Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Παιδάκι

Καθόμασταν στο παγκάκι με τα παιδιά και περιμέναμε να μπούμε στο μαγαζί
Και ενώ μιλούσαμε και έκανα την χειρονομία εκείνη
Με είπε παιδάκι και απαράδεκτο.
Και τον κατάλαβα καλύτερα από όσο νόμιζε
Και πίστεψε
Παρ' όλη την φαινομενική μου αδιαφορία.
Γιατί δεν τον αμφισβητώ, γνωρίζω κάπως τον εαυτό μου.
Παιδάκι είμαι και έτσι μάλλον
Θα παραμείνω.
Ένα παιδάκι στην ψυχή και στην καρδιά
Ένα παιδάκι που νιώθει σαν παιδάκι
Ένα παιδάκι που εκφράζεται σαν παιδάκι
Ένα παιδάκι που κάνει τα ίδια λάθη με ένα παιδάκι
Τα αναγνωρίζει και όμως συνεχίζει όπως πιστεύει καλύτερα.
Και ας νιώθω τόσο γέρος μέσα μου.
Αν ήταν όλοι έτσι ίσως ο κόσμος να ήταν διαφορετικός
Τι λέω, αφού οι περισσότεροι έτσι είναι κατά βάθος
Ευτυχώς όχι όσο εγώ.
Πως άραγε θα ήταν ο κόσμος αν αποτελούνταν από
Εκατομμύρια σαν και εμένα;
Θεέ μου, τι δυστοπία!
Αλλά χαίρομαι όταν φέρομαι έτσι κάποιες φορές
Παιδάκι με την αρνητική χροιά της λέξης
Γιατί κάποιος θα με δει και θα πει
<<Μάλιστα!>>, με τόνο αρνητικό
Και αυτό ίσως του προκαλέσει ερεθίσματα
Και δεν θελήσει να γίνει ή να πράξει σαν και εμένα
Να μην καταλήξει σαν και εμένα
Εμένα που την λίγη αξία που μου απέμεινε
Την μετέδωσα στα γραπτά μου.
Όχι πως δεν αναγνωρίζω την αξία μου ως άνθρωπο
Αλλά δεν μου έχω και τόση εμπιστοσύνη.
Τότε ο κόσμος γίνεται λίγο καλύτερος, έτσι πιστεύω
Κατά κάποιο τρόπο τον κάνω λίγο καλύτερο έτσι.
Οι άλλοι να παραδειγματίζονται κάπως από σένα
Και να χαράζουν πιο θετική πορεία
Αυτή που εσύ την ονειρεύεσαι μόνος στο δωμάτιο.
Και μετά ίσως νιώσουν και λίγο καλύτερα με τον εαυτό τους
Και την κατάντια σου
Έστω και αν είναι χειρότεροι από εσένα σε ορισμένους τομείς.
Και αυτό θέλω, αυτό ελπίζω πραγματικά
Προτού πεθάνω
Να καταφέρω να δω τον κόσμο ένα κλικ καλύτερο
Και το απειροελάχιστο αρκεί
Δεν έχει σημασία πόσο
Κάτι
Και τότε θα μπορώ να απολαύσω το βράσιμο στα καζάνια.

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Και όμως

Γιατί πάλι νιώθω αγχωμένος, πάλι νιώθω πίεση;
Δεν είναι πως έπαθα ή έμαθα κάτι σήμερα που με τάραξε.
Τουναντίον, η μέρα μου κύλησε όμορφα.
Και όμως, και όμως
Τι είναι αυτό το αναθεματισμένο βάρος
Που έχει πλακώσει ένα μέρος της καρδιάς μου;
Είναι το μέλλον αυτό που ταράζει έτσι τα νερά μου;
Μα αν ήταν να κάνω εικόνα το πως είμαι τώρα
Είναι σα να στέκομαι στη μέση του πουθενά και αέρας δεν φυσάει να με κουνήσει.
Σίγουρα όχι το παρελθόν, όχι αυτό μέχρι τώρα.
Τότε γιατί το κεφάλι μου είναι τόσο ανάκατο
Και τόσο θολό;
Τα ματόκλαδά μου αν κλείσω δεν πρόκειται να με πάρει αμέσως ο ύπνος
Και έχω τόσα να κάνω αύριο και πάλι θα παρακοιμηθώ!
Και όμως, και όμως
Τι πάει να αναβλύσει από μέσα μου;
Μήπως είναι η αναθεματισμένη προσμονή για όσα μέλλονται
Ή δεν είναι προσμονή και είναι ανασφάλεια;
Έφτασα στο σημείο να μπερδεύω τα συναισθήματά μου, θεοί;
Ή μήπως είναι η ψυχή μου που εναγωνίως αποζητά
Εκείνο το κάτι που της λείπει τόσο καιρό;
Μια μικρή ψιχάλα ενόψει της μανιασμένης καταιγίδας αναμένεται
Που θα με συντρίψει και θα με πνίξει;
Δεν υπάρχει δόξα ούτε αγάπη στον πόλεμο
Ούτε η λάμψη των αστεριών μπορεί να μας ευλογήσει σήμερα.
Σήμερα, χθες, αύριο, τι διαφορά έχει;
Οι μέρες φαίνονται τόσο ίδιες για όσο καιρό αναμένεις.
Και μαζεύονται, όλο μαζεύονται, συσσωρεύονται μέσα οι σκέψεις
Θες να ουρλιάξεις αλλά ξέρεις πως δεν θα είναι αρκετό
Και ονειροπολείς και βαυκαλίζεσαι και τίποτα δεν αλλάζει.
Το σημαντικό είναι να πατάς τα πόδια σου δυνατά στη Γη
Ενώ κοιτάς τον ουρανό, που τόσο θες να κατακτήσεις.
Δεν είναι πως δεν σε αφήνουν, είναι αν θα τα καταφέρεις.
Όσα γεμίζουν την αποθήκη σου τώρα μετά μπορεί να έχουν χαλάσει.
Και όμως, και όμως
Δεν θα του κάνω την χάρη, όσο κακό και να προκαλέσει.
Προσδοκώ ανάσταση ζωντανών
Και ζωή του μέλλοντος αιώνων
Αμήν.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Φοίνικας

Ήταν στο δεύτερο ποτό. Δεν έπινε πια από όρεξη μα από συνήθεια. Ναι, είχε συνηθίσει πλέον να κατεβάζει τουλάχιστον μισό μπουκάλι μέσα στην μέρα. Παλιά δεν ήταν έτσι, μα έτσι κατάντησε. Τι να πεις. Ήταν πρωί, κοντά στις δέκα. Είχε ξυπνήσει εδώ και μια ώρα. Όχι πως κοιμόταν πολύ συνήθως , λαγοκοιμόταν μερικές ώρες και αυτές σπαστά και με δυσκολία, εκτός από εκείνες τις λίγες μέρες που ήταν πάρα πολύ κουρασμένος. Δεν ήξερε αν έπασχε από αϋπνίες ή ημικρανίες ή απλά το κεφάλι του τού έπαιζε παιχνίδια.
Εκείνη την ημέρα δεν είχε δουλειά και θα την εκμεταλλευόταν όπως νόμιζε καλύτερα, δηλαδή μόνος, με συντροφιά τα φαντάσματά του. Είχε πάψει από καιρό να φοβάται εκείνα που υποτίθεται πως υπήρχαν κάτω από τα κρεβάτια ή μέσα στις ντουλάπες. Είχε ανακαλύψει ,δίχως κόπο, πως τα πιο τρομακτικά ελλόχευαν μέσα στο μυαλό του και καρτερούσαν, οποιαδήποτε στιγμή, να βγουν και να του μιλήσουν. Για την ακρίβεια να μονολογήσουν, εκείνος απλώς τα άκουγε. Όχι πως είχε σηκώσει εξ' αρχής άσπρη σημαία, παλιότερα προσπαθούσε να κάνει συζήτηση, αλλά άκαρπα. Δεν έβαζαν μυαλό, σα να είχαν μπαμπάκι στα αυτιά τους, αν υποθέσει κανείς πως τα φαντάσματα έχουν αυτιά και,γενικά, μορφή.
Σηκώθηκε για να πλύνει τα δόντια του. Δεν το έκανε αυτό αν δεν περνούσαν τουλάχιστον δύο ώρες αφότου είχε ξυπνήσει, για τον πολύ απλό λόγο πως τόσο του χρειαζόταν για να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Δεν είχε κάποιο θέμα που να μην του επέτρεπε να κουνάει ελεύθερα τα άκρα του ή κάτι τέτοιο. Πολύ απλά, απολάμβανε τον μοναδικό ρεμβασμό που θα είχε μέσα στην μέρα. Γιατί όταν έπινε τα πρωινά του ποτά δεν σκεφτόταν τίποτα, απλώς απολάμβανε τη στιγμή. Αστείο πράγμα, χαχα, αστείο. Απολάμβανε τη στιγμή, την ίδια στιγμή που αμφέβαλε αν απολάμβανε την ίδια του τη ζωή.
Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και χαμογέλασε. Τα δόντια του τα είχε ακόμη, παρά το γεγονός πως ξερνούσε μέρα παρά μέρα, τουλάχιστον μια φορά. Τα μάγουλά του ήταν συνεχώς κόκκινα και φουσκωμένα, σαν χάμστερ άτριχο. Είχε ξεθωριάσει λίγο το χρώμα του δέρματός του. Αναπολούσε τις στιγμές που ένιωθε γεμάτος. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε; Σίγουρα τρία. Ή μήπως τέσσερα; Δεν το γνώριζε με σιγουριά. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αραιώνουν, απόρροια της έλλειψης βιταμινών και ιχνοστοιχείων, αλλά και μιας καταραμένης κληρονομικότητας. Είχε πάψει να τρώει σωστά εδώ και καιρό. Το στομάχι του δεν άντεχε πολλά πολλά πλέον. Ούτε λεφτά είχε αρκετά για να αγοράζει τα απαραίτητα κάθε εβδομάδα, καθώς όσα του απέμειναν αφού ξεπλήρωνε τους λογαριασμούς και τα σχετικά, τα έδινε στα ,γεμάτα με αργή αυτοκτονία, μπουκάλια. Δεν τον πείραζε, όμως. Μέσα σε όλη αυτή την σκοτοδίνη αισθανόταν, κατά ένα μυστήριο τρόπο, εντάξει.
Το σπίτι του ήταν ένα μαύρο χάλι. Όλα ανάκατα, παντού σκουπίδια, στο νεροχύτη μια στοίβα άπλυτα. Περπατούσε σταθερά ακόμη, δεν τρέκλιζε. Στις αρχές οι πονοκέφαλοι ήταν επίπονοι και αφόρητοι, αλλά τους συνήθισε και αυτούς. Κατευθύνθηκε προς το λάπτοπ του, το άνοιξε και έβαλε ένα τυχαίο κομμάτι να παίζει. Δεν άκουγε κάποιο συγκεκριμένο είδος μουσικής, ήθελε μονάχα να μην επικρατεί ησυχία στο σπίτι του. Έστριψε ένα τσιγάρο και το κάπνισε νωχελικά, όπως νωχελικός καθόταν και σταυροπόδι , προσπαθώντας να κάνει κυκλάκια με τον καπνό. Κοίταζε το ταβάνι και παρατήρησε πως σε μια γωνία είχε μούχλα. Δεν τον ένοιαξε καθόλου, άλλωστε δεν ήταν δικό του το σπίτι, το νοίκιαζε.
Πίεσε τον εαυτό του να σηκωθεί πάλι, για να κατουρήσει. Αλλά γιατί; Τι θα άλλαζε αν σηκωνόταν όρθιος; Σίγουρα όχι ο κόσμος. Ο κόσμος. Δεν το απογοήτευε, ούτε ένιωθε κάποιο κακό συναίσθημα για αυτόν. Μόνο μια μικρή απάθεια και αδιαφορία. Κάποτε είχε και φίλους, οι οποίοι έγιναν κολλητοί στη συνέχεια. Είχαν καταλάβει τι περίπου έπαιζε με αυτόν και προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν. Τους καθησύχαζε λέγοντάς τους πως ήταν μια χαρά και πως δεν χρειαζόταν να ανησυχούν για εκείνον. Δεν θα πάθαινε τίποτα όσο αυτοί ήταν στο πλάι του και όσο το λειψό κεφάλι του ήταν στη θέση του. Και η κοπέλα του- . Δεν είχε. Με το αντίθετο φύλο δεν τα πήγαινε πολύ καλά. Όσο θράσος και θάρρος και αυτοπεποίθηση είχε στους άλλους τομείς, τόσο πιο άχαρος ένιωθε στον συγκεκριμένο. Είχε κάνει βέβαια τις προσπάθειές του αλλά τίποτα σημαντικό. Αλλά δεν τα παρατούσε, δούλευε πάνω στον εαυτό του συνεχώς, ήθελε να αλλάξει, να γίνει καλύτερος, παρά τις μικρές παρεκκλίσεις . Ίσως αυτός, σκεφτόταν, να είναι ο λόγος που πίνω, να είμαι πιο χαλαρός και συγκρατημένος, για να ανταπεξέλθω πιο επάξια στις προσδοκίες τους.
Μυαλό είχε. Και ενδιαφέροντα είχε. Και κομματάκι έξυπνος ήταν. Αλλά αυτά δεν αρκούν και τόσο για τις κοπέλες, τουλάχιστον σε πρώτο βαθμό. Δεν ήταν θρασύς, ούτε έπαιρνε ιδιαίτερα ρίσκα. Κατά κάποιο τρόπο ήταν ρομαντικός, αλλά πάνω από όλα δειλός και με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Και την καλύτερη εντύπωση δεν μπορούσε να την δώσει εξ αρχής. Έπρεπε να νιώθει καλά με το περιβάλλον του, να συνηθίσει λίγο τον άλλον και να μάθει κάποια πράγματα γι αυτόν. Κατά μια έννοια φοβόταν. Ο φόβος τον κυνηγούσε από μικρό παιδί και τον καταδίωκε σαν ένας ντετέκτιβ κάποιον εγκληματία που κυνηγάει για μήνες. Παρομοίαζε τον εαυτό του με εγκληματία και δεν ήξερε γιατί. Ίσως για να νιώθει κομματάκι σημαντικός.
Ωστόσο, υπήρχε ένα μέρος στο οποίο ένιωθε την μέγιστη ελευθερία και κυριαρχία του εαυτού του: η κιθάρα του. Μικρό και αθώο ψεματάκι το γεγονός πως δεν τον ενδιέφερε η μουσική. Τον ενδιέφερε και τον παραενδιέφερε. Μόνο τα πρωινά δεν του κινούσε και πολύ το ενδιαφέρον, μεταξύ έξι και έντεκα. Στις έντεκα και ένα ακριβώς έπιανε το όργανό του και του έκανε έρωτα. Όχι την κιθάρα του, το άλλο, που βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια ενός άνδρα. Με αργές και ήρεμες κινήσεις στην αρχή, με γρήγορες και βίαιες κινήσεις στην αποκορύφωση, στη διάρκεια της οποίας, μερικές φορές, κρατούσε την ανάσα του. Είχε πάντα ένα ρολό χαρτιού υγείας δίπλα του για να σκουπίζεται. Μετά πήγαινε να πλύνει τα χέρια του και επέστρεφε στην προηγούμενη θέση.
Είχε πάει δώδεκα. Τρίτο ποτό. Τι ποτό; Αναλόγως την διάθεση. Συνήθως έπινε τζιν, για να μην βρωμάει ιδιαίτερα η ανάσα του όταν θα αναγκαζόταν να βγει έξω. Και πότε έβγαινε έξω; Σίγουρα όταν δούλευε, ήτοι τα βράδια. Και καμία φορά το μεσημέρι, όταν θα έπρεπε να πάει στο σούπερ μάρκετ. Και κάποιες φορές με τους φίλους του. Αυτά σε γενικές γραμμές.
Αναρωτιόταν αν οι γονείς του ήταν περήφανοι γι 'αυτόν. Κάποτε σίγουρα ήταν, πιο παλιά, μέχρι την περίοδο που σπούδαζε. Μετά δεν ασχολήθηκε με το αντικείμενο του, αλλά χάραξε δικιά του πορεία. Φαντάστηκε πως θα τον μίσησαν λίγο τότε, παρόλο που τον επιβεβαίωσαν πως θα στήριζαν κάθε επιλογή του. Είχε καιρό να μιλήσει μαζί τους. Άδραξε το τηλέφωνο και πήρε την μητέρα του. Θα ήταν ξύπνια εκείνη την ώρα. Τουυυυ,τουυυυ.τουυυ....Ναι; Έλα μητέρα, τι κάνεις; Μια χαρά και εγώ! Δεν ενοχλώ έτσι; Ω, όχι, τώρα ξύπνησα γι'αυτό ακούγομαι έτσι. Α, έτσι πήρα, να δω τι κάνετε. Ο μπαμπάς; Για δουλειές; Ωραία. Τι; Ναι, παίζω αυτό το Σαββάτο στο μαγαζί. Ναι, πες της να έρθει να με δει αν είναι στην πόλη, θα χαρώ πολύ. Εντάξει μαμά, σε κλείνω. Ναι μαμά, και εγώ σε αγαπάω. Αντίο!
Στη μία ήρθαν για τα κοινόχρηστα. Άνοιξε και τους έδωσε τα χρήματα. Πάντα φύλαγε τα χρήματα για τους λογαριασμούς. Δεν ήθελε να χρωστάει σε κανέναν εκτός από τον εαυτό του. Γιατί του χρωστούσε του άτιμου πάρα πολλά. Ζούσε με την πεποίθηση πως κάποτε θα του τα ξεπλήρωνε όλα. Τα πάντα. Κάποια στιγμή θα γινόταν και αυτό. Προς το παρόν, έπρεπε να βάλει το τέταρτο ποτό. Τώρα ήταν μουδιασμένο ένα μέρος του εγκεφάλου του. Θα έπρεπε να σταματήσει την κατάχρηση κάποια στιγμή, αλλά μέχρι να ξερνούσε αίμα δεν θα το έκανε. Ήταν άνθρωπος των άκρων και έτσι θα πέθαινε. Ήταν στον χαρακτήρα του και δυσκολευόταν να το αποβάλλει.
Κατά τις δύο σταμάτησε να πίνει. Το τηλεφώνημα στην μητέρα του άλλαξε κάπως την διάθεσή του. Αποφάσισε να μαγειρέψει. Μακαρόνια με σάλτσα, κάτι απλό αλλά νόστιμο. Τα έφαγε με βουλιμία, πράγμα ασυνήθιστο. Έπλυνε και τα πιάτα μετά. Αποφάσισε να συγυρίσει κιόλας. Γιατί τα έκανε όλα αυτά, αφού δεν περίμενε κανέναν. Ούτε ο ίδιος γνώριζε, αλλά δεν σταμάτησε. Μετά από αρκετή ώρα και κούραση, τα κατάφερε. Το σπίτι του έλαμπε. Χαμογέλασε και άναψε ένα ακόμη τσιγάρο.
Μετά από πάρα πολύ καιρό του ήρθε η όρεξη να διαβάσει κάτι. Βιβλία δεν είχε στο σπίτι του, όσα είχε διαβάσει τα είχε δανειστεί από το δανειστικό τμήμα της βιβλιοθήκης της πόλης του. Να πήγαινε εκεί άραγε να δανειστεί τίποτα; Μετά από λίγη σκέψη, αυτό αποφάσισε να κάνει. Πρώτα έπρεπε να πλυθεί και να σενιαριστεί , για να μην τρομάξει τους καημένους τους ανθρώπους. Ξεντύθηκε και με πηδηματάκια μπήκε στην ντουζιέρα.
Τον νερό έπεφτε σαν βροχή πάνω στο πρόσωπό του. Έτριψε τα μαλλιά του και μετά το σώμα του. Έπειτα ξεπλύθηκε. Πρώτα στο σώμα, στη συνέχεια στο κεφάλι. Όταν οι τελευταίες σαπουνάδες από το κεφάλι έπεσαν στο έδαφος, έφερε τα χέρια του στα μάτια του και άρχισε να τα τρίβει, γιατί είχε μπει λίγο σαμπουάν μέσα. Έτριψε και έτριψε και η σαπουνάδα έφυγε. Αλλά συνέχισε να τρίβει. Και τότε άρχισε να κλαίει.  Πάψε, πάψε, έλεγε στον εαυτό του. Αλλά το ήρεμο κλάμα μετατράπηκε σε αναφιλητό. Κούρνιασε στην γωνία της ντουζιέρας και μαζεύτηκε σε εμβρυϊκή στάση. Δεν ήξερε γιατί συνέβαινε πάλι. Δεν ήξερε γιατί έκλαιγε τόσο συχνά. Δεν γνώριζε τον λόγο και αυτό ήταν το χειρότερο.
Στάθηκε στα γόνατά του, σκουπίστηκε στα γρήγορα και έτρεξε να πάρει την κιθάρα του. Έπαιξε μέχρι να ματώσουν οι ρώγες των δακτύλων του. Όλα θα πήγαιναν καλά, όλα θα ήταν εντάξει. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και κούνησε το κεφάλι του. Όχι, όχι σήμερα. Ποτέ ξανά δεν θα γίνει. Ένας φοίνικας-. Φοίνικας; Άρχισε να παίζει διάφορες συγχορδίες οι οποίες κατέληξαν σε τραγούδι. Επιτέλους, είχε φτιάξει ένα τραγούδι. Στα εικοσιοκτώ τα είχε καταφέρει. Ένα δικό του τραγούδι! Το όνειρο της ζωής του. Τόσα νυχτοκάματα και δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει και να τα καταφέρει! Τώρα έπρεπε να γράψει στίχους. Ναι, ένα τραγούδι. Ίσως και άλλα, γιατί όχι; Μπορεί ένα ντέμο, ίσως και ένας δίσκος. Ένα βίντεο στο Youtube. Είχε προοπτικές, αρκετές! Και ίσως τα κλάματα και όλα αυτά να συνέχιζαν. Όμως κάτι νέο άρχιζε: μια νέα προοπτική που μπορεί να οδηγούσε σε μια νέα ζωή. Ναι, ναι, μια νέα ζωή.
Με γοργές κινήσεις ντύθηκε και βγήκε έξω, στον ήλιο. Είχε κάψα , αλλά δεν τον ακουμπούσε. Γιατί η κάψα που είχε στην ψυχή του εκείνη την στιγμή ήταν πολύ πιο δυνατή και από το πιο καυτό αστέρι. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, αυτό πίστευε με όλη του την καρδιά. Η μοίρα τα φέρνει κουτσά-στραβά όπως αυτή μόνο ξέρει, αυτό πίστευε με όλη του την καρδιά. Στη βιβλιοθήκη, λοιπόν. Ένα τραγούδι λοιπόν. Κάτι. Είχε κάτι επιτέλους! Μαμά, μπαμπά, κοιτάχτε με! Έχω κάτι και εγώ να δείξω! Επιτέλους!, φώναξε και άρχισε να τρέχει. Σε λίγο, σε πολύ λίγο, στα σίγουρα! Θα το δείτε! Αυτό φώναζε. Και συνέχισε να τρέχει.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2019

Πλάτωνας

Κάθομαι και σκέφτομαι πως
Καμία φορά ο έρωτας ο πλατωνικός ή μια σχέση πλατωνική
Να είναι προτιμότερα από την πραγματοποίησή τους.
Γιατί τα πρώτα τα πλάθεις όπως θες στο μυαλό σου
Ρομαντικά, ζεστά, όμορφα
Αναλόγως τις ανάγκες που έχεις.
Ακόμη και οι καυγάδες και τα σχετικά μπορούν να τελειώσουν ωραία
Ή να είσαι σχεδόν πάντα κύριος
Ή όπως εσύ τα έχεις στο μυαλό σου
Όλα αρμονικά, με κάποια στάνταρ.
Και τα λάθη σου εκεί μέσα μπορεί να τα σκεπάζει πιο ελαφρύ χώμα
Γιατί είναι υποθέσεις και τις υποθέσεις καμία φορά μπορείς να τις βαστάξεις
Ειδικά εκείνες που δεν έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη.
Όχι πως έχω ζήσει έρωτες και σχέσεις και ανυψώσεις ιδιαίτερες στην πραγματικότητα
Οπότε μιλάω λίγο εκ του ασφαλούς.
Δεν στάθηκα ακόμη τόσο τυχερός ή έτοιμος ή αρκετός
Και υπάρχουν φορές που χαίρομαι γι' αυτό.
Αλλά υπάρχουν άνθρωποι σαν και μένα- ίσως και εσύ-
Που τον έρωτα τον έχουν εξιδανικεύσει
Και η ιδέα και μόνο μιας σχέσης, μιας σμίξης με κάποιον άλλον
Είναι κάτι το μαγικό.
Πέρασε τόσο καιρός και τα έχουμε εξιδανικεύσει όλα αυτά σε τέτοιο βαθμό
Που όταν έρθει η στιγμή πάλι δεν θα νιώθουμε όπως πιστεύαμε
Και ίσως αρρωστήσουμε και κολλήσουμε μποβαρισμό .
Και θέλω να αγαπήσω και να πληγωθώ και να πάθω και να μάθω-
όχι απλά να ξεχαστώ, το να ξεχαστείς είναι εύκολο
χρησιμοποιείς το χέρι σου ή δίνεσαι σε ανθρώπους δανεικούς.
Αλλά μέσα μου βαθιά φοβάμαι πως θα φερθώ
Χειρότερα από αυτά που κράζω και κατακρίνω
Και ίσως να είναι αλήθεια.
Τα μάτια μου τότε βαραίνουν όπως και το κεφάλι μου
- λένε πως τα μάτια είναι ο καθρέπτης της ψυχής
και πιστεύω πως καμιά φορά αυτή με εκδικείται για τον τρόπο που της έχω φερθεί.
Ναι, μπορεί ο έρωτας και όλα αυτά να σου κάνουν κακό
Αλλά αν ψάξεις βαθιά μέσα σου
Θα δεις πως στην τελική σου κάνουν καλό
-αρκεί να μην μείνεις κουτός για πάντα.
Δεν μας μαθαίνουν να συγχωρούμε και να μην κρατάμε κακίες
Γιατί αυτά δεν μαθαίνονται εύκολα, ή τα έχεις ή τα κατακτάς.
Μιλούσα, λοιπόν, περί πλατωνικών σχέσεων και ερώτων
Όσο βλέπω ανθρώπους που έχουν πληγωθεί από άλλους
Και άλλους που εμμένουν στα παλιά ενώ είναι εις βάρος τους
Με δικαιολογίες που τους αρκούν.
Οι άνθρωποι φοβούνται να εμπιστευτούν μήπως πληγωθούν
Και κάνουν γενικεύσεις για να κοιμούνται ήσυχα τα βράδια
Γιατί είχαν όνειρα και σχέδια που τα καταπλάκωσε η τρικυμία.
Και πράγματι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν καταστραφεί-
Πόσο κρίμα, πόσο άδικο!
Μα ποτέ δεν πρέπει να ξεχάσουμε πως
Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που θέλουν το καλό μας
Άνθρωποι που θα είναι εκεί για εμάς
Άνθρωποι που θα ολοκληρώσουν και εμάς σαν ανθρώπους
Ίσως ένα έτερον ήμισυ
Αρκεί να έχουμε την καρδιά μας ανοικτή.
Και ας είμαι εγώ και εσύ άνθρωποι αφελείς
Δεν θέλουν όλοι το κακό μας.
Υπάρχουν και ευγενικές ψυχές εκεί έξω
Δυστυχία αν τις είχες και τις έδιωξες
Ή δεν προσπάθησες αρκετά για να τις κρατήσεις κοντά σου!
Τι περίεργο πράγμα, πραγματικά!,
Τα ίδια πράγματα που μπορούν να μας σώσουν
Τα ίδια να έχουν την δύναμη να μας πνίξουν.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Χρόνος

Ο χρόνος είναι ένα μέγεθος σχετικό.
Για άλλους τρέχει με ταχύτητες ασύλληπτες
Ενώ άλλοι προσπαθούν να τον σταματήσουν μετά βίας.
Και ενώ νομίζουμε πως τον έχουμε όλο στα χέρια μας
Εκείνος μετατρέπεται σε άμμο και ξεφεύγει.
Είμαστε κλεψύδρες τρυπημένες.
Πεθαίνουμε πριν καταλάβουμε πως έχουμε ζήσει
Και στιγμές που ζούμε πραγματικά δεν τις εκτιμάμε συχνά
Όσο θα έπρεπε παρά μόνο όταν νιώθουμε εκείνο το βάρος
Να μας καταπλακώνει.
Και είναι αστείο, ίσως και θλιβερό
Το γεγονός πως μέρα με την μέρα
Γνωρίζουμε λιγότερα από όσα ξέραμε την προηγούμενη.
Αυτό μας καθιστά σοφούς, δίχως αμφισβήτηση
Με την προϋπόθεση πως θέτουμε ερωτήματα στον εαυτό μας
Πως τον δοκιμάζουμε, τον αλλάζουμε
Τον διαφοροποιούμε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο
Από την προηγούμενή του κατάσταση.
Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που απλά τα δέχονται όπως είναι
Όπως μας τα έμαθαν ή όπως τους βολεύει
-δεν τους βγάζει από τη ζώνη ασφαλείας τους-
Και συνεχίζουν τη ζωή τους με μια συγκεκριμένη συνισταμένη
Ενώ η ζωή είναι κάτι το μεταβλητό.
Όχι πως είναι απαραίτητο να τα ρίξεις όλα στα σκάρτα
Και να υποστείς ολική αναγέννηση
Αλλά για να φτάσεις από το Α στο Ω
Πρέπει να περάσεις πρώτα από όλη την αλφάβητο.
Να πάρεις ρίσκα και να αποτύχεις
Να λάβεις εύσημα αν πετύχεις.
Ο χρόνος είναι κάτι το τόσο απίστευτο και μαγικό
Μπορείς να τον παγώσεις μέσω μιας φωτογραφίας
Να τον επιταχύνεις μέσω μιας διαδικασίας
Να τον αφήσεις να σε παρασύρει σαν τσουνάμι
Και τελικά να πεις πως
Δεν ήταν αρκετός.
Και αν νομίζεις πως ξέρεις πως να  αξιοποιείς το ελεύθερό σου χρόνο
Αναρωτιέμαι
Τι κάνεις όταν δεν έχεις Internet?

Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Ηρεμία

Δεν χρειάζεται να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου
Ηρέμησε λίγο.
Όλα πρόκειται να γίνουν και τίποτα δεν θα γίνει τελικά.
Είναι πολύ εύκολο να δημιουργείς υποθετικά σενάρια που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθούν
Μην αγχώνεσαι, συγκεντρώσου.
Αλλά σε βλέπω,εμένα και σένα,πως καθόμαστε σε μια καρέκλα και κοιτάμε δεξιά και αριστερά με την ανάσα μας κομμένη
Όσο ένα βάρος στην καρδιά μας πάνω να κατακάθεται
Λες και αν σπάσουμε τόσο τα κεφάλια μας κάτι θα αλλάξει.
Και είναι τόσο απλό να τα αφήσουμε όλα πίσω και να πούμε πως δεν μας  νοιάζει πια
Αλλά μας νοιάζει και μας παρανοιάζει.
Και οι τερμίτες τρώνε λίγο λίγο το σαράκι μας
Καθώς ο γερο-θανατος γελάει με το τομάρι μας γιατί ξέρει πως
Όταν το θελήσει θα μας έχει στο πλάι του.
Μα κοίτα τίποτα δεν έγινε
Τζάμπα όλες οι άσπρες τρίχες.
Ίσως είναι και αυτό μέρος του σχεδίου
Του σχεδίου που έχει πλαστεί για σένα χωρίς να το ξέρεις
Υποτακτικοί μιας μοίρας ξεφτυσμένης.
Αλλά όλα γίνονται για ένα σκοπό αυτό να θυμάσαι.
Απλά συμβαίνουν και μετά τα ξεχνάμε.
Όμως δύσκολα θα ξεχάσουμε εγώ και εσύ πολλά
Οπότε μάλλον γίνονται για να τα θυμόμαστε
Όσο οι γύπες περιφέρονται γύρω από τα σώματα μας αναμένονταςτην μέρα που θα πάψουμε να αναπνέουμε.
Κοιμήσου ύπνο γαλήνιο, τον έχεις  ανάγκη.
Κοιμήσου αλλά φρόντισε όταν πρέπει να είσαι ξύπνιος.
Αλλά άσε  και κανέναν άλλον να ανησυχήσει για μια φορά.
Χαλάρωσε και μην σκας.
Θα τα καταφέρεις
-γιατί να είναι τόσο δύσκολο ώρες-ώρες;
Θα τα καταφέρεις
-και μην ακούς κανέναν
ούτε καν τις φωνές στο κεφάλι σου.
Θα τα καταφέρεις.













Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Σκατά

Καμία φορά φαντάζομαι αυτόν τον κόσμο
σαν έναν τεράστιο βόθρο με σκατά
και εκεί που νομίζεις πως έφτασες στον πάτο του
ξάφνου ανακαλύπτεις πως
αυτό που ακούμπησες ήταν μια καταπακτή
που οδηγεί σε περισσότερα σκατά.

Καμία φορά φαντάζομαι πως
δεν κολυμπάμε στα σκατά μα πως
είμαστε εμείς τα ίδια τα σκατά
που κολυμπάμε σε κρυστάλλινα νερά
και προσπαθούμε να απαλύνουμε την βρώμα
-και να καθαρίσουμε λίγο την επιφάνεια
και ελάχιστα βάθος-
με παστίλιες και χημικά και όλων των ειδών τα καλούδια
αλλά ο πάτος-
ω, όχι, τον πάτο δεν μπορούμε να τον καθαρίσουμε
γιατί
και να φτάσουμε μέχρι εκεί κάποια στιγμή
πάλι θα μείνουν υπολείμματα και θα αναπαυθούμε
και τότε σκουλήκια και αρουραίοι θα βγουν
και ξανά μανά τα ίδια.

Προσπαθώ όσο πιο συχνά μπορώ
να γίνω χαρτί υγείας ή σκουπάκι
ή ό, τι στο καλό καθαρίζει τα σκατά
αλλά τελικά πέφτω και εγώ στην παγίδα
ή δεν προσπαθώ αρκετά
ή προσπαθώ πάρα πολύ.
Καμία φορά όμως τα καταφέρνω.

Δεν ξέρω αν θα αλλάξει ποτέ η κατάσταση
εδώ δεν άλλαξε σε άλλους καιρούς
πως γίνεται να αλλάξει τώρα;
Μα αρνούμαι να υποκύψω!
Αρνούμαι να γίνω μέρος όλης αυτής της σκατομάζας
να πω και εγώ με την σειρά μου πως
τίποτα δεν αλλάζει καταλυτικά
και να αφήσω τον ήλιο να με ξεράνει.

Αν είναι να είμαι ένα ακόμη σκατό
προτιμάω τουλάχιστον να είμαι ένα αφράτο, ζεστό σκατό.
Είμαι βρώμικος, δεν θα το αρνηθώ.
Και τα απορριμματοφόρα αδειάζουν κάθε μέρα
περισσότερα σκατά από όσα μπορούμε να χωνέψουμε
και αυτό μας αφήνει πολλές φορές έκπληκτους.
Ο βούρκος δεν έχει πάτο
αλλά μπορούμε να βάλουμε μια σημαδούρα έστω
Κάτι
για να προσέξουν οι επόμενες γενιές
γιατί αν εμείς είμαστε χαμένοι από χέρι
οι επόμενοι από εμάς έχουν μια ελπίδα να σωθούν
και να βγουν στην επιφάνεια να περπατήσουν και να αναπτυχθούν.
Δεν είναι δύσκολο πιστεύω.
Ή μήπως είναι η δυσκολότερη δοκιμασία που έχουμε να αντιμετωπίσουμε
το γεγονός πως
για να καθαρίσει πρώτα ο βόθρος
πρέπει να καταλάβουμε πως
πρέπει να καθαρίσουμε εμείς οι ίδιοι;

don't rain on my parade

μετά το πιο βαθύ σκοτάδι ξημερώνει η πιο όμορφη αυγή. κόβουμε τα δέντρα  σε κάποια σημεία όταν μεγαλώσουν αρκετά για να ανθίσουν πιο υγιή- ε...