φορά σοβαρά. Πάμε. 
Now, the night is coming to an end/ The sun will rise and we will try again/ Ohhhh, ohhhh,ohhhhhh/ Stay alive, stay alive for me/ you will die, but now your life is free/Take pride in what is sure/ to die>>.
Η Τάνια, που είχε το κεφάλι της πάνω στο στήθος του, ένιωσε την κορυφή του κεφαλιού της υγρή. Σήκωσε το βλέμμα της. Ο Δημήτρης κοίταζε το κενό, με υγρά μάτια.
<<Τι έπαθες; Κλαις;>>.
<<Όχι. Άρχισε να βρέχει>>.
<<Άρχισε να βρέχει;>>.
<<Ναι. Περίεργο ε; Άρχισε να βρέχει μέσα στο σπίτι>>
<<Τουλάχιστον σταμάτησαν;>>>
<<Για την ώρα ναι>>.
<<Πέσε κοιμήσου τώρα. Το χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα>>.
<<Καληνύχτα Τάνια>>.
<<Καληνύχτα Δημήτρη>>.
Και έτσι η Τάνια κοιμήθηκε μέχρι να ξυπνήσει πάλι κατά το μεσημέρι, δίχως ξυπνητήρι όμως γιατί δεν δούλευε. Ο Δημήτρης ξύπνησε νωρίτερα από αυτήν και χουζούρεψε. Τελικά αναγκάστηκε να σηκωθεί γιατί τον έπιασαν κατουρόκαυλες και μετά κάθισε να γράψει. 
Και, ενώ ήταν στην περισυλλογή του, θαύμαζε, παράλληλα,  την φιγούρα της Τάνιας, της κοπέλας του και ό, τι αυτή αντιπροσώπευε, πόσο γαλήνια φαινόταν όπως κοιμόταν, ενώ λίγο χαριτωμένο, κατά την άποψη του, σαλάκι, έπεφτε από το στόμα της στο μαξιλάρι και πόσο γαλήνιο τον έκανε. Και σκέφτηκε, πόσο φυσιολογικά μοιάζουν όλα τώρα, πόσο ωραίο θα ήταν να έμοιαζαν όλα φυσιολογικά για πάντα.
-Ο.Γ.Θ.
 



Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021






Όλο αυτό συνέβη σε μια εποχή προ-Covid, όπου τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και βγαίναμε έξω,  χωρίς μάσκες και ο καθένας μπορούσε να φύγει ό,τι ώρα ήθελε για το σπίτι του.
.
.
.
Έπαιζε το Dum Dum Boys του Iggy Pop στα ακουστικά. Κουνούσα το κεφάλι μου πάνω κάτω στον ρυθμό και με φανταζόμουν σαν έναν ροκ σταρ, να τραγουδάω κομμάτια σε συναυλίες σε όλο τον κόσμο και το κοινό από κάτω να παθιάζεται μαζί μου. Δεν ξέρω για πόση ώρα έπαιζε συνεχόμενα, γιατί, όπως συνειδητοποίησα μετά, καθόμουν σε στάση λεωφορείου και πρέπει να με είχε πάρει ο ύπνος ή να είχαν μαυρίσει όλα για ώρα, δεν είμαι σίγουρος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου - δεν το λέω με σιγουριά ότι τα είχα κλειστά βέβαια- όταν τελοσπάντων μπορούσα πάλι να καταλάβω τι συνέβαινε γύρω μου, έριξα μία ματιά γύρω μου. Βρισκόμουν στη στάση έξω από την ΧΑΝΘ. Το κινητό μου χτυπούσε. Ήταν ο φίλος μου ο Χάρης. Ήμασταν μαζί έξω ,στο Colombia.
<<Έλα ρε>>.
<<Έλα ρε τι λέει;>>.
<<Καλά. Έφυγες από το μαγαζί;>>.
<<Ποιο...Ναι ρε, στάση είμαι. Εσύ που είσαι;>>.
<<Ήρθα σπίτι με τον Σάκη και τον Σπύρο. Άκου εδώ. Μπήκε ένα σκυλί μαζί μας από την είσοδο και έχει καθίσει έξω από την πόρτα του διαμερίσματός μου>>.
<<Λέγε ρε>>.
<<Ψήνεις να έρθεις για βοήθεια;>>.
<<Είμαι γάμησε τα. Θα πάω σπίτι>>.
<<Καλώς. Τα λέμε αν είναι>>.
<<Καλό βράδυ>>.
Πρέπει να με ξαναπήρε ο ύπνος ή να έχασα τις αισθήσεις μου. Μάλλον το δεύτερο. Γιατί τώρα καθόμουν λίγο πιο πέρα από το Makedonia Palace . Έβγαλα το κινητό μου και πήρα τον Χάρη.
<<Έλα ρε με πήρες τηλέφωνο;>>.
<<Ναι πριν κάνα εικοσάλεπτο>>.
<<Α>>
<<Χαχαχχαχαχα>>.
<<Χαχαχαχαχα>>.
<<Γάμησε τα έχω σκαλώσει. Το διώξατε το σκυλί;>>.
<<Ναι. Ο Σάκης πήρε κάτι λουκάνικα και του πέταξε ένα στις σκάλες μπας και το μυρίσει και φύγει αλλά δεν ψήθηκε. Τελικά το βάρεσε με τα λουκάνικα και έφυγε>>.
<<Χαχαχαχαχχααχ. Λέγε>>.
<<Ναι γάμησε τα.>>.
<<Καλώς. Οκ ρε, τα λέμε αν είναι>>.
<<Άντε ρε>>.
Έβαλα το κινητό μου στην τσέπη και ευχήθηκα να μην ξανασβήσουν όλα γιατί έπρεπε να πάω σπίτι επιτέλους. Κοίταξα την ώρα, ήταν κοντά 4:30, βράδυ Δευτέρας- οι καλύτερες μέρες για να βγαίνεις έξω αν είσαι φοιτητής είναι οι καθημερινές, αυτό είχα καταλάβει. Ζαλιζόμουν και άνετα μπορούσα να κοιμηθώ κάτω στο κρύο, κρύο πάτωμα. Η κοιλιά μου ήταν πρησμένη από τις μπύρες, τα ουίσκι και δύο- τρία σφηνάκια με ρούμι. Άσε που έπρεπε να ανηφορίσω μέχρι το σπίτι μου. Νηφάλιος θα μου έπαιρνε κοντά στα είκοσι λεπτά περπάτημα, ενώ, έτσι όπως ήμουν, παίζει και παραπάνω από μια ώρα. Για ταξί ούτε λόγος, δεν τους πάω μια , εκτός αν είναι ανάγκη και επίσης τα λεφτά που θα ξόδευα για το ταξί ίσως να κόστιζαν και δύο μπύρες της επόμενης ή της μεθεπόμενης ημέρας. Έτσι, το έκοψα με τα πόδια. Τώρα στα ακουστικά έπαιζε το Lady D' Arbanville του Cat Stevens. Είχα φτάσει σε εκείνο το σημείο που δεν σκεφτόμουν και κάτι, πέραν από το κρεβάτι μου και το οτι έπρεπε να ξυπνήσω πάλι αύριο. Σκέψη όχι μπολιασμένη με ματαιοδοξία, απλά είχα μάθημα το απόγευμα και θα έπρεπε να πάω . Και για κάποιο λόγο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς, αισθανόμουν συνεχώς κουρασμένος. Αν μπορούσα θα κοιμόμουν συνεχόμενα καμιά δεκαριά χρόνια άνετα, αλλά κανένας καριόλης, και κυρίως ο ίδιος μου ο εαυτός, δεν θα μου το επέτρεπε αυτό.
Έτσι συνέχισα να περπατάω.
Ωστόσο, όντας σε αυτήν την κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και εφόσον το αλκοόλ ρίχνει κάθε άμυνα και αναστολή, αποφάσισα, στην τρέλα - ή καλύτερα ηλιθιότητα- της στιγμής να κάνω κάτι που εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μου μού φάνηκε τόσο μα τόσο αστείο.
Όταν έφτασα στην Παπαναστασίου, στο ύψος του Ευκλείδη περίπου, περίμενα μέχρι το φανάρι να γίνει κόκκινο και να μαζευτούν μερικά αμάξια- ευτυχώς δεν είχε αρχίσει να ξημερώνει ακόμη. Έγινε τελικά κόκκινο και είχαν μαζευτεί καμιά πέντε αμάξια. Έτσι πήγα και στάθηκα μπροστά στο πρώτο αμάξι.
Δεν κόρναραν ούτε τίποτα. Δεν είχαν ιδέα τι επρόκειτο να συμβεί. Έτσι, χαμογέλασα, σήκωσα τα χέρια μου στον αέρα και φώναξα: <<ΚΟΥΒΑΛΑΩ ΤΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΟΥ ΠΟΥ ΤΑ ΚΟΥΒΑΛΑΝΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ. ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ>>, και κατέβασα το παντελόνι μου και τους έδειξα τον κώλο μου, που αμέσως τo σήκωσα και άρχισα να τρέχω. Και έτρεχα, και έτρεχα τόσο γρήγορα που η ανάσα μου άρχισε να κόβεται, έτρεχα σα να προσπαθούσα να ξεφύγω από κάτι το οποίο με κυνηγούσε, με καταδίωκε, κάτι από το οποίο έπρεπε oπωσδήποτε να ξεφύγω και όμως, όταν σταμάτησα για να ξεκλειδώσω και πήρα επιτέλους την πολυπόθητη ανάσα που λαχταρούσα, ένιωσα λες και εκείνο από το οποίο προσπαθούσα να ξεφύγω με έφτασε πάλι δίχως ιδιαίτερο κόπο. Και ίσως είναι αλήθεια πως από αυτά που τρέχουμε να ξεφύγουμε, όσο και να το προσπαθούμε, αν μονάχα προσπαθούμε έτσι άτσαλα να τους ξεφύγουμε, δεν τα καταφέρουμε ποτέ πραγματικά.
Όταν ξύπνησα, κατά τις 2 το μεσημέρι περίπου, πήρα το κινητό και άνοιξα το wifi. Είδα μήνυμα από τον φίλο μου τον Αλέξανδρο. Το είχε στείλει κατά τις πέντε το πρωί.
Ήταν μια φωτογραφία.
Γέλασα.
Δεν θα μεγαλώσω ποτέ, σκέφτηκα.
-Ο.Γ.Θ.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021




Είχε ένα μικρό λουλούδι στο διαμέρισμα του και το έβλεπε κάθε μέρα να μεγαλώνει λίγο-λίγο.  Όποτε γυρνούσε στο σπίτι του -είτε ήταν από την δουλειά είτε από βόλτα ακόμα και μετά το σούπερμαρκετ-  πριν κάνει το οτιδήποτε, θα καθόταν στον καναπέ του και θα το παρατηρούσε, εκεί, πάνω στο τραπέζι, μέσα στο γλαστράκι, να μεγαλώνει, το παρατηρούσε να μεγαλώνει, ευλαβικά, όπως ένα παιδί κοιτάει το χιόνι να πέφτει και ανυπομονεί να το στρώσει για να βγει έξω να παίξει. Δεν έβλεπε κάποια αισθητή διαφορά έτσι όπως το παρατηρούσε κάθε μέρα είναι η αλήθεια, αλλά ήξερε πως υπήρχε, πως πλανιόταν στον αέρα η ιδέα της αλλαγής, όπως πλανιούνται καθημερινά μέσα στο μυαλό μας οι τόσες και διάφορες σκέψεις, όπως η ελπίδα, η ελπίδα πως είμαστε κοντά μέρα με τη μέρα στο να πραγματοποιήσουμε τα μεγαλύτερα όνειρα μας. Δεν ήταν ο φίλος που του έλειπε, είχε αρκετούς είναι η αλήθεια. Ούτε εκείνο το κάτι που όλοι μας ψάχνουμε μπας και συμπληρώσει εκείνο το κενό που όλοι ή σχεδόν όλοι νιώθουμε πως έχουμε. Όχι. Απλά το είχε δει, του άρεσε και το αγόρασε. Βέβαια, δεν θυμόταν καν πότε το πήρε, ένιωθε σα να υπήρχε εκεί από πάντα, αλλά δεν είχε σημασία. Ήταν μια μανόλια, μια όμορφη άσπρη μανόλια. 
Με τους φίλους του ένα βράδυ αποφάσισαν να κάνουν ένα πάρτι και πρότεινε το σπίτι του να χρησιμοποιηθεί ως χώρος. Έτσι, την μέρα εκείνη  αγόρασαν τα απαραίτητα για το πάρτι και περίμεναν τους καλεσμένους. Δεν είχαν φωνάξει πολλούς και διάφορους, φίλους και κοντινούς μονάχα και αυτοί να έφερναν κάνα δύο-τρεις ακόμη. Ήταν ένα σπίτι περίπου εβδομήντα τετραγωνικών και, στο πικ του πάρτι είχε μέσα περίπου 45 άτομα. Η Εύη- γιατί αυτό το διήγημα αφορά μια  κοπέλα, αλλά μέσα της ένιωθε αγόρι, μόνο που δεν το είχε πει σε κανέναν, μονάχα εδώ το αποκαλύπτουμε, για να χρησιμοποιηθεί σωστά η κατάληξη των λέξεων που έχουν γένος, οπότε τηρείστε όρκο σιωπής- αισθανόταν λίγο περίεργα και λίγο ανήσυχα. Το πρώτο οφειλόταν στο γεγονός πως πάντα ένιωθε κάπως αμήχανα να βρίσκεται ανάμεσα σε τόσο κόσμο και γι' αυτό το λόγο το ποτήρι του δεν ήταν ποτέ άδειο. Το δεύτερο προερχόταν από το γεγονός πως δεν ήξερε αν είχε φυλάξει σε σωστό μέρος ή πολύ καλά το γλαστράκι και δεν θυμόταν ακριβώς που το είχε κρύψει. Εκείνη τη στιγμή ο φίλος του ο Λάζος τον σκούντηξε και είπε <<Πολύ καλό το πάρτι. Κάναμε καλή δουλειά>> και η Εύη τον κοίταξε και του χαμογέλασε, <<Τι έχεις ρε;>>, τον ρώτησε ο Λάζος και η Εύη απάντησε <<Τίποτα, απλά έχω πιεί αρκετά>>,  <<Πρόσεξε μην γίνει σαν την προηγούμενη φορά>>, είπε ο Λάζος. <<Χαχαχαχαχα. Μην αγχώνεσαι, αυτή την φορά θα θυμάμαι που ξύπνησα>>, απάντησε τάχα αμήχανα, γιατί η αλήθεια είναι πως θυμόταν, βλέπετε έκαναν πάλι πάρτι, στο σπίτι της φίλης του της Κατερίνας αυτή την φορά και εκεί βρήκε, εντελώς στην τύχη μα για καλή του τύχη  μια λεσβία και αφού έκαναν υπομονή μέχρι να ζωηρέψουν αρκετά τα πράγματα και, μόλις ήρθε η κατάλληλη στιγμή, έφυγαν για να πάνε σπίτι της όπου έπαιξαν ψαλίδι μολύβι χαρτί και ψαλίδι για ώρες. Ωστόσο, αποφάσισε να αφήσει κάθε ενδοιασμό και φοβία στην άκρη, ή να το προσπαθήσει έστω, και να το διασκεδάσει, άλλωστε ήταν σπίτι του και έκαναν πάρτι- αυτό προσπαθούσε να κάνει πάντα, άλλωστε, είτε ήταν πάρτι είτε έξοδος, ακόμη και καφές. Μύριζε τα ξερατά στην τουαλέτα αλλά ευτυχώς όλοι στόχευαν μέσα στην λεκάνη και έτσι δεν ήταν πολύ βρώμικα. Έβαλε χαρτί στο καπάκι και έκανε την ανάγκη του. Όταν βγήκε, το πάρτι συνεχιζόταν κανονικά. Η Εύη κοίταξε γύρω του και παρατηρούσε όλα τα πρόσωπα, πόσο ελεύθεροι φαίνονταν, πόσο ανέμελοι φαινόντουσαν και καλά έκαναν, σκεφτόταν. Πήγε στο μπαρ για να βάλει ένα ποτό. Τα καθήκοντα του μπαρμαν τα είχε αναλάβει ο φίλος της ο Σταύρος. <<ΠΠΠΠΠΠΠΠΟΟΟΥΥΥ ΣΑΙ ΡΕΕΕΕ ΕΥΗΗΗΗΗΗΗ>>,  φώναξε και <<Αν φωνάξεις λίγο παραπάνω νομίζω θα σε ακούσω καλύτερα>>, είπε η Εύη. <<ΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΑΧΧΑΧΑ. Είμαι χάλια>>, της απάντησε και <<Μήπως να φύγεις λίγο από εδώ να ηρεμήσεις;>>, του πρότεινε η Εύη, αλλά <<Πας καλά; Εδώ ανήκω..... ΕΔΩ ΑΝΉΚΩ!>>, κραύγασε.<<Καλά, καλά. Βάλε μου μια βότκα με σπραιτ>>, του είπε. <<ΑΜΈσως!>> απάντησε και ρεύτηκε. Η Εύη μειδίασε. Κράτησε το ποτήρι του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Τότε ο Σταύρος σοβάρεψε λίγο, όσο σοβαρή έκφραση μπορεί να πάρει ένας μεθυσμένος δηλαδή. <<Περνάς καλά; Σε βλέπω λίγο κάπως>>, τον ρώτησε και η Εύη απάντησε <<Μπα έχω πιει λίγο, μην αγχώνεσαι. Τσέκαρε την Κατερίνα που φασώνεται με εκείνον τον τύπο>>.
<<Με γλώσσα η τρελή μου. Σίγουρα δεν θα το μετανιώνει αύριο>>.
<<Εμένα όμως θα παίρνει τηλέφωνο και θα λέει πως είναι η τελευταία φορά που πίνει>>.
<<Μιας και είπες πίνει->>.
<<Όχι. Σας είπα όχι σήμερα. Έχω περίεργους γείτονες και δεν θέλουν πολύ για να καλέσουν την αστυνομία. Ας μην του δώσουμε παραπάνω κίνητρα>>.
<<Και εκείνη η σπασμένη γλάστρα στο μπαλκόνι;>>.
Το ποτήρι έπεσε από τα χέρια της Εύης και ο χρόνος άρχισε να κυλάει πιο αργά.
<<Ποια γλάστρα;>>.
<<Εκείνη με τη Μανόλια. Ξέρεις τώρα. Την άφησες απροστάτευτη;>>
Η Εύη έτρεξε στο μπροστά μπαλκόνι ενώ το ποτήρι ακόμη έπεφτε στο πάτωμα, κάνοντας στην άκρη όποιον έβρισκε μπροστά του αλλά δεν είδε κάτι. Μετά πήγε στο πίσω μπαλκόνι, που έβλεπε στον ακάλυπτο και εκεί νόμιζε πως είδε την γλάστρα. Έπεσε τα γόνατα να την πιάσει, αλλά δεν ήταν γλάστρα και η οφθαλμαπάτη διαλύθηκε αμέσως στα μάτια της. Άρχισε να γελάει, όχι σαν υστερική, αλλά με εκείνο το γλυκό γέλιο, όταν νομίζεις πως έχουν έρθει τα χειρότερα αλλά τα γλύτωσες, όταν έχει περάσει ο πιο σοβαρός κίνδυνος. Οι φίλοι του είχαν σπεύσει πίσω του και τον κοίταζαν.
<<Είσαι καλά Εύη;>>, ρώτησε ο Σταύρος με συμπόνια.
<<Δεν έσπασαν την γλάστρα μου. Το φυτό μου είναι καλά. Δεν έσπασαν την γλάστρα μου!>>.
<<Ποια γλάστρα ρε Εύη; Έλα μέσα να χαρείς!>>.
<<Θα χαρώ, γιατί δεν την έσπασαν. Δεν χάλασαν το λουλούδι μου. Πάλι-. Θα αλλάξω παιδιά. Θα αλλάξω σας το ορκίζομαι, δεν θα μείνω για πάντα το ίδιο άτομο που είμαι, εγώ θα
Τότε ο Σταύρος λύγισε τα γόνατα του και της ψιθύρισε.
<<Δεν τα έμαθες; Δεν θα αλλάξεις ποτέ. Θα μείνεις για πάντα η ίδια, όσο και να το προσπαθείς γιατί έτσι έχεις μάθει και σε βολεύει, να είσαι πάντα το θύμα μιας πλεκτάνης που έστησες μόνη σου, να πέφτεις πάντοτε στη φωτιά σου, που επιμένεις να μην την σβήνεις, γιατί βαριέσαι την ζωή σου και νομίζεις πως έτσι θα την κάνεις πιο ενδιαφέρουσα. Θα επιμένεις στα ίδια λάθη. Έχεις συνηθίσει τόσο στο σκοτάδι που όταν εκτίθεσαι στο πολύ φως πάντα σε πιάνει μια ανησυχία και πιστεύεις πως κάτι θα πάει στραβά, και όταν πάει εν τέλει, ξεκινάς πάλι τον φαύλο κύκλο σου. Είσαι πυγολαμπίδα. Και οι πυγολαμπίδες θα λάμπουν για πάντα στο σκοτάδι>>.

Η Εύη ξύπνησε. Μόλις ξύπνησε έτρεξε στο σαλόνι. Έτρεξε στο σαλόνι όπου δεν είχε γίνει κανένα πάρτι. Δεν είχε γίνει κανένα πάρτι γιατί απλά έβλεπε όνειρο. Πήρε το γλαστράκι στην αγκαλιά της και κούρνιασε στον καναπέ. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, τα μάτια του συγγνώμη, μα δεν έχει σημασία, τίποτα δεν έχει σημασία, σκεφτόταν, καθώς τα δάκρυα από τα μάτια της γλιστρούσαν στα μάγουλα του και έπεφταν κάτω, το φυτό μου είναι εντάξει, η γλάστρα μου είναι εντάξει, δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει, συγγνώμη, συγγνώμη. Όσο και αν προσπαθούν, όσο και να προσπαθώ, θα σε φροντίζω για πάντα όσο καλύτερα μπορώ. Και κάποια μέρα, όσο όμορφο είσαι εσύ, άλλο τόσο θα γίνω και εγώ. Γιατί είμαι όσο όμορφο είσαι εσύ, αλλά δεν φαίνεται ακόμη, δεν μπορούν να το δουν ακόμη και εγώ με δυσκολεύω δίχως λόγο. 
Η Εύη ήξερε πως η γλάστρα και το φυτό δεν ήταν αληθινά. Μα ο καθένας θέλει να δώσει σε όλο αυτό μια όμορφη μεταφορά γιατί αλλιώς θα αρχίσει να ουρλιάζει.  Ποιο αυτό; Η Εύη ήξερε τι ήταν αυτό. Η Εύη ήξερε πολλά περισσότερα από όσα έδειχνε. Γι' αυτό σηκώθηκε όρθια και έκλαψε.
Και ήταν το κλάμα αυτό που τελικά την ξύπνησε από τον παραλίγο αιώνιο ύπνο της.
Η Εύη ξύπνησε μέσα σε ένα δωμάτιο που της μύριζε περίεργα. Ήταν ξαπλωμένη, το κεφάλι της το ένιωθε βαρύ και δεν ένιωθε τους καρπούς της.
Ωστόσο, όταν κοίταξε δεξιά της, είδε το γλαστράκι με την μανόλια μέσα
Όταν κοίταξε δεξιά της, υπήρχε ακόμα το γλαστράκι με την μανόλια μέσα... .
-Ο.Γ.Θ.


Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021



Καθόμουν και διάβαζα στο γραφείο μου. Είχα στα χέρια μου τον Μόμπι-Ντικ του Μέλβιλ και χανόμουν στις σελίδες του αλλά είναι παλιό και μεγάλο βιβλίο  και πλέον με τη δουλειά και όλα αυτά το μυαλό μου κουράζεται περισσότερο από παλιά, οπότε το πήγαινα σιγά σιγά για να μην το βαρεθώ και το παρατήσω. Έτσι, τελείωσα ένα κεφάλαιο και έπιασα ένα άλλο βιβλίο που είχα δανειστεί, το Middlesex του Ευγενίδη. Καθώς χανόμουν και στις σελίδες αυτού του βιβλίου, μου ήρθε μια ωραία ιδέα για μια ιστορία, οπότε παράτησα για λίγο και αυτό το βιβλίο στην άκρη και άρχισα να γράφω διάσπαρτες λέξεις και φράσεις για να δω αν θα καταλήξει κάπου.
Ωστόσο , κόλλησα, κατουρήθηκα και σηκώθηκα για να πάω στην τουαλέτα. Για να πάω στην τουαλέτα έπρεπε να προχωρήσω λίγο ευθεία, να βγω στο χολ, να στρίψω δεξιά και να η πόρτα. Ωστόσο έστριψα αριστερά , έβαλα τα παπούτσια μου και βγήκα έξω. Ήταν βράδυ, είχε παγωνιά  και ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκα για ποιον λόγο, ενώ ήθελα να πάω στην τουαλέτα, κατέληξα έξω στο δρόμο να περιφέρομαι. Ίσως οι τάσεις φυγής που με πιάνουν που και που να υπερίσχυσαν αυτή τη φορά. Δεν φορούσα μάσκα, ούτε είχα στείλει μήνυμα. Ήμουν ένας τρελός με πυτζάμες στο δρόμο, 9:30 το βράδυ- όσο τρελός δηλαδή μπορεί να είναι κάποιος σήμερα ,τέτοια ώρα και έτσι έξω στο δρόμο.
Για καλή -ή κακή- μου τύχη, ένα περιπολικό περνούσε. Πήγε να με προσπεράσει αλλά σταμάτησε. Έβαλε όπισθεν και σταμάτησε μπροστά μου.
<<Συγγνώμη κύριε>>, είπε ο ατσίδας με τα μπλε.
<<Παρακαλώ>>, απάντησα τέρμα φυσιολογικά.
<<Μπορείτε να μου δείξετε το μήνυμα που στείλατε η κάποια βεβαίωση εργασίας;>>.
<<Μα, κύριε αστυνόμε δεν είναι βεβαίωση αυτή η υπέροχη βραδιά; Δεν είναι μήνυμα για μια βόλτα αυτή η υπέροχη νύχτα:>>.
<<Η μάσκα σας που είναι;>>.
<<Την φοράω τώρα. Δεν την βλέπετε;>>.
<<Η αλήθεια είναι πως όχι. Μήπως σας έπεσε;>>.
<<Φοράω την μάσκα που έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Έχετε διαβάσει το πορτρέτο του Ντόριαν Γκει;>>.
<<Εννοείτε Γκρέι>>.
<<Τότε δεν έχετε διαβάσει για τη ζωή του Όσκαρ Ουάιλντ......Όχι; Αγγελάκας τότε; Τίποτα;>>.
<<Κύριε, μήπως είστε μεθυσμένος;>>.
<<Λίγο...αρκετά βασικά. Συγγνώμη , ποιος είστε;>>- μα δεν είχα πιει τίποτα εκείνη την μέρα. Απλά ήθελα να γλυτώσω το πρόστιμο.
<<Ακούστε με. Δεν θα σας γράψω. Αλλά πηγαίνετε σπίτι σας, κάντε ένα μπάνιο και μετά κοιμηθείτε>>,
<<Ναι αυτό θα κάνω. Με συγχωρείτε>>.
Δεν ξέρω αν με συγχώρεσε, εδώ εγώ τον εαυτό μου δεν έχω καταφέρει να συγχωρέσω τελείως. Πάντως γύρισα πίσω, όπως μου είπε ο ατσίδας με τα μπλε, έβγαλα τα ρούχα μου και έκανα να μπω στο μπάνιο. Και τότε θυμήθηκα για ποιον λόγο δεν είχα μπει στο μπάνιο εξ αρχ

-Ο.Γ.Θ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...