Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

το σχέδιο

''τι άλλο θέλετε από εμένα; 
εγώ είμαι απλά ένα θύμα
μιας τεράστιας πλεκτάνης 
της οποίας οι ιθύνοντες
έχουν πεθάνει από καιρό
και κάνεις δεν γνωρίζει
ποιος βρίσκεται πλέον από πίσω.''
αυτό τους είπα
αλλά εκείνοι συνέχισαν να με βαράνε
και έμοιαζαν
το ίδιο χαμένοι με εμένα.
- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

επιτυχία;

στην προσπάθειά σου
να αποδείξεις την αξία σου
στους άλλους
κατάφερες τουλάχιστον
να κάνεις  
κάτι
για εσένα;
ή ακόμα
προσπαθείς;
ή
ακόμα χειρότερο
δεν σου έχει περάσει
καν από το μυαλό;
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Τρίτη 18 Ιουνίου 2024

Ανισορροπία

Α, ξέχασα να προσθέσω πως δεν τα κατάφερα. Μα σε ποιον μιλάω; Σε τι; Ως προς τι; Ανέφερα κάτι προηγουμένως; Ίσως έχω αρχίσει να τα χάνω. Ίσως να είναι πρόωρα σημάδια άνοιας, αλλά δεν είμαι δα και τόσο μεγάλος. Μονάχα λίγο βλαμμένος και κομματάκι ανισόρροπος. Τέλος πάντων, ας το πιάσουμε από αλλού, από που;, από κάπου, τέλος πάντων, για να μην μπερδευτούμε και για να διατηρηθεί μια κάποια ροή.
Έχουμε και λέμε: αναγκάστηκα να του ζητήσω δανεικά, γιατί έπρεπε να... Όχι, δεν έπρεπε, απλά εγώ τα ήθελα για... Αν και τα πρέπει μας καμιά φορά... Αλήθεια, ζήτησα δανεικά; Και, αν ζήτησα, γιατί δεν τα έδωσα πίσω; Όχι, όχι, δεν είναι αυτό.
Ουφ, πάμε πάλι!
(Μουσική Supermarket)
Είναι δύσκολο να οργανώσεις τις σκέψεις σου καμιά φορά. Γυροφέρνεις στο κεφάλι σου το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά, μέχρι που γίνεται μια μάζα πηχτή, σαν ζυμάρι. Ή, μπορεί να το σκεφτείς μια φορά, να πεις, Α!, αυτό είναι σημαντικό για μένα, σημαντικό για την ίδια μου την ζωή, για το μέλλον μου κλπ., και, προτού το καταλάβεις, να το έχεις ξεχάσει και να το θυμηθείς πάλι σε μια εντελώς ανύποπτη στιγμή, εντελώς άκυρη, εκεί που κάνεις μπάνιο, ας πούμε, ή ενώ σε κατσαδιάζει το αφεντικό σου. Πάμε, ανύποπτη στιγμή, θα απασχολήσω τον εγκέφαλό μου με κάτι άλλο, έτσι ώστε να μου έρθει αυτό για το οποίο έκανα λόγο εξ' αρχής.
<<Ένας τύπος μπαίνει στο σπίτι του. Η γυναίκα του πετάγεται από τον καναπέ και τρέχει να τον αγκαλιάσει. Εκείνος της ρίχνει σφαλιάρα.
-Καριόλα!, της λέει οργισμένα. 
Εκείνη τα έχει χάσει.
-Είσαι έγκυος και μου το λες έτσι απλά; 
-Πας καλά ρε; Πως να στο πω; 
-Ποιος είναι ο πατέρας;
-Εσύ, ποιος θες να είναι;
-Α, εγώ...Ok, αντέδρασα κάπως υπερβολικά, δε νομίζεις.
-Βρε σατανά!>>
Ναι, εντάξει, δεν ήταν ο καλύτερος διάλογος. Αλλά εδώ μου διαβάζετε μαλακίες επί μαλακιών, αυτό σας πείραξε; Τουλάχιστον είχε συναίσθημα και ήταν και λίγο απροσδόκητο... Άντε, πάμε πάλι, λίγο πιο ανάλαφρο.
<<Ο Ρίτσαρντ γύρισε εξουθενωμένος από την πολύωρη πτήση του. Στην Ελβετία, όπου βρισκόταν, είχε ένα πολύ σημαντικό meeting και το μόνο που ήθελε ήταν να ξεκουραστεί. Στο σπίτι, τον περίμενε η Αναστασία, η οποία ήταν κόρη καθαρίστριας και την οποία ο Ρίτσαρντ είχε ερωτευθεί σφόδρα από την πρώτη φορά που την είδε, ενώ εκείνη βοηθούσε την μητέρα της, που καθάριζε τα δωμάτια ενός από τα πολλά ξενοδοχεία που είχε ο Ρίτσαρντ. Δεν τον ένοιαζαν ούτε η εμφάνισή της, ούτε η καταγωγή της, ούτε τίποτα. Η καρδιά της ήταν το μόνο που κοίταζε.
Ο Ρίτσαρντ μπήκε στο σπίτι και η Αναστασία, μόλις τον κατάλαβε, σηκώθηκε και η καρδιά της πετάρισε. Εκείνος μπήκε στο σαλόνι. Την είδε που έπινε το ουίσκι της, διαβάζοντας ένα περιοδικό. Πήγε κοντά της, της πήρε το περιοδικό από τα χέρια και μετά της τα αγκάλιασε με τα δικά του. Τα μάγουλα της Αναστασίας κοκκίνισαν.
-Αγάπη μου!, της είπε.
-Φως μου!, του είπε.
-Λατρεία μου!
-Ζουζούνι μου!
-Έχω να σου πω κάτι...
Η Αναστασία ταράχτηκε. Ανακάθισε καλύτερα. Το φυλλοκάρδι της έτρεμε. Τι να ήθελε να της πει;
-Αναστασία...
-Ρίτσαρντ...
-Αναστασία...Ωωωω...
-Ρίτσαρντ...Τι έγινε;
-Μου τηλεφώνησε ο...Είχα βάλει ιδιωτικό ντετέκτιβ και...Αναστασία...Είμαστε αδέρφια!
-ΤΙΙΙΙ;>>
Έβαλα λίγη ανατροπή στο τέλος. Πως σας φάνηκε; Τέλος πάντων...
Το θέμα είναι πως ακόμα δεν κατάφερα να θυμηθώ εκείνο για το οποίο ξεκίνησα, που είπα στην αρχή πως δεν τα κατάφερα. Και τελικά ούτε δανεικά ζήτησα. Αυτό, τουλάχιστον, το θυμήθηκα. Αλλά τι να γίνει; Καμιά φορά ξεκινάς από κάπου, χωρίς απαραίτητα να καταλήξεις κάπου. Είναι και αυτό μέρος της διαδικασίας.
Κάποια μέρα θα βγάλω φτερά. Κάποια μέρα θα βρω τις σωστές λέξεις και θα σταματήσω να κρύβομαι πίσω από αυτές. Μέχρι τότε...
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

Η ανάγκη

Η ανάγκη
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Βρέθηκα εκεί από ανάγκη. Δεν μπορούσα να το αποφύγω, ούτε να περιμένω να φύγει, θα το έκανα χειρότερο: έπρεπε να  χρησιμοποιήσω μια δημόσια τουαλέτα για το χοντρό μου. Ας αφήσουμε τα ίου και τα αηδία στην άκρη. Το number two, όπως το ονομάζουν οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι, είναι από τις πιο ζωτικές μας ανάγκες. Γιατί, από τον κατάλογο αυτών των αναγκών, είναι από τις ελάχιστες, ίσως στις τρείς κορυφαίες, που αν δεν πραγματοποιηθεί, νιώθεις λες σε βασανίζουν με τον χειρότερο τρόπο.
Ήμουν στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης και έκοβα γύρες με την κοπέλα μου. Είναι ένα μέρος που πηγαίνω με μεγάλη χαρά. Όχι αναγκαστικά για να πάρω βιβλία, μιας και, αν έπαιρνα όλα όσα ήθελα, θα τρεφόμουν με παγάκια, αλλά για την όλη εμπειρία. Να δεις τους πάγκους, να αγγίξεις τα βιβλία, να νιώσεις την επιφάνεια και το εσωτερικό τους, να δεις τις λέξεις να σχηματίζουν φράσεις σε τόσα πολλά βιβλία που δεν έχεις ιδέα οτι υπάρχουν, τους ανθρώπους πίσω από τους πάγκους...λες και είσαι σε ένα όργιο, μόνο που κανείς δεν προσπαθεί να σου ακουμπήσει τον κώλο. 
Ήταν την δεύτερη μέρα. Παρατηρούσα το περιβάλλον γύρω μου. Κόσμος παντού, εκδηλώσεις κάθε μια ώρα, ήταν ένα αληθινό φεστιβάλ. Η δικιά μου ήθελε να δει μια ομιλία ενός επιφανούς συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας ή κάτι τέτοιο. Εμένα ποσώς με ενδιέφερε, απλά ήταν ωραία αφορμή για να μπω στον χώρο για άλλη μια μέρα. Τα γούστα μας στην ανάγνωση ήταν διαφορετικά σε μεγάλο βαθμό, αλλά δεν με πείραζε. Μου άρεσε να είμαι μαζί της. Αυτό μου ήταν αρκετό.
<<Κώστα, Κώστα, έλα εδώ!>>
<<Χμ;>>
<<Δες, το βιβλίο που σου έλεγα!>>
Το μάτι της είχε πέσει πάνω σε ένα από τα λεγόμενα βιβλία αυτοβελτίωσης. Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Την πλησίασα, της χαμογέλασα και, όσο εκείνη το ξεφύλλιζε, εγώ έριχνα μια ματιά στον πάγκο. Δεν είχε κάτι το αξιόλογο και έτσι την περίμενα να τελειώσει. Δεν το αγόρασε, εν τέλει, και συνεχίσαμε να κάνουμε την βόλτα μας.
Πλησίαζε η ώρα της παρουσίασης και έπρεπε να πήγαμε εκεί που θα γινόταν, για να πιάσουμε ένα καλό σημείο για να βλέπουμε. Το βρήκαμε και τότε ένιωσα κάτι περίεργο στο στομάχι μου. Δεν έδωσα σημασία. Ωστόσο, λίγα λεπτά μετά, το ένιωσα πάλι. Μετά, άρχισα να νιώθω μυστήρια, σαν πεταλούδες στο στομάχι που πεθαίνουν από τροφική δηλητηρίαση και κατάλαβα πως ή θα έδινα μάχη και θα βασανιζόμουνα ή θα το άφηνα να με νικήσει. Μιας και δεν με ενδιέφερε η ομιλία, αποφάσισα να ενδώσω. Της είπα οτι έπρεπε να πάω τουαλέτα και έφυγα. Περπατούσα σφιγμένος. Λες και βιαζόμουν να πάω κάπου που δεν ήθελα. Και ήταν αλήθεια, θα προτιμούσα χίλιες φορές να βγω έξω, να πάρω ταξί και να γυρίσω πάλι πίσω, αλλά δεν θα είχε νόημα. 
Έφτασα τελικά στην τουαλέτα των ανδρών. Δεν είχε πολύ κόσμο, κάτι κλειστές πόρτες μόνο. Ένιωσα τυχερός, γιατί δεν ήθελα να με ακούσει ούτε να με καταλάβει κανένας. Έκανα να πάω στην τέρμα μέσα, όταν, καθώς περπατούσα, το δεξί μου μάτι παρατήρησε κάτι άθελα του, με την περιφερειακή μου όραση. 
Σε ένα από τα ουρητήρια υπήρχε μια κουράδα. Εννοώ μια μεγάλη, φρέσκια κουράδα. Δεν έμεινα, βέβαια, εκεί, καθώς η ανάγκη μου ήταν μεγάλη και έτσι μπήκα μέσα σε μια τουαλέτα και αφέθηκα στην μαγεία της στιγμής. Όταν πάτησα το καζανάκι και βγήκα, ξανατσέκαρα το ίδιο ουρητήριο. Η κουράδα ήταν ακόμα εκεί. Άνετος πια, απέμεινα να την κοιτάζω. Θαύμασα το θάρρος του ανθρώπου που αψήφησε κάθε κοινή λογική και αιδώ. Αλλά τον καταλάβαινα. Μπορεί να ήταν δυσκοίλιος. Μπορεί να είχε να πάει μέρες. Μπορεί κάθε τουαλέτα να ήταν γεμάτη και έτσι, η οποιαδήποτε αναβολή να οδηγούσε στο να μην ξαλαφρώσει. Εκείνη την ώρα μπήκε μια καθαρίστρια και με είδε. Την είδα και εγώ, ξαναείδα την κουράδα και τότε γύρισα πάλι το κεφάλι μου σε αυτήν και άρχισα να το κουνάω πέρα- δώθε.
<<Δεν το έκανα εγώ!>> απολογήθηκα. <<Πριν λίγο ήρθα και...>>
Η καθαρίστρια δεν είπε τίποτα. Αλλά το βλέμμα της τα μαρτυρούσε όλα. Σκατοδουλειά, τι να πεις...
Έπλυνα τα χέρια μου και πήγα προς την κοπέλα μου. Στάθηκα δίπλα της. Ούτε που κατάλαβε πόση ώρα έλειπα. Είχε το βλέμμα της καρφωμένο ευθεία στην σκηνή, περιμένοντας. Πρέπει να φαινόμουν κάπως σκεπτικός, γιατί με ρώτησε αν είχε συμβεί κάτι.
<<Σκατούλες>>, απάντησα μέσα από τα δόντια μου και τα έσφιξα για να μην γελάσω.
<<Πως;>>
<<Τίποτα... Ακόμα δεν βγήκε;>>
<<Μπάαα>>
<<Λες να αργήσει;>>
<<Γιατί, βιάζεσαι;>>
<<Μπα μωρέ. Έτσι ρωτάω>>.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2024

 

Σε κανέναν δεν χωράνε

Και σε κανέναν δεν πηγαίνουν 

Τα δικά μου παπούτσια.

Είναι ένα και μοναδικό ζευγάρι 

Που όμοιο του δεν έχει φτιαχτεί

Και ούτε πρόκειται, γιατί 

Είναι αυθεντικά.

Σίγουρα, έχουν φθορές, ελλατώματα, είναι ανήσυχο ζευγάρι 

Αλλά είναι δικά μου

Και μόνο δικά μου.

Όσα και να δανείστηκα από άλλους

Όσο και να ήθελα να τα πετάξω, να μην τα ξαναδώ μπροστά μου

Πάντα επέστρεφα σε αυτά.

Γιατί με αυτά γεννήθηκα και με αυτά θα πεθάνω.

Γιατί κατάφερα να τα φέρω λίγο περισσότερο στα μέτρα μου.

Γιατί είναι τα δικά μου παπούτσια 

Και πλέον είμαι περήφανος 

Που τα φοράω.

- παπούτσια, Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


 Γιατί συνεχίζεις να τους υπομένεις;

Γιατί τους έχεις ακόμα

Στην ζωή σου, στο μυαλό σου, στην καρδιά σου;

Τι το θες;

Απλά για να μην νιώθεις μοναξιά;

Απλά για να έχεις κάτι στην ζωή σου;

Θα σε κρατήσουν όσο το έχουν ανάγκη 

Και μια μέρα θα σε διώξουν από κοντά τους

Και ούτε θα νοιαστούν.

Αυτό αφήνει χειρότερη επίγευση στο στόμα.

Αυτοί που νοιάζονται πραγματικά 

Είναι ελάχιστοι

Και ο χρόνος το δείχνει.

Να έχεις δύναμη.

Ναι, σου αξίζουν πολλά παραπάνω.

Πες τους, άντε στα κομμάτια

Και συνέχισε.

Θα το δεις, μετά

Θα νιώθεις καλύτερα.

Άντε, μάτια μου

Άντε.

- αντίο, Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)


  Ναι το ξέρω, ούτε σήμερα
Ήταν εύκολα.
Και ο ύπνος, αν έρθει, θα έρθει δύσκολα.
Σου πονάει το κεφάλι, τσούζουν τα μάτια σου,
κοιτάζεις το κενό, νιώθοντας το κενό
Και αναρωτιέσαι...
Έλα τώρα, νομίζεις πως δεν το ξέρω;
Δεν έχεις ιδέα τι κόλαση αντίκρισα
Και πόσες λάθος επιλογές έκανα.
Μα όλα θέλουν τον χρόνο τους.
Μην μετανιώνεις για τα πάντα
Αλλά μάθε από αυτά.
Βγες έξω να δεις τον ήλιο να ανεβαίνει.
Είναι τόσο υπέροχο το χρώμα του ουρανού όταν ξημερώνει. 
Δανείσου λίγο για την καρδιά σου.
Έλα, τα κατάφερες.
Για άλλη μια μέρα
Τα κατάφερες. 
Δεν νομίζεις οτι έκανες ήδη αρκετά;
Μπορείς να κοιμηθείς ήσυχα, μπορείς να ξαπλώσεις τώρα.
Και αύριο μέρα είναι.
- σήμερα και αύριο, Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...