Ήταν από την αυλή, που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του σπιτιού, αριστερά όπως την έβλεπα εγώ. Περπάτησα μερικά βήματα και στάθηκα στη μέση. Μια πολύ μεγάλη έκταση, σαν γήπεδο ποδοσφαίρου, με εναλλαγές χώματος και γρασιδιού σε γραμμές οριζόντιες και, στο βάθος, διέκρινα κάτι που πρέπει να ήταν αποθήκη και parking. Στη μέση εμού και της αποθήκης-parking , κάθονταν δύο άνθρωποι. Τους αναγνώρισα από τις πλάτες, ήταν ένας θείος και μια θεία μου, νεκροί πλέον εδώ και χρόνια. Τους πλησίασα με αργά βήματα και, όταν έφτασα από πάνω τους, είδα πως κρατούσαν μια κότα, έτοιμοι να την σφάξουν. Ποτέ δεν μου άρεσε αυτό, να βλέπω δηλαδή κότα να σφάζεται, και είχα δει αρκετές όταν ήμουν μικρός. Κυρίως με αηδίαζε όταν της αδειάζαν τα εντόσθια από σκατά και άλλα συναφή. Αλλά για τους μεγαλύτερους, ήταν απλά μέρος της πραγματικότητας τους.
Ονομάζομαι Ορφανίδης Θεόδωρος (Ο.Γ.Θ.) και αυτό είναι το blog μου. Καλή ανάγνωση! Α! Έχω βγάλει και δύο βιβλία που μπορείτε να τα βρείτε εδώ συγκεντρωμένα, αν θέλετε να διαβάσετε κάτι φρέσκο: https://www.protoporia.gr/suggrafeas-orfanidhs-8eodwros-o-g-8-1023377 Επίσης, μπορείτε να με βρείτε online εδώ: Instagram: https://www.instagram.com/the0rf/?hl=el Facebook: https://www.facebook.com/orf.theodor
Δευτέρα 23 Μαΐου 2022
Ήταν από την αυλή, που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του σπιτιού, αριστερά όπως την έβλεπα εγώ. Περπάτησα μερικά βήματα και στάθηκα στη μέση. Μια πολύ μεγάλη έκταση, σαν γήπεδο ποδοσφαίρου, με εναλλαγές χώματος και γρασιδιού σε γραμμές οριζόντιες και, στο βάθος, διέκρινα κάτι που πρέπει να ήταν αποθήκη και parking. Στη μέση εμού και της αποθήκης-parking , κάθονταν δύο άνθρωποι. Τους αναγνώρισα από τις πλάτες, ήταν ένας θείος και μια θεία μου, νεκροί πλέον εδώ και χρόνια. Τους πλησίασα με αργά βήματα και, όταν έφτασα από πάνω τους, είδα πως κρατούσαν μια κότα, έτοιμοι να την σφάξουν. Ποτέ δεν μου άρεσε αυτό, να βλέπω δηλαδή κότα να σφάζεται, και είχα δει αρκετές όταν ήμουν μικρός. Κυρίως με αηδίαζε όταν της αδειάζαν τα εντόσθια από σκατά και άλλα συναφή. Αλλά για τους μεγαλύτερους, ήταν απλά μέρος της πραγματικότητας τους.
Πέμπτη 5 Μαΐου 2022
Το θέμα, από την άλλη, είναι πως, κατά βάση, δεν μπορείς να κυνηγήσεις κάτι, μόνο και μόνο για να δημιουργήσεις το συναίσθημα, την ένταση, την εμπειρία, εκείνο, γενικά, που περιμένεις πως θα συμβεί αν... . Ας πούμε, δεν μπορείς να κυνηγήσεις μια κοπέλα ή έναν άνδρα για να τον ερωτευτείς και να σε ερωτευτεί σφόδρα και να ζήσετε ζωή χαρισάμενη. Δεν ξέρω, νομίζω δεν λειτουργεί έτσι ή δεν λειτούργησε ποτέ έτσι, τουλάχιστον στον βαθμό που το περιμένει κάποιος. Θέλει κόπο, θέλει τρόπο, επιμονή, υπομονή, τύχη, ατυχία, όλα τα καλά του ντουνιά σε ένα τσουβάλι, να τα χώσεις μέσα, να το δέσεις σφιχτά από πάνω, να το κουνήσεις, να το χτυπήσεις κάτω σα να είναι νεκρό χταπόδι και κάτι θα βγει. Από την άλλη, σε ορισμένες πτυχές της ζωής μας χρειάζεται αντοχή, υπομονή και επιμονή, μερική τύχη και ικανότητα μόνο. Από την άλλη μεριά, ούτε τελείως άπραγος μπορείς να μένεις ή, το χειρότερο, να θεωρείς πως κάτι κάνεις, ενώ στην ουσία δεν κάνεις τίποτα και απλά να καταριέσαι την άμοιρη σου μοίρα ή το οτιδήποτε. Περπατάμε κάθε μέρα πάνω σε τόσο λεπτά νήματα.
Γι' αυτό, πιστεύω πως, τις περισσότερες φορές, τις καλύτερες και πιο έντονες στιγμές της ζωής σου τις ζεις όταν δεν το περιμένεις. Όταν το μυαλό σου δεν έχει προετοιμαστεί καθόλου, ούτε φαντάζεται αυτό που επακολουθεί και λειτουργείς αποκλειστικά με το συναίσθημα και πάνω στην ένταση της στιγμής. Αυτό νομίζω μετανιώνω περισσότερο από όλα και συνδέεται με αυτό που είπα στην αρχή. Υπήρχε ο αυθορμητισμός, η λαχτάρα, η προσμονή, η χαρά, όλα τα καλά, αλλά, την κομβική στιγμή, τα επισκίαζε ο φόβος και η δειλία και οι δεύτερες σκέψεις. Και ήταν πραγματικά πρωτοφανές το συναίσθημα όταν τα τελευταία έκαναν στην άκρη και έμεναν τα πρώτα.
Απαιτεί αλλαγές. Μία στο τόσο, κάτι να αλλάζεις στη ζωή σου. Δε χρειάζεται να είναι κάτι σπουδαίο, δε χρειάζεται να είναι κάτι τρομερό, αλλά έτσι δεν βαριέσαι κιόλας και ανακαλύπτεις μερικά πράγματα. Και, αν καθίσεις και το παρατηρήσεις, αν παρατηρήσεις τη ζωή σου, συνειδητοποιείς πως, εν μέσω αυτών των αλλαγών ,κάτι αλλάζει και σε σένα, δημιουργείς σιγά-σιγά την ιστορία σου. Και δεν είναι ανάγκη, ούτε απαραίτητο να είναι όλες καλές αλλαγές. Ίσα-ίσα, αν γνωρίζαμε από πριν το αποτέλεσμα ή τον αντίκτυπο που θα έφερνε μια αλλαγή στη ζωή μας, δεν θα ήταν αλλαγή πραγματικά, αλλά... τι θα ήταν πραγματικά; Κάτι προκαθορισμένο, σίγουρα. Και οι επιλογές μπορούν να είναι προκαθορισμένες, να πεις, από σήμερα θα κάνω τα μαλλιά μου έτσι και όχι έτσι, από σήμερα θα περπατάω για να πάω εκεί που θέλω, κάτι τέτοιο, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι εγγυημένο. Σα να αγοράζεις ένα ξυστό ή να παίζεις ένα Τζόκερ και να περιμένεις το αποτέλεσμα με αγωνία. Μπορεί να κερδίσεις πολλά, μπορεί τίποτα, μπορεί κάτι ελάχιστο, αλλά, μέχρι το τέλος, περιμένεις. Αλλά αυτή είναι μια πολύ φτωχή παρομοίωση, μακάρι όλες οι αλλαγές μας να σήμαιναν το ίδιο. Γιατί υπάρχουν αλλαγές οι οποίες έχουν μεγάλες απαιτήσεις και δεν είσαι πρόθυμος να πάρεις το ρίσκο ή πολύ βολεμένος ή φοβισμένος για να κάνεις το πρώτο βήμα. Και κάποια στιγμή το κάνεις. Και ένα ακόμα. Και ένα ακόμα και ένα ακόμα και λες, αυτό ήταν; Ή δεν το κάνεις και το μετανιώνεις για όλη σου τη ζωή, αναλωμένος σε υποθετικά σενάρια. Και υπάρχει και εκείνη η μικρή χαραμάδα αλλαγών, που χαίρεσαι που δεν την άνοιξες, γιατί καταλαβαίνεις, μετά από καιρό, πως τελικά δεν θα σου έκαναν καλό. Βέβαια, δεν είναι πάντα όσα έζησες, αλλά και εκείνα που δεν έζησες, που μπορούν να δημιουργήσουν τις καλύτερες ιστορίες και σκέψεις σου ή να οδηγήσουν σε αυτές. Αρκεί να μην χαθείς στον κόσμο του φανταστικού.
Τελικά βρήκα μερικά πράγματα να πω και τώρα μπορώ να πω με ασφάλεια πως, εντάξει, δεν ήταν και τίποτα σπουδαία, αλλά γέμισαν μερικές γραμμές.
<<Εντάξει, δεν ήταν και τίποτα σπουδαία, αλλά γέμισαν μερικές γραμμές>>.
Μου άρεσε αυτή η πρόταση.
Βέβαια, αλλού το πήγαινα και αλλού κατέληξα. Δε βαριέσαι... Έχω μια ζωή για να ζήσω τη ζωή μου, κάτι θα βγει.
-Ο.Γ.Θ.
Δευτέρα 18 Απριλίου 2022
Ίσως τα πράγματα να μπορούσαν να έρθουν και αλλιώς, αλλά μου φάνηκε πως κύλησαν με τέτοια φυσικότητα, που στο τέλος δεν χρειαζόταν να γίνει και κάτι διαφορετικό. Με την Αναστασία συναντηθήκαμε για πρώτη και τελευταία φορά εκείνη τη νύχτα, μια νύχτα από εκείνες δεν έχεις και τόσο όρεξη να βγεις αλλά κάτι γίνεται και καταλήγεις να περνάς από τις πιο αξιομνημόνευτες και δυνατές στιγμές της ζωής σου.
Ήμασταν όλοι έτσι και έτσι στο να πάμε πουθενά εκείνο το βράδυ - και εγώ και ο Ηλίας και ο Θεόφιλος και ο Κυριάκος- αλλά, μιας και ήταν Σάββατο και είχαμε καιρό να βρεθούμε, αποφασίσαμε να πιούμε μια μπύρα στο κέντρο. Πράγματι, ήπιαμε δύο-τρείς μπύρες, πληρώσαμε, αγοράσαμε ένα κομμάτι πίτσα και την κάναμε για το σπίτι με τα πόδια, μιας και έφτανε καλοκαίρι και ο καιρός ήταν καλός. Μέναμε προς τα ανατολικά της Θεσσαλονίκης όλοι, οπότε θα φεύγαμε παρέα. Όταν φτάσαμε έξω από το Πολυτεχνείο του ΑΠΘ, ακούγοντας την φασαρία, ο Ηλίας πρότεινε να μπούμε για να δούμε την φάση. Επειδή είχαμε πάρα πολύ καιρό να πάμε σε πάρτι του ΑΠΘ, αποφασίσαμε τελικά να περάσουμε για λίγο από εκεί.
Το μέρος έσφυζε από κόσμο λόγω της ώρας και η μουσική έπαιζε δυνατά. Μας άρεσε και αγοράσαμε από μια μπύρα ο καθένας. Η μουσική και το κλίμα άρχισαν να μας κυριεύουν και τελικά αποφασίσαμε να καθίσουμε παραπάνω- με αποτέλεσμα να πίνουμε τη μια μπύρα μετά την άλλη.
<<ΓΑΜΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΤΙ>>, φώναξε στο αυτί μου ο Θεόφιλος, ο οποίος είχε ήδη μπετώσει. Εγώ γέλασα, τέλειωσα άλλη μια μπύρα και πήγα να κατουρήσω. Όταν γύρισα, ο Ηλίας κάπνιζε μόνος του, όσο ο Θεόφιλος με τον Κυριάκο χτυπιόντουσαν μέσα σε ένα ατσούμπαλο mosh pit που δημιουργήθηκε μόλις ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το Chop Suey.
<<Πάμε και εμείς μέσα;>>, τον ρώτησα, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση του.
<<Βρε δε γαμιέσαι;>>, μου απάντησε, φυσώντας τον καπνό.
<<Ευχαρίστως. Έχεις χρόνο; Πάω να πάρω άλλη μια. Θες;>>.
<<Μπα. Ίσως πιο μετά>>.
Πήγα στο αυτοσχέδιο μπαρ και ζήτησα μια μπύρα. Το τραγούδι είχε αλλάξει τώρα και, ενώ γύριζα προς την παρέα μου, λίγο πιο πίσω παρατήρησα μια κοπέλα να στέκεται μόνη της και να λικνίζεται διακριτικά στον ρυθμό, με μια μπύρα στο δεξί της χέρι. Μια κοκκινομάλλα που φορούσε φούστα και δερμάτινο μπουφάν. Είχα πιει αρκετά ώστε να μην έχω ενδοιασμούς και, χωρίς να πω τίποτα σε κανένα, πήγα και στάθηκα λίγο πιο δίπλα της. Αν και μπορεί να μην ήταν τελείως μόνη της, μπορεί η φίλη της να περίμενε στη σειρά για να αγοράσει κάτι να πιεί, να χωρίστηκε από την παρέα της ή δεν ξέρω και εγώ τι, όπως και να είχε, δεν σκέφτηκα τίποτα εκείνη τη στιγμή και απλά άδραξα την ευκαιρία.
<<Σου αρέσουν οι Χατζηφραγκέτα;>>, την ρώτησα λίγο μετά και της πήρε μερικά δεύτερα για να καταλάβει πως απευθυνόμουν σε αυτήν.
<<Ναι, πλάκα έχουν>>, απάντησε χαμογελώντας- και λίγο αμήχανα.
<<Εγώ τους άκουγα πολύ στο πρώτο και στο δεύτερο έτος, μετά σταμάτησα. Με λένε Δημήτρη. Εσένα;>>.
<<Αναστασία>>, μου είπε και δώσαμε τα χέρια.
<<Χάρηκα! Πως και από αυτό το πάρτι;>>.
<<Γυρνούσα σπίτι από έξω και είπα να περάσω μια βόλτα. Μένω στις Εστίες πιο πάνω, οπότε ήταν στο δρόμο μου>>.
<<Κατάλαβα... Άρα ήρθες μόνη σου;>>.
<<Ναι. Μου αρέσει η μουσική που παίζουν εδώ. Γιατί;>>.
<<Τίποτα. Απλά μου φάνηκε περίεργο, να έρθει δηλαδή κανείς σε τέτοιο πάρτι μόνος του>>.
<<Επειδή είμαι κορίτσι το λες;>>.
<<Όχι, καμία σχέση. Εγώ , ας πούμε, ήρθα γιατί ήμασταν έξω με τους φίλους μου. Και τί φίλους! Ένας από αυτούς είναι ο Θεόφιλος εκεί, που τον βλέπω τώρα να κρατάει το ένα παπούτσι του στον αέρα για κάποιο λόγο. Μόνος δεν θα ερχόμουν, θα πήγαινα σπίτι απευθείας>>.
Μόλις είδε τον Θεόφιλο, άρχισε να γελάει και αισθάνθηκα πως χαλάρωσε κάπως τη στάση της απέναντι μου. Πλέον με κοίταζε περισσότερο στα μάτια.
Συνεχίσαμε την κουβέντα για αρκετή ώρα ή απλά έτσι μου φάνηκε, ώσπου μου είπε πως θα έφευγε, γιατί είχε πάει αργά. Της πρότεινα, αν δεν είχε θέμα, να την συνοδεύσω μέχρι τις Εστίες, γιατί θα ένιωθα άσχημα να την άφηνα να περπατήσει μόνη της εκείνη την ώρα μέχρι εκεί. Το σκέφτηκε , συμφώνησε και της ζήτησα να περιμένει λίγο, για να χαιρετήσω τους φίλους μου. Τους είπα στα γρήγορα τι είχε συμβεί και άρχισαν να χαχανίζουν. Ο Ηλίας έβαλε το χέρι του σε μια τσέπη του, μετά στην δεξιά τσέπη του μπουφάν μου και μού ευχήθηκε να περάσω καλά.Δέκα λεπτά μετά βρεθήκαμε κάτω από τις Εστίες όπου έμενε η Αναστασία, λίγο πιο πάνω από το Καυτατζόγλειο. Η Αναστασία ήταν από τα Τρίκαλα και το τελευταίο μέρος της συζήτησής μας είχε μονοπωλήσει το κρασί από τα Τρίκαλα και πόσο ωραίο ήταν και μου αποκάλυψε, τελικά, πως είχε ένα μπουκάλι πάνω στο δωμάτιο της. Εξέφρασα την περιέργεια μου να το δοκιμάσω και, πριν πούμε καληνύχτα, της το ανέφερα πάλι.
<<Γιατί δεν ανεβαίνεις να δοκιμάσεις τότε;>>.
Νομίζω εκείνη τη στιγμή ανέβασα ταχυπαλμίες, αλλά προσπάθησα να το παίξω όσο πιο ήρεμος γινόταν.
<<Φυσικά!>>, είπα. Κατευθυνθήκαμε στο ασανσέρ, μπήκαμε, πάτησε το κουμπί για τον έβδομο όροφο και, να 'μαστε, να ξεκλειδώνει την πόρτα της και να βγάζουμε τα παπούτσια μας.
<<Είναι ακατάστατα, το ξέρω. Με συγχωρείς>>, είπε γελώντας.
<<Είναι μια χαρά, μην ανησυχείς>>, της απάντησα και το εννοούσα. Από την άλλη, πρώτη φορά βρισκόμουν σε δωμάτιο Εστίας. Ήταν σα να είχα μπει σε ένα δωμάτιο πολύ φθηνού ξενοδοχείου, το οποίο δεν είχε καν δική του τουαλέτα. Ήταν κοινόχρηστες, όπως έμαθα, το ίδιο και το μπάνιο και συνειδητοποίησα αργότερα πόσο τυχερός ήμουν που είχα την δυνατότητα να μένω σε διαμέρισμα μόνος μου, με δική μου τουαλέτα, να μην μοιράζομαι την χέστρα μου με άλλους πόσους κάθε μέρα, αλλά όποτε θέλω να ακουμπάω τον κώλο μου και να κάνω την δουλειά μου σαν άνθρωπος.
Έτσι, κάθισα στο κρεβάτι, όσο η Αναστασία γέμιζε, για κάποιο λόγο, ένα μεγάλο κρασοπότηρο μέχρι πάνω. Αυτό δεν ήταν για να δοκιμάσω, ήταν να το πιώ κούπα και το έφερα ίσα-ίσα στα χείλη μου και κατέβασα μια γουλιά.
<<Πολύ ωραίο!>>, είπα άφησα το ποτήρι πάνω στο γραφείο της.
<<Δεν με πίστεψες, ε;>>, είπε και χαμογέλασε. Τότε, λίγο πριν η σιωπή μας γίνει αμήχανη, την άρπαξα και την φίλησα. Εκείνη ανταπέδωσε και βρεθήκαμε να φιλιόμαστε πάνω στο κρεβάτι της, σαν άγρια ζώα. Της ξεκούμπωσα το φουστάνι, της το έβγαλα και εκείνη έβγαλε την δική μου μπλούζα. Με ξάπλωσε στο κρεβάτι ανάσκελα, κάθισε πάνω μου και, στο μυαλό μου, το πιθηκάκι που υπάρχει συνήθως και βαράει δύο πιατίνια, είχε πάρει φωτιά και τα χέρια μου πήγαιναν στα απαγορευμένα όρη και ανακάλυπταν νέες βουνοπλαγιές. Ωστόσο, τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να προχωρήσω παρακάτω, η Αναστασία έκανε ένα βήμα πίσω.
<<Νομίζω πως είναι η ώρα να σταματήσουμε>>, είπε και έφυγε από πάνω μου. Πρέπει να την κοίταξα σαν χαζός. Ήταν εντελώς απροσδόκητο, αναπάντεχο, σα να πήραν από ένα παιδί το παιχνίδι του.
<<Τι εννοείς;>>, την ρώτησα, αλλά εκείνη είχε ήδη σηκωθεί.
<<Κοίτα και το φουστάνι μου πως είναι εδώ κάτω, πεταμένο>>, μονολογούσε, ενώ ξαναφορούσε το φουστάνι της. Σηκώθηκα και εγώ όρθιος, χωρίς να έχω ιδέα τι συνέβαινε.
<<Τι έγινε; Έκανα κάτι λάθος;>>, την ρώτησα με ειλικρινή απορία.
<<Όχι, δεν φταις εσύ. Αλλά θα ήταν καλό να φύγεις τώρα>>.
<<Πες μου, τι φταίει; Έχεις περίοδο μήπως; Έχεις αγόρι; Δεν ήθελα να->>.
<<Κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακριβώς. Απλά είμαι μπερδεμένη αυτό τον καιρό, αυτό είναι όλο>>.
Το περίεργο ήταν πως, όσα και πιθανόν να ήθελα να της πω, αν γινόταν όλο αυτό οποιαδήποτε άλλη στιγμή, δεν είπα τίποτα. Απλά δεν έβγαλα άχνα και αποδέχθηκα τα γεγονότα. Γιατί φαινόταν πως, όποια σκέψη και να βολόδερνε στο μυαλό της πριν, τώρα είχε φύγει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτσι, φόρεσα τη μπλούζα μου και τα παπούτσια μου, πήγα στην πόρτα και την κοίταξα. Με κοίταζε και εκείνη με ένα βλέμμα που δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε.
<<Μην στενοχωριέσαι. Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω. Μην λυπάσαι, όλα είναι καλά, απλά είμαι στα χαμένα αυτό τον καιρό. Φαίνεσαι πολύ καλό παιδί, αλήθεια. Αν θέλεις ποτέ μια φίλη, κάποια για να πεις ότι σε ταλαιπωρεί, μην διστάσεις να με πεις. Θα είμαι δίπλα σου>>, είπε και αγκαλιαστήκαμε. Μου χαμογέλασε για τελευταία φορά και έκλεισε την πόρτα.
Όχι, δεν ήθελα μια φίλη. Φίλους είχα. Δεν έφταιγε κανείς, δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Γι' αυτό μου έδωσες ξηρό κρασί Αναστασία; Γνώριζες από πριν την κατάληξη και τι γεύση ίσως μου άφηνε στο στόμα; Ήταν μια βραδιά που ξεκίνησε ήρεμα, σε ένα σημείο είχε υψηλές προσδοκίες και μετά τίποτα. Μια βραδιά που βγήκα για μία μπύρα και κατέληξα να αγκαλιάζω σφιχτά την Αναστασία, μια κοπέλα που δεν γνώριζα παρά λίγες ώρες, ανέβηκα στο δωμάτιο της και τελικά δεν έγινε τίποτα. Μια βραδιά που, αν ήθελα, θα μπορούσα να την χρησιμοποιήσω σαν δικαιολογία για να αρχίσω να γενικεύω, να σπαστώ ή δεν ξέρω και εγώ τι, αλλά δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να το κάνω. Και αυτό γιατί, όσο κατέβαινα τις σκάλες, χαμογελούσα. Γιατί ήταν μια βραδιά που δεν είχα τόσο όρεξη να βγω και τελικά αποτυπώθηκε για πάντα στο κεφάλι μου με θετικό τρόπο. Αυτό είχε σημασία.
-Ο.Γ.Θ.
Σάββατο 2 Απριλίου 2022
-Ο.Γ.Θ.
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2022
Καθίσαμε στον καναπέ, αυτή δηλαδή κάθισε πρώτα και μου ζήτησε να καθίσω και εγώ και μου έπιασε το χέρι. Αυτό δεν είναι καλό, σκέφτηκα και,<<Χμ;>>, είπα και την κοίταξα κατάματα. <<Τι έγινε;>>.
Και τελικά, επειδή είμαι βλαμμένος, έπεσα στα γόνατα μου και άρχισα να κουνάω τα χέρια μου στον αέρα, ανοιγοκλείνοντας το στόμα μου.
Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022
De Profundis
<<Απλά σου λέω πως μου έχει
κολλήσει από χθες που το διάβασα και δεν μου φεύγει. Σόρρυ! Εκ βαθέων,
συγγνώμη!>>.
<<Και εγώ σου λέω να σταματήσεις να το λες σε κάθε πρόταση, γιατί μου τα
έχεις πρήξει. Δεν έχεις σταματήσει από όταν καθίσαμε>>.
<<Εκ βαθέων, Δημήτρη, καλά, καλά, σταματάω! Από τα βάθη της καρδιάς μου,
σταματάω!>>, είπε, γέλασε και σήκωσε το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν.
Το μαγαζί είχε γεμίσει από νωρίς, αλλά έφτασαν την κατάλληλη στιγμή και βρήκαν δύο
άδειες θέσεις στην άκρη του μπαρ. Έβγαλαν τα μπουφάν τους και τα κρέμασαν σε
κάτι κρεμαστράκια που βρισκόντουσαν κάτω από τον πάγκο. Ο μπάρμαν τους παρατήρησε, προτού
σηκώσουν το χέρι τους για να τους δει, τους έφερε τα νερά τους και παρήγγειλαν
δύο μπύρες, οι οποίες, μέσα στις επόμενες δύο ώρες, έγιναν οκτώ στο σύνολο.
Όταν πήγε δώδεκα, το μαγαζί ήταν τίγκα.
Η μουσική έπαιζε δυνατά, ο κόσμος έπινε τα ποτά του, ο κόσμος έπαιζε με τα
κινητά του, ο κόσμος μιλούσε με κόσμο, ο κόσμος πήγαινε στην τουαλέτα, κόσμος
έμπαινε και έβγαινε, ποτήρια τσουγκρίζονταν, γέμιζαν, άδειαζαν, ένα χέρι που
άνηκε σε ένα παλικάρι, στην προσπάθεια πιστής αναπαράστασης μιας ιστορίας που
έλεγε σε κάτι φίλους του, πετάχτηκε προς τα πίσω, καταλήγοντας πάνω στον δίσκο
με τα άδεια ποτήρια που κρατούσε η μία από τις τρεις σερβιτόρες του μαγαζιού,
ρίχνοντας τον κάτω, το παλικάρι ζήτησε συγγνώμη και προσφέρθηκε να την βοηθήσει
να τα μαζέψουν, η σερβιτόρα αρνήθηκε ευγενικά, δεν πειράζει, μην αγχώνεσαι,
μια σκούπα και ένα φαράσι εμφανίστηκαν από την κουζίνα, το παλικάρι χαμήλωσε
τους τόνους του από ντροπή και αμηχανία, οι φίλοι του προσπαθούσαν να μην
γελάσουν μέχρι να φύγει η σερβιτόρα, η οποία , αν ήθελε να τον εκδικηθεί,
μπορεί να έφτυνε μέσα στην επόμενη παραγγελία του, όλα πήγαιναν όπως έπρεπε να
πάνε ένα βράδυ Παρασκευής.
Στο μεταξύ….
<<Στην τέταρτη είμαστε, έτσι;>>.
<<Έτσι νομίζω>>.
<<Καλά θα πάει και σήμερα>>.
<<Έλα μωρέ γκρινιάρη. Πόσες μέρες είχαμε να βγούμε;>>.
<<Καλά, δεν με πειράζει αυτό. Αλλά μεγαλώσαμε λίγο>>.
<<Σιγά μπάρμπα- Σάββα. Θα αργήσεις στο καφενείο αύριο;>>.
<< Δεν το είπα γι’ αυτό. Αλλά πώς το κάναμε αυτό πριν τρία χρόνια π.χ., να
γινόμαστε σκατά το ένα βράδυ και μέχρι το επόμενο βράδυ να είμαστε κομπλέ και
να ξαναβγαίνουμε; Και αυτό γινόταν σίγουρα δύο φορές την βδομάδα>>.
<<Τι να σου πω; Μάλλον είχαμε καλό μεταβολισμό>>.
<<Άλλη μια τότε, Μήτσο;>>.
<<Άλλη μια. Για τα παλιά! Χαχαχαχα>>.
<<Τι βλάκες οι άλλοι που δεν ήρθαν>>.
<<Ο Κώστας μάλωσε με την δικιά του και ο Χρήστος ήταν κουρασμένος από την
δουλειά. Τι να κάνεις; Όταν λέω εγώ ότι μεγαλώσαμε, δεν με ακούς>>.
Στο μεταξύ….
Το μπαρ είχε μια γωνία, δυο μικρές ευθείες που τέμνονταν σε αυτήν την γωνία.
Εκεί, στην γωνία, από την άλλη ευθεία από αυτή που βρίσκονταν ο Δημήτρης και ο
Σάββας είχαν καθίσει δύο κοπέλες. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα έλεγε πως
κάθονταν σχεδόν απέναντι αυτές οι τέσσερις οντότητες. Αν υπήρχε ρολόι στον
τοίχο ή αν κάποιος κοίταζε μια στο τόσο την ώρα, θα μπορούσε να πει πως είχε
περίπου μια ώρα που έφτασαν στο μαγαζί. Ο Σάββας τις είχε δει μερικά λεπτά αφού
κάθισαν και αυτό που τον προβλημάτιζε και τον εξίταρε παράλληλα ήταν πως η μια
από τις δύο κοπέλες, η μελαχρινή, φαινόταν να ρίχνει ματιές προς το μέρος τους.
Ο Δημήτρης το είχε καταλάβει από νωρίς, αλλά δεν έλεγε τίποτα, γιατί ήξερε πως
ο Σάββας γινόταν αμήχανος με τέτοια σκηνικά και το απολάμβανε, πίνοντας την
μπύρα του και στρίβοντας τα τσιγάρα του. Ωστόσο, έσπασε την σιωπή του,
ακουμπώντας το σαγόνι του Σάββα με το δεξί του χέρι και γελώντας. Ο Σάββας
τρόμαξε.
<<Τι σκατά;>>.
<<Σου μαζεύω το σαγόνι που έπεσε. Χαχαχαχα. Ηρέμησε ρε, πώς κοιτάς έτσι;
Θα τις τρομάξεις>>.
<<Εγώ; Κοιτάω;>>.
Άρχισαν να γελάνε. Στο μεταξύ, ο Σάββας είχε σκεφτεί τουλάχιστον δέκα πιθανά
σενάρια με τα οποία θα μπορούσε να προσεγγίσει την δίπλα κοπέλα, που ήταν
κοκκινομάλλα, αλλά στο τέλος κάθε σεναρίου, τον απέρριπτε. Ο Δημήτρης, από την
άλλη, καπνίζοντας ήρεμος το τσιγάρο του, πίνοντας ήρεμος την μπύρα του, έσκυψε
στο αυτί του Σάββα, για να τον ακούσει καλύτερα.
<<Αν τις κοιτάξεις λίγο παραπάνω, θα εξαφανιστούν>>.
<<Και τι να κάνω; Να πάω έτσι, απλά;>>.
<<Όχι, με πιρουέτες. Ε πως θα πας ρε; Πόσες φορές θα τα πούμε; Πάρε την
μπύρα σου, πήγαινε δίπλα στην κοκκινομάλλα και μην σκέφτεσαι>>.
<<Να μην σκέφτομαι;>>.
<<Όχι, μην σκέφτεσαι>>.
<<Πως να πάω εκεί; Δεν έχει χώρο ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε
πουθενά>>.
<<Χμμμ. Κάτσε…. Το έχω!>>>
Έκανε νόημα στον μπάρμαν και του είπε κάτι που ο Σάββας δεν το άκουσε. Λίγα
δευτερόλεπτα μετά, εκείνος άφησε μπροστά τους ένα πάκο με αυτοκόλλητα στίκερς
και ένα στυλό.
<<Ορίστε. Γράψε κάτι>>, είπε ο Δημήτρης.
<<Σα να είμαστε στο Δημοτικό; Τι να γράψω;>>.
<<Ό,τι σου κατέβει. Εσύ είσαι καλός με αυτά>>.
<<Σκατά είμαι>>.
<<ΕΠ! Μην σκέφτεσαι! Πιάσε δουλειά!>>.
Ο Σάββας έπιασε το στυλό, σκέφτηκε για λίγο και σημείωσε κάτι.
<<Έτοιμος!>>.
<<Για να δω….. Τόση ώρα μόνες….τι θα….εδώ για να γνωριστούμε… μάλιστα!
Απλό και περιεκτικό. Μπράβο ρε! Συγγνώμη…>>.
Το έδωσε στον μπάρμαν και εκείνος με την σειρά του το έδωσε στις κοπέλες.
Γέλασαν όταν το διάβασαν, αλλά όχι με εκείνο το κοροϊδευτικό γέλιο. Λίγο μετά,
έφτασε στα αγόρια μια απάντηση, η οποία βρισκόταν στο πίσω μέρος από το χαρτάκι
το οποίο έστειλαν.
Ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση, αλλά είμαστε πολύ ντροπαλές και δεν
μπορούμε να έρθουμε :)
Ο Σάββας ενθουσιάστηκε. Εν μέρει γιατί τους απάντησαν και δεν τους
διαολόστειλαν και ,επίσης, επειδή αυτό ήταν σα να έδιναν ραβασάκια ο ένας στον
άλλον, κάτι που ήθελε να κάνει από πάντα, αλλά ποτέ δεν, δεν έχει σημασία, τελικά
το πήρε πάνω του και έστειλε ένα ακόμα χαρτάκι προς το μέρος τους. Μέχρι και ο
μπάρμαν είχε αρχίσει να το διασκεδάζει. Μερικά ακόμα γελάκια και η δεύτερη
απάντηση έφτασε.
Εμείς είμαστε πιο ντροπαλές από εσάς!
Ο Σάββας τελείωσε την μπύρα του και παρήγγειλε μια ακόμα. Και ,όταν το
γεμάτο ποτήρι ακούμπησε στο μπαρ, ήταν σα να εκπυρσοκρότησε πιστόλι σε αγώνα
δρόμου, γιατί οι διπλανοί από τα κορίτσια έβαζαν τα μπουφάν τους για να φύγουν,
ενώ μια παρέα περίμενε στην πόρτα για να μπει, Εκ βαθέων Κύριε, εκ βαθέων
Κύριε, εκ βαθέων κύριε…, πήρε το ποτήρι του, σηκώθηκε και ,με γρήγορες
κινήσεις, έφτασε δίπλα από την κοκκινομάλλα που την έλεγαν Ματίνα, λέει η
κοκκινομάλλα, χάρηκα, Εμένα με λένε Σάββα, και εσένα; , Εμένα με λένε Ιωάννα, λέει
η μελαχρινή, χάρηκα, Σάββας, παρομοίως και μπλα και μπλου και μπλι, να πω τον
φίλο μου να έρθει να μην κάθεται μόνος; ,
και έτσι έκανε νόημα στον Δημήτρη να έρθει και εκείνος έφτασε λίγα δευτερόλεπτα
μετά, με το ποτήρι του και τα μπουφάν τους, χάρηκε επίσης, Δημήτρης, Ιωάννα,
Ματίνα, γνωριμίες, ονόματα, χειραψίες κάτω από τεχνητά φώτα και ο κόσμος
συνεχίζει να γυρνάει.
<<Με τι ασχολείσαι, Ματίνα;>>, ρώτησε ο Σάββας, αφού βολεύτηκε
δίπλα της.
<<Σπουδάζω Φιλολογία στο ΑΠΘ. Εσύ;>>.
<<Ωραία σχολή! Και εγώ εδώ
σπουδάζω, είμαι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο>>.
<<Ουάου! Δύσκολη σχολή πρέπει να είναι!>>, αναφώνησε η Ματίνα.
<<Μπαααα. Χαχαχα…ναι, είναι αρκετά δύσκολη, αλλά μου αρέσει, οπότε δεν
παραπονιέμαι και τόσο>>.
<<Σε ποιο έτος είσαι;>>.
<<Τελειώνω. Τώρα κάνω την πτυχιακή μου>>.
<<Πάνω σε τι;>>.
<<Α, τι να σου εξηγώ τώρα, δεν είμαι καλός με αυτά. Σκέψου ένα πρόγραμμα που
ουσιαστικά κουνάει ρομποτικά χέρια και άλλα σχετικά>>.
<<Πολύ ενδιαφέρον ακούγεται, πραγματικά!>>.
<<Γι’αυτό το διάλεξα. Εσύ τι έτος είσαι;>>.
<<Στο δεύτερο>>.
<<Κακό! Περίεργη χρονιά>>.
<<Περίεργη δεν θα πει τίποτα. Τον Σεπτέμβριο πάτησα για πρώτη φορά στη
σχολή>>.
<<Γλιτώσατε τουλάχιστον τις φοιτητικές παρατάξεις και τα στριμώγματα στις
αίθουσες τον πρώτο καιρό>>.
<<Ναι, αλλά και αυτά είναι ωραία, δεν συμφωνείς; Με όλη αυτή την
κατάσταση, ήρθα στην Θεσσαλονίκη πριν δύο μήνες περίπου και τώρα άρχισα να
γνωρίζω κόσμο. Ακόμα δε νιώθω τελείως φοιτήτρια>>.
<<Αυτό είναι κακό, όντως. Σε καταλαβαίνω κάπως. Εδώ σκέψου εγώ, που
πέρασα πριν έξι χρόνια και μπήκα τέτοιο μήνα, Νοέμβριο, έκανα πόσους μήνες
μέχρι να βρω παρέα. Και δες τα αποτελέσματα>>.
Ο Σάββας έδειξε τον Δημήτρη και γέλασε.
<<Τι έγινε;>>, τον ρώτησε ο Δημήτρης.
<<Τίποτα. Λέω πόσο καλό παιδί είσαι στη Ματίνα!>>.
<<Το καλύτερο!>>, απάντησε και απομονώθηκε πάλι ο καθένας στην
μεταμεσονύχτια παρέα του.
<<Γιατί πέρασες Νοέμβριο;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Λόγω μεταγραφής. Δεν σε ρώτησα, από που είσαι;>>.
<<Από την Δράμα. Εσύ;>>.
Το κατάλαβα ότι ήσουν….Δραματική, σκέφτηκε ο Σάββας και έπνιξε το γέλιο του.
<<Εγώ….Είμαι από την Πρέβεζα>>.
<<Πρέβεζα ε; Έχω έρθει μόνο για διακοπές πιο παλιά με τους γονείς μου.
Πως είναι γενικά;>>.
<<Θάνατος είναι οι κάργιες…>>.
Η Ματίνα τον κοίταζε απορημένη.
<<Καρυωτάκης; Όχι; Ξέχνα το, κάτι δικά μου. ΥΠΕΡΟΧΑ ΕΙΝΑΙ!>>.
<<Τόσο καλά ε;>>.
<<Δεν μπορείς να φανταστείς. Ανυπομονώ να ξαναπάω>>.
<<Καλέ, με κοροϊδεύεις;>>.
<<Εσύ ξεκίνησες πρώτη. Χαχαχα. Η αλήθεια είναι, όμως, πως ,αν και έχει κάποια
καλά, εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει καθόλου>>.
<<Άρα δεν σκέφτεσαι να ξαναγυρίσεις;>>.
<<Προτιμώ να μένω σε χαρτόκουτο στην Αριστοτέλους και να τρώω πεθαμένα
περιστέρια>>.
Παρόλο που το παράδειγμα του ήταν λίγο γκροτέτσκο και το ήξερε, ο Σάββας διέκρινε
ένα μικρό γελάκι που ξέφυγε από τα χείλη της Ματίνας και ήταν αρκετό για να μην
του πέσει το ηθικό.
Όσο περνούσε η ώρα, το μαγαζί σιγά-σιγά αραίωνε από κόσμο. Άλλωστε, κόντευε δύο
και οι περισσότεροι ή θα πήγαιναν σπίτια τους ή θα συνέχιζαν σε κάποιο άλλο
μαγαζί. Ωστόσο, ο Σάββας και ο Δημήτρης δεν σκόπευαν να φύγουν ακόμα,
τουλάχιστον μέχρι να άκουγαν από την Ματίνα και την φίλη της πως αυτές θα
έπρεπε να φύγουν πρώτες. Και αυτό δεν το ήθελαν καθόλου, όχι τουλάχιστον χωρίς
να προσκαλούν και τους ίδιους, άμεσα ή έμμεσα, να φύγουν μαζί τους.
Ο Σάββας πήγε στην τουαλέτα, καθώς οι μπύρες είχαν αρχίσει να πιέζουν τα
εσωτερικά του όργανα και δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ενώ έπλενε τα χέρια
του, άδραξε την ευκαιρία, όντας μόνος στην τουαλέτα, και κοιτάχτηκε στον
καθρέφτη. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν και χαμογελούσε όπως
χαμογελάν οι μεθυσμένοι όταν κοιτάζουν έναν καθρέφτη: με ένα πλατύ, ηλίθιο
χαμόγελο, σα να είναι οι μόνοι άνθρωποι
χωρίς έγνοιες που υπάρχουν εκείνη τη στιγμή στον κόσμο, ένα σκαλοπάτι πάνω από
τον οποιοδήποτε άλλο στη Γη. Ωστόσο, αισθανόταν πως, αυτή την φορά, είχε έναν
λόγο το χαμόγελο αυτό, σε αντίθεση με άλλες φορές, που απλά θα πήγαινε να
πληρώσει και να φύγει ή θα έπινε και άλλο και μετά απλά πήγαινε σπίτι και θα
ξεραινόταν στον ύπνο. Δηλαδή, τον περίμενε έξω μια πολύ όμορφη κοπέλα, με την
οποία μιλούσε για κάμποση ώρα, χωρίς να νιώθει πως το κάνει από αγγαρεία ή κάτι
σχετικό, και του φαινόταν πως η βραδιά
θα είχε μια πολύ όμορφη κατάληξη, δηλαδή σεντόνια ανακατεμένα, σώματα ενωμένα
και….
Καταπίεσε το χαμόγελο του για να μην τον περάσει για χαζοχαρούμενο, άνοιξε την
πόρτα και κάθισε πάλι στη θέση του.
<<Τι λέγαμε;>>.
<<Ήθελες να με ρωτήσεις κάτι>>.
<<Να σε ρωτήσω…. Να σε ρωτήσω… Το ξέχασα. Συγγνώμη!>>.
<<Δεν πειράζει!>>.
<<Ωραία μουσική έβαλε. Τι μουσική ακούς, δεν σε ρώτησα>>.
<<Λίγο από όλα. Εσύ;>>.
Δηλαδή αν σου βάλω τώρα μογγολικούς λαρυγγισμούς με κλαρίνα, θα το ακούσεις;,
σκέφτηκε ο Σάββας.
<<Και εγώ το ίδιο. Ό,τι μου κάθεται καλά στο αυτί, βασικά, δεν μένω σε
ένα συγκεκριμένο είδος. Αν και , νομίζω, κατά βάση ακούω ραπ και ροκ
μουσική>>.
<<Αγαπημένος καλλιτέχνης;>>.
<<Χμμμμ. Νομίζω ο Tom Waits.
Ίσως ο Leonard Cohen.
Τους ξέρεις;>>.
<<Μπαααα>>.
<<Δεν πειράζει. Είναι ωραίοι, όμως, να τους ακούσεις>>.
<<Εντάξει>>.
Και σιωπή. Ήταν η πρώτη στιγμή από όταν άρχισαν να μιλάνε που έπεσε αμήχανη
σιωπή. Στον Σάββα δεν άρεσε καθόλου αυτό. Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η αμήχανη
σιωπή, ήταν κακό σημάδι αυτή η αμήχανη σιωπή, οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτή την
αμήχανη σιωπή, ο Δημήτρης μιλάει με ροή και ευχάριστα με την Ιωάννα, εγώ γιατί
όχι, μπορεί να μην μιλάνε, να βγάζουν με το στόμα τους ήχους κλανιάς και
ρεψίματος, και πάλι, καλύτερο, ΑΑΑ-.
<<Δεν καπνίζεις, έτσι;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Εγώ;>>, απάντησε ξαφνιασμένος ο Σάββας. <<Όχι, δεν καπνίζω.
Γιατί;>>.
<<Αν πιω 2-3 ποτήρια κρασί, μου έρχεται η όρεξη για ένα τσιγάρο>>.
<<Θα πω τον Δημήτρη να σου στρίψει ένα. Μισό λεπτό>>.
Ο Σάββας σηκώθηκε και πήγε δίπλα στον Δημήτρη.
<<Τι θες;>>.
<<Προφυλακτικά>>, ψιθύρισε ο Σάββας στο αυτί του. Κατάλαβε, όμως,
πως ο Δημήτρης ήταν έτοιμος να τον
αγκαλιάσει και άρχισε να γελάει.
<<Η Ματίνα θέλει τσιγάρο. Θα της στρίψεις ένα;>>.
<<Όσα θες πασά μου>>.
Με πολύ γρήγορες κινήσεις, ένα τσιγάρο είχε στριφτεί και ο Σάββας επέστρεψε στη
θέση του.
<<Ξέχασα να του ζητήσω αναπτήρα>>.
<<Δεν πειράζει>>.
Σήκωσε το χέρι της και έκανε νόημα στον μπάρμαν, ο οποίος της άναψε το τσιγάρο.
Η Ματίνα χαμογέλασε και ρούφηξε την πρώτη τζούρα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχαν
νέα ποτήρια γεμάτα μπροστά τους.
<<Αυτά είναι από εμάς, κερασμένα. Στην υγειά σας!>>.
Τσούγκρισαν μαζί του και ήπιαν μια γουλιά. Ο Σάββας είχε μεθύσει, αλλά συνέχιζε
απτόητος. Παρατήρησε τα δάχτυλα της Ματίνας, ενώ έπιανε το ποτήρι της και είδε
πως είχαν μανικιούρ.
<<Πολύ ωραία τα νύχια σου>>.
<<Αααα, σε ευχαριστώ!>>.
<<Μου επιτρέπεις;>>, ρώτησε, ενώ άπλωνε τα χέρια του. Η Ματίνα τον
κοίταξε και έτεινε το χέρι της προς το μέρος του. Ο Σάββας το έπιασε.
<<Πραγματικά, πολύ ωραία>>, είπε, ενώ της χάιδευε το χέρι. Η Ματίνα
δεν έκανε κάποια κίνηση για να το απομακρύνει. Ο Σάββας είχε αρχίσει να νιώθει
την ύπαρξη μιας σύνδεσης μεταξύ τους – ένας ουρακοτάγκος που προσπαθούσε να
ζευγαρώσει, αυτό ήταν , αλλά όχι μόνο. Σε σημείο που, φευγαλέα, σκέφτηκε πως
αυτό, αυτό το κομμάτι της νύχτας, αυτή η νύχτα, η Ματίνα, όλα, να άρχισαν να
αποκτούν τελικά μια μεγαλύτερη σημασία, να είχαν ένα πιο βαθύ νόημα. Κατά τη
διάρκεια της συζήτησης τους, η Ματίνα που και που, όταν της έλεγε κάτι αστείο ή
την πείραζε, τον ακουμπούσε και ίσως λόγω αυτού πήρε το θάρρος και ο ίδιος να
κάνει αυτό το βήμα, αλλά το σταμάτησε πριν της φανεί κανένας πολύ περίεργος.
Εκείνη του χαμογέλασε και εκείνη και συνέχισαν να μιλάνε.
Τελικά, κατά τις τρεις – κανένας δεν είδε την ώρα τότε- η Ματίνα, τελειώνοντας
το κρασί της, του είπε πως σκεφτόταν να πάει σπίτι. Για τον Σάβα, αυτό ήταν το
κρίσιμο σημείο. Να περίμενε να τον προσκαλέσει; Να πήγαινε μαζί της; Να την
άφηνε να φύγει; Τι να έκανε;
<<Και εγώ λέω να φύγω. Και αφού μένουμε κοντά, θα σε πάω από το σπίτι για
να σιγουρευτώ πως θα φτάσεις ασφαλής>>.
<<Σίγουρα;>>.
<<Ναι. Ούτως ή άλλως, κοντά μένουμε>>.
Ο Σάββας έκανε νόημα στον μπάρμαν και πλήρωσε και για τους δύο. Δεν ήταν σε
κάποιο ραντεβού ή κάτι τέτοιο, άλλα το μεθυσμένο του μυαλό του έλεγε πως έπρεπε
να πληρώσει και για τους δύο. Στο μεταξύ, η Ματίνα αποχαιρετούσε την φίλη της.
Το ίδιο έκανε και ο Σάββας λίγα δευτερόλεπτα μετά.
<<Εσείς θα μείνετε και άλλο;>>, ρώτησε η Ματίνα.
<<Έτσι λέμε>>, απάντησε η Ιωάννα. <<Έχουμε πιάσει σοβαρή
κουβέντα τώρα>>.
<<Όταν ο Μήτσος μιλάει σοβαρά….μιλάει πολύ σοβαρά>>, είπε ο Σάββας
και τους αποχαιρέτησαν.
Έξω είχε λίγο κρύο. Είχε και πανσέληνο. Το σπίτι της Ιωάννας δεν ήταν πολύ
μακριά και έτσι το έκοψαν με τα πόδια. Όσο περπατούσαν, δεν μιλούσαν. Δεν
ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τους θορύβους της πόλης και τις αναπνοές τους.
Κάποια στιγμή, κάπου στα μισά της διαδρομής πρέπει να ήταν, χωρίς να το
καταλάβει, ο Σάββας είχε περάσει το δεξί του χέρι στη μέση της Ιωάννας και
εκείνη το αριστερό της χέρι στην μέση του και έτσι περπατούσαν, έτσι
περπατούσαν δύο άνθρωποι στη μέση της νύχτας, δύο άνθρωποι που μόλις είχαν
γνωριστεί, ω υπέροχη νύχτα με τα θαύματα σου, άγια νύχτα που δεν έρχεσαι μόνο
μια φορά τον χρόνο, δεν είναι όλες οι σιωπές εκκωφαντικές, ούτε οδυνηρές.
Έφτασαν κάτω από το σπίτι της. Ήταν μια πολυκατοικία τετραόροφη, χωρίς πυλωτή.
Είχε ακόμα ησυχία έξω. Η Ματίνα στάθηκε
με την πλάτη της στην πόρτα και ο Σάββας απέναντι της. Κοιτάχτηκαν για μερικά
δεύτερα και , Ευχαριστώ που με έφερες ως εδώ, δεν κάνει τίποτα, λοιπόν…καλό
βράδυ και
την πλησίασε για να την φιλήσει. Η Ματίνα έκανε πίσω.
<<Τι κάνεις;>>.
Ο Σάββας έκανε μια ακόμα προσπάθεια.
<<Δεν….δεν τα συνηθίζω αυτά με άτομα που δεν γνωρίζω>>.
<<Μα… γνωριστήκαμε>>.
<<Καταλαβαίνεις τι εννοώ>>.
<<Μα….Όχι, ε;>>
Η Ματίνα του χαμογελούσε. Ο Σάββας της χαμογελούσε. Η νύχτα τους χαμογελούσε. Η
Ματίνα είπε ξανά καλό βράδυ. Ο Σάββας είπε καταλαβαίνω… καλό βράδυ, Ματίνα, η
Ματίνα ξεκλείδωσε την πόρτα, ο Σάββας άρχισε να περπατάει, ψάχνοντας τα
ακουστικά του, η Ματίνα είχε μπει στην πολυκατοικία, ο Σάββας είχε βάλει τα
ακουστικά του, έψαχνε τραγούδι και οι σκέψεις του, μεθυσμένες, χόρευαν μέσα στο
κεφάλι του.
<<Έπρεπε να της ζητήσω Facebook,
Instagram ,κάτι…αλλά
γιατί να ήταν τώρα έτσι, αφού τόση ώρα ήμασταν εκεί και….De Profundis, De Profundis, εκ βαθέων, κύριε….
Δεν είμαι σαν εκείνους, γιατί έκανα σαν εκείνους, εγώ νόμιζα και θα έπρεπε να
πάμε πάνω και από την άλλη μέρα, αλλά αύριο, έπρεπε να ζητήσω κάτι, έστω
τηλέφωνο, γιατί ήπια τόσες μπύρες, εκ βαθέων κύριε…Και ο Μήτσος θα με κράζει αύριο, αλλά δεν φταίω
εγώ, εγώ ήμουν ξεκάθαρος, αλλά γιατί πάλι, μια φορά, μια κοπέλα να, μια κοπέλα που…. Δεν ζητάω
πολλά, δεν ζητάω πολλά, μια κοπέλα ένα βράδυ, πολλά βράδια, μια κοπέλα ζητάω να
της αρέσω γι’ αυτό που είμαι, αγάπη ζητάω, ζητάω πολλά και βλάκα, βλάκα…>>.
Είχε σταματήσει να περπατάει, ψάχνοντας το τραγούδι που θα άκουγε. Σε αυτή τη
σιωπή, το κεφάλι του βούιζε. Τελικά, βρήκε ένα που του άρεσε πολύ και το έβαλε.
Κοίταξε τον ουρανό. Στάθηκε για λίγο όσο ένα γλυκόπικρο χαμόγελο σχηματιζόταν
στο πρόσωπο του και ψιθύρισε
<< Je te laisserai des mots….Εκ βαθέων , κύριε, τι βλαμμένος που είμαι!>>.
-Ο.Γ.Θ.
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022
πεφταστέρι
δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...
-
αν το μπορέσεις αγάπησε αυτό που είσαι και αυτό που έχεις. είναι δύσκολο να το καταφέρεις αν το μίσησες αν το έκαναν τροφή για τα θηρία αν τ...
-
De Profundis <<Απλά σου λέω πως μου έχει κολλήσει από χθες που το διάβασα και δεν μου φεύγει. Σόρρυ! Εκ βαθέων, συγγνώμη!>>...
-
μα σου είπα μην αγχώνεσαι αν με δεις να ακουμπάω με την πλάτη στον τοίχο να κάθομαι ανακούρκουδα να έχω τα γόνατα μου αγκαλιά και το κεφάλι...



