Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022




Μην βάλετε ποτέ πατάτες τηγανητές στον καταψύκτη, με σκοπό να τις ξεπαγώσετε κάποια στιγμή για να τις φάτε. Αλήθεια σας λέω, μην το σκεφτείτε καν σαν ιδέα, δεν θα έχετε καλά ξεμπερδέματα. Εκτός του οτι η γεύση θα είναι άθλια, μπορεί να έχετε διάφορες επιπλοκές με την υγεία σας, σωματικές και μη. Πάρτε για παράδειγμα τον φίλο μου τον Διονύση και τι του συνέβη πριν λίγο καιρό.

Είχα πάει στο σπίτι του για να αράξουμε, αφού σχόλασα από την δουλειά. Ήταν Πέμπτη και δεν είχαμε όρεξη να βγούμε έξω, αλλά θέλαμε να πιούμε καμιά μπύρα και να τα πούμε, γιατί είχαμε να βρεθούμε, κοντά στην βδομάδα. Η ώρα ήταν εννιά το βράδυ όταν έφτασα κάτω από την πολυκατοικία του και χτύπησα το θυροτηλέφωνο. Ανέβηκα πάνω και με περίμενε στην πόρτα, φορώντας μόνο το μποξεράκι του, το οποίο κατέβασε όταν με είδε, δείχνοντάς μου τον κώλο του που τον βάρεσε σφαλιάρα. Σκάλωσα και με έπιασε σπαστικό γέλιο. Ο Διονύσης με άκουσε και άρχισε να γελάει και αυτός.
<<Τι φάση ρε;>> του είπα, ενώ έβγαζα τα παπούτσια μου.
<<Δεν ξέρω. Με έπιασε η μαλακία μου. Κάτσε μέσα, ντύνομαι και έρχομαι. Έφερες μπύρες;>>
<<Ναι ρε. Αφήνω δύο έξω και τις άλλες τις βάζω στο ψυγείο>>.
<<Κομπλέ>>.
Όταν εμφανίστηκε πάλι ο Διονύσης, ντυμένος αυτή την φορά, είχα κιόλας ανοίξει τις πρώτες μπύρες. Τσουγκρίσαμε τα μπουκάλια και αρχίσαμε να μιλάμε. Κανένα μισάωρο μετά και αφού ανοίξαμε τις δεύτερες μπύρες, χωρίς να πει κουβέντα, σηκώθηκε και πήγε προς την κουζίνα. Συνοφρυώθηκα και τον ακολούθησα. Είχε ανοίξει τον καταψύκτη και ψαχούλευε κάτι μέσα.
<<Τι φάση;>> τον ρώτησα απορημένος
<<Α, ναι , σόρρυ. Χαχαχαχα. Με έπιασε μια λιγούρα>>.
<<Τι θα φτιάξεις;>>
<<Θα ζεστάνω πατάτες τηγανητές>>,είπε , βγάζοντας ένα τάπερ μέσα από τον καταψύκτη.
<<Ε; Εκεί τις έχεις;>>.
<<Ναι, γιατί;>>
<<Χάλια θα γίνουν έτσι ρε. Μην τις φας>>.
<<Μπαααα. Το έχω ξανακάνει. Μια χαρά είναι>>.
<<Άντε καλά. Εσύ ξέρεις>>.
Πήγα τις μπύρες στην κουζίνα, όσο το φαγητό του ζεσταινόταν. Για κάποιο λόγο δεν μιλούσαμε. Απλά πίναμε μικρές γουλιές μπύρας και κοιτάζαμε τον φούρνο. Κάπου στα πέντε λεπτά μετά, το κινητό του Διονύση δόνησε. Το σήκωσε, γούρλωσε τα μάτια και το άφησε πάλι κάτω.
<<Τι έγινε ρε;>> 
<<Η Ιωάννα...>>
<<Η Ιωάννα; Η Ιωάννα η...;>>
<<Γάμησε τα.  Δεν σου είπα; Πριν από τρείς βδομάδες περίπου με πήρε στο άκυρο, ένα βράδυ. Το σήκωσα. Ήταν μεθυσμένη. Τελικά μιλήσαμε για λίγο και το έκλεισα. Από τότε με έχει πάρει άλλες δύο φορές. Έχω την εντύπωση πως με παίρνει όταν μεθάει>>.
<<Έξι μήνες, ε;>>
<<Χμ;>>.
<<Έξι μήνες δεν έχει που χωρίσατε;>>
<<Κάπου τόσο. Και δεν ξέρω τι ακριβώς θέλει. Εκείνη με χώρισε. Και τώρα με παίρνει και δεν... Ό,τι να' ναι ρε. Δεν μπορώ να βρω ησυχία πουθενά. Εκεί που πάω λίγο να ηρεμήσω, τσουπ, κάτι συμβαίνει και μου γαμάει την ψυχολογία>>.
<<Ήσουν και εσύ λίγο άτυχος τελευταία. Μια αυτό, μια η δουλειά...>>
<<Κάποιος με καταράστηκε!>>
<<Ναι, τα μπιρμπιλωτά σου μάτια>>.
<<Χαχαχα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς. Τουλάχιστον πήρα την αποζημίωση και βγήκα για λίγο ταμείο.  Αλλά έμεινα χωρίς κοπέλα και χωρίς δουλειά σχεδόν την ίδια στιγμή. Γιούπιιι, τέλεια, ναι!>>
<<Τουλάχιστον βρήκες δουλειά σχετικά γρήγορα και δεν ξέμεινες τελείως από φράγκα>>.
<<Ναι. Είμαι στο λογιστικό γραφείο του θείου μου τους τελευταίους τρείς μήνες. Τρομερή δουλειά. Με τον κάθε μαλάκα να μου πρήζει τον παπάρο κάθε ώρα, λες και έχω την όρεξή του. ΘΑ ΒΓΕΙ Ο ΦΠΑ ΣΟΥ ΚΥΡΙΕ, ΜΗΝ ΑΓΧΩΝΕΣΑΙ!>>
<<Έχεις όρεξη να φας, όμως, οπότε αναγκαστικά...>>.
<<Θα σου έλεγα τίποτα τώρα άλλα έχε χάρη. Αλλά δεν μπορώ ρε σύ... Δεν ξέρω... Νιώθω πως έχω αρχίσει να ρουτινιάζω σε μια ζωή που δεν μου αρέσει και αναγκάζομαι να συμβιβαστώ με αυτό. Ώρες- ώρες θέλω απλά να τα παρατήσω όλα και να σηκωθώ να φύγω>>
<<Όλοι μας είμαστε έτσι ρε συ. Τι να κάνουμε τώρα; Αυτά έχει η ζωή. Λες και εγώ, ας πούμε, τρέχω ανέμελος στα λιβάδια και τρίβω τις ρώγες μου>>.
<<Αυτή την ζωή ονειρευόσουν όμως μικρός;>>
<<Τώρα αυτό είναι μεγάλη κουβέντα. Γάμησε το. Νομίζω πως το φαί σου είναι έτοιμο>>.
Σηκώθηκε πάνω και άνοιξε τον φούρνο. Έβγαλε το ταψί και το κοίταξε. Το κοίταξα και εγώ και γέλασα.
<<Πήραν λίγο χρώμα, ε;>>
<<Δε γαμιέται... Φαί να' ναι και ό,τι να' ναι. Κάτσε να το βάλω σε ένα πιάτο και πάμε μέσα>>.
Λίγο μετά, ήμασταν στο σαλόνι. Είχαμε ανοίξει τις τρίτες μπύρες. Μιλούσαμε και γελούσαμε, σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Ο Διονύσης τσίμπησε λίγες πατάτες με το πιρούνι, τις φύσηξε και τις έφαγε. Το κατάλαβα αμέσως από το βλέμμα του πως δεν του άρεσε η γεύση. Ωστόσο, κατάπιε την μπουκιά και πήρε μια ακόμα...Και άλλη μία... Και άλλη μία... Και έτσι έφτασε μέχρι την τελευταία, αλλά δεν την έφαγε. Έπαιζε με το πιρούνι του στον αέρα.
<<Και τώρα το αεροπλανάκι κάνει βζουυυμ και πάει στο Διονύση το στοματάκι. Χαχαχαχα>>.
<<Ε; Τι λες ρε; Βλαμμένος είσαι;>> τον ρώτησα αδιάφορα, χωρίς να περιμένω απάντηση.
<<Μπορεί. Δεν ξέρω. Εσύ τι λες; Ε; Ε; Είμαι βλαμμένος, ε;>>.
Ο τόνος στη φωνή του άλλαξε απότομα. Συνοφρυώθηκα, όσο εκείνος συνέχιζε να μιλάει.
<< Είμαι! Που να μην ήμουν! Να μην ήμουν ΡΕ. Να μην ήμουν τίποτα... ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ!>> ,φώναξε και πέταξε το πιρούνι κάτω στο πάτωμα, μαζί με το πιάτο. Μαζεύτηκα στη θέση μου, όσο εκείνος συνέχιζε να μιλάει.
<<Είμαι βλαμμένος. Ένας βλαμμένος βλάκας χωρίς κοπέλα, με μια δουλειά που δεν του αρέσει, με όλα να πάνε σκατά, μια ζωή για τον πούτσο! Όλα να πάνε σκατά και το μόνο που ήθελα σήμερα ήταν να χαλαρώσω, να πιω μια μπύρα και να φάω κάτι της προκοπής. Αλλά ούτε αυτό το κατάφερα. ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΑΜΩΦΑΙ ΔΕΝ ΤΡΩΓΕΤΑΙ. ΔΕΝ ΤΡΩΓΕΤΑΙ ΤΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ, ΓΑΜΩ ΤΟ ΞΕΣΤΑΥΡΙ ΜΟΥ!>>
<<Ηρέμησε Διονύση!>>
Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να χτυπάει τις γροθιές του στα μπούτια του.
<<Ναι... Να ηρεμήσω! Πως δεν το σκέφτηκα ρε; Να'σαι καλά! Πάντα με την λύση στο στόμα. Παλιομαλάκα! Να ηρεμήσω! Πως δεν το σκέφτηκα!>>.
Δεν μίλησα. Ήταν εκείνο το σημείο που, ενώ θέλεις να πεις τόσα πολλά, δεν ξέρεις τι πρέπει να πεις και αφήνεις τη σιωπή να δώσει τη λύση. Τον κοίταζα μονάχα και περίμενα όλο αυτό το ξέσπασμα να κάνει τον κύκλο του. 
<<Τι με κοιτάς τώρα έτσι ρε; Μίλα, γιατί δεν μιλάς; Ε;>>.
Σιωπή...
<<Τι να πεις και εσύ; Λες και έχεις να πεις τίποτα της προκοπής. Λες και πότε σου με βοηθάς όταν το χρειάζομαι...Παλιομαλάκα!>>
Συνέχιζα να τον κοιτάζω, κατεβάζοντας παράλληλα όλη την μπύρα μου. Όταν άδειασε το μπουκάλι, το άφησα στο τραπέζι και, χωρίς να πω τίποτα, σηκώθηκα όρθιος για να φύγω. 
<<Τι έγινε; Που πας; Φεύγεις; Άντε, στο καλό! Φύγε, τα λέμε! Φιλάκια!>>
Δεν είχα θυμώσει ακριβώς. Τον λυπήθηκα. Πρώτη φορά τον είδα έτσι και δεν ήξερα πραγματικά τι έπρεπε να κάνω. Δηλαδή, ήξερα, αλλά δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα. Γι' αυτό άφησα το σώμα μου να κουνηθεί μόνο του. Άδειασα τον εγκέφαλό μου και μπήκα στον αυτόματο πιλότο. Σήκωσα την τσάντα μου, τον κοίταξα και πήγα μέσα για να βάλω τα παπούτσια μου. Ο Διονύσης ήταν ακόμα στο σαλόνι. Δεν με ακολούθησε. Άνοιξα την πόρτα και την έκλεισα χωρίς να φύγω. Περίμενα. Μισό λεπτό μετά, με πήρε τηλέφωνο. Ήταν στην δόνηση. Δεν το σήκωσα. Με ξαναπήρε και, αφήνοντάς το να χτυπάει, άρπαξα ένα ζευγάρι παντόφλες που είχε εκεί και πήγα προς τα μέσα. 
Είχε καθίσει σε βαθύ κάθισμα και αγκάλιαζε τα γόνατά του πάνω από το σπασμένο πιάτο, κοιτάζοντάς το. Τον πλησίασα και ακούμπησα το δεξί μου χέρι πάνω στον δεξί του ώμο. Δεν γύρισε να με κοιτάξει. Του πέταξα τις παντόφλες κάτω.
<<Φόρα τες, μην πατήσεις τίποτα και κοπείς>>.
Έπιασε το χέρι μου και το έσφιξε. Σηκώθηκε όρθιος με αργές κινήσεις και με αγκάλιασε.
<<Συγγνώμη>>
<<Δεν πειράζει ρε Διονύση. Τουλάχιστον έχεις μπιρμπιλωτά μάτια>>.
<<Χαχαχα...>>

Γι'αυτό λέω, μην βάλετε ποτέ τηγανητές πατάτες στον καταψύκτη με σκοπό να τις φάτε μετά. Ποιος ξέρει τι πρόκειται να σας συμβεί...
-Θεόδωρος Ορφανίδης(Ο.Γ.Θ.)

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022




Έναστρη νύχτα, με ακούς;

Το που ήθελα να καταλήξω και το που κατέληξα τελικά είναι διαφορετική ιστορία-

Δύο ευθείες που κάπου κάπως τέμνονται.

Έναστρη νύχτα, με βλέπεις;

Εγώ που πάσχιζα κάποτε

Να περπατήσω στα παπούτσια των άλλων

Γιατί τα δικά μου παπούτσια δεν μου άρεσαν-

Τι καλό βγήκε;

Το νούμερο ήταν λάθος και γέμισα πληγές.

Έναστρη νύχτα το έμαθες;

Τελικά

Έμαθα με τον δύσκολο τρόπο να περπατάω στα δικά μου έστω και στραβά 

Και πως τις πιο δύσκολες ανηφόρες

Δεν μπορείς να τις ανέβεις με δανεικά ζευγάρια.

Αλλά ακόμα έχω να μάθω πολλά, να κάνω πολλά, να ζήσω πολλά

Και δεν είναι πως δεν θέλω να ζήσω ρε γαμώτο ο λόγος που φοβάμαι ακόμα-

Είναι όσα δεν έκανα ή έκανα λάθος κάποτε

Που με κρατάνε πίσω

Και αυτή η ηλίθια η σκανδάλη που ακόμα τρέμω να πατήσω

Γιατί αν με σκοτώσω τελείως

Τι θα

Προκύψει;

Έναστρη νύχτα, με νιώθεις;

Έχω βαρεθεί

Τις ίδιες

Δικαιολογίες.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

 


Είναι φορές 

Που νιώθω την καρδιά μου

Να σπάει, σα να είναι 

Ένα μεγάλο ποτήρι γεμάτο

Και να υπάρχουν μέσα πολλά μικρά κομμάτια που αγνοώ τι ακριβώς είναι-

Σπάει τελικά και σκορπίζονται στο έδαφος και γίνεται

Ένας χαμός.

Θέλω να κλάψω τότε αλλά 

Δεν βγαίνουν πάντα τα δάκρυα

Για να ηρεμήσω πιο εύκολα.

Θέλω να μαζέψω όλα αυτά τα κομμάτια και να τα βάλω πάλι μέσα μου

Όμως το μόνο που καταφέρνω είναι

Να ματώνουν τα χέρια μου, να πληγώνω το στήθος μου, στέκομαι, στέκομαι στα γόνατα μου

Κοιτάζοντας ψηλά στο κενό για μια εξήγηση, υψώνω το χέρι, βοήθεια.

Ησυχία....

Οπότε σηκώνομαι και παίρνω μία βαθιά ανάσα

Και απλα συνεχίζω

Με την καρδιά μου χίλια κομμάτια

Να προσπαθώ με όσα έχω 

Να την κολλήσω κάπως.

Να συνεχίσει λίγο ακομα-

Να συνεχίσει έτσι τουλάχιστον

Λίγο ακόμα 

Να χτυπά.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

 



Έρχονται και φεύγουν 

Οι άνθρωποι

Από παντού, έτσι είναι.

Ειδικά όταν συμβαίνει στις ζωές μας Πονάει πολύ 

Ενώ εμείς θέλαμε να μείνουν

Ίσως και για πάντα-

Πονάει πολύ η καρδιά μέχρι να συνηθίσει.

Κάποιοι φεύγουν και ας είναι κοντά σου- απομακρύνονται.

Κάποιοι όμως

Και ας έχουν φύγει τελείως

Μένουν για πάντα

Χαραγμένοι μέσα 

Σου.

Η ανάμνηση τους μπορεί να ξεθωριάζει

Με το πέρασμα του χρόνου

Αλλά, ακόμα και ισχνή,

Παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένο

Ένα σημάδι που άφησαν κάποτε

Καταλάθος ή επίτηδες-

Και το κουβαλάμε μαζί μας.

Δεν φεύγει ποτέ

Και πάντα θα υπάρχει 

Κάτι

Να μας τους 

Θυμίζει.

-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)



Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2022

 



... με λίγα έως καθόλου χρήματα στην άκρη και

Τα μάτια κόκκινα και γυαλισμένα και

Με ανεβασμένο το ηθικό και

Με την ελπίδα σαν λάβαρο υψωμένη-

Όσο περιμένω.

Και ο δρόμος είναι φωτισμένος

Με τα τεχνητά φώτα της πόλης που τόσο μας έχουν τυφλώσει και

Με τη μουσική να παίζει υπέροχα

Στα ακουστικά μου-

Όσο περιμένω.

Και πάλι φαντάζει όμορφο.

Πάλι φαντάζει υπέροχο.

Πάλι με τρομάζει και θέλω να τα παρατήσω.

Πάλι φαντάζει και

Δεν θα αλλάξει ποτέ,

Μέχρι να αλλάξει τελείως, μέχρι 

Τότε παραμένει

Η εικόνα στο μυαλό μου, από κάτι που ποτέ δεν έγινε, και όμως καθόρισε

Όλη την ζωή μου-

Όσο περιμένω.

Και η ευκαιρία χτυπάει το κουδούνι,

Σαν κάποιος παλιός συγκάτοικος 

Που ξέχασε τα κλειδιά του σπιτιού μας

Και ωστόσο παραμένει απ'έξω μπας και ανοίξω.

Μέχρι τότε

Τα δάκρυα θα μείνουν και

Μέχρι τότε

Δεν ξέρω τι άλλο

Να κάνω.

Τι σκατά 

Περιμένω 

Τόσο καιρό;

-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2022




Όταν έφτασα στο σπίτι, η Ελπίδα είχε μαζέψει ήδη τα πράγματά της και είχε κάνει φραγή τον αριθμό μου, οπότε μάταια την καλούσα για πέντε λεπτά συνεχόμενα. Έκανα μια γύρα μέσα, να δω αν είχε σπάσει, αν είχε σκίσει, αν είχε κάνει το οτιδήποτε, αλλά ήταν όπως το είχα αφήσει, με εξαίρεση μια ντουλάπα που πλέον ήταν μισή. Είχα μέσα μου μια ελπίδα πως ίσως κάτι να άλλαζε στο μεταξύ, να είχε ηρεμήσει, να είχε ξεθυμάνει κάπως, μια μάταιη ελπίδα, σαν πληγωμένο ζώο που προχωράει ευθεία στο θάνατό του. Μετά μπήκα στο Facebook, στο Instagram- τίποτα... Με είχε μπλοκάρει παντού. Δεν ήξερα που ήταν, που θα πήγαινε, τι θα έκανε- ήταν λες και χάθηκε για πάντα.
<<Δεν θέλω να σε ξαναδώ!>> ήταν τα τελευταία λόγια της, με τρεμάμενη και πληγωμένη φωνή, πριν μου το κλείσει κατάμουτρα- τα τελευταία λόγια που μου είπε ποτέ.
Με την Ελπίδα γνωριστήκαμε μέσω κοινής παρέας. Ο φίλος μου ο Κώστας έβγαινε με την Ερμιόνη και εκείνη είχε φίλη την Ελπίδα και εγώ είμαι ο Αποστόλης και αποφάσισαν να βγούμε τετράδα, μιας και εγώ και η Ελπίδα ήμασταν ελεύθεροι. Ωστόσο, δεν ταιριάξαμε με την πρώτη. Ίσα- ίσα, η εντύπωση που της έκανα την πρώτη φορά που με είδε δεν ήταν η καλύτερη. Ο Κώστας μου έδωσε να καταλάβω τι θα παιζόταν και με έπιασε το άγχος μου, οπότε, είτε δεν μιλούσα πολύ, είτε έπαιρνα φόρα και δεν σταματούσα να λέω παπαριές. Αλλά μου είχε αρέσει η Ελπίδα. Κάτι πάνω της με τραβούσε, με μαγνήτιζε, με έκανε να θέλω να την γνωρίσω καλύτερα. Κατάφερα να πάρω το Instagram της και έριξα τα μούτρα μου προκειμένου να την πείσω να βγούμε ξανά, μόνοι μας αυτή την φορά. Δεν την πίεσα, δεν της έγινα κολλιτσίδα. Αργά και μεθοδικά έγιναν όλα, μου πήρε κοντά στον μήνα. Αλλά είχε επιτυχία. Στους πέντε μήνες αποφασίσαμε πως θα ήμασταν μαζί. Στον χρόνο είχαμε ήδη συγκατοικήσει- εκείνη είχε τελειώσει τις σπουδές της,  στη Νομική του ΑΠΘ, και εγώ είχα από καιρό πιάσει δουλειά σε μια διαφημιστική εταιρεία και κάπως τα έφερνα βόλτα, μπορούσα να με συντηρήσω, επιβιώνοντας ουσιαστικά, αλλά δεν με πείραζε. Η ζωή ακόμα δεν ήταν πανάκριβη, η Θεσσαλονίκη παρέμενε μεγάλη και χαώδης πόλη και τα έφερνα τσίμα-τσίμα βόλτα. Η Ελπίδα ήταν από την Άρτα, ήθελε, όμως, να μείνει στη Θεσσαλονίκη και να κάνει την πρακτική της εδώ. Έτσι, χωρίς να το σκεφτώ πολύ, της έκανα την πρόταση και εκείνη την δέχθηκε με χαρά. 
Ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της σχέσης μας.
Αλλά, όπως στις περισσότερες σχέσεις, κάποιες φορές κάτι συμβαίνει, κάτι που δεν του δίνεις απαραίτητα σημασία και τα πρώτα σύννεφα εμφανίζονται χωρίς να το καταλάβεις. Και, αν αργήσεις πολύ, ξεκινάει καταιγίδα και τα παρασέρνει όλα στο πέρασμά της, αργά ή γρήγορα. Δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο που το προκάλεσε αυτό το... κάτι. Εννοώ, αγαπιόμασταν. Περνούσαμε ωραία. Καταλαβαινόμασταν. Ήμασταν ερωτευμένοι. Δεν ξέρω τι έφταιγε... Οι μήνες που κυλούσαν; Η συγκατοίκηση; Μια μορφή ρουτίνας; Οι δυσκολίες της καθημερινότητας; Ήταν λες και έμπαινε κάτι ανάμεσα μας που προσπαθούσε να μας απομακρύνει. Και οι δύο το καταλαβαίναμε βαθιά μέσα μας, αλλά κάναμε τα στραβά μάτια, γιατί θεωρούσαμε πως θα περνούσε αναίμακτα. Τα συζητούσαμε όλα μεταξύ μας, όμως αυτό ήταν κάτι καινούργιο και για τους δύο, πέραν των δυνάμεων και των γνώσεων μας για να το προσδιορίσουμε επακριβώς. Και η κορύφωσή του δεν άργησε να έρθει και έφτασε απότομα, δύο χρόνια αφού τα φτιάξαμε. Ίσως αν μέναμε περισσότερο καιρό στο μεταβατικό στάδιο, αν το συζητούσαμε πιο διεξοδικά, εγώ να την είχα ακόμα στην αγκαλιά μου και αυτή να με είχε πιο βαθιά στην καρδιά της.
Ένα βράδυ ήταν αρκετό. Ούτε καν βράδυ, μερικές ώρες ήταν υπεραρκετές. Πάρτι του γραφείου μου, Χριστουγεννιάτικο. Μαλώσαμε με την Ελπίδα άσχημα, πρώτη φορά ίσως που μαλώναμε έτσι. Είναι αυτή η αφορμή που χρειάζεσαι, έστω υποσυνείδητα, για να ξεσπάσεις. Δεν ήθελε να πάει, όσο και να την παρακαλούσα. Για λίγο, απλά για να δώσω το παρόν, θέλω να έρθεις...τίποτα, δεν άκουγε τίποτα από όσα της έλεγα. Είχε μουλαρώσει. Και μετά μουλάρωσα και εγώ. Δεν της ζητούσα κάτι παράλογο, ίσα-ίσα, ένα ποτό και μετά θα φεύγαμε να βγούμε πουθενά αλλού. Κλείστηκε στο μπάνιο και δεν έλεγε να βγει. Και ένιωθα πολύ κουρασμένος για να επιμείνω, έτσι, αποφάσισα να πάω μόνος, να ξεσκάσω λίγο.
Το πάρτι γινόταν σε ένα μαγαζί στο κέντρο, κοντά στην Αριστοτέλους. Όταν μπήκα, είδα όλο το γραφείο, συν μερικούς ακόμη που δεν τους ήξερα. Αλλά τους τελευταίους τους συμπαθούσα ήδη  περισσότερο από τους πρώτους στην πλειοψηφία τους. Δούλευα με ένα μάτσο μαλάκες, δεν το κρύβω, αλλά μου άρεσε η δουλειά, οπότε τους έκανα υπομονή. Έτσι, αφού χαιρέτησα αρκετούς και το αφεντικό μου, πήγα στο μπαρ για να πιώ κάτι. Ζήτησα ουίσκι και το ήπια κατευθείαν. Ζήτησα ένα ακόμη και ένα ακόμη, άλλωστε δεν πλήρωνα εγώ, χέστηκα. Στο τέταρτο ηρέμησα και άρχισα να βλέπω τα πράγματα πιο ήρεμα. Χαμογέλασα και βγήκα έξω για να πάρω την Ελπίδα τηλέφωνο, να της ζητήσω συγγνώμη και αν είχε ακόμα όρεξη να βγούμε. Δύο κλήσεις, καμία απάντηση. Νευρίασα. Σπάστηκα. Ήπια και το τέταρτο ποτήρι και πήγα για πέμπτο. Είχα κάνει καλό κεφάλι. 
Σε μια γωνία, καθόταν μια ασκούμενη που είχαμε με μια φίλη της. Την έλεγαν Μαρία. Όχι η πιο όμορφη κοπέλα, αλλά είχε κάτι πάνω της που σε μαγνήτιζε, μια αύρα διαφορετική. Καταλάβαινες πως είχε προσωπικότητα. Ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους εκεί μέσα που μπορούσα να ανταλλάξω δύο κουβέντες της προκοπής. Οπότε την πλησίασα, με σύστησε στην φίλη της και αρχίσαμε να μιλάμε. Επειδή είχα πιει, ένιωθα πιο ελεύθερος και της μιλούσα χωρίς να με νοιάζει ιδιαίτερα. Κάποια στιγμή, κάτι ψιθύρισαν με την φίλη της, η οποία λίγα δευτερόλεπτα μετά μου είπε χαμογελώντας οτι είχε κανονίσει και αλλού και έπρεπε να φύγει, οπότε έμεινα εγώ με την Μαρία μόνο. Συνεχίσαμε να μιλάμε, να γελάμε και φτάσαμε στο σημείο να καυλαντίζουμε. Κάτι μέσα μου με παρακαλούσε να σταματήσω και να πάω σπίτι, αλλά ένα άλλο κομμάτι με κρατούσε εκεί, εκείνο που σου λέει πως οι άλλοι φταίνε, όχι εσύ, εσύ ζήσε την ζωή σου και μην σε νοιάζει. 
Δεν έχω ιδέα πόση ώρα μιλούσαμε. Κάποια στιγμή της είπα πως πρέπει να πάω τουαλέτα και εκείνη μου έκλεισε το μάτι και μου είπε πως ήθελε να πάει και αυτή. 
Και πήγαμε μαζί.
Και βγήκαμε μαζί.
Και η Ελπίδα είχε λίγη ώρα που έφτασε στο πάρτι και με έψαχνε, μάλλον γιατί είχε ηρεμήσει.
Και μας είδε να βγαίνουμε μαζί από την τουαλέτα.
Και κατάλαβε την έκφραση στο πρόσωπό μου.
Και έφυγε τρέχοντας και κλαίγοντας.
Και εγώ έμεινα μαλάκας.
Και την πήρα τηλέφωνο να της εξηγήσω- τι;
Και μου είπε πως δεν ήθελε να με ξαναδεί.
Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της.
Και τότε κατάλαβα πόσο βάρος κουβαλάνε οι λέξεις μέσα τους.
Και τώρα;Τι;
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)






Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

 



Εγώ θα τα πάρω πάλι πίσω,

Όσα μας λείπουν, όσα μας στέρησαν, όσα χάσαμε εξαιτίας μας και πολλά ακόμα.

Δεν είμαι αχόρταγος, απλά υπάρχει ένα κενό που πρέπει να καλυφθεί.

Ακόμα δεν μπορώ, όμως, το προσπαθώ , μαζεύω δυνάμεις, κάνω κινήσεις για να-

Αλλά θα μαζέψω και θα τα 

Πάρω πίσω .

Μην ανησυχείς-

Ο ήλιος έπεσε, αλλά δεν ανέβηκε ακόμα.

Θα τα πάρω πίσω, να μην σου λείψει τίποτα.

Ακόμα και αν στερηθώ εγώ, αλλά όχι ακόμα, δεν μπορώ τώρα, προετοιμάζω το έδαφος-

Τώρα στερούμαι πολλά ακόμα, θελω να το χαρώ πρώτα εγώ λίγο, προετοιμάζομαι, τώρα ακόμα παλεύω για τα αυτονόητα, δώσε μου λίγο χρόνο-

Στο υπόσχομαι-

Κάποια μέρα

Θα τα καταφέρω.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...