Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021



Η άμμος θα έκαιγε σίγουρα το μεσημέρι, λόγω του ήλιου,  μόνο που είχε πια απογευματιάσει και όλα άρχισαν να γίνονται πιο δροσερά. Η παραλία ήταν σχεδόν έρημη.  Εκείνη τη στιγμή πάρκαραν το αμάξι τους, κάτω από κάτι δένδρα, και κατέβηκαν. 
<<Τι λες Κώστα;>>.
<<Φαίνεται ωραία παραλία. Μεγάλη>>.
<<Σου το είπα πως άξιζε να έρθουμε απόγευμα>>.
Φορούσαν ήδη τα μαγιό τους. Δεν θα έστηναν ούτε ομπρέλες ούτε τίποτα. Απλά θα έκαναν μια βουτιά, μια μεγάλη βουτιά, για αρκετή ώρα, και θα επέστρεφαν στο σπίτι που είχαν νοικιάσει για το βράδυ.
<<Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σταματήσαμε στην Πρέβεζα, όμως. Θα μπορούσαμε να πάμε απευθείας Λευκάδα>>, είπε ο άλλος καθώς περπατούσαν. 
<<Μπορεί λόγω του Καρυωτάκη>>.
<<Αμάν με τον Καρυωτάκη. Δεν βαρέθηκες;>>.
<< Κάργια, χτύπα σε κάνα κεραμίδι>>.
<<Έλα, κόψου. Ένα μπάνιο σαν άνθρωποι σε αυτό το ταξίδι δεν μπορούμε να κάνουμε;>>.
<<Σόρρυ, σόρρυ. Αύριο πρέπει να φύγουμε νωρίς για Λευκάδα πάντως>>.
<<Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε φυσιολογικά μια μέρα; Είπαμε να γυρίσουμε αρκετά μέρη, αλλά νιώθω πιο κουρασμένος από όταν ξεκινήσαμε. Θα πάω δουλειά την άλλη βδομάδα και θα είμαι χάλια>>.
<<Ωχού, ξενέρωτε! Απόλαυσε λίγο τη ζωή σου>.
Έβγαλαν τις μπλούζες τους και τις άφησαν να πέσουν κάτω, δίπλα από τις πετσέτες τους. Μετά, περπάτησαν μέχρι το σημείο που η θάλασσα άρχισε να βρέχει την άμμο. Άφησαν τα πόδια τους να βουλιάξουν όσο πήγαινε και κοίταζαν το ηλιοβασίλεμα.
<<Λάμπρο;>>.
<<Χμ;>>.
<<Μπορώ να σε λέω τώρα Θάλασσα;>>.
Για μια στιγμή, σιωπή.
<<Ναι. Ναι μπορείς>>.
<<Εσύ να με λες Φεγγάρι. Εντάξει;>>.
Χαμογέλασαν στο κενό και έτρεξαν μέσα. Βούτηξαν με την μια ολόκληρο το σώμα τους και ένιωσαν το κρύο νερό να διαπερνά ολόκληρο το σώμα τους. Έμειναν μέσα μέχρι να το συνηθίσουν. Τώρα ήταν μόνο με τα κεφάλια τους έξω και επέπλεαν. 
<<Είναι λίγο βρώμικη, ε;>>.
<<Πρέπει να έβρεξε χθες>>.
<<Δε βαριέσαι; Τουλάχιστον δροσιστήκαμε>>.
<<Θάλασσα;>>.
<<Έλα Φεγγάρι>>.
<<Λες να κρατήσει αυτή η στιγμή για πάντα;>>
<<Ποια στιγμή λες;>>.
<<Αυτή που έχω στο μυαλό μου>>.
<<Τι έχεις στο μυαλό σου;>>.
Αντί να απαντήσει, βούτηξε μέσα ολόκληρος και άνοιξε τα μάτια του. Παντού θολούρα. Σαν τη ζωή μου, σκέφτηκε. Και ήθελε να μείνει εκεί μέσα, περιτριγυρισμένος από το απέραντο θολό, από τα φύκια, από το κρύο, από όλα. Τότε, ένιωσε κάτι να ακουμπάει το δεξί του χέρι. Πετάχτηκε πάνω τρομαγμένος.
<<ΑΣΤΟΔΙΑΛΟ>>.
<<Τι έπαθες;>>.
<<Κάτι με ακούμπησε!>>.
Ο Λάμπρος τότε χαμογέλασε. Ο Κώστας ένιωσε πάλι κάτι να ακουμπάει το χέρι του. Μα αυτή την φορά δεν τρόμαξε. Το αντίθετο, γαλήνεψε. 
Δύο ψάρια κάνουνε γύρες κυκλικές, το ένα δίπλα στο άλλο.
<<Ευτυχώς δεν έχει κόσμο>>,  είπε ο Λάμπρος και τίναξε τα μαλλιά του.
<<Κάποτε θα πρέπει να μην μας νοιάζει ο κόσμος>>.
<<Για την ώρα, όμως, δεν γίνεται αλλιώς>>.
<<Δεν γίνεται αλλιώς... Τι κοιτάς;>>.
<<Να ξυρίζεσαι πιο συχνά. Σου πάει το ξυρισμένο>>.
Έπλεαν και οι δύο μέσα στη θάλασσα σα να χόρευαν ένα βαλς. Με ήρεμες και αργές κινήσεις, ίσα- ίσα για να μη βυθιστούν. Μέσα στη θάλασσα δεν ήταν κανείς άλλος. Μόνο δύο-τρεις παρέες έξω, έπιναν μπύρα, καφέ, ποτό, και δύο κοπέλες έπαιζαν ρακέτες. Έδωσαν δύναμη με τα χέρια τους και χάθηκαν μέσα στη θάλασσα.
Δυο ψάρια έρχονται κοντά, πολύ κοντά, το ένα δίπλα στο άλλο.
Ένιωθαν σα να έμειναν κάτω για ώρες.  Ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει όταν έβγαλαν τα κεφάλια τους. Η μια παρέα ετοιμαζόταν να φύγει.
<<Μήπως ήρθε η ώρα να φύγουμε, Θάλασσα;>>.
<<Και που να πάμε; Καλά δεν είναι εδώ;>>.
<<Ξέρω ' γω; Στο σπίτι;>>.
<<Και τι να κάνουμε εκεί;>>.
<<Ξέρεις...>>.
<<Χαλάρωσε λίγο ακόμα.  Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας. Θα είναι κρίμα να τη χάσουμε από τώρα>>.
<<Δεν ξέρω. Και αύριο στη θάλασσα θα είμαστε>>.
<<Φοβάσαι;>>.
<<Γίνεται να μην φοβάμαι;>>.
<<Γίνεται. Αλλά δεν γίνεται να ξεχάσεις. Πάμε αν θες>>.
<<Πάμε>>.
Ξεκίνησαν να κολυμπάνε προς την ακτή.
<<Περίμενε!>>, είπε ο Λάμπρος.
<<Τι έγινε;>>.
<<Μείνε για λίγο ακόμα. Όπως είμαστε. Ας μην βγούμε ακόμα>>.
<<Σίγουρα;>>.
<<Σίγουρα>>.
Το λίγο κράτησε μέχρι να νυχτώσει για τα καλά. Εν τέλει ,βγήκαν. Τότε είδαν μια παρέα ανάμεικτη, αγόρια και κορίτσια, που είχαν έρθει με την κιθάρα τους. . Σκουπίστηκαν με τις πετσέτες τους, φόρεσαν τις μπλούζες τους και κίνησαν προς το αμάξι. Πριν μπουν μέσα, γύρισαν να δούνε τα παιδιά. Τους ζήλεψαν λίγο, και ας μην το παραδέχθηκαν. Αναστέναξαν. Εκείνος που ήταν στη μέση έπαιζε το Να μ' αγαπάς, του Σιδηρόπουλου.  Στη θέση του οδηγού κάθισε ο Κώστας. Έβαλε μπροστά. Τότε ο Λάμπρος του έπιασε το χέρι.
<<Μην φύγεις ακόμα...>>.
<<Γιατί;>>
<<Γιατί είναι ωραία εδώ. Είναι πολύ ωραία εδώ. Εδώ δεν μας βλέπει κανένας>>.
<<Και πίσω στο δωμάτιο δεν μας βλέπει κανένας>>.
<<Μα αν πάμε εκεί, εμένα θα με πάρει κάποια στιγμή ο ύπνος και ξέρω πως δεν μπορείς να κοιμηθείς αλλά κάνεις πάντα πως κοιμάσαι μέχρι να με πάρει για τα καλά. Και θα σηκωθείς και θα καθίσεις στο μπαλκόνι και απλά θα κοιτάς το φεγγάρι>>.
<<Είναι ωραίο το φεγγάρι. Δες τα αστέρια, πως λάμπουν. Δες τα , πόσο ελεύθερα μοιάζουν>>.
<<Ας μείνουμε εδώ για λίγο τότε. Ας δούμε μαζί το φεγγάρι. Έτσι, ξύπνιοι. Τι λες;>>.
<<Ας μείνουμε εδώ>>.
Το αμάξι έμεινε εκεί για λίγο.  Και, μετά, ανέβασε στροφές και έφυγε. Και το φεγγάρι φάνταζε λες και θα έμενε για πάντα ψηλά.
-Ο.Γ.Θ.

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2021




Την ξαναείδα μετά από χρόνια. Της είχα στείλει μήνυμα επειδή ήθελα να τη ρωτήσω κάτι σχετικό με τη σχολή και την ορκωμοσία - εν μέρει αληθινό- και αποφασίσαμε να βρεθούμε. Και η αλήθεια ήταν πως θα μπορούσα να είμαι καλύτερα, ψυχή τε και σώματι, αλλά όπως και να είχε, ήμουν όπως ήμουν.
Είχαμε δώσει συνάντηση στις 8 ακριβώς. Στην ''πλατεία'' όπως την λέγαμε μεταξύ μας. Την είδα από μακριά να με περιμένει. Φορούσε ένα ωραίο παντελόνι, μαύρο, ένα κοντομάνικο μπλουζάκι κόκκινο και κάτι παπούτσια. Στην πλάτη της είχε μια τσάντα.  Εγώ κατέβηκα από το λεωφορείο και τρέκλιζα λίγο. Την προηγούμενη μέρα είχα βγει και ήπια αρκετά και, λίγες ώρες πριν την δω, ξεκίνησα να πίνω μπύρες για να φύγει το άγχος.  Τι κακό έχει να πίνεις από το μεσημέρι, όταν νιώθεις άγχος; Ωστόσο, πρόσεξα την εμφάνιση μου. Δεν ήθελα να της φανώ σαν λέσι. 
Το βλέμμα της έπεσε πάνω μου, καθώς την πλησίασα, αλλά δεν με αναγνώρισε. Πώς να με αναγνωρίσει άλλωστε; Στο Facebook και στο Instagram είχα να ανεβάσω καιρό φωτογραφία. Σίγουρα τα μαλλιά που είχα αφήσει κάπως μακριά και η κοιλιά που είχα σμιλέψει και κόπο και ιδρώτα όλα αυτά τα χρόνια την παραπλάνησαν.
Στάθηκα δίπλα της και  της χαμογέλασα.
<<Δημήτρη εσύ; Τι κάνεις, πως είσαι;>>.
Η ευγένεια της ήταν πάντα κάτι που ξεχώριζε πάνω της. Όταν ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε, αισθάνθηκα κάτι μέσα μου να ραγίζει. 
<<Καλά είμαι Ιωάννα, εσύ;>>.
<<Μια χαρά και εγώ>>.
<<Που θέλεις να πάμε;>>.
<<Πάμε στο ''μέρος'';>>.
Έτσι λέγαμε ένα μαγαζί που πηγαίναμε.
<<Ναι, πάμε εκεί!>>>.
Περπατούσα δίπλα της και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
<<Έπαθε κάτι το πόδι σου; Σε βλέπω λίγο σα να παραπατάς>>.
<<Εεε, δεν είναι τίποτα. Απλά στραβοπάτησα το πρωί, Μην ανησυχείς>>.
Καθίσαμε έξω γιατί ο καιρός ήταν καλός. Παρήγγειλε καφέ. Ήταν ξύπνια από νωρίς είπε, γιατί είχε να πάει σε μια συνέντευξη νωρίς το πρωί και μετά δεν πρόλαβε να κοιμηθεί. Εγώ παρήγγειλα μπύρα. Είναι λίγο αργά για καφέ, δικαιολογήθηκα. Δεν ήταν αργά. Ούτως ή άλλως, θα κοιμόμουν κατά τις 5-6 το πρωί.
<<Και για πες! Πως είσαι; Πόσο καιρό είχαμε να μιλήσουμε;>>.
<<Να μιλήσουμε δύο χρόνια. Να βρεθούμε, νομίζω 4 χρόνια.  Ναι, πάνε 4 χρόνια!>>.
<<Πω, πω, πως πέρασε έτσι ο καιρός ,Δημήτρη;>>.
<<Ασ' τα να πάνε. Χαχαχα. Πως νιώθεις που πήρες το πτυχίο;>>.
<<Καλά μωρέ, μια χαρά. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα όμως!>>.
<<Περνάει ο καιρός γρήγορα. Όταν αρχίσαμε να μιλάμε εσύ ήσουν στο πρώτο έτος και εγώ στο τρίτο. Θυμάσαι;>>.
<<Ναι, και εντελώς τυχαία. Καθόμασταν δίπλα- δίπλα. Αραβοπούλου ε;>>.
<<Ναι, η καλύτερη καθηγήτρια!>>.
<<Χαχαχαχα>>.
<<Χαχαχα>>.
<<Έπος- Δράμα δεν είχαμε;>>.
<<Ναι! Και είχες αργήσει να μπεις στην αίθουσα και με ρώτησες αν η θέση είναι άδεια και σου έγνεψα καταφατικά>>.
<<Και μετά που με έβλεπες να σημειώνω με ρώτησες, στο διάλλειμα, αν είχα τα υπόλοιπα και αν μπορούσες να τα βγάλεις μια φωτογραφία για να τα έχεις γιατί οι σημειώσεις σου δεν ήταν και πολύ καλές>>.
<<Τι να σου έλεγα; Πως ήμουν τρίτο έτος, χρωστούσα 15 μαθήματα και ακόμα και έτσι δεν είχα πατήσει το πόδι μου ποτέ στο μάθημα από τις αρχές του εξαμήνου; Πάντως, στο είπα και τότε, ήσουν πολύ ευγενική και καλόκαρδη που τις μοιράστηκες μαζί μου>>.
<<Λες και ήταν  κανένα επτασφράγιστο μυστικό και θα τις κρατούσα για τον εαυτό μου μόνο>>.
<<Και μετά αρχίσαμε να μιλάμε. Και βγήκαμε για καφέ κάνα δυο-τρεις φορές>>.
<<Ναι ναι. Και μετά χαθήκαμε. Τι έγινε;>>.
<<Ε ξες πως πάνε αυτά μωρέ. Σχολή, υποχρεώσεις, βρήκα δουλειά και....>>.
Συνεχίσαμε να μιλάμε για ώρα. Το χαμόγελο της, καθώς πλησίαζε το στόμα της το καλαμάκι, για να ρουφήξει τον καφέ, θάμπωνε τα πάντα. Και όπως και τότε, αν  έλεγα κάτι που έβρισκε όντως αστείο, έκρυβε το στόμα της με την παλάμη της ή με βαρούσε χαριτωμένα στο μπράτσο. Ήξερα τι είχε γίνει και είχαμε χαθεί.  Εγώ συνέχισα να χαραμίζω τη ζωή μου. Να μην βάζω τάξη εκεί που πρέπει. Εκείνη συνέχισε την ανοδική της πορεία. Ήταν μέσα σε όλα. Και, πολύ σύντομα, βρήκε και κάποιον. Την τρίτη φορά που είχαμε βρεθεί, τον ανέφερε ως ''ο φίλος μου''. Δεν άργησα να καταλάβω τι εννοούσε. Άργησα όμως να καταλάβω τι αισθανόμουν γι' αυτήν. Οι άνθρωποι αργούμε να καταλάβουμε πολλά τη στιγμή που πρέπει. Και όταν τα καταλάβουμε, πολλές φορές, είναι πολύ αργά. Και τι να έκανα μετά; Αυτή ήταν ευτυχισμένη. Θα μπορούσα να είμαι και εγώ ευτυχισμένος. Αλλά η ευτυχία στην περίπτωση μου ήταν συνήθως σα να ψάχνεις τον ήλιο ανάμεσα σε συννεφιασμένο ουρανό. 
<<Μπορώ να έχω ένα ακόμη βαρέλι;>>.
<<Ααα, βλέπω θα το ρίξουμε έξω Δημήτρη! Χαχαχαχα>>.
<<Ε, τόσο καιρό έχουμε να τα πούμε! Και εσύ βλέπω έχεις ακόμα αρκετό καφέ>>.
<<Δεν θέλω να πιω άλλο μωρέ. Νέρωσε. Κάτσε λίγο. Εεεε, συγγνώμη... θα μου φέρετε και μένα μια μπύρα; Το ίδιο, ναι>>.
<<Ωπα! Τι έγινε; Γιορτάζουμε;>>.
<<Την επιτυχία! Χαχαχαχα>>.
<<Και Erasmus. Kαι πτυχίο στα τέσσερα χρόνια, και αμέσως ξεκίνησες να ψάχνεις δουλειά. Πως τα κατάφερες όλα αυτά; >>.
<<Έλα καλέ, κοκκινίζω! Θα δείξει. Ελπίζω να μην αργήσω πολύ! Τώρα άρχισα να κάνω μερικά ιδιαίτερα σε κάτι γνωστούς. Τον Σεπτέμβριο θα κάνω και αίτηση για μεταπτυχιακό>>.
Ενώ εγώ, είχα μόλις τελειώσει τη σχολή, στο έβδομο έτος,  δεν δούλευα στο Internet Cafe που δούλευα από το τέταρτο έτος γιατί με είχαν απολύσει λίγες μέρες πριν και απλά καθόμουν, γιατί βαριόμουν να ψάξω για άλλη δουλειά . Χωρίς λεφτά πολλά, χωρίς μεταπτυχιακά, χωρίς ιδιαίτερες βλέψεις πέραν του να επιβιώσω, χωρίς τίποτα. Ωραίος, Δημήτρη. Ωραίος.
<<Δεν θες να ξεκουραστείς λίγο πρώτα;>>.
<<Α, δεν έχω θέμα. Άσε που δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Πρέπει να αρχίσω να συντηρούμαι μόνη μου σιγά- σιγά. Αρκετά πήρα από τους δικούς μου τόσα χρόνια>>.
Σε παρακαλώ, σταμάτα.
<<Ναι, ναι. Σε καταλαβαίνω...>>.
Τι καταλαβαίνεις μωρέ βλαμμένε;
Καθίσαμε κανένα δίωρο στο μαγαζί. Εγώ είχα πιει 4 μπύρες, εκείνη 2. Την έβλεπα, είχε κάνει κεφάλι. Πλήρωσα εγώ για όλα. Έλα μωρέ, τόσο καιρό έχουμε να βρεθούμε, εσύ την άλλη φορά!
Αποφασίσαμε να περπατήσουμε λίγο. Η νύχτα ήταν τρυφερή. Περπατούσαμε δίπλα- δίπλα και μιλούσαμε. Γιατί να μην ήταν πάντα έτσι η ζωή; Να περπατάς δίπλα- δίπλα με κάποιον και να νιώθεις ωραία;
Κάποια στιγμή σταματήσαμε και καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Έβγαλα τα τσιγάρα μου. Την ρώτησα αν καπνίζει. Μου είπε πως κανονικά όχι, αλλά όταν έπινε λίγο, έκανε ένα. Την ρώτησα αν ήθελε τότε να κάνει τζούρα από το δικό μου, αντί να ανάψει δικό της. Συμφώνησε.
<<Η νύχτα είναι πολύ ωραία ε;>>, ρώτησα.
<<Είναι αρκετά>>.
Της έδωσα το τσιγάρο. Ακόμα και όταν κάπνιζε, ήταν σα να έκανε το τσιγάρο υγιεινό. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν πάνω στο πρόσωπο της, κάτω στα κόκκινα χείλη της και έφταναν μέχρι το στήθος της που ξεχώριζε μέσα από την μπλούζα της.
Δεν μιλήσαμε για λίγη ώρα. Απλά απολαμβάναμε τον ουρανό και τα αστέρια και τη νύχτα. Πήγα λίγο πιο κοντά της.
<<Θέλεις;>>, την ρώτησα.
Με κοίταξε και έγνευσε καταφατικά. Έτεινε το χέρι της , έτεινα το δικό μου και, ενώ περίμενε να πάρει το τσιγάρο, έπεσα πάνω της και την φίλησα. Θα ήθελα να νιώσω  το χέρι της να πλησιάζει τα μαλλιά μου, να ενδίδει,  αλλά τελικά τραβήχτηκε μακριά μου αμέσως.
<<Δημήτρη, τι....>>.
Σηκώθηκα όρθιος.
<<Συγγνώμη. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Έχεις αγόρι ε; Συγγνώμη. Καλύτερα να φύγω>>.
Μου έπιασε το χέρι.
<<Κάτσε λίγο κάτω. Πες μου. Τι έγινε;>>.
Παρέμεινα σιωπηλός. Ήθελα να πω τόσα, αλλά δεν έβγαινε τίποτα.
<<Μην σε ανησυχεί κάτι. Είμαι εγώ εδώ>>.
Είμαι εγώ εδώ.... Τι υπέροχα λόγια!
<<Είναι που.... δεν ξέρεις πόσα χρόνια ήθελα να το κάνω αυτό. Λυπάμαι αν σε αναστάτωσα>>.
<<Καθόλου! Πες μου, γι' αυτό ήθελες να βγούμε σήμερα;>>.
<<Όχι! Βασικά, ίσως. Δεν ξέρω. Όχι. Ήθελα να βγούμε γιατί ήθελα να σε δω. Μαζί σου περνάω ωραία. Με κάνεις να νιώθω ασφάλεια, σιγουριά, πως έχω απέναντι μου έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορώ να μοιραστώ πέντε κουβέντες με νόημα>>.
<<Και γιατί σταμάτησες να μου μιλάς τότε;>>.
<<Γιατί είχες σχέση. Γιατί όταν έμαθα πως έχεις σχέση ήταν τον καιρό που σχεδίαζα πως να σου πω οτι μου αρέσεις. Όσο και να το ήθελα, δεν θα το άντεχα να βγαίνουμε και εγώ να κοιτάω και απλά να λιώνω μέσα μου δίχως ανταπόκριση. Ίσως σου φαίνεται χαζό αυτό, παιδαριώδες>>.
<<Καθόλου. Σε καταλαβαίνω>>.
Την κοίταζα τώρα στα μάτια.
<<Πες μου μόνο αυτό. Αν τότε στα έλεγα όλα αυτά. Αν έκανα κίνηση. Πως θα αντιδρούσες;>>.
<<Δεν ξέρω. Έκπληκτη στην αρχή. Ίσως να μου άρεσε. Αλλά, δεν ξέρω. Πραγματικά δεν ξέρω. Μου άρεσες και μένα λίγο. Αλλά δεν ήξερα τι ένιωθες. Γιατί ήσουν τόσο κλειστός χαρακτήρας και δεν μπορούσα να σε καταλάβω>>.
<<Κατάλαβα>>.
<<Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε πληγώσω>>.
<<Μη ζητάς συγγνώμη. Δικό μου λάθος ήταν>>.
<<Θέλω μόνο να είσαι καλά. Το εύχομαι να είσαι καλά>>.
<<Δεν θα πεις πόσο καλό παιδί είμαι και όλα αυτά;>>.
<<Αφού τα ξέρεις αυτά βρε κουτέ! Τι να τα πω. Έλα εδώ>>.
Τότε με αγκάλιασε. Ήταν για λίγο. Μα ήταν αρκετό.

Πήγα σπίτι με τα πόδια. Η νύχτα ήταν ακόμη τρυφερή. Η νύχτα είναι πάντα τρυφερή. Κάθισα στο μπαλκόνι μου και ήπια μια μπύρα, ενώ χάζευα το φεγγάρι. Έμοιαζε σα να χαμογελάει το φεγγάρι. Του χαμογέλασα και εγώ. Μπήκα μέσα, άνοιξα το Laptop και έβαλα να ακούσω λίγη μουσική. Έπεσα τελικά για ύπνο κατά τις 6 το πρωί. Και, μετά από καιρό, χωρίς να κλάψω.

-Ο.Γ.Θ.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021




Σύνθλιψε με τη δεξιά του παλάμη το κουτάκι με την μπύρα που είχε μόλις πιει και σηκώθηκε από το παγκάκι που καθόταν. Το φεγγάρι είχε ανέβει για τα καλά τώρα και θα παρέμενε εκεί για αρκετή ώρα ακόμη. 
Έσκυψε για να βάλει τα κορδόνια του, που είχαν βγει έξω, μέσα στα παπούτσια του. Όταν σηκώθηκε, τα μάτια του ήταν λίγο υγρά. Λίγο υγρά ήταν και τα μάγουλα του, που σκούπισε  με τα δάχτυλα του. 
Άρχισε να περπατάει. Δεξί πόδι μπροστά. Αριστερό πόδι μπροστά. Δεξί βήμα, αριστερό βήμα και , ξαφνικά , άνοιξε μια πόρτα και βρέθηκε μέσα σε ένα διαμέρισμα. Μικρό διαμέρισμα. Μπροστά του βρισκόταν το σαλόνι. Δεξιά του μια πόρτα που  οδηγούσε στην τουαλέτα. Αριστερά μια ακόμη πόρτα που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα. Στο βάθος αριστερά, μια κουζίνα. 
Έβγαλε τα παπούτσια του. Πήγε στην τουαλέτα. Ακούστηκε μια βρύση να τρέχει. Βγήκε μετά από λίγο. Περπάτησε μέχρι το τραπεζάκι της κουζίνας. Πάνω στο τραπεζάκι υπήρχε ένα γκαζάκι σβηστό και πάνω στο γκαζάκι ένα μπρίκι, χωρίς νερό, με δύο αυγά μέσα, ραγισμένα. Σήκωσε το μπρίκι, αναποδογύρισε το γκαζάκι, τα αυγά έπεσαν κάτω στο έδαφος και έσπασαν. Πήγε στη βρύση της κουζίνας, την άνοιξε και γέμισε το μπρίκι με νερό. Μετά, το άφησε για λίγο πάνω στο τραπεζάκι, έψαξε τις τσέπες του για αναπτήρα, βρήκε έναν μικρό, μαύρο, άναψε το γκαζάκι και έβαλε πάνω το μπρίκι. Τότε, έσκυψε κάτω, πήρε τα απομεινάρια των αυγών  και τα έβαλε μέσα στο μπρίκι. Έγλειψε τα δάχτυλα του με τη γλώσσα του, έκλεισε τα μάτια του και ,όταν τα άνοιξε, περπατούσε πάλι έξω στο δρόμο, εκεί έξω που οι τρελοί θεωρούνται φυσιολογικοί και οι φυσιολογικοί προσπαθούν να κρύψουν την τρέλα τους. 
Πέτυχε ένα περίπτερο και αγόρασε μια μπύρα με πίστωση. Δηλαδή, δεν είχε λεφτά πάνω του, οπότε πήγε στο περιπτερά, του πέταξε μερικές τσίχλες στο πρόσωπο και του φώναξε, ΘΑ ΣΤΑ ΔΩΣΩ , ΣΤΟ ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ, ενώ άρχισε να τρέχει. Κοίταζε πίσω του και, όταν κοίταξε πάλι μπροστά του, βρέθηκε πάλι στο ίδιο διαμέρισμα.
Παρατηρούσε τα αυγά να βράζουν. Χαμογελούσε πάνω από το μπρίκι. Σε μια έκρηξη φρενίτιδας, άρπαξε το μπρίκι, το σήκωσε και το πέταξε σε ένα καθρέφτη, που ράγισε. Έσβησε το γκαζάκι, έβγαλε ένα μαχαίρι, το έχωσε δυνατά στο γκαζάκι και λούστηκε με το υγρό. Τώρα γελούσε και φώναζε ΠΕΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΩΣ Η ΠΟΛΗ ΑΥΤΗ ΜΑΣ ΕΦΑΓΕ, ΠΩΣ ΓΙΝΑΝ ΟΙ ΕΝΗΛΙΚΟΙ ΠΟΥ ΘΕΛΑΝΕ*. Τέντωσε τα χέρια του δεξιά και αριστερά, σα να ήταν πάνω σε σταυρό και άρχισε να στριφογυρίζει, λες και χόρευε ένα πονεμένο ζεϊμπέκικο.
Όταν σταμάτησε, τον κοίταζε κόσμος. Περαστικοί, μέσα στα αμάξια, άνθρωποι που έτυχαν να βγουν στο μπαλκόνι. Αν μπορούσε, θα τους κοίταζε έναν- έναν. Ωστόσο ,απλά πέταξε στον αέρα το τρυπημένο κουτάκι με την μπύρα και φώναξε, ΕΣΕΙΣ ΤΟ ΚΑΝΑΤΕ ΑΥΤΟ, ΕΙΜΑΙ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ, ΔΕΝ ΕΙΣΤΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΙ;
Έτρεχε πάλι. Σταμάτησε. Μετά έτρεξε σε άλλη κατεύθυνση. Ενώ έτρεχε, έτρεχε και στο διαμέρισμα και έσπαγε ό,τι έβλεπε και μπορούσε να το σπάσει. Όταν τελείωσε, αφέθηκε προς τα πίσω, με την πλάτη του, αλλά δεν έπεσε στο έδαφος. Ξάπλωνε σε ένα κρεβάτι. Δίπλα του την ένιωθε. Ξάπλωνε δίπλα του. Ήταν κόκκαλα και μύες και μυαλό και ελπίδα και μακριά μαλλιά όμορφα και ένα χαμόγελο που έσβηνε τα υπόλοιπα. Του χάιδευε το στήθος.
<<Πως είσαι;>>.
<<Προσπαθώ>>.
<<Προσπαθείς υπερβολικά>>.
<<Τι άλλο μπορώ να κάνω;>>.
<<Ζήσε και λίγο. Δεν κουβαλάς το βάρος όλων των ανθρώπων πάνω σου>>.
<<Εύκολα το λες>.
<<Δεν πρέπει να υπάρχουν και άνθρωποι που τα λένε εύκολα για εκείνους που τα έχουν δύσκολα;>>.
<<Κουράστηκα>>.
<<Όλοι κουραζόμαστε>>.
<<Πάλι έκανα λάθη>>.
<<Όλοι κάνουν λάθη>>.
<<Πάλι απογοήτευσα ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν>>.
<<Θα ζήσεις τις συνέπειες>>.
<<Γιατί μιλάς; Δεν υπήρξες ποτέ σου. Και σε περιμένω τόσο καιρό>>.
<<Γιατί δεν προσπάθησες αρκετά. Μονάχα ελπίζεις. Και φοβάσαι>>.
<<Δεν ξέρω να κάνω αλλιώς>>.
<<Πότε θα σταματήσεις τις δικαιολογίες;>>.
<<Όταν το φεγγάρι χάσει την μαγεία του>>.
<<Ξέρεις πως γίνεται πιο εύκολο αν το αρχίσεις έτσι;>>.
<<Τίποτα στη ζωή δεν είναι εύκολο>>.
<<Μπορεί να γίνει πιο υποφερτό όμως. Μπορείς να κάνεις την ύπαρξη πιο υποφερτή>>.
<<Βαρέθηκα τα πάντα. Σιχάθηκα τα πάντα. Θέλω να με αφήσουν όλοι ήσυχο>>.
<<Και εγώ;>>.
<<Εσύ όχι. Εσύ είσαι το φεγγάρι μου. Φεύγεις και έρχεσαι, αλλά ξέρω πως πάντα θα είσαι εδώ>>.
<<Με φοβάσαι και μένα;>>.
<<Ναι. Γιατί αν γίνεις αληθινή, τότε θα σε χάσω>>.
<<Μα ποτέ δεν με είχες>>.
<<Έχω την εικόνα σου. Η φαντασία είναι πιο δυνατή από την πραγματικότητα>>.
<<Μα στην πραγματικότητα ζεις>>.
<<Πρέπει να φύγω>>.
<<Θα επιστρέψεις πάλι. Κλείσε την βρύση στο μπάνιο τώρα. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα>>.
<<Καλό βράδυ>>.
<<Καλό βράδυ>>.

Άνοιξε τα μάτια του και βρισκόταν στο δωμάτιο του. Το κανονικό του δωμάτιο. Τα ρούχα του ήταν πεταμένα κάτω. Πετάχτηκε όρθιος. Βγήκε στο μπαλκόνι γυμνός. Το φεγγάρι σχεδόν είχε χαθεί, αλλά το έβλεπε να δύει. Δεν το είχε χάσει ούτε εκείνη την μέρα.
-Ο.Γ.Θ.

*Sponty- Northen lights

Σάββατο 31 Ιουλίου 2021



Το κεφάλι του πονούσε, αλλά έπρεπε να σηκωθεί. Αν δεν σηκωνόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, θα αργούσε να ετοιμαστεί, πράγμα που σήμαινε πως θα αργούσε να φύγει από το σπίτι,  πράγμα που σήμαινε πως θα αργούσε να πάει στη δουλειά και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε. Είχε το κακό συνήθειο πάντα να σηκώνεται την τελευταία στιγμή, γιατί αργούσε να κοιμηθεί.
΄Άνοιξε το κινητό του για να βάλει μουσική. Είναι κάποιο καιρό που θαρρώ... . Πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και, όταν τελείωσε από εκεί, πήγε στο δωμάτιο του για να ντυθεί.  Όσο ντυνόταν, κοίταζε δεξιά και αριστερά τους σκοτεινούς τοίχους, το κρεβάτι του, την ντουλάπα του, όλο τον χώρο. Όλα φωτίζονταν από το πρωινό φως που έμπαινε μέσα από τα στόρια. Κάθισε στο κρεβάτι για να βάλει τις κάλτσες του και έτριψε και κεφάλι του με το δεξί του χέρι. Σηκώθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τώρα ήταν έτοιμος. Πήγε στο σαλόνι του σπιτιού που είχε την τσάντα του. Είδε πως είχε όλα τα απαραίτητα μέσα και την φόρεσε. Τέλος, φόρεσε τα παπούτσια του. Όταν έπιασε το κλειδί για να ξεκλειδώσει, του πέρασε η σκέψη να τα αφήσει όλα στην άκρη, να πάει μέχρι τον κοντινότερο σταθμό ΚΤΕΛ, να πάρει εισιτήριο για τον πιο μακρινό προορισμό και να μην κοιτάξει πίσω του. Χαμογέλασε, ωστόσο, και ξεκλείδωσε.
Βρισκόταν στο δρόμο και κατηφόριζε για να πάει στην στάση που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του και να πάρει αστικό. Όπως τα υπολόγιζε, θα έφθανε περίπου πέντε λεπτά νωρίτερα. Άναψε ένα τσιγάρο, καθώς το αστικό θα έφθανε σε επτά λεπτά. Και μετά έξι. Και μετά πέντε. Πάντα περιμένουμε το επόμενο αστικό, το επόμενο λεπτό, την επόμενη μέρα να περάσει. Οι άνθρωποι πάντα περιμένουμε κάτι να έρθει.
Όταν έφτασε στα δύο λεπτά, πέταξε κάτω το τσιγάρο και το έσβησε με το παπούτσι του. Παρατηρούσε τις κινήσεις του παπουτσιού του καθώς τριβόταν με το πάτωμα. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, είδε μια πεταλούδα να πετάει μπροστά από τα μάτια του. Ήταν μια μικρή πεταλούδα, με γαλάζια φτερά. Έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά και άπλωσε το χέρι του για να την πιάσει, αλλά η πεταλούδα σα να του ξεγλίστρισε το τελευταίο δευτερόλεπτο. Πέταξε γρήγορα και άρχισε να απομακρύνεται προς τα αριστερά. Εκείνη τη στιγμή, το αστικό έφτασε. Πήγε να μπει μέσα, αλλά η πεταλούδα πέρασε πάλι από μπροστά του χτυπώντας τα φτερά της και πέταξε προς τα δεξιά. Έστεκε εκεί, να την κοιτάζει. Η πόρτα του αστικού ήταν ακόμα ανοιχτή.
<<Θα μπεις μέσα ή όχι;>>, ακούστηκε μια αγριεμένη φωνή.
<<ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΡΕ ΦΙΛΕ>>, μια άλλη.
Επανήλθε στη πραγματικότητα. Το ένα πόδι του πατούσε πάνω στο αστικό και το άλλο ακόμα κάτω στην άσφαλτο,
<<Θα μπεις μέσα;>>.
<<Ό... όχι. Συγγνώμη>>.
<<Άντε, κατέβα>>.
Κατέβηκε.
<<Μαλάκα>>.
Τώρα ήταν μόνος στη στάση. Το αστικό μόλις είχε φύγει. Οι άνθρωποι περπατούσαν γύρω του, παιδιά πήγαιναν με τους γονείς τους στο σχολείο ή μόνα τους. Τα μαγαζιά, τα βενζινάδικα, οι φούρνοι, τα συνεργεία, όλα είχαν ανοίξει ή θα άνοιγαν. Τι σκατά κάνω;, σκέφτηκε. Θα αργήσω στη δουλειά. Ηλίθιε, έχασες το αστικό. Τώρα πρέπει να.... . Όσο σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει, η πεταλούδα πέταξε πάλι από μπροστά του. Άπλωσε το χέρι και έκλεισε την γροθιά του απότομα. Ήταν σίγουρος πως την είχε πιάσει. Μα, όταν άνοιξε την παλάμη του, δεν υπήρχε τίποτα μέσα. Και, τότε, η πεταλούδα ήρθε και στάθηκε πάνω στον δείκτη του  χεριού του. Μετά, πέταξε πάλι.
Την κοίταζε καθώς απομακρυνόταν. Αυτή την φορά, δεν την έχασε από το οπτικό του πεδίο. Την παρακολουθούσε καθώς πετούσε και άρχισε να την ακολουθεί. Βήμα δεξί. Μετά αριστερό. Μετά δεξί πόδι μπροστά. Μετά αριστερό. Άκουσε μια κόρνα. Ένα αμάξι είχε παγώσει. Είδε τον οδηγό να τον κοιτάζει οργισμένος και να κορνάρει. Χαμογέλασε και συνέχισε να προχωράει αμήχανα, ενώ τα χείλη του ψιθύριζαν ένα συγγνώμη που και ο ίδιος ήξερε πως δεν θα είχε κάποια σημασία.
Συνέχισε να ακολουθεί την πεταλούδα μέχρι που βρέθηκε σε μια παιδική χαρά. Του φάνηκε περίεργο γιατί, εκεί κοντά, δεν υπήρχε καμία παιδική χαρά. Και όμως, του φαινόταν γνώριμη αυτή η παιδική χαρά. Είχε κούνιες, είχε τραμπάλα, μια μικρή και μια μεγάλη τσουλήθρα και ένα μονόζυγο και γρασίδι και χώμα και τα σπίτια γύρω ήταν.... . Δεν υπήρχε κανένας. Η πεταλούδα πέταξε πάλι μπροστά από τα μάτια του και στάθηκε πάνω στις κούνιες. Τώρα δεν τον ένοιαζε και τόσο η πεταλούδα. Άφησε κάτω την τσάντα του και κάθισε πάνω στην κούνια. Ήταν λίγο άβολη. 
<<Έχω μεγαλώσει γι' αυτά>>, σκέφτηκα και, πατώντας κάτω στο γρασίδι, πίεσε τα πόδια του προς τα πίσω. Και μετά, στον αέρα, τα πήγαινε μπρος και πίσω.  Μετά από πολύ καιρό, αισθανόταν μια γαλήνη μέσα του. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι, μα δεν θυμόταν ποιο ήταν. Και έτσι, συνέχιζε να πάει μπρος πίσω, όπως πήγαινε όταν ήταν μικρό παιδί.
<<Πρόσεξε πως τρέχεις, παιδί μου, θα πέσεις!>>.
Ξαφνικά, η παιδική χαρά γέμισε με παιδιά. Και γονείς. Και είχε την αίσθηση πως τους γνώριζε όλους. Άνοιξε απότομα τα μάτια του. Άκουγε φωνές, χαχανίσματα, παιδιά έτρεχαν δεξιά και αριστερά. Χαιρόταν με αυτό το σκηνικό, ενώ κουνούσε τα πόδια του μπρος και πίσω. 
Κάποια στιγμή, εκεί που βρισκόταν πίσω, στο πιο ψηλό σημείο, αποφάσισε, όταν θα ερχόταν πάλι μπροστά, να πεταχτεί από την κούνια. 
Τρία, δύο... ένα!
Τώρα βρισκόταν στον αέρα. Και, όσο έπεφτε, έτοιμος να προσγειωθεί στα πόδια του, σε στάση νικητή, ξαφνικά, μεταφέρθηκε στο σώμα ενός παιδιού. Ήταν πάνω στην μεγάλη τσουλήθρα και κατέβαινε τα σκαλιά και στη μέση γλίστρησε και έπεσε κάτω και-.
Επανήλθε, και τώρα ήταν ο εαυτός του πάλι, και πατούσε με τα πόδια του στο έδαφος και είχε τεντώσει τα χέρια του στον αέρα. Κοίταξε προς την τσουλήθρα. Δεν ήταν κανένας. Ούτε στην παιδική χαρά ήταν κάποιος. Βρισκόταν στο δρόμο.  Η πεταλούδα πέρασε πάλι από μπροστά του. Άπλωσε το χέρι του να την πιάσει και χάθηκε.
Πήγε στο γραφείο με δεκαπέντε λεπτά καθυστέρηση. Το αφεντικό του τον περίμενε.
<<Αντωνιάδης! Που ήσουν; Και γιατί δεν απαντάς στο τηλέφωνο;>>.
<<Συγγνώμη κ. Παπαναστασίου, με... εγώ.... άργησα λίγο να ξυπνήσω>>.
<<Άργησες λίγο να ξυπνήσεις; Ε πες το! Αν είναι να αργούμε όλοι να ξυπνήσουμε, να το κάνουμε μπουρδέλο εδώ μέσα, να κλείσουμε το μαγαζί! Με έχεις δει εμένα ποτέ να αργώ να....>>.
Άφησε το αφεντικό του να βγάλει όσα είχε μέσα του μέχρι να ξεθυμάνει και να τον αφήσει να αρχίσει τη δουλειά του.
Και , μετά από πολύ καιρό, χαμογέλασε ενώ άνοιξε το λάπτοπ του.
- Ο.Γ.Θ. 


Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021



Είναι ο λόγος
που διώχνει τα κινούμενα αμάξια μακριά
Που οι τοίχοι δεν απέκτησαν σημάδια με αίμα
Που το κεφάλι βγαίνει έξω από το νερό όταν πρέπει
Που δεν ακούγονται ουρλιαχτά μέσα στη μέρα
Που δεν έχει πέσει ακόμη ο ουρανός να καταπλακώσει
Αυτό τον κόσμο 
Που το σκοτάδι δεν κυριάρχησε
Που ακόμη η καρδιά είναι κόκκινη και
Το δέρμα στα φυσιολογικά του χρώματα
Που ο ουρανός θα ξημερώσει γαλάζιος αύριο
Που το συναίσθημα πως όλα είναι δυνατά κρατεί ψηλά
Που δεν υπερνίκησε τελείως ο φόβος
Που ίσως να μην υπερνικήσει ποτέ η ειρήνη, αλλά δεν πειράζει
Που είναι εντάξει που η κούνια πάει πέρα-δώθε ακόμα.
Είναι αυτή η ελπίδα που δημιουργεί πως
Με τη δημιουργία
Έπονται
Τα καλύτερα.
Είναι 
λόγος 
Ύπαρξης.
-Το γράψιμο, Ο.Γ.Θ.


https://www.pigi.gr/product/poiisi-ta-teleytaia-poiimata/

Κυριακή 11 Ιουλίου 2021



Περπατάνε ελεύθεροι
Εδώ και εκεί
Ζούνε τις ζωές τους
Φαίνεται σα να μη θυμούνται
Σα να μην έδωσαν ποτέ σημασία
Στο τι έκαναν στο παρελθόν
Τι κακό προκάλεσαν, τη δυστυχία, την απογοήτευση
Ο πόνος, η μιζέρια, η αυτοταπείνωση
-Τhe panic, the vomit... .
Υπάρχουν δυστυχώς πολλοί τέτοιοι άνθρωποι
Που κάτι βαθιά μέσα σου
Εύχεται να μην υπήρχαν ποτέ.
Άνθρωποι που δεν είναι απαραίτητα κακοί
Απλά δεν συμπεριφέρθηκαν σωστά, είχαν
Την κακή ώρα μέσα τους.
Ωστόσο, 
Μεγαλώνουμε και συγχωρούμε
Δεν πειράζει πια
Γνωρίσαμε καλύτερα τους ανθρώπους εξαιτίας τους
Εκτιμήσαμε τελικά τα σημαντικά
Μας έδωσαν ένα μάθημα μοναδικό.
Δεν πρόκειται να ξεχάσουμε ποτέ
Ίσως να ξεχαστούμε, αλλά
Δεν πρόκειται
Να ξεχάσουμε
Ποτέ.
Σας ευχαριστούμε καλοί μας άνθρωποι.
-Ο.Γ.Θ.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021



Μια μέρα, κάποτε.
Κάποτε λέγαμε πως θα έρθει 
Μια μέρα που...
Σκεφτόμασταν τόσα πολλά,
Ονειροπολούσαμε, με τις ώρες, πλάσαμε
τόσα πολλά σενάρια
Μόνοι μας , στο δωμάτιο μας 
Στο δρόμο, στην τάξη, μαζί με άλλους, παντού,
Κοιτούσαμε έξω από το παράθυρο
Τους άλλους
Κοιτούσαμε τους τοίχους και τα ταβάνια
Καμιά φορά κλείναμε απλά τα μάτια
Ενώναμε τις παλάμες μας και προσευχόμασταν.
Μια μέρα, κάποτε
Κάποια μέρα...
Κοίτα τώρα πόσο μακριά φτάσαμε
Κοίτα τώρα, πόσο δρόμο έχουμε ακόμη
Κοίτα τώρα 
Μπροστά
Όχι 
πίσω.
Σταμάτα να κοιτάς τόσο πίσω.
Και ήρθαν πολλές από τις μέρες
Που λέγαμε πως θα έρθουν κάποτε.
Μια μέρα, κάποτε
Κάποια μέρα
Θα έρθει μια μέρα που....
-Ο.Γ.Θ.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...