Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022




Το μαγαζί ήταν ήδη φουλ όταν έπιασα την απογευματινή βάρδια και, στο κλείσιμο, είχαμε ακόμα τραπέζια που πλήρωναν τους λογαριασμούς τους. Οπότε, ενώ είχε πάει 03:15 το βράδυ, εγώ ακόμα μάζευα ποτήρια και πιάτα και τα άφηνα μέσα στη λάντζα, καθαρίζοντας ,παράλληλα, τραπέζια και τακτοποιώντας το μέρος, μαζί με τους υπόλοιπους, για να το βρούνε εντάξει οι της πρωινής βάρδιας. Ευτυχώς, στις 03:45 τελειώσαμε, κλειδώσαμε και είπαμε καληνύχτα.
Έπρεπε να περπατήσω από τη Μητροπόλεως μέχρι την Εγνατία για να πάρω το νυχτερινό αστικό- για ταξί ούτε λόγος,  θα πληρωνόμουν την επομένη και, μέχρι τότε, είχα 1,72 ευρώ στο λογαριασμό μου. Έτσι, έβαλα τα ακουστικά μου και κίνησα για πάνω. Λίγο πριν φτάσω στην Εγνατία για να στρίψω προς την Αντιγονιδών, ένιωσα κάποιες διαταραχές στο στομάχι μου, Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, όταν ,όμως, έφτασα στη στάση και σταμάτησα για να περιμένω το αστικό, το στομάχι μου μού έδειξε τι πραγματικά... ''αισθανόταν''. Έσφιξα το δεξί μου χέρι σε γροθιά, για να διώξω την ενόχληση και αυτό είχε κάποια επιτυχία. Κοίταξα πάνω, είδα πως το 1Ν θα ερχόταν σε 5 λεπτά και άλλαξα τραγούδι για να ξεχαστώ.
Αν και καθημερινή, όταν έφτασε, το αστικό είχε αρκετό κόσμο, περισσότερο από όσο περίμενα. Στην κυριολεξία, έσπρωξα άτομα για να μπω μέσα. Που να τους εξηγούσα το επείγον της περίστασης, χέστηκαν. Μεταξύ μας, αν δεν έμπαινα, και εγώ στην κυριολεξία, αυτό είναι άλλο θέμα. Βρήκα μια θέση, κάθισα και κράτησα σφιχτά την τσάντα μου.
Μέχρι την Καμάρα, τα πράγματα ήταν υπό έλεγχο. Όταν ,όμως, το αστικό έφτασε στο ΠΑΜΑΚ, τότε ξεκίνησε το κακό, γιατί ο εγκέφαλος μου καταλάβαινε πως πλησιάζω στο σπίτι και είχε ήδη αρχίσει να δίνει, ενάντια στο θέλημα μου, εντολές στο σώμα μου να ετοιμάζεται. Δεν ξέρω πως μπορεί να φαινόμουν στους υπόλοιπους μέσα στο αστικό, η κοπέλα, ωστόσο, που καθόταν δίπλα μου είχε μαζευτεί λίγο στη θέση της. Ήθελα να γυρίσω και να της πω, Όχι, μην ανησυχείς, δεν είναι κάτι σοβαρό, να αδειάσω απλώς θέλω και θα φαίνομαι φυσιολογικός, αν θες πάμε και για μπύρα μετά, αλλά φυσικά όλα αυτά τα σκεφτόμουν για να απασχολήσω το μυαλό μου μέχρι να φτάσει η ύστατη στιγμή. Πρέπει να την σκούντηξα λίγο την καημένη όταν φτάσαμε Μπότσαρη, στην προσπάθεια μου να βγω όσο πιο γρήγορα γινόταν, γιατί παρατήρησα τον μορφασμό κάτω από τη μάσκα και γι'αυτό της ζήτησα αμέσως συγγνώμη. Λογικά αδιαφόρησε για το συγγνώμη μου και απλά περίμενε την ώρα να πάει σπίτι για να κοιμηθεί. Ή να βρει το αγόρι της. Ή την κοπέλα της. Σκέψεις, σκέψεις, απλά για να-.
Μόλις πάτησα το πόδι μου ξανά στο δρόμο, προσπάθησα να τρέξω, μα κάθε βήμα γινόταν με προσοχή, γιατί μπορεί να άνοιγε απότομα τις πύλες της Κόλασης. Με τα χίλια ζόρια τα κατάφερα να φτάσω στην πολυκατοικία μου. Ξεκλείδωσα και τις δύο πόρτες, την κάτω και του διαμερίσματος μου, με τέτοια ορμή, που φοβήθηκα μην σπάσει το κλειδί, χωρίς, ωστόσο, να με πολυνοιάζει εκείνη τη στιγμή. Μόλις μπήκα στο σπίτι, πέταξα ό,τι είχα κάτω και άρχισα να ξεκουμπώνω το παντελόνι, τρέχοντας προς την τουαλέτα. Κάθισα την τελευταία στιγμή και έπιασα την πετσέτα που είχα απλωμένη δίπλα μου από την ένταση. Όταν έφυγε το πρώτο κύμα και άρχισα να βαριανασαίνω από ευτυχία, πήρα το κινητό που μου είχε πέσει κάτω. Είχαν βγει τα ακουστικά και από το ηχείο είχε αρχίσει να ακούγεται το The Chain των Fleetwood Mac.
Πρέπει να είχαν περάσει κοντά στα δύο λεπτά που σκρόλαρα στο Instagram, όταν ένιωσα ένα ταρακούνημα στη λεκάνη. Σήκωσα το κεφάλι μου και σκέφτηκα πως ήταν η φαντασία μου. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ξανά το ίδιο. Σηκώθηκα αυτή τη φορά ολόκληρος και, μηχανικά, άρχισα να κόβω χαρτί τουαλέτας. Δεν πρόλαβα να σκουπιστώ τελείως, όταν και ένιωσα ένα δεύτερο ταρακούνημα.
Δεν το...Σεισμός, μουρμούρισα.
Όπως ήμουν, σήκωσα τα βρακιά μου , πήρα το κινητό και και έτρεξα καρφί έξω. Όχι και να με βρουν καλυμμένο με σκατά, σκέφτηκα. Άνοιξα την πόρτα και άρχισα να κατεβαίνω δύο- δύο τις σκάλες. Λάθος μου να βγω έτσι, αλλά είχα πανικοβληθεί, μέσα στην κούραση μου και όλα τα σχετικά. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η μπασογραμμή από το The Chain, που σε μεταφέρει σε άλλο γαλαξία και ένιωθα σα να είμαι πρωταγωνιστής σε καμιά ταινία.
Όταν βγήκα έξω και στάθηκα μπροστά από την πολυκατοικία μου, όλα ήταν στη θέση τους. Ένας τύπος, που μάλλον γυρνούσε σπίτι του από έξοδο, παραπατώντας ελαφρώς, με είδε και γέλασε. Αυτό με επανέφερε στην πραγματικότητα και συνειδητοποίησα πως στεκόμουν στη μέση του δρόμου, με το μπλουζάκι, το μποξεράκι και το κινητό μου να παίζει μουσική.
Ηλίθιε, σκέφτηκα, πέσε για ύπνο.
Έσκυψα το κεφάλι και ανέβηκα πάλι πάνω.
-Ο.Γ.Θ.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022




Με πήρε ο ύπνος στον καναπέ τις προάλλες, σχεδόν γυμνό, έχοντας πιει καμιά 10αριά μπύρες και κουρασμένο από την δουλειά, έχοντας στο μυαλό μου πως θα ξαπλώσω για λίγο μόνο και μετά θα πάω στο κρεβάτι μου. Μάλλον μου ήρθε αυτή η τρομερή ιδέα επειδή ήμουν αρκετά μεθυσμένος. Ο ύπνος πρέπει να με πήρε σχεδόν αμέσως και ήταν από τις λίγες φορές που θυμάμαι το όνειρο που είδα. 

Το υποσυνείδητό μου πήρε εμένα, όπως ήμουν, 28 χρονών ώριμο και έρημο ενήλικα και με μετέφερε στο χωριό μου, στην αυλή του σπιτιού μου. Τα περισσότερα ήταν εκεί όπως τα θυμόμουν, η τεράστια καρυδιά, το σπίτι του παππού και της γιαγιάς μου, το parking για το τρακτέρ, η αποθήκη- λες και είχα πάει για επίσκεψη το 2005, αν και έλειπαν κάνα δυο πράγματα ή είχαν αντικατασταθεί από άλλα. Ας πούμε, όταν ξεκίνησα να περπατάω προς το δρόμο, ο μικρός κήπος με το γρασίδι μπροστά από το σπίτι δεν υπήρχε, στην θέση του ήταν μια βάρκα με δύο κουπιά, πάνω στο χώμα και αυτό δεν μου φάνηκε καθόλου περίεργο. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και πουλιά κελαηδούσαν, αλλά, όταν τα κοίταζα πάνω στα καλώδια της ΔΕΗ, μου έμοιαζαν πολύ ακίνητα, σαν παγωμένα. Ήμουν μόνος, αλλά όχι για πολύ, γιατί άκουσα κάτι νιαουρίσματα στα δεξιά μου, γύρισα και ένας γάτος καβαλούσε μια γάτα, δαγκώνοντάς την από τον αυχένα- ήταν και αυτοί παγωμένοι- και μετά άκουσα ανθρώπινες φωνές και έκανα μεταβολή και ήταν όλοι τους εκεί, ακόμα και οι πεθαμένοι. Ήταν λες και στο όνειρο, ο χρόνος είχε παγώσει όταν ήμουν δέκα χρονών. Ο παππούς μου κάπνιζε και δεν είχε βγάλει ακόμα καρκίνο, οι ρυτίδες της γιαγιάς μου δεν είχαν γίνει πιο έντονες, τα ξαδέρφια και οι φίλοι μου ήταν ακόμα παιδιά. Ωστόσο, κανένας τους δεν μιλούσε. Δηλαδή, άκουγα φωνές και γέλια και τα σχετικά, αλλά κανενός τα χείλη δεν κινούνταν, μόνο τα σώματα τους. 
Ένιωσα κάτι στα πόδια μου και, σκύβοντας το κεφάλι, είδα μια μπάλα ποδοσφαίρου στα δεξιά μου. Την σήκωσα με το δεξί μου πόδι, άρχισα να κάνω ζαράκια και ένιωθα πως όλοι με κοιτούσαν, όταν, όμως, σήκωσα το κεφάλι μου, είχαν εξαφανιστεί. Η μπάλα τότε έφυγε από τα πόδια μου και άρχισε να τσουλάει προς το δρόμο. Πήγα να την πάρω αλλά, όποτε την έφτανα, σα να φυσούσε δυνατός αέρας και την παρέσερνε πιο πέρα, μέχρι που την πήγε στο δίπλα σπίτι. Η μπάλα τσούλησε μέχρι την αυλή  και πήγε βαθιά μέσα.
Το σπίτι αυτό ήταν μια απλή μονοκατοικία, οι τοίχοι χρώματος άσπρου, παράθυρα, πόρτα, σκεπή με κεραμίδια μαύρα, τέτοια πράγματα, που απ' έξω μου φαινόταν πως ήταν πιο μικρό από ό,τι θα ήταν μέσα. Έξω-έξω, προστατευόταν από ένα πέτρινο τoιχάκι, κοντά στο μισό μέτρο ύψος, το οποίο στην κορυφή του είχε μαύρα, μυτερά κάγκελα, Στην μέση, υπήρχε μια πόρτα  και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ακριβώς είχε τσουλήσει η μπάλα εκεί μέσα. Ωστόσο, πλησίασα την πόρτα και την άνοιξα. Όταν την έκλεισα, άκουσα πάλι φωνές και τις ακολούθησα.
Ήταν από την αυλή, που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του σπιτιού, αριστερά όπως την έβλεπα εγώ. Περπάτησα μερικά βήματα και στάθηκα στη μέση. Μια πολύ μεγάλη έκταση, σαν γήπεδο ποδοσφαίρου, με εναλλαγές χώματος και γρασιδιού σε γραμμές οριζόντιες και, στο βάθος, διέκρινα κάτι που πρέπει να ήταν αποθήκη και parking. Στη μέση εμού και της αποθήκης-parking , κάθονταν δύο άνθρωποι. Τους αναγνώρισα από τις πλάτες, ήταν ένας θείος και μια θεία μου, νεκροί πλέον εδώ και χρόνια. Τους πλησίασα με αργά βήματα και, όταν έφτασα από πάνω τους, είδα πως κρατούσαν μια κότα, έτοιμοι να την σφάξουν. Ποτέ δεν μου άρεσε αυτό, να βλέπω δηλαδή κότα να σφάζεται, και είχα δει αρκετές όταν ήμουν μικρός. Κυρίως με αηδίαζε όταν της αδειάζαν τα εντόσθια από σκατά και άλλα συναφή. Αλλά για τους μεγαλύτερους, ήταν απλά μέρος της πραγματικότητας τους. 
Ή δεν με είχαν καταλάβει ή απλά δεν μου έδιναν σημασία. Η θεία μου κρατούσε δυνατά την κότα στο έδαφος, όσο ο θείος μου την αποκεφάλιζε. Και όταν η κότα πήγε να το σκάσει, με το κεφάλι κομμένο, έχοντας ακόμα τις τελευταίες της αισθήσεις, ο θείος μου την κράτησε ακόμα πιο γερά. Όταν η κότα σταμάτησε να κουνιέται και ήταν σίγουροι πως πέθανε, η θεία μου σηκώθηκε όρθια και πήγε μέσα στο κοτέτσι, το οποίο μόλις τότε παρατήρησα πως υπήρχε μέσα στην αυλή. Δύο λεπτά μετά, βγήκε με μια άλλη κότα στο δεξί της χέρι και το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά και κατέληξα να γίνω μάρτυρας μιας ολόκληρης γενοκτονίας κοτετσιού, δεκάδες άψυχα κουφάρια κοτών να κείτονται λίγο πιο δίπλα μου, σχηματίζοντας ένα βουναλάκι. Ο θείος και η θεία μου ήταν γεμάτοι αίμα τώρα, από την κορφή ως τα νύχια.
Μόνο όταν η θεία μου βγήκε από το κοτέτσι με το τελευταίο κοτόπουλο στα χέρια της, κατάλαβε πως ήμουν εκεί και ήρθε και με αγκάλιασε, γεμίζοντας με αίματα, ενώ το ράμφος της κότας άρχισε να με τσιμπάει στο δεξί μου χέρι.
<<Τι κάνεις παλικάρι μου;>>, είπε και τα χείλη της κουνήθηκαν.
<<Καλά θεία, εσείς;>>.
<<Τα ίδια, όπως τα ξέρεις. Συνηθίσαμε τον πόλεμο. Εσύ, πως και από εδώ;>>.
<<Προσπαθώ να του ξεφύγω. Έπεσε η μπάλα στην αυλή και ήρθα να την πάρω>>.
<<Που είναι;>>.
<<Δεν ξέρω. Θα την ψάξω λίγο>>.
<<Ψάξε όσο θες>>, είπε και ξανακάθισε στη θέση της. Ο θείος μου ακόνιζε το μαχαίρι του.
Άρχισα να ψάχνω την μπάλα μου και την βρήκα αμέσως. Ήταν λίγο πιο μπροστά. Όταν, όμως, έσκυψα για να την πάρω στα χέρια μου, η μπάλα εξαφανίστηκε.  Έκανα μεταβολή για να γυρίσω πίσω και είδα όλους όσους είχα δει προηγουμένως στο σπίτι μας, να έχουν πιαστεί σε κύκλο και να χορεύουν γύρω από τον σωρό με τα κοτόπουλα και μου ήρθε η παρόρμηση να πιαστώ και εγώ μαζί τους. Ωστόσο, μόλις τους έφτασα, πισωπάτησα, ανακατεύτηκα και, πριν κάνω εμετό, ήρθε η θεία μου, μού έκλεισε το στόμα και μου έδωσε το μαχαίρι που κρατούσε ο θείος μου. 
<<Σειρά σου τώρα. Μην κάνεις το κοτόπουλο να περιμένει, μην παρατείνεις την αγωνία του. ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ, ΚΑΝΕΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΛΥΤΩΣΕΙ>>.
Υπάκουσα και πήρα το μαχαίρι. Πήγα και κάθισα στη θέση της, ενώ ο θείος μου κρατούσε τώρα το κοτόπουλο και με κοίταζε στα μάτια, σα να μου έλεγε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Σήκωσα το μαχαίρι ψηλά και το χέρι μου πάγωσε. Ήταν το βλέμμα της κότας που με έκανε να παγώσω, δεν μπορούσα, δεν γινόταν να σφάξω την καημένη την κότα, δεν της άξιζε,  δεν έπρεπε, δεν ήταν σωστό και τότε η θεία μου όρμησε, άρπαξε το μαχαίρι από το χέρι μου και φώναξε <<ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ, ΜΗΝ ΔΕΙΛΙΑΖΕΙΣ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΗ ΟΔΟΣ>> και , λίγο πριν την αποκεφαλίσει, η κότα έκοψε με τα νύχια της το κεφάλι της, κόβοντας μαζί και το χέρι του θείου μου  άρχισε να τρέχει σαν μανιακή πάνω κάτω, στο γρασίδι και το χώμα, μέχρι που ξεψύχησε και εγώ έπεσα στο γόνατα και-

Πετάχτηκα όρθιος και ανακατεύτηκα. Όχι από το όνειρο, αλλά από τις μπύρες. Τσέκαρα το κινητό μου και δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά από τη στιγμή που ξάπλωσα. Σηκώθηκα με αργές κινήσεις. Ενώ πήγαινα προς το δωμάτιο μου, άλλαξα γνώμη και σταμάτησα πρώτα στην κουζίνα. Άνοιξα τον καταψύκτη και έβγαλα δύο μπούτια κοτόπουλου να ξεπαγώσουν.
-Ο.Γ.Θ.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022




Κάθισα και σκέφτηκα αρκετά όλη αυτή την ώρα και κατέληξα πως ίσως να είχα περισσότερα πράγματα να πω, αν η ζωή μου πήγαινε λίγο καλύτερα τις στιγμές που περίμενα ή ήθελα να πάει ή αν δεν ήμουν τόσο απελπιστικά βλαμμένος ώρες- ώρες και την ζούσα λίγο παραπάνω ή αν την εκτιμούσα παραπάνω όταν έπρεπε- αν όλα αυτά τα ''αν'', έστω τα μισά, γινόντουσαν πράξη. Για παράδειγμα, εκείνο το βράδυ που οι φίλοι μου έκαναν ένα τρελό όργιο με κάτι κοπέλες που γνώρισαν σε ένα πάρτι, ενώ εγώ ήμουν στο σπίτι και έβλεπα ένα βίντεο διάρκειας 12 ωρών μιας animated γάτας που έβγαζε ένα ουράνιο τόξο από τον κώλο και πετούσε στα αστέρια, όσο έπαιζε από πίσω μια σπαστική μουσική. Ολόκληρο το βίντεο! Αν και-
Μισό λεπτό!
Όχι, ψέματα. Δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αν και νομίζω πως-
Όχι, ψέματα. Ναι, σωστά. Ναι, σωστά. Όσα είπα, ξεχάστε τα. Δηλαδή...άκυρο...
Τόσο βαρετή είναι η ζωή μου, που δεν έχω κάτι ουσιαστικό να πω; Ή απλά απέφυγα τόσο να την κάνω περισσότερο ενδιαφέρουσα, που μετά από ένα σημείο δεν είχε πια νόημα; Κάτσε, κάτσε, γιατί αυτό δεν είναι καλό, αυτό είναι-
Είμαι... ναι, είμαι τόσο χρονών. Και έχω καταφέρει... ναι, έχω καταφέρει τόσα στη ζωή μου. Και έχω αποτύχει...ναι, έχω αποτύχει σε τόσα πολλά στη ζωή μου. Αυτό είναι η ζωή; Ναι, σωστά.... Ναι, σωστά.
Άραγε, σε τελική ανάλυση, τι έχω κάνει/καταφέρει εγώ που να αξίζει να ειπωθεί; Μερικά είναι πολύ ωραία, τα μισά είναι έτσι και έτσι και όσον αφορά τα υπόλοιπα, ή πρέπει να τα διαμορφώσω καταλλήλως ή να τα ρίξω λίγο μπαχαρικό για να γίνουν κάπως πιο νόστιμα. Και, ένα πολύ μικρό, ελάχιστο, μερίδιο που θα κρατήσω για μένα, για το μυαλό, την καρδιά, τα μάτια, τα χέρια, τα χείλη, τον εαυτό μου. Δεν βγάζει πολύ νόημα. Για μισό. Μπα, βγάζει. Τουλάχιστον για μένα.
Παρόλα αυτά, δεν απάντησα στην ερώτηση που εγώ ο ίδιος έθεσα στον εαυτό μου. Αλλά, από την άλλη, έχω μια ζωή, χρόοοοονια ολόκληρα μπροστά μου για να βρω τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μου. Και αν δεν τις βρω ποτέ; Αν περάσω μια ζωή να ψάχνω απαντήσεις σε ερωτήσεις που είναι εκ φύσεως άλυτες ή τόσο περίπλοκες που δεν διαθέτω την πνευματική διαύγεια να τις επεξεργαστώ καταλλήλως; Αν και...υπάρχει θέμα και να συμβεί αυτό; Αυτό δεν είναι μέρος της ζωής; Να θέτεις ερωτήματα τα οποία, παρόλο που έχεις μια υπόνοια πως δεν θα τα απαντήσεις ποτέ, παρόλα αυτά, προσπαθείς να ξεμπλέξεις τον μίτο και να οδηγηθείς στη ρίζα του προβλήματος ή, τουλάχιστον, από τη δική σου οπτική, να φτάσεις σε ένα σημείο που με ασφάλεια μπορείς να πεις, εδώ κατέληξα, ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω και έβγαλα τελικά κάποια άκρη;
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, πως κάποτε βρέθηκα μπροστά από μια ανοικτή πόρτα. Μεταφορικά ή κυριολεκτικά, τι σημασία έχει; Καμιά φορά η κυριολεξία μας παραδίδει τις πιο δυνατές μεταφορές. Συνεχίζω. Υπάρχει μια πόρτα μπροστά μου. Ανοικτή. Αποφασίζω να την κλείσω. Αποφασίζω να την αφήσω ανοικτή και να περάσω μέσα. Εκείνη τη στιγμή, το σύμπαν διασπάται, το σύμπαν διχοτομείται, σε δύο παράλληλα, σε εκείνο που κλείνω και σε εκείνο που δεν κλείνω την πόρτα. Και είναι, πραγματικά, πολύ υπέροχο και τρομερό, συνάμα, αν το καλοσκεφτεί κανείς, τι άπειρες δυνατότητες και περιπτώσεις μπορεί να δημιουργήσει μια και μόνο κίνηση μας, μέχρι και να αλλάξει κάπως το ρου της ιστορίας. Γιατί είμαστε μέρος του πλανήτη, μέρος της πραγματικότητας αυτής, οπότε, παρόλο που δεν είμαστε τόσο σημαντικοί ή επιφανείς ή γνωστοί, για να επηρεάζουν οι αποφάσεις μας χιλιάδες ή εκατομμύρια ανθρώπους, παρόλα αυτά, επηρεάζουν εμάς και πιθανότατα τους γύρω μας. Ας πάρουμε για παράδειγμα όλες τις επιλογές που έχουμε κάνει και τι δυνατότητες άνοιγαν μπροστά μας και βάσει αυτών να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα.
Το θέμα, από την άλλη, είναι πως, κατά βάση,  δεν μπορείς να κυνηγήσεις κάτι, μόνο και μόνο για να δημιουργήσεις το συναίσθημα, την ένταση, την εμπειρία, εκείνο, γενικά, που περιμένεις πως θα συμβεί αν... . Ας πούμε, δεν μπορείς να κυνηγήσεις μια κοπέλα ή έναν άνδρα για να τον ερωτευτείς και να σε ερωτευτεί σφόδρα και να ζήσετε ζωή χαρισάμενη. Δεν ξέρω, νομίζω δεν λειτουργεί έτσι ή δεν λειτούργησε ποτέ έτσι, τουλάχιστον στον βαθμό που το περιμένει κάποιος. Θέλει κόπο, θέλει τρόπο, επιμονή, υπομονή, τύχη, ατυχία, όλα τα καλά του ντουνιά σε ένα τσουβάλι, να τα χώσεις μέσα, να το δέσεις σφιχτά από πάνω, να το κουνήσεις, να το χτυπήσεις κάτω σα να είναι νεκρό χταπόδι και κάτι θα βγει. Από την άλλη, σε ορισμένες πτυχές της ζωής μας χρειάζεται αντοχή, υπομονή και επιμονή, μερική τύχη και ικανότητα μόνο. Από την άλλη μεριά, ούτε τελείως άπραγος μπορείς να μένεις ή, το χειρότερο, να θεωρείς πως κάτι κάνεις, ενώ στην ουσία δεν κάνεις τίποτα και απλά να καταριέσαι την άμοιρη σου μοίρα ή το οτιδήποτε. Περπατάμε κάθε μέρα πάνω σε τόσο λεπτά νήματα.
Γι' αυτό, πιστεύω πως, τις περισσότερες φορές, τις καλύτερες και πιο έντονες στιγμές της ζωής σου τις ζεις όταν δεν το περιμένεις. Όταν το μυαλό σου δεν έχει προετοιμαστεί καθόλου, ούτε φαντάζεται αυτό που επακολουθεί και λειτουργείς αποκλειστικά με το συναίσθημα και πάνω στην ένταση της στιγμής. Αυτό νομίζω μετανιώνω περισσότερο από όλα και συνδέεται με αυτό που είπα στην αρχή. Υπήρχε ο αυθορμητισμός, η λαχτάρα, η προσμονή, η χαρά, όλα τα καλά, αλλά, την κομβική στιγμή, τα επισκίαζε ο φόβος και η δειλία και οι δεύτερες σκέψεις. Και ήταν πραγματικά πρωτοφανές το συναίσθημα όταν τα τελευταία έκαναν στην άκρη και έμεναν τα πρώτα. 
Απαιτεί αλλαγές. Μία στο τόσο, κάτι να αλλάζεις στη ζωή σου. Δε χρειάζεται να είναι κάτι σπουδαίο, δε χρειάζεται να είναι κάτι τρομερό, αλλά έτσι δεν βαριέσαι κιόλας και ανακαλύπτεις μερικά πράγματα. Και, αν καθίσεις και το παρατηρήσεις, αν παρατηρήσεις τη ζωή σου, συνειδητοποιείς πως, εν μέσω αυτών των αλλαγών ,κάτι αλλάζει και σε σένα, δημιουργείς σιγά-σιγά την ιστορία σου. Και δεν είναι ανάγκη, ούτε απαραίτητο να είναι όλες καλές αλλαγές. Ίσα-ίσα, αν γνωρίζαμε από πριν το αποτέλεσμα ή τον αντίκτυπο που θα έφερνε μια αλλαγή στη ζωή μας, δεν θα ήταν αλλαγή πραγματικά, αλλά... τι θα ήταν πραγματικά; Κάτι προκαθορισμένο, σίγουρα. Και οι επιλογές μπορούν να είναι προκαθορισμένες, να πεις, από σήμερα θα κάνω τα μαλλιά μου έτσι και όχι έτσι, από σήμερα θα περπατάω για να πάω εκεί που θέλω, κάτι τέτοιο, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι εγγυημένο. Σα να αγοράζεις ένα ξυστό ή να παίζεις ένα Τζόκερ και να περιμένεις το αποτέλεσμα με αγωνία. Μπορεί να κερδίσεις πολλά, μπορεί τίποτα, μπορεί κάτι ελάχιστο, αλλά, μέχρι το τέλος, περιμένεις. Αλλά αυτή είναι μια πολύ φτωχή παρομοίωση, μακάρι όλες οι αλλαγές μας να σήμαιναν το ίδιο. Γιατί υπάρχουν αλλαγές οι οποίες έχουν μεγάλες απαιτήσεις και δεν είσαι πρόθυμος να πάρεις το ρίσκο ή πολύ βολεμένος ή φοβισμένος για να κάνεις το πρώτο βήμα. Και κάποια στιγμή το κάνεις. Και ένα ακόμα. Και ένα ακόμα και ένα ακόμα και λες, αυτό ήταν; Ή δεν το κάνεις και το μετανιώνεις για όλη σου τη ζωή, αναλωμένος σε υποθετικά σενάρια. Και υπάρχει και εκείνη η μικρή χαραμάδα αλλαγών, που χαίρεσαι που δεν την άνοιξες, γιατί καταλαβαίνεις, μετά από καιρό, πως τελικά δεν θα σου έκαναν καλό. Βέβαια, δεν είναι πάντα όσα έζησες, αλλά και εκείνα που δεν έζησες, που μπορούν να δημιουργήσουν τις καλύτερες ιστορίες και σκέψεις σου ή να οδηγήσουν σε αυτές. Αρκεί να μην χαθείς στον κόσμο του φανταστικού.
Τελικά βρήκα μερικά πράγματα να πω και τώρα μπορώ να πω με ασφάλεια πως, εντάξει, δεν ήταν και τίποτα σπουδαία, αλλά γέμισαν μερικές γραμμές.
<<Εντάξει, δεν ήταν και τίποτα σπουδαία, αλλά γέμισαν μερικές γραμμές>>.
Μου άρεσε αυτή η πρόταση. 
Βέβαια, αλλού το πήγαινα και αλλού κατέληξα. Δε βαριέσαι... Έχω μια ζωή για να ζήσω τη ζωή μου, κάτι θα βγει.
-Ο.Γ.Θ.


Δευτέρα 18 Απριλίου 2022



Ίσως τα πράγματα να μπορούσαν να έρθουν και αλλιώς, αλλά μου φάνηκε πως κύλησαν με τέτοια φυσικότητα, που στο τέλος δεν χρειαζόταν να γίνει και κάτι διαφορετικό. Με την Αναστασία συναντηθήκαμε για πρώτη και τελευταία φορά εκείνη τη νύχτα, μια νύχτα από εκείνες δεν έχεις και τόσο όρεξη να βγεις αλλά κάτι γίνεται και καταλήγεις να περνάς από τις πιο αξιομνημόνευτες και δυνατές στιγμές της ζωής σου.
Ήμασταν όλοι έτσι και έτσι στο να πάμε πουθενά εκείνο το βράδυ - και εγώ και ο Ηλίας και ο Θεόφιλος και ο Κυριάκος- αλλά, μιας και ήταν Σάββατο και είχαμε καιρό να βρεθούμε, αποφασίσαμε να πιούμε μια μπύρα στο κέντρο. Πράγματι, ήπιαμε δύο-τρείς μπύρες, πληρώσαμε,  αγοράσαμε ένα κομμάτι πίτσα και την κάναμε για το σπίτι με τα πόδια, μιας και έφτανε καλοκαίρι και ο καιρός ήταν καλός. Μέναμε προς τα ανατολικά της Θεσσαλονίκης όλοι, οπότε θα φεύγαμε παρέα. Όταν φτάσαμε έξω από το Πολυτεχνείο του ΑΠΘ, ακούγοντας την φασαρία, ο Ηλίας πρότεινε να μπούμε για να δούμε την φάση. Επειδή είχαμε πάρα πολύ καιρό να πάμε σε πάρτι του ΑΠΘ, αποφασίσαμε τελικά να περάσουμε για λίγο από εκεί. 
Το μέρος έσφυζε από κόσμο λόγω της ώρας και η μουσική έπαιζε δυνατά. Μας άρεσε και αγοράσαμε από μια μπύρα ο καθένας. Η μουσική και το κλίμα άρχισαν να μας κυριεύουν και τελικά αποφασίσαμε να καθίσουμε παραπάνω- με αποτέλεσμα να πίνουμε  τη μια μπύρα μετά την άλλη.
<<ΓΑΜΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΤΙ>>, φώναξε στο αυτί μου ο Θεόφιλος, ο οποίος είχε ήδη μπετώσει. Εγώ γέλασα, τέλειωσα άλλη μια μπύρα και πήγα να κατουρήσω. Όταν γύρισα, ο Ηλίας κάπνιζε μόνος του, όσο ο Θεόφιλος με τον Κυριάκο χτυπιόντουσαν μέσα σε ένα ατσούμπαλο mosh pit που δημιουργήθηκε μόλις ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το Chop Suey. 
<<Πάμε και εμείς μέσα;>>, τον ρώτησα, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση του.
<<Βρε δε γαμιέσαι;>>, μου απάντησε, φυσώντας τον καπνό.
<<Ευχαρίστως. Έχεις χρόνο; Πάω να πάρω άλλη μια. Θες;>>.
<<Μπα. Ίσως πιο μετά>>.
Πήγα στο αυτοσχέδιο μπαρ και ζήτησα μια μπύρα. Το τραγούδι είχε αλλάξει τώρα και, ενώ γύριζα προς την παρέα μου, λίγο πιο πίσω παρατήρησα μια κοπέλα να στέκεται μόνη της και να λικνίζεται διακριτικά στον ρυθμό, με μια μπύρα στο δεξί της χέρι. Μια κοκκινομάλλα που φορούσε φούστα και  δερμάτινο μπουφάν. Είχα πιει αρκετά ώστε να μην έχω ενδοιασμούς και, χωρίς να πω τίποτα σε κανένα, πήγα και στάθηκα λίγο πιο δίπλα της. Αν και μπορεί να μην ήταν τελείως μόνη της, μπορεί η φίλη της να περίμενε στη σειρά για να αγοράσει κάτι να πιεί, να χωρίστηκε από την παρέα της ή δεν ξέρω και εγώ τι, όπως και να είχε, δεν σκέφτηκα τίποτα εκείνη τη στιγμή και απλά άδραξα την ευκαιρία.
<<Σου αρέσουν οι Χατζηφραγκέτα;>>, την ρώτησα λίγο μετά και της πήρε μερικά δεύτερα για να καταλάβει πως απευθυνόμουν σε αυτήν.
<<Ναι, πλάκα έχουν>>, απάντησε χαμογελώντας- και λίγο αμήχανα. 
<<Εγώ τους άκουγα πολύ στο πρώτο και στο δεύτερο έτος, μετά σταμάτησα. Με λένε Δημήτρη. Εσένα;>>.
<<Αναστασία>>, μου είπε και δώσαμε τα χέρια. 
<<Χάρηκα! Πως και από αυτό το πάρτι;>>.
<<Γυρνούσα σπίτι από έξω και είπα να περάσω μια βόλτα. Μένω στις Εστίες πιο πάνω, οπότε ήταν στο δρόμο μου>>.
<<Κατάλαβα... Άρα ήρθες μόνη σου;>>.
<<Ναι. Μου αρέσει η μουσική που παίζουν εδώ. Γιατί;>>.
<<Τίποτα. Απλά μου φάνηκε περίεργο, να έρθει δηλαδή κανείς σε τέτοιο πάρτι μόνος του>>.
<<Επειδή είμαι κορίτσι το λες;>>.
<<Όχι, καμία σχέση. Εγώ , ας πούμε, ήρθα γιατί ήμασταν έξω με τους φίλους μου. Και τί φίλους! Ένας από αυτούς είναι ο Θεόφιλος εκεί, που τον βλέπω τώρα να κρατάει το ένα παπούτσι του στον αέρα για κάποιο λόγο. Μόνος δεν θα ερχόμουν, θα πήγαινα σπίτι απευθείας>>.
Μόλις είδε τον Θεόφιλο, άρχισε να γελάει και αισθάνθηκα πως χαλάρωσε κάπως τη στάση της απέναντι μου. Πλέον με κοίταζε περισσότερο στα μάτια.
Συνεχίσαμε την κουβέντα για αρκετή ώρα ή απλά έτσι μου φάνηκε, ώσπου μου είπε πως θα έφευγε, γιατί είχε πάει αργά. Της πρότεινα, αν δεν είχε θέμα, να την συνοδεύσω μέχρι τις Εστίες, γιατί θα ένιωθα άσχημα να την άφηνα να περπατήσει μόνη της εκείνη την ώρα μέχρι εκεί. Το σκέφτηκε , συμφώνησε και της ζήτησα να περιμένει λίγο, για να χαιρετήσω τους φίλους μου. Τους είπα στα γρήγορα τι είχε συμβεί και άρχισαν να χαχανίζουν. Ο Ηλίας έβαλε το χέρι του σε μια τσέπη του, μετά στην δεξιά τσέπη του μπουφάν μου και μού ευχήθηκε να περάσω καλά.Δέκα λεπτά μετά βρεθήκαμε κάτω από τις Εστίες όπου έμενε η Αναστασία, λίγο πιο πάνω από το Καυτατζόγλειο. Η Αναστασία ήταν από τα Τρίκαλα και το τελευταίο μέρος της συζήτησής μας είχε μονοπωλήσει το κρασί από τα Τρίκαλα και πόσο ωραίο ήταν και μου αποκάλυψε, τελικά, πως είχε ένα μπουκάλι πάνω στο δωμάτιο της. Εξέφρασα την περιέργεια μου να το δοκιμάσω και, πριν πούμε καληνύχτα, της το ανέφερα πάλι.
<<Γιατί δεν ανεβαίνεις να δοκιμάσεις τότε;>>.
Νομίζω εκείνη τη στιγμή ανέβασα ταχυπαλμίες, αλλά προσπάθησα να το παίξω όσο πιο ήρεμος γινόταν.
<<Φυσικά!>>, είπα. Κατευθυνθήκαμε στο ασανσέρ, μπήκαμε, πάτησε το κουμπί για τον έβδομο όροφο και, να 'μαστε, να ξεκλειδώνει την πόρτα της και να βγάζουμε τα παπούτσια μας.
<<Είναι ακατάστατα, το ξέρω. Με συγχωρείς>>, είπε γελώντας.
<<Είναι μια χαρά, μην ανησυχείς>>, της απάντησα και το εννοούσα. Από την άλλη, πρώτη φορά βρισκόμουν σε δωμάτιο Εστίας. Ήταν σα να είχα μπει σε ένα δωμάτιο πολύ φθηνού ξενοδοχείου, το οποίο δεν είχε καν δική του τουαλέτα. Ήταν κοινόχρηστες, όπως έμαθα, το ίδιο και το μπάνιο και συνειδητοποίησα αργότερα πόσο τυχερός ήμουν που είχα την δυνατότητα να μένω σε διαμέρισμα μόνος μου, με δική μου τουαλέτα, να μην μοιράζομαι την χέστρα μου με άλλους πόσους κάθε μέρα, αλλά όποτε θέλω να ακουμπάω τον κώλο μου και να κάνω την δουλειά μου σαν άνθρωπος.
Έτσι, κάθισα στο κρεβάτι, όσο η Αναστασία γέμιζε, για κάποιο λόγο, ένα μεγάλο κρασοπότηρο μέχρι πάνω. Αυτό δεν ήταν για να δοκιμάσω, ήταν να το πιώ κούπα και το έφερα ίσα-ίσα στα χείλη μου και κατέβασα μια γουλιά.
<<Πολύ ωραίο!>>, είπα άφησα το ποτήρι πάνω στο γραφείο της.
<<Δεν με πίστεψες, ε;>>, είπε και χαμογέλασε. Τότε, λίγο πριν η σιωπή μας γίνει αμήχανη, την άρπαξα και την φίλησα. Εκείνη ανταπέδωσε και βρεθήκαμε να φιλιόμαστε πάνω στο κρεβάτι της, σαν άγρια ζώα. Της ξεκούμπωσα το φουστάνι, της το έβγαλα και εκείνη έβγαλε την δική μου μπλούζα. Με ξάπλωσε στο κρεβάτι ανάσκελα, κάθισε πάνω μου και, στο μυαλό μου, το πιθηκάκι που υπάρχει συνήθως και βαράει δύο πιατίνια, είχε πάρει φωτιά και τα χέρια μου πήγαιναν στα απαγορευμένα όρη και ανακάλυπταν νέες βουνοπλαγιές. Ωστόσο, τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να προχωρήσω παρακάτω, η Αναστασία έκανε ένα βήμα πίσω.
<<Νομίζω πως είναι η ώρα να σταματήσουμε>>, είπε και έφυγε από πάνω μου. Πρέπει να την κοίταξα σαν χαζός. Ήταν εντελώς απροσδόκητο, αναπάντεχο, σα να πήραν από ένα παιδί το παιχνίδι του.
<<Τι εννοείς;>>, την ρώτησα, αλλά εκείνη είχε ήδη σηκωθεί.
<<Κοίτα και το φουστάνι μου πως είναι εδώ κάτω, πεταμένο>>, μονολογούσε, ενώ ξαναφορούσε το φουστάνι της. Σηκώθηκα και εγώ όρθιος, χωρίς να έχω ιδέα τι συνέβαινε.
<<Τι έγινε; Έκανα κάτι λάθος;>>, την ρώτησα με ειλικρινή απορία.
<<Όχι, δεν φταις εσύ. Αλλά θα ήταν καλό να φύγεις τώρα>>.
<<Πες μου, τι φταίει; Έχεις περίοδο μήπως; Έχεις αγόρι; Δεν ήθελα να->>.
<<Κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακριβώς. Απλά είμαι μπερδεμένη αυτό τον καιρό, αυτό είναι όλο>>.
Το περίεργο ήταν πως, όσα και πιθανόν να ήθελα να της πω, αν γινόταν όλο αυτό οποιαδήποτε άλλη στιγμή, δεν είπα τίποτα. Απλά δεν έβγαλα άχνα και αποδέχθηκα τα γεγονότα. Γιατί φαινόταν πως, όποια σκέψη και να βολόδερνε στο μυαλό της πριν, τώρα είχε φύγει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτσι, φόρεσα τη μπλούζα μου και τα παπούτσια μου, πήγα στην πόρτα και την κοίταξα. Με κοίταζε και εκείνη με ένα βλέμμα που δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε.
<<Μην στενοχωριέσαι. Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω. Μην λυπάσαι, όλα είναι καλά, απλά είμαι στα χαμένα αυτό τον καιρό. Φαίνεσαι πολύ καλό παιδί, αλήθεια. Αν θέλεις ποτέ μια φίλη, κάποια για να πεις ότι σε ταλαιπωρεί, μην διστάσεις να με πεις. Θα είμαι δίπλα σου>>, είπε και αγκαλιαστήκαμε. Μου χαμογέλασε για τελευταία φορά και έκλεισε την πόρτα.
Όχι, δεν ήθελα μια φίλη. Φίλους είχα. Δεν έφταιγε κανείς, δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Γι' αυτό μου έδωσες ξηρό κρασί Αναστασία; Γνώριζες από πριν την κατάληξη και τι γεύση ίσως μου άφηνε στο στόμα; Ήταν μια βραδιά που ξεκίνησε ήρεμα, σε ένα σημείο είχε υψηλές προσδοκίες και μετά τίποτα. Μια βραδιά που βγήκα για μία μπύρα και κατέληξα να αγκαλιάζω σφιχτά την Αναστασία, μια κοπέλα που δεν γνώριζα παρά λίγες ώρες, ανέβηκα στο δωμάτιο της και τελικά δεν έγινε τίποτα. Μια βραδιά που, αν ήθελα, θα μπορούσα να την χρησιμοποιήσω σαν δικαιολογία για να αρχίσω να γενικεύω, να σπαστώ ή δεν ξέρω και εγώ τι, αλλά δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να το κάνω. Και αυτό γιατί, όσο κατέβαινα τις σκάλες, χαμογελούσα. Γιατί ήταν μια βραδιά που δεν είχα τόσο όρεξη να βγω και τελικά αποτυπώθηκε για πάντα στο κεφάλι μου με θετικό τρόπο. Αυτό είχε σημασία.
-Ο.Γ.Θ. 

Σάββατο 2 Απριλίου 2022





Είχα μόλις κατέβη από την σκάλα, κρατώντας στα χέρια μου τις κουρτίνες που είχα στο σαλόνι, έτοιμος να πάω να τις βάλω στο πλυντήριο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ωστόσο, όταν είδα το όνομα, το άφησα κάτω. Έβαλα τις κουρτίνες στο πλυντήριο, έριξα απορρυπαντικό, πάτησα έναρξη και γύρισα πάλι στο σαλόνι. Το κινητό ξαναχτύπησε, αλλά δεν το σήκωσα. Ούτε που θυμόμουν πόσες φορές είχε χτυπήσει. Ήξερα τι θα άκουγα και δεν μπορούσα να τα ακούσω ακόμα. Απλά ήθελα λίγη ηρεμία, ήταν Δευτέρα πρωί, είχα άδεια και ήθελα απλά λίγη ηρεμία
Άνοιξα το ψυγείο για να δω τι υπήρχε μέσα. Ήταν σχεδόν άδειο, μόνο μια σάλτσα ντομάτας ανοιχτή, μια μουστάρδα και μερικές φέτες κασέρι. Άνοιξα ένα ντουλάπι και βρήκα ένα πακέτο μακαρόνια μέσα. Σκέφτηκα πως τουλάχιστον θα είχα κάτι να φάω το μεσημέρι. Όσο για το πρωινό μου, άνοιξα ένα άλλο ντουλάπι, έβγαλα τον καφέ, έριξα δύο κουταλιές στο shaker, παγάκια και λίγο νερό, άρχισα να το κουνάω πάνω-κάτω και ,σε λίγα δευτερόλεπτα, είχα έναν φραπέ σκέτο στο ποτήρι μου και είχα το ποτήρι στο χέρι μου και πήγα και κάθισα στον καναπέ και έβαλα τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι και χύθηκα πίσω, σα να είχα περάσει μια πάρα πολύ κουραστική μέρα. Άνοιξα το YouTube, έβαλα λίγη μουσική για να γαληνέψει η ψυχή μου και ρούφηξα τον καφέ μου. Με την πρώτη γουλιά, ένιωσα αμέσως να ξυπνάω. Με την πρώτη νότα, ένιωσα αμέσως να γαληνεύω. Δύο-τρία τραγούδια μετά, πήρα την Έλλη τηλέφωνο. Το σήκωσε σχεδόν αμέσως.
<<ΕΙΣΑΙ ΒΛΑΚΑΣ;>>.
<<Καλημέρα και σε σένα>>.
<<ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΤΟ ΣΗΚΩΝΕΙΣ ΑΠΟ ΧΘΕΣ;>>.
<<Ηρέμησε λίγο. Μπορείς να ηρεμήσεις;>>.
Σιωπή.
<<Έλλη; Είσαι εκεί; Που είσαι;>>.
<<Σπίτι είμαι. Εσύ που είσαι;>>.
<<Σπίτι>>.
<<Μην φύγεις. Έρχομαι!>>, είπε και μου το έκλεισε. Κανονικά θα έμενα στη θέση μου και θα την περίμενα να έρθει, ωστόσο δεν είχα όρεξη να μείνω μέσα γι' αυτό που θα ακολουθούσε, οπότε άλλαξα  ρούχα και την περίμενα κάτω από την πολυκατοικία μου. Όπως ακριβώς τα είχα υπολογίσει, έφτασε περίπου δέκα λεπτά αφού μου έκλεισε το τηλέφωνο. Κοιτούσα προς τα αριστερά και την είδα να κατεβαίνει την κατηφόρα. Περπατούσε ήδη γρήγορα και ,όταν με είδε, επιτάχυνε περισσότερο το βήμα της. Λίγο πριν με φτάσει, γύρισα προς τα δεξιά και άρχισα να περπατάω. Την άκουγα που φώναζε το όνομα μου, αλλά δεν είχε σημασία, σταμάτησα ,άλλωστε, λίγα μέτρα πιο πέρα, στο αμάξι μου. Η Έλλη με έφτασε. Έπαιρνε κοφτές ανάσες. Σήκωσα το αριστερό μου χέρι για να την χαιρετήσω και χαμογέλασα.
<<Δεν με άκουγες που σε φώναζα;>>.
<<Σε άκουγα. Τι κάνεις Έλλη, πως είσαι;>>.
Πιστεύω ήθελε να μου ρίξει σφαλιάρα, αλλά συγκρατήθηκε.
<<Μπες μέσα στο αμάξι>>, της είπα σοβαρά, προτού προλάβει να ξαναμιλήσει.
<<Στο αμάξι;>>.
<<Ναι. Πάμε μια βόλτα>>.
<<Τι βόλτες και->>.
<<Σε παρακαλώ. Απλά μπες μέσα. Θα μιλήσουμε μετά>>.
Ήξερε πως δεν μπορούσε να πει κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή, οπότε μπήκε στη θέση του συνοδηγού. Για όση ώρα οδηγούσα, είμασταν αμίλητοι. Είχα βάλει μουσική, μια λίστα που είχα βρει με ήρεμα indie και folk τραγούδια. Είχα το αριστερό μου χέρι στο τιμόνι και το δεξί στον λεβιέ και που και που έριχνα κλεφτές ματιές στα δεξιά μου. Η Έλλη κοίταζε έξω από το παράθυρο και ένιωσα για λίγο σα να ήμασταν οι πρωταγωνιστές μιας μέτριας ταινίας σε μια καθοριστική στιγμή. 
Μετά από λίγη ώρα, φτάσαμε στη Σχολή Δικαστών και πάρκαρα με την φάτσα του αυτοκινήτου στη θάλασσα. Έβγαλα τη ζώνη μου, άνοιξα την πόρτα, σηκώθηκα και ,χωρίς να την κλείσω, για να ακούγεται η μουσική, πήγα και κάθισα στο καπό του αυτοκινήτου. Η Έλλη έκανε το ίδιο, μόνο που έκλεισε την πόρτα της όταν βγήκε έξω. Ο καιρός ήταν καλός, μόνο λίγα σύννεφα είχε στον ουρανό.
<<Γιατί ήρθαμε μέχρι εδώ;>>.
<<Με γαληνεύει η θάλασσα. Δεν ήθελα να μείνω σπίτι>>.
<<Μάλιστα... Λοιπόν;>>
<<Χμ;>>.
<<Μην μου κάνεις χμ εμένα. Τι έχεις να πεις για προχθές;>>.
<<Τα ίδια. Βγήκαμε, ήπιαμε, περάσαμε καλά. Δεν κατάλαβα γιατί ταράχτηκες>>.
Η Έλλη ήθελε στα αλήθεια να με σφαλιαρίσει αλλά συγκρατιόταν. Το έβλεπα στα μάτια της, αλλά κάτι μέσα μου το ευχαριστιόταν. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε.
<<Το είχα κόψει μια χαρά έξι μήνες και με έκανες και πήρα πακέτο πάλι. Παλιομαλάκα>>.
<<Συγγνώμη που σου καταστρέφω την υγεία. Δεν θα το ξανακάνω>>.
<<Δεν σε παίρνει να ειρωνεύεσαι>>.
<<Συγγνώμη. Ήθελες να μιλήσουμε για ό,τι έγινε  έτσι;>>.
<<Ναι... Λοιπόν; Μίλα>>.
Όταν κάποιος μου λέει να μιλήσω για κάτι με τέτοιο τρόπο, σα να με προστάζει, δεν ξέρω γιατί αλλά με κάνει να κλείνομαι λίγο και ό,τι και να ήθελα να πω εκείνη τη στιγμή, δεν μπορεί να βγει από τα χείλη μου εύκολα. Ωστόσο, έκλεισα τα μάτια μου για ένα δευτερόλεπτο ακριβώς και κοίταξα την θάλασσα. Δεν μπορούσα να την κοιτάξω στα μάτια εκείνη τη στιγμή.
<<Καταρχάς, ό,τι και να πεις έχεις δίκιο. Ξέρω πως το συγγνώμη δεν θα κάνει κάποια διαφορά τώρα, αλλά παρόλα αυτά, θα στο πω. Συγγνώμη. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Νόμιζα ήμουν καλύτερος, αλλά φαίνεται τελικά πως υπάρχουν μερικά συναισθήματα ακόμη κρυμμένα και βγήκαν στην επιφάνεια. Όχι αναγκαστικά για σένα, αλλά δικές μου παπαριές που δεν έχω ξεπεράσει ακόμα>>.
Να τι είχε γίνει.
Δύο βράδια πριν, ο φίλος μου ο Κώστας μας είχε βγάλει έξω γιατί είχε γενέθλια. Ήμασταν πέντε άτομα σύνολο και είχε κλείσει σε ένα μαγαζί στο κέντρο για κρασί. Είχαμε όλοι καλή διάθεση εκείνο το βράδυ και ήπιαμε αρκετά. Πρέπει να είχε πάει δύο, όταν φύγαμε από το μαγαζί και ,περνώντας έξω από το 8ball, αποφασίσαμε με ένα βλέμμα να μπούμε μέσα. Πληρώσαμε στην είσοδο και πήγαμε κατευθείαν στο μπαρ για να πάρουμε μπύρες, οι οποίες έγιναν γρήγορα βότκα με πορτοκάλι για μένα. Είχε πάει 4 το πρωί και ήμουν αρκετά μεθυσμένος. Περιμένοντας έξω από την τουαλέτα των ανδρών, γιατί είχε κόσμο, χτυπώντας το δεξί μου πόδι στο ρυθμό, είδα μια γνώριμη φάτσα να μπαίνει μέσα και να περπατάει προς το μπαρ. Δεν φορούσα τα γυαλιά μου, οπότε έπρεπε να πλησιάσει αρκετά για να καταλάβω πως ήταν η Έλλη. Με την Έλλη είχαμε χωρίσει έξι μήνες πριν. Ήταν μια κοινή απόφαση, γιατί βλέπαμε πως η σχέση μας δεν τραβούσε άλλο μετά από δύο χρόνια, ωστόσο εμένα μου είχε αφήσει μια πικρή επίγευση αυτός ο χωρισμός. Μόλις με είδε, χαμογέλασε και με αγκάλιασε για να με χαιρετήσει.
<<Τι κάνεις Λάμπρο;>>, είπε φωναχτά.
<<Μια χαρά! Εσύ, πως είσαι;>>.
<<Μια χαρά και εγώ!>>.
<<Πως και από εδώ; Θυμάμαι δεν σου άρεσε και τόσο αυτό το μαγαζί>>.
<<Χαχαχα. Εεεε, θέλαν τα παιδιά να έρθουμε και δεν μου πήγαινε να χαλάσω την παρέα. Εσύ κλασσικά εδώ;>>.
<<Μπααα. Είχα καιρό να έρθω, αλλά βγήκαμε για τα γενέθλια του Κώστα και είπαμε να έρθουμε εδώ>>.
<<Μια χαρά! Λοιπόν, χάρηκα που σε είδα, δώσε χαιρετισμούς στα παιδιά από εμένα!>>.
<<Και εγώ χάρηκα. Καλά να περάσεις!>>.
Όταν απομακρύνθηκε, το χαμόγελό μου κόπηκε και πρέπει να πήρα μια πολύ σοβαρή έκφραση. Βγήκα από την τουαλέτα και είπα στους φίλους μου ποια είδα και πως είχαν χαιρετίσματα.
<<Εσύ είσαι καλά;>>, με ρώτησε ο Ιάκωβος, που ήξερε, ή, μάλλον, είχε καταλάβει οτι ο χωρισμός με είχε πληγώσει περισσότερο από ό,τι παραδεχόμουν.
<<Ναι ρε, μια χαρά>>.
<<Σίγουρα, έτσι;>>.
<<Ναι, μην ανησυχείς>>, είπα και άρχισα να χορεύω σαν τον χαζό. Γελούσαμε και πίναμε και προσπάθησα να την πέσω σε δύο κοπέλες, αλλά χωρίς επιτυχία. Όλη αυτή την ώρα, προσπαθούσα να εντοπίσω την Έλλη, αλλά χωρίς επιτυχία. Όλη εκείνη την θολή-από-το-ποτό ώρα σκεφτόμουν που μπορεί να ήταν και τι να έκανε. Όλη εκείνη την ώρα, το παρελθόν είχε ανοίξει πάλι την πόρτα και με προσκαλούσε να μπω μέσα. 
Τελικά, στις 5:30,  αποφασίσαμε να φύγουμε. Καθόμασταν λίγο πιο πέρα από το μαγαζί, μιλώντας και γελώντας, όταν είδα την Έλλη να βγαίνει με την παρέα της και, εκείνο που δεν έπρεπε να δω, κρατούσε αγκαζέ έναν τύπο. Το ποτό είχε πάρει τον έλεγχο πλέον. Έβλεπα θολά, παραπατούσα και με το ζόρι άρθρωνα σωστές προτάσεις, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν σα να ξεμέθυσα για λίγο. Χωρίς να το σκεφτώ, όσο πλησίαζαν προς τα εμάς για να πάνε δεν ξέρω και εγώ που, άρχισα να τους πλησιάζω. Η Έλλη όταν είδε πώς ήμουν, ελευθέρωσε το χέρι της και ήρθε προς το μέρος μου αλλά μάταια, γιατί την έκανα στην άκρη και στάθηκα μπροστά από τον τύπο. Δεν μιλούσα. Δεν ήξερα τι να ήθελα να πω. Δεν ήξερα καλά-καλά γιατί το έκανα αυτό, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος και όμως, ήμουν εκεί, στεκόμουν μπροστά από έναν άγνωστο ο οποίος μπορεί αν ήταν το καλύτερο παιδί του κόσμου. Οι φίλοι μου εκείνη τη στιγμή κατάλαβαν πως κάτι κακό έπαιζε και ήρθαν προς το μέρος μου. Και όχι επειδή ήμουν βίαιος ως άνθρωπος, απλά είχα πιει και ήμουν συναισθηματικός . Ένιωσα, τότε, ένα χέρι να με ακουμπάει στο μπράτσο και, ως αντίδραση, το τράβηξα και με τα δύο μου χέρια έσπρωξα τον καημένο τον τύπο από το στήθος. Με κοίταξε απορημένος. Πριν προλάβει, όμως, να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, τον έσπρωξα πάλι, με αποτέλεσμα να παραπατήσει και να πέσει και εγώ να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω δίπλα του. Από κει και πέρα δεν θυμάμαι τίποτα, ξύπνησα απλά στο κρεβάτι μου και ο Ιάκωβος και ο Κώστας που έμεναν κοντά σε μένα κοιμήθηκαν στον καναπέ. Όσο μου έλεγαν τι είχε συμβεί - με έκραζαν, για την ακρίβεια- εγώ κοίταζα το πάτωμα και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο πέραν από το πόσο ηλίθιος και ανώριμος ήμουν. 
Η Έλλη με κοίταζε. Το έβλεπα με την άκρη του ματιού μου πως με κοίταζε αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι συναισθήματα ένιωθε εκείνη τη στιγμή.
<<Είσαι βλάκας>>, μου είπε. <<Ένας βλαμμένος βλάκας>>.
<<Το ξέρω>>.
<<Ήταν φίλος μου. Τον είχες γνωρίσει πιο παλιά. Τώρα τι; Δεν δικαιούμαι να έχω φίλους τώρα; Δεν δικαιούμαι να έχω τίποτα πια;>>.
<<Μπορείς να έχεις ό,τι θες>>.
<<Δηλαδή αν είχα βρει κάποιον και μας έβλεπες...πιο κοντά.... τι θα έκανες; Θα τον σκότωνες;>>.
<<....>>.
<<Πες μου, τι θα έκανες;>>.
<<Εγώ....δεν... Δεν....>>.
Την άκουσα να ρουφάει το τσιγάρο και να φυσάει τον καπνό.
<<Δεν άλλαξες καθόλου. Μα καθόλου. Αλλά δεν ήσουν έτσι, δεν σε είχα δει ποτέ έτσι. Είσαι καλά;>>.
<<Από ό,τι φαίνεται, όχι και τόσο όσο νόμιζα>>.
<<Τι συμβαίνει; Νόμιζα πως είχαμε καταλήξει κάπου όταν χωρίσαμε και πως όλα ήταν καλά>>.
<<Όχι κάτι συγκεκριμένο. Δεν φταις εσύ, ούτε ο χωρισμός ακριβώς. Καταλήξαμε κάπου και όλα είναι καλά. Αλλά δεν ξέρω τι με έπιασε. Κάτι ανησυχίες που έχω τον τελευταίο καιρό και ξέσπασα λάθος, τελείως λάθος.. Και νομίζω εσύ με βοηθούσες να τις ξεχνάω όσο ήμασταν μαζί. Αλλά από όταν χωρίσαμε, σιγά-σιγά άρχισαν να επανέρχονται. Χθες το σκέφτηκα αρκετά πως τελικά δεν μπορώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου μόνος. Βρήκα το τηλέφωνο μιας ψυχολόγου και θα πάρω αύριο να κλείσω ραντεβού. Χρειάζομαι την γνώμη ενός αντικειμενικού παρατηρητή>>.
Η Έλλη αναστέναξε.
<<Νόμιζα πως ήσουν κατά των ψυχολόγων. Τζάμπα λεφτά. Έτσι μου έλεγες παλιά>>.
<<Φαίνεται ο άνθρωπος αλλάζει. Θέλοντας και μη, πρέπει να αλλάξει. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για τους άλλους. Το είπες μόνη σου, τι θα γινόταν αν.... . Δε νομίζω να ξαναγίνει κάτι τέτοιο, το εύχομαι δηλαδή, αλλά δεν θέλω να το ρισκάρω κιόλας. Ποιος μου το εγγυάται; Δεν θέλω να φοβάσαι να μην με δεις έξω από δω και πέρα. Δεν θέλω οι φίλοι μου να φοβούνται τι θα κάνω και αν θα κάνω καμιά βλακεία. Θέλω να.... θέλω να ηρεμήσω επιτέλους. Αυτό είναι όλο>>.
Για πρώτη φορά μετά από ώρα, την κοίταξα. Η Έλλη ήταν σοβαρή. Θα ήθελα να χαμογελάσει, έστω να δείξει κάποιο συναίσθημα που να έλεγε πως είναι περήφανη για όσα της έλεγα, πως καταλάβαινε, κάτι. Αλλά δεν το έκανε. Ίσως επίτηδες. Να μην μου δημιουργήσει ψευδαισθήσεις. Με ήξερε πολύ καλά και  καλά έκανε. Έτσι, την ρώτησα αν τελείωσε το τσιγάρο της και μπήκαμε μέσα στο αμάξι για να γυρίσουμε πίσω. 
-Ο.Γ.Θ.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2022



<<Θέλω να μιλήσουμε>>, μου είπε μόλις με είδε στην πόρτα του διαμερίσματός μου. Την περίμενα εκεί, δηλαδή, με ανοικτή την πόρτα, όπως κάθε φορά που ερχόταν σε μένα και αυτή την φορά, όταν πήγα να την φιλήσω, τραβήχτηκε πίσω. Απόρησα και μια ταραχή με κυρίευσε, αλλά την άφησα να περάσει χωρίς να πω τίποτα.
Καθίσαμε στον καναπέ, αυτή δηλαδή κάθισε πρώτα και μου ζήτησε να καθίσω και εγώ  και μου έπιασε το χέρι. Αυτό δεν είναι καλό, σκέφτηκα και,<<Χμ;>>, είπα και την κοίταξα κατάματα. <<Τι έγινε;>>.
<<Θα στο πω όσο πιο απλά μπορώ, γιατί δεν έχω σταματήσει να το σκέφτομαι. Είναι πως...δεν ξέρω. Νιώθω πως δεν τραβάει άλλο η σχέση μας. Θέλω να χωρίσουμε. Να μείνω λίγο μόνη να σκεφτώ καλύτερα. Νιώθω πιεσμένη, νιώθω πως θέλω να κάνω τόσα πολλά πράγματα και δεν μπορώ...>> και συνέχισε για κάνα λεπτό ακόμα.
Όταν τελείωσε, έμεινα για λίγο σιωπηλός, κοιτάζοντας το πάτωμα, τελειώνοντας από μέσα μου το 50 ways to leave your lover του Paul Simon. Μετά, σήκωσα το κεφάλι μου, της χαμογέλασα και << Αφού είναι αυτό που θες πραγματικά, καταλαβαίνω απόλυτα. Αφού θες να χωρίσουμε, θα χωρίσουμε>>, της είπα. 
Το βλέμμα της πάγωσε και μόρφασε.
<<Δηλαδή->>. Τράβηξε το χέρι της απότομα και σηκώθηκε όρθια. <<Δηλαδή τι;  Αυτό κατάλαβες από αυτά που σου είπα; Πως θέλω να χωρίσουμε και τέλος; Τι, τόσο εύκολο είναι για σένα; Μετά από δύο χρόνια σχέσης, τόσο εύκολα λες αντίο; Δε νιώθεις τίποτα; Όλα ήταν ψέματα;>>.
<<Τι θέλεις από εμένα, Μαρία; Να πέσω στα γόνατα μου και να αρχίσω να κλαίω και να προσεύχομαι στους θεούς; Αφού αυτό αποφάσισες, δεν μπορώ να κάνω κάτι>>.
Και τελικά, επειδή είμαι βλαμμένος, έπεσα στα γόνατα μου και άρχισα να κουνάω τα χέρια μου στον αέρα, ανοιγοκλείνοντας το στόμα μου.
<<Είσαι απίστευτος. Πραγματικά, δεν έχω λόγια. Δεν....δεν... ΦΕΥΓΩ!>>.
Πήρε την τσάντα της, μου γύρισε την πλάτη, περπάτησε μερικά βήματα και έκλεισε την πόρτα με την ίδια δύναμη που την άνοιξε.
Αν συνέχιζε να μιλάει, ήξερα τι θα έλεγε. Πως τα παρατάω εύκολα. Πως δεν διεκδικώ μέχρι τέλους. Πως δεν μπορώ να είμαι σοβαρός όταν οι περιστάσεις το απαιτούν και άλλα τέτοια που τα ήξερα ήδη από την ψυχολόγο μου και από τις ηλίθιες ενδοσκοπήσεις μου όταν με πιάνουν τα δικά μου. Αλλά αφού ήταν δική της απόφαση και φαινόταν σίγουρη γι' αυτήν, εμένα τι λόγος μου έπεφτε; Να παρακαλούσα να αλλάξει κάτι που εκ των πραγμάτων, το πιο πιθανό, δηλαδή, ήταν καταδικαστέο να αποτύχει τελικά; Το είχα ξαναδεί το σενάριο. Και σίγουρα την αγαπούσα και ήμουν ερωτευμένος μαζί της, αλλά ήμουν τόσο σοκαρισμένος, με έπιασε τόσο απροετοίμαστο, που δεν ήξερα πως να αντιδράσω, οπότε έμεινα να κοιτάζω το κενό, να φαντάζομαι την κλειστή πόρτα και να σκέφτομαι πως έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου. Μια απτή παρομοίωση. Δεν θυμάμαι αν στο σχολείο μας τις είχαν διδάξει αυτές. Δεν ξέρω αν είναι καν δόκιμος ο όρος αυτός.
Παρόλο που όλο μου το είναι κραύγαζε να ανακοινώσω τον πρόσφατο χωρισμό μου στους φίλους μου, μαζί με το κομμάτι μου που κραύγαζε και παρακαλούσε να τρέξω να την βρω,  αποφάσισα να μην πω τίποτα, να μην κάνω τίποτα. Για την ώρα, ήθελα απλά να μείνω λίγο μόνος και να ηρεμήσω. Τι στο καλό, ένας άνθρωπος δεν μπορεί να μείνει για λίγο μόνος και να ηρεμήσει όταν το έχει ανάγκη; 
Η Μαρία μπήκε στη ζωή μου, όπως ακριβώς έφυγε. Ήμασταν σε ένα πάρτι, στο σπίτι του φίλου μου του Άλκη. Εκείνη ήταν γνωστή γνωστού, όχι Κύπρια, την ήξερε ένας γνωστός μας που τον είχαμε καλέσει και έφερε μαζί του μερικά άτομα και ,τέλοσπάντων, κάποια στιγμή, εγώ δεν την είχα προσέξει μέχρι τότε, ενώ περίμενα στην τουαλέτα, ακούω έναν θόρυβο και γυρνάω πίσω και την βλέπω να τρέχει, να γλιστράει και να πέφτει κάτω. Είδα κάτι τύπους να γελάνε, γέλασα και εγώ και την βοήθησα να σηκωθεί.
<<Είσαι καλά;>>, την ρώτησα.
<<ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΓΛΙΣΤΡΑΕΙ!>>, φώναξε και άρχισε να γελάει. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα , το οποίο είχε βραχεί. 
<<Να είσαι πιο προσεκτική>>, της είπα, λες και ήμουν ο πατέρας της. Αλλά εκείνη φάνηκε να εκτιμάει τη συμβουλή μου. Καμιά ώρα μετά, ενώ γέμιζα στο αυτοσχέδιο μπαρ το ποτήρι μου με βότκα και Sprite, την είδα να έρχεται με αργά βήματα και να στέκεται δίπλα μου.
<<Είδες; Τώρα προσέχω>>.
Γέλασα και την ρώτησα να ήθελε να πιει κάτι. Με ρώτησε τι πίνω και της φάνηκε ενδιαφέρον. 
<<Ενδιαφέρον είναι που πίνω τώρα και στα λέω αυτά. Γιατί στα λέω όλα αυτά;>>, είπα το ίδιο βράδυ σε μια κοπέλα, η οποία έτυχε να κάθεται και αυτή μόνη στο μαγαζί που βρέθηκα, στο μπαρ, δίπλα μου. Δεν την ρώτησα γιατί ήταν μόνη. Ούτε εκείνη με ρώτησε πως βρέθηκα μόνος, αν και από τα συμφραζόμενα μπορούσε να καταλάβει απολύτως τον λόγο.
<<Φαίνεσαι λυπημένος. Θλιμμένος>>, μου είπε και τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό μου.
<<Δεν είναι αυτό. Απλά βαρέθηκα. Κουράστηκα. Με αυτό. Με τα πάντα. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω>>.
<<Σε καταλαβαίνω απόλυτα>>.
<<Αν μπορούσαμε να καταλάβουμε απόλυτα μερικούς ανθρώπους, δεν θα υπήρχε τόση δυστυχία στον κόσμο>>.
<<Μην ξεχνάς πως από ένα κλάμα ξεκινάμε να ζούμε>>.
Και μετά η εικόνα χάθηκε και βρέθηκα πάλι στον καναπέ μου να κάθομαι και δεν είχαν περάσει ούτε πέντε δευτερόλεπτα και είχα αρχίσει να σκέφτομαι πάλι τη ζωή μου σαν ταινία. Γιατί θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν όλο αυτό ήταν μια ταινία και ξέραμε το σενάριο ή , καλύτερα, αν μπορούσαμε να γράψουμε το σενάριο ξανά και ξανά, αναλόγως του πως θα ταίριαζε σε εμάς περισσότερο.
Σηκώθηκα όρθιος και τεντώθηκα. Πήγα προς το παράθυρο και κοίταξα έξω. Η μέρα ήταν καλή. Δεν είχε σύννεφα, είχε ήλιο και καταλάβαινα από τις κινήσεις των τεντών πως  φυσούσε. Για να διώξω την ένταση, δάγκωσα το δεξί μου μανίκι και άρχισα να ουρλιάζω, μέχρι που όσο περιττό αέρα είχα στα πνευμόνια μου τον έδιωξα και ηρέμησα. 
Και μετά λες, τι σου απομένει τελικά σε αυτή τη ζωή; Οι άνθρωποι φεύγουν, έρχονται, μεταβλητές, υποτείνουσες, συνιστώσες και το μόνο σταθερό σε όλα αυτά είσαι εσύ, που και στην τελική, δεν σου μένει άλλη επιλογή από το να αλλάξεις, αν θες να πας μπροστά ή να διατηρήσεις μια στάση απάθειας σε όλη σου τη ζωή ή, το χειρότερο, να νομίζεις πως πας μπροστά, ενώ αυτό δεν ισχύει ή, το ακόμα χειρότερο, να πηγαίνεις στην πραγματικότητα πίσω. 
Ξέσφιξα τα δόντια μου και είδα πως το μανίκι που είχε πάρει το σχήμα τους. Θυμήθηκα που καμιά φορά μικρός το έκανα αυτό για ανεξήγητο λόγο και γέλασα και μετά με έριξε η σκέψη του πόσο βλαμμένοι ήμασταν μικροί και πόσο απλώς μας φάνταζε ο κόσμος τότε. 
Με αργές κινήσεις, πήγα στο δωμάτιο μου και άνοιξα την ντουλάπα μου. Η ντουλάπα μου έχει ένα ξύλο πάνω-πάνω, ακριβώς πάνω από τις κρεμάστρες, σαν διαχωριστικό και την χρησιμοποιώ για να βάζω διάφορα αντικείμενα, όπως κολόνιες, εσώρουχα κ.λ.π. Εκεί, δίπλα από μια κολόνια που μου είχε κάνει δώρο η Μαρία, μια κολόνια που μύριζε υπέροχα, από ένα συνοικιακό, μικρό αρωματοπωλείο, μύριζε λεβάντα και έρωτα και την φορούσα με κάθε ευκαιρία, δίπλα από αυτή την κολόνια άπλωσα το δεξί μου χέρι και πήρα μια κάρτα. Ήταν μια κάρτα όμορφη που έξω είχε έναν σκύλο που έπαιζε στο χορτάρι και για μάτια είχε εκείνο το φουσκωτό πλαστικό, που μέσα έχει ένα μαύρο πραγματάκι, που τα χρησιμοποιούσαμε στα καλλιτεχνικά στο δημοτικό κυρίως και διάλεξα αυτή την κάρτα γιατί η Μαρία είχε τον Λάρρυ, ένα πολύ όμορφο σκυλάκι στο διαμέρισμα της, που το συμπαθούσα πολύ και, τέλοσπάντων, άνοιξα την κάρτα, άρχισα να την διαβάζω και στο τέλος να κλαίω, γιατί πλησίαζε του Αγίου Βαλεντίνου και ήμουν ενθουσιασμένος και ήμουν πολύ χαρούμενος γιατί θα ήταν ο πρώτος Βαλεντίνος που θα γιόρταζα και ας είχα φτάσει τα 24 και της έγραφα, Για όση χαρά μου χάρισες, όλες τις υπέροχες στιγμές που ζήσαμε και για τόσα πολλά που δεν ξέρεις πως μου προσφέρεις, γι' αυτό σ' αγαπώ και θα συνεχίσω να σ' αγαπώ μέχρι το τέλος του κόσμου, μελιστάλαχτες παπαριές πάνω στην έξαψη και στη λαχτάρα, αλλά τώρα η κάρτα δεν είχε νόημα, εκείνη τη στιγμή ήταν μια απλή κάρτα. Οπότε, την κράτησα στα χέρια μου σα να αγκάλιαζα τη Μαρία, την χάιδευα με τους αντίχειρες μου σα να ήταν το κεφάλι της Μαρίας, τα δάκρυα έπεφταν πάνω και μετά πήρα μερικές βαθιές ανάσες, σκούπισα τα μάτια μου, χαμογέλασα και έβαλα την κάρτα στη θέση της. Ό,τι και να είχε προηγηθεί, δεν ήθελα να την πετάξω. Γιατί να την πετούσα; Ίσως, στην τελική, η Μαρία να το μετάνιωνε και να ερχόταν πάλι, μα και να μην ερχόταν, η κάρτα αυτή είχε μέσα της τόση πολύ αγάπη.
Και εδώ που τα λέμε, χρειαζόμαστε όση παραπάνω αγάπη γίνεται. 
-Ο.Γ.Θ. 

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

 




De Profundis

<<Απλά σου λέω πως μου έχει κολλήσει από χθες που το διάβασα και δεν μου φεύγει. Σόρρυ! Εκ βαθέων, συγγνώμη!>>.
<<Και εγώ σου λέω να σταματήσεις να το λες σε κάθε πρόταση, γιατί μου τα έχεις πρήξει. Δεν έχεις σταματήσει από όταν καθίσαμε>>.
<<Εκ βαθέων, Δημήτρη, καλά, καλά, σταματάω! Από τα βάθη της καρδιάς μου, σταματάω!>>, είπε, γέλασε και σήκωσε το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν.
Το μαγαζί είχε γεμίσει από νωρίς, αλλά  έφτασαν την κατάλληλη στιγμή και βρήκαν δύο άδειες θέσεις στην άκρη του μπαρ. Έβγαλαν τα μπουφάν τους και τα κρέμασαν σε κάτι κρεμαστράκια που βρισκόντουσαν κάτω από τον πάγκο. Ο μπάρμαν τους παρατήρησε, προτού σηκώσουν το χέρι τους για να τους δει, τους έφερε τα νερά τους και παρήγγειλαν δύο μπύρες, οι οποίες, μέσα στις επόμενες δύο ώρες, έγιναν οκτώ στο σύνολο.
Όταν πήγε δώδεκα, το μαγαζί  ήταν τίγκα. Η μουσική έπαιζε δυνατά, ο κόσμος έπινε τα ποτά του, ο κόσμος έπαιζε με τα κινητά του, ο κόσμος μιλούσε με κόσμο, ο κόσμος πήγαινε στην τουαλέτα, κόσμος έμπαινε και έβγαινε, ποτήρια τσουγκρίζονταν, γέμιζαν, άδειαζαν, ένα χέρι που άνηκε σε ένα παλικάρι, στην προσπάθεια πιστής αναπαράστασης μιας ιστορίας που έλεγε σε κάτι φίλους του, πετάχτηκε προς τα πίσω, καταλήγοντας πάνω στον δίσκο με τα άδεια ποτήρια που κρατούσε η μία από τις τρεις σερβιτόρες του μαγαζιού, ρίχνοντας τον κάτω, το παλικάρι ζήτησε συγγνώμη και προσφέρθηκε να την βοηθήσει να τα μαζέψουν, η σερβιτόρα αρνήθηκε ευγενικά, δεν πειράζει, μην αγχώνεσαι, μια σκούπα και ένα φαράσι εμφανίστηκαν από την κουζίνα, το παλικάρι χαμήλωσε τους τόνους του από ντροπή και αμηχανία, οι φίλοι του προσπαθούσαν να μην γελάσουν μέχρι να φύγει η σερβιτόρα, η οποία , αν ήθελε να τον εκδικηθεί, μπορεί να έφτυνε μέσα στην επόμενη παραγγελία του, όλα πήγαιναν όπως έπρεπε να πάνε ένα βράδυ Παρασκευής.
Στο μεταξύ….
<<Στην τέταρτη είμαστε, έτσι;>>.
<<Έτσι νομίζω>>.
<<Καλά θα πάει και σήμερα>>.
<<Έλα μωρέ γκρινιάρη. Πόσες μέρες είχαμε να βγούμε;>>.
<<Καλά, δεν με πειράζει αυτό. Αλλά μεγαλώσαμε λίγο>>.
<<Σιγά μπάρμπα- Σάββα. Θα αργήσεις στο καφενείο αύριο;>>.
<< Δεν το είπα γι’ αυτό. Αλλά πώς το κάναμε αυτό πριν τρία χρόνια π.χ., να γινόμαστε σκατά το ένα βράδυ και μέχρι το επόμενο βράδυ να είμαστε κομπλέ και να ξαναβγαίνουμε; Και αυτό γινόταν σίγουρα δύο φορές την βδομάδα>>.
<<Τι να σου πω; Μάλλον είχαμε καλό μεταβολισμό>>.
<<Άλλη μια τότε, Μήτσο;>>.
<<Άλλη μια. Για τα παλιά! Χαχαχαχα>>.
<<Τι βλάκες οι άλλοι που δεν ήρθαν>>.
<<Ο Κώστας μάλωσε με την δικιά του και ο Χρήστος ήταν κουρασμένος από την δουλειά. Τι να κάνεις; Όταν λέω εγώ ότι μεγαλώσαμε, δεν με ακούς>>.
Στο μεταξύ….
Το μπαρ είχε μια γωνία, δυο μικρές ευθείες που τέμνονταν σε αυτήν την γωνία. Εκεί, στην γωνία, από την άλλη ευθεία από αυτή που βρίσκονταν ο Δημήτρης και ο Σάββας είχαν καθίσει δύο κοπέλες. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα έλεγε πως κάθονταν σχεδόν απέναντι αυτές οι τέσσερις οντότητες. Αν υπήρχε ρολόι στον τοίχο ή αν κάποιος κοίταζε μια στο τόσο την ώρα, θα μπορούσε να πει πως είχε περίπου μια ώρα που έφτασαν στο μαγαζί. Ο Σάββας τις είχε δει μερικά λεπτά αφού κάθισαν και αυτό που τον προβλημάτιζε και τον εξίταρε παράλληλα ήταν πως η μια από τις δύο κοπέλες, η μελαχρινή, φαινόταν να ρίχνει ματιές προς το μέρος τους. Ο Δημήτρης το είχε καταλάβει από νωρίς, αλλά δεν έλεγε τίποτα, γιατί ήξερε πως ο Σάββας γινόταν αμήχανος με τέτοια σκηνικά και το απολάμβανε, πίνοντας την μπύρα του και στρίβοντας τα τσιγάρα του. Ωστόσο, έσπασε την σιωπή του, ακουμπώντας το σαγόνι του Σάββα με το δεξί του χέρι και γελώντας. Ο Σάββας τρόμαξε.
<<Τι σκατά;>>.
<<Σου μαζεύω το σαγόνι που έπεσε. Χαχαχαχα. Ηρέμησε ρε, πώς κοιτάς έτσι; Θα τις τρομάξεις>>.
<<Εγώ; Κοιτάω;>>.
Άρχισαν να γελάνε. Στο μεταξύ, ο Σάββας είχε σκεφτεί τουλάχιστον δέκα πιθανά σενάρια με τα οποία θα μπορούσε να προσεγγίσει την δίπλα κοπέλα, που ήταν κοκκινομάλλα, αλλά στο τέλος κάθε σεναρίου, τον απέρριπτε. Ο Δημήτρης, από την άλλη, καπνίζοντας ήρεμος το τσιγάρο του, πίνοντας ήρεμος την μπύρα του, έσκυψε στο αυτί του Σάββα, για να τον ακούσει καλύτερα.
<<Αν τις κοιτάξεις λίγο παραπάνω, θα εξαφανιστούν>>.
<<Και τι να κάνω; Να πάω έτσι, απλά;>>.
<<Όχι, με πιρουέτες. Ε πως θα πας ρε; Πόσες φορές θα τα πούμε; Πάρε την μπύρα σου, πήγαινε δίπλα στην κοκκινομάλλα και μην σκέφτεσαι>>.
<<Να μην σκέφτομαι;>>.
<<Όχι, μην σκέφτεσαι>>.
<<Πως να πάω εκεί; Δεν έχει χώρο ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε πουθενά>>.
<<Χμμμ. Κάτσε…. Το έχω!>>>
Έκανε νόημα στον μπάρμαν και του είπε κάτι που ο Σάββας δεν το άκουσε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, εκείνος άφησε μπροστά τους ένα πάκο με αυτοκόλλητα στίκερς και ένα στυλό.
<<Ορίστε. Γράψε κάτι>>, είπε ο Δημήτρης.
<<Σα να είμαστε στο Δημοτικό; Τι να γράψω;>>.
<<Ό,τι σου κατέβει. Εσύ είσαι καλός με αυτά>>.
<<Σκατά είμαι>>.
<<ΕΠ! Μην σκέφτεσαι! Πιάσε δουλειά!>>.
Ο Σάββας έπιασε το στυλό, σκέφτηκε για λίγο και σημείωσε κάτι.
<<Έτοιμος!>>.
<<Για να δω….. Τόση ώρα μόνες….τι θα….εδώ για να γνωριστούμε… μάλιστα! Απλό και περιεκτικό. Μπράβο ρε! Συγγνώμη…>>.
Το έδωσε στον μπάρμαν και εκείνος με την σειρά του το έδωσε στις κοπέλες. Γέλασαν όταν το διάβασαν, αλλά όχι με εκείνο το κοροϊδευτικό γέλιο. Λίγο μετά, έφτασε στα αγόρια μια απάντηση, η οποία βρισκόταν στο πίσω μέρος από το χαρτάκι το οποίο έστειλαν.
Ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση, αλλά είμαστε πολύ ντροπαλές και δεν μπορούμε να έρθουμε :)
Ο Σάββας ενθουσιάστηκε. Εν μέρει γιατί τους απάντησαν και δεν τους διαολόστειλαν και ,επίσης, επειδή αυτό ήταν σα να έδιναν ραβασάκια ο ένας στον άλλον, κάτι που ήθελε να κάνει από πάντα, αλλά ποτέ δεν, δεν έχει σημασία, τελικά το πήρε πάνω του και έστειλε ένα ακόμα χαρτάκι προς το μέρος τους. Μέχρι και ο μπάρμαν είχε αρχίσει να το διασκεδάζει. Μερικά ακόμα γελάκια και η δεύτερη απάντηση έφτασε.
Εμείς είμαστε πιο ντροπαλές από εσάς!
Ο Σάββας τελείωσε την μπύρα του και παρήγγειλε μια ακόμα. Και ,όταν το γεμάτο ποτήρι ακούμπησε στο μπαρ, ήταν σα να εκπυρσοκρότησε πιστόλι σε αγώνα δρόμου, γιατί οι διπλανοί από τα κορίτσια έβαζαν τα μπουφάν τους για να φύγουν, ενώ μια παρέα περίμενε στην πόρτα για να μπει, Εκ βαθέων Κύριε, εκ βαθέων Κύριε, εκ βαθέων κύριε…, πήρε το ποτήρι του, σηκώθηκε και ,με γρήγορες κινήσεις, έφτασε δίπλα από την κοκκινομάλλα που την έλεγαν Ματίνα, λέει η κοκκινομάλλα, χάρηκα, Εμένα με λένε Σάββα, και εσένα; , Εμένα με λένε Ιωάννα, λέει η μελαχρινή, χάρηκα, Σάββας, παρομοίως και μπλα και μπλου και μπλι, να πω τον φίλο μου να έρθει να μην κάθεται μόνος;  , και έτσι έκανε νόημα στον Δημήτρη να έρθει και εκείνος έφτασε λίγα δευτερόλεπτα μετά, με το ποτήρι του και τα μπουφάν τους, χάρηκε επίσης, Δημήτρης, Ιωάννα, Ματίνα, γνωριμίες, ονόματα, χειραψίες κάτω από τεχνητά φώτα και ο κόσμος συνεχίζει να γυρνάει.
<<Με τι ασχολείσαι, Ματίνα;>>, ρώτησε ο Σάββας, αφού βολεύτηκε δίπλα της.
<<Σπουδάζω Φιλολογία στο ΑΠΘ. Εσύ;>>.
<<Ωραία σχολή! Και  εγώ εδώ σπουδάζω, είμαι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο>>.
<<Ουάου! Δύσκολη σχολή πρέπει να είναι!>>, αναφώνησε η Ματίνα.
<<Μπαααα. Χαχαχα…ναι, είναι αρκετά δύσκολη, αλλά μου αρέσει, οπότε δεν παραπονιέμαι και τόσο>>.
<<Σε ποιο έτος είσαι;>>.
<<Τελειώνω. Τώρα κάνω την πτυχιακή μου>>.
<<Πάνω σε τι;>>.
<<Α, τι να σου εξηγώ τώρα, δεν είμαι καλός με αυτά. Σκέψου ένα πρόγραμμα που ουσιαστικά κουνάει ρομποτικά χέρια και άλλα σχετικά>>.
<<Πολύ ενδιαφέρον ακούγεται, πραγματικά!>>.
<<Γι’αυτό το διάλεξα. Εσύ τι έτος είσαι;>>.
<<Στο δεύτερο>>.
<<Κακό! Περίεργη χρονιά>>.
<<Περίεργη δεν θα πει τίποτα. Τον Σεπτέμβριο πάτησα για πρώτη φορά στη σχολή>>.
<<Γλιτώσατε τουλάχιστον τις φοιτητικές παρατάξεις και τα στριμώγματα στις αίθουσες τον πρώτο καιρό>>.
<<Ναι, αλλά και αυτά είναι ωραία, δεν συμφωνείς; Με όλη αυτή την κατάσταση, ήρθα στην Θεσσαλονίκη πριν δύο μήνες περίπου και τώρα άρχισα να γνωρίζω κόσμο. Ακόμα δε νιώθω τελείως φοιτήτρια>>.
<<Αυτό είναι κακό, όντως. Σε καταλαβαίνω κάπως. Εδώ σκέψου εγώ, που πέρασα πριν έξι χρόνια και μπήκα τέτοιο μήνα, Νοέμβριο, έκανα πόσους μήνες μέχρι να βρω παρέα. Και δες τα αποτελέσματα>>.
Ο Σάββας έδειξε τον Δημήτρη και γέλασε.
<<Τι έγινε;>>, τον ρώτησε ο Δημήτρης.
<<Τίποτα. Λέω πόσο καλό παιδί είσαι στη Ματίνα!>>.
<<Το καλύτερο!>>, απάντησε και απομονώθηκε πάλι ο καθένας στην μεταμεσονύχτια παρέα του.
<<Γιατί πέρασες Νοέμβριο;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Λόγω μεταγραφής. Δεν σε ρώτησα, από που είσαι;>>.
<<Από την Δράμα. Εσύ;>>.
Το κατάλαβα ότι ήσουν….Δραματική, σκέφτηκε ο Σάββας και έπνιξε το γέλιο του.
<<Εγώ….Είμαι από την Πρέβεζα>>.
<<Πρέβεζα ε; Έχω έρθει μόνο για διακοπές πιο παλιά με τους γονείς μου. Πως είναι γενικά;>>.
<<Θάνατος είναι οι κάργιες…>>.
Η Ματίνα τον κοίταζε απορημένη.
<<Καρυωτάκης; Όχι; Ξέχνα το, κάτι δικά μου. ΥΠΕΡΟΧΑ ΕΙΝΑΙ!>>.
<<Τόσο καλά ε;>>.
<<Δεν μπορείς να φανταστείς. Ανυπομονώ να ξαναπάω>>.
<<Καλέ, με κοροϊδεύεις;>>.
<<Εσύ ξεκίνησες πρώτη. Χαχαχα. Η αλήθεια είναι, όμως, πως ,αν και έχει κάποια καλά, εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει καθόλου>>.
<<Άρα δεν σκέφτεσαι να ξαναγυρίσεις;>>.
<<Προτιμώ να μένω σε χαρτόκουτο στην Αριστοτέλους και να τρώω πεθαμένα περιστέρια>>.
Παρόλο που το παράδειγμα του ήταν λίγο γκροτέτσκο και το ήξερε, ο Σάββας διέκρινε ένα μικρό γελάκι που ξέφυγε από τα χείλη της Ματίνας και ήταν αρκετό για να μην του πέσει το ηθικό.
Όσο περνούσε η ώρα, το μαγαζί σιγά-σιγά αραίωνε από κόσμο. Άλλωστε, κόντευε δύο και οι περισσότεροι ή θα πήγαιναν σπίτια τους ή θα συνέχιζαν σε κάποιο άλλο μαγαζί. Ωστόσο, ο Σάββας και ο Δημήτρης δεν σκόπευαν να φύγουν ακόμα, τουλάχιστον μέχρι να άκουγαν από την Ματίνα και την φίλη της πως αυτές θα έπρεπε να φύγουν πρώτες. Και αυτό δεν το ήθελαν καθόλου, όχι τουλάχιστον χωρίς να προσκαλούν και τους ίδιους, άμεσα ή έμμεσα, να φύγουν μαζί τους.
Ο Σάββας πήγε στην τουαλέτα, καθώς οι μπύρες είχαν αρχίσει να πιέζουν τα εσωτερικά του όργανα και δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ενώ έπλενε τα χέρια του, άδραξε την ευκαιρία, όντας μόνος στην τουαλέτα, και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν και χαμογελούσε όπως χαμογελάν οι μεθυσμένοι όταν κοιτάζουν έναν καθρέφτη: με ένα πλατύ, ηλίθιο χαμόγελο, σα να είναι οι  μόνοι άνθρωποι χωρίς έγνοιες που υπάρχουν εκείνη τη στιγμή στον κόσμο, ένα σκαλοπάτι πάνω από τον οποιοδήποτε άλλο στη Γη. Ωστόσο, αισθανόταν πως, αυτή την φορά, είχε έναν λόγο το χαμόγελο αυτό, σε αντίθεση με άλλες φορές, που απλά θα πήγαινε να πληρώσει και να φύγει ή θα έπινε και άλλο και μετά απλά πήγαινε σπίτι και θα ξεραινόταν στον ύπνο. Δηλαδή, τον περίμενε έξω μια πολύ όμορφη κοπέλα, με την οποία μιλούσε για κάμποση ώρα, χωρίς να νιώθει πως το κάνει από αγγαρεία ή κάτι σχετικό,  και του φαινόταν πως η βραδιά θα είχε μια πολύ όμορφη κατάληξη, δηλαδή σεντόνια ανακατεμένα, σώματα ενωμένα και….
Καταπίεσε το χαμόγελο του για να μην τον περάσει για χαζοχαρούμενο, άνοιξε την πόρτα και κάθισε πάλι στη θέση του.
<<Τι λέγαμε;>>.
<<Ήθελες να με ρωτήσεις κάτι>>.
<<Να σε ρωτήσω…. Να σε ρωτήσω… Το ξέχασα. Συγγνώμη!>>.
<<Δεν πειράζει!>>.
<<Ωραία μουσική έβαλε. Τι μουσική ακούς, δεν σε ρώτησα>>.
<<Λίγο από όλα. Εσύ;>>.
Δηλαδή αν σου βάλω τώρα μογγολικούς λαρυγγισμούς με κλαρίνα, θα το ακούσεις;, σκέφτηκε ο Σάββας.
<<Και εγώ το ίδιο. Ό,τι μου κάθεται καλά στο αυτί, βασικά, δεν μένω σε ένα συγκεκριμένο είδος. Αν και , νομίζω, κατά βάση ακούω ραπ και ροκ μουσική>>.
<<Αγαπημένος καλλιτέχνης;>>.
<<Χμμμμ. Νομίζω ο Tom Waits. Ίσως ο Leonard Cohen. Τους ξέρεις;>>.
<<Μπαααα>>.
<<Δεν πειράζει. Είναι ωραίοι, όμως, να τους ακούσεις>>.
<<Εντάξει>>.
Και σιωπή. Ήταν η πρώτη στιγμή από όταν άρχισαν να μιλάνε που έπεσε αμήχανη σιωπή. Στον Σάββα δεν άρεσε καθόλου αυτό. Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η αμήχανη σιωπή, ήταν κακό σημάδι αυτή η αμήχανη σιωπή, οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτή την αμήχανη σιωπή, ο Δημήτρης μιλάει με ροή και ευχάριστα με την Ιωάννα, εγώ γιατί όχι, μπορεί να μην μιλάνε, να βγάζουν με το στόμα τους ήχους κλανιάς και ρεψίματος, και πάλι, καλύτερο, ΑΑΑ-.
<<Δεν καπνίζεις, έτσι;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Εγώ;>>, απάντησε ξαφνιασμένος ο Σάββας. <<Όχι, δεν καπνίζω. Γιατί;>>.
<<Αν πιω 2-3 ποτήρια κρασί, μου έρχεται η όρεξη για ένα τσιγάρο>>.
<<Θα πω τον Δημήτρη να σου στρίψει ένα. Μισό λεπτό>>.
Ο Σάββας σηκώθηκε και πήγε δίπλα στον Δημήτρη.
<<Τι θες;>>.
<<Προφυλακτικά>>, ψιθύρισε ο Σάββας στο αυτί του. Κατάλαβε, όμως, πως ο Δημήτρης ήταν έτοιμος  να τον αγκαλιάσει και άρχισε να γελάει.
<<Η Ματίνα θέλει τσιγάρο. Θα της στρίψεις ένα;>>.
<<Όσα θες πασά μου>>.
Με πολύ γρήγορες κινήσεις, ένα τσιγάρο είχε στριφτεί και ο Σάββας επέστρεψε στη θέση του.
<<Ξέχασα να του ζητήσω αναπτήρα>>.
<<Δεν πειράζει>>.
Σήκωσε το χέρι της και έκανε νόημα στον μπάρμαν, ο οποίος της άναψε το τσιγάρο. Η Ματίνα χαμογέλασε και ρούφηξε την πρώτη τζούρα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχαν νέα ποτήρια γεμάτα μπροστά τους.
<<Αυτά είναι από εμάς, κερασμένα. Στην υγειά σας!>>.
Τσούγκρισαν μαζί του και ήπιαν μια γουλιά. Ο Σάββας είχε μεθύσει, αλλά συνέχιζε απτόητος. Παρατήρησε τα δάχτυλα της Ματίνας, ενώ έπιανε το ποτήρι της και είδε πως είχαν μανικιούρ.
<<Πολύ ωραία τα νύχια σου>>.
<<Αααα, σε ευχαριστώ!>>.
<<Μου επιτρέπεις;>>, ρώτησε, ενώ άπλωνε τα χέρια του. Η Ματίνα τον κοίταξε και έτεινε το χέρι της προς το μέρος του. Ο Σάββας το έπιασε.
<<Πραγματικά, πολύ ωραία>>, είπε, ενώ της χάιδευε το χέρι. Η Ματίνα δεν έκανε κάποια κίνηση για να το απομακρύνει. Ο Σάββας είχε αρχίσει να νιώθει την ύπαρξη μιας σύνδεσης μεταξύ τους – ένας ουρακοτάγκος που προσπαθούσε να ζευγαρώσει, αυτό ήταν , αλλά όχι μόνο. Σε σημείο που, φευγαλέα, σκέφτηκε πως αυτό, αυτό το κομμάτι της νύχτας, αυτή η νύχτα, η Ματίνα, όλα, να άρχισαν να αποκτούν τελικά μια μεγαλύτερη σημασία, να είχαν ένα πιο βαθύ νόημα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης τους, η Ματίνα που και που, όταν της έλεγε κάτι αστείο ή την πείραζε, τον ακουμπούσε και ίσως λόγω αυτού πήρε το θάρρος και ο ίδιος να κάνει αυτό το βήμα, αλλά το σταμάτησε πριν της φανεί κανένας πολύ περίεργος. Εκείνη του χαμογέλασε και εκείνη και συνέχισαν να μιλάνε.
Τελικά, κατά τις τρεις – κανένας δεν είδε την ώρα τότε- η Ματίνα, τελειώνοντας το κρασί της, του είπε πως σκεφτόταν να πάει σπίτι. Για τον Σάβα, αυτό ήταν το κρίσιμο σημείο. Να περίμενε να τον προσκαλέσει; Να πήγαινε μαζί της; Να την άφηνε να φύγει; Τι να έκανε;
<<Και εγώ λέω να φύγω. Και αφού μένουμε κοντά, θα σε πάω από το σπίτι για να σιγουρευτώ πως θα φτάσεις ασφαλής>>.
<<Σίγουρα;>>.
<<Ναι. Ούτως ή άλλως, κοντά μένουμε>>.
Ο Σάββας έκανε νόημα στον μπάρμαν και πλήρωσε και για τους δύο. Δεν ήταν σε κάποιο ραντεβού ή κάτι τέτοιο, άλλα το μεθυσμένο του μυαλό του έλεγε πως έπρεπε να πληρώσει και για τους δύο. Στο μεταξύ, η Ματίνα αποχαιρετούσε την φίλη της. Το ίδιο έκανε και ο Σάββας λίγα δευτερόλεπτα μετά.
<<Εσείς θα μείνετε και άλλο;>>, ρώτησε η Ματίνα.
<<Έτσι λέμε>>, απάντησε η Ιωάννα. <<Έχουμε πιάσει σοβαρή κουβέντα τώρα>>.
<<Όταν ο Μήτσος μιλάει σοβαρά….μιλάει πολύ σοβαρά>>, είπε ο Σάββας και τους αποχαιρέτησαν.
Έξω είχε λίγο κρύο. Είχε και πανσέληνο. Το σπίτι της Ιωάννας δεν ήταν πολύ μακριά και έτσι το έκοψαν με τα πόδια. Όσο περπατούσαν, δεν μιλούσαν. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τους θορύβους της πόλης και τις αναπνοές τους. Κάποια στιγμή, κάπου στα μισά της διαδρομής πρέπει να ήταν, χωρίς να το καταλάβει, ο Σάββας είχε περάσει το δεξί του χέρι στη μέση της Ιωάννας και εκείνη το αριστερό της χέρι στην μέση του και έτσι περπατούσαν, έτσι περπατούσαν δύο άνθρωποι στη μέση της νύχτας, δύο άνθρωποι που μόλις είχαν γνωριστεί, ω υπέροχη νύχτα με τα θαύματα σου, άγια νύχτα που δεν έρχεσαι μόνο μια φορά τον χρόνο, δεν είναι όλες οι σιωπές εκκωφαντικές, ούτε οδυνηρές.
Έφτασαν κάτω από το σπίτι της. Ήταν μια πολυκατοικία τετραόροφη, χωρίς πυλωτή. Είχε ακόμα ησυχία έξω.  Η Ματίνα στάθηκε με την πλάτη της στην πόρτα και ο Σάββας απέναντι της. Κοιτάχτηκαν για μερικά δεύτερα και , Ευχαριστώ που με έφερες ως εδώ, δεν κάνει τίποτα, λοιπόν…καλό βράδυ και
την πλησίασε για να την φιλήσει. Η Ματίνα έκανε πίσω.
<<Τι κάνεις;>>.
Ο Σάββας έκανε μια ακόμα προσπάθεια.
<<Δεν….δεν τα συνηθίζω αυτά με άτομα που δεν γνωρίζω>>.
<<Μα… γνωριστήκαμε>>.
<<Καταλαβαίνεις τι εννοώ>>.
<<Μα….Όχι, ε;>>
Η Ματίνα του χαμογελούσε. Ο Σάββας της χαμογελούσε. Η νύχτα τους χαμογελούσε. Η Ματίνα είπε ξανά καλό βράδυ. Ο Σάββας είπε καταλαβαίνω… καλό βράδυ, Ματίνα, η Ματίνα ξεκλείδωσε την πόρτα, ο Σάββας άρχισε να περπατάει, ψάχνοντας τα ακουστικά του, η Ματίνα είχε μπει στην πολυκατοικία, ο Σάββας είχε βάλει τα ακουστικά του, έψαχνε τραγούδι και οι σκέψεις του, μεθυσμένες, χόρευαν μέσα στο κεφάλι του.
<<Έπρεπε να της ζητήσω Facebook, Instagram ,κάτι…αλλά γιατί να ήταν τώρα έτσι, αφού τόση ώρα ήμασταν εκεί και….De Profundis, De Profundis, εκ βαθέων, κύριε…. Δεν είμαι σαν εκείνους, γιατί έκανα σαν εκείνους, εγώ νόμιζα και θα έπρεπε να πάμε πάνω και από την άλλη μέρα, αλλά αύριο, έπρεπε να ζητήσω κάτι, έστω τηλέφωνο, γιατί ήπια τόσες μπύρες,  εκ βαθέων κύριε…Και ο Μήτσος θα με κράζει αύριο, αλλά δεν φταίω εγώ, εγώ ήμουν ξεκάθαρος, αλλά γιατί πάλι, μια φορά, μια κοπέλα να, μια κοπέλα που…. Δεν ζητάω πολλά, δεν ζητάω πολλά, μια κοπέλα ένα βράδυ, πολλά βράδια, μια κοπέλα ζητάω να της αρέσω γι’ αυτό που είμαι, αγάπη ζητάω, ζητάω πολλά και βλάκα, βλάκα…>>.
Είχε σταματήσει να περπατάει, ψάχνοντας το τραγούδι που θα άκουγε. Σε αυτή τη σιωπή, το κεφάλι του βούιζε. Τελικά, βρήκε ένα που του άρεσε πολύ και το έβαλε. Κοίταξε τον ουρανό. Στάθηκε για λίγο όσο ένα γλυκόπικρο χαμόγελο σχηματιζόταν στο πρόσωπο του και ψιθύρισε
<< Je te laisserai des mots….Εκ βαθέων , κύριε, τι βλαμμένος που είμαι!>>.
-Ο.Γ.Θ.



πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...