Δευτέρα 18 Απριλίου 2022



Ίσως τα πράγματα να μπορούσαν να έρθουν και αλλιώς, αλλά μου φάνηκε πως κύλησαν με τέτοια φυσικότητα, που στο τέλος δεν χρειαζόταν να γίνει και κάτι διαφορετικό. Με την Αναστασία συναντηθήκαμε για πρώτη και τελευταία φορά εκείνη τη νύχτα, μια νύχτα από εκείνες δεν έχεις και τόσο όρεξη να βγεις αλλά κάτι γίνεται και καταλήγεις να περνάς από τις πιο αξιομνημόνευτες και δυνατές στιγμές της ζωής σου.
Ήμασταν όλοι έτσι και έτσι στο να πάμε πουθενά εκείνο το βράδυ - και εγώ και ο Ηλίας και ο Θεόφιλος και ο Κυριάκος- αλλά, μιας και ήταν Σάββατο και είχαμε καιρό να βρεθούμε, αποφασίσαμε να πιούμε μια μπύρα στο κέντρο. Πράγματι, ήπιαμε δύο-τρείς μπύρες, πληρώσαμε,  αγοράσαμε ένα κομμάτι πίτσα και την κάναμε για το σπίτι με τα πόδια, μιας και έφτανε καλοκαίρι και ο καιρός ήταν καλός. Μέναμε προς τα ανατολικά της Θεσσαλονίκης όλοι, οπότε θα φεύγαμε παρέα. Όταν φτάσαμε έξω από το Πολυτεχνείο του ΑΠΘ, ακούγοντας την φασαρία, ο Ηλίας πρότεινε να μπούμε για να δούμε την φάση. Επειδή είχαμε πάρα πολύ καιρό να πάμε σε πάρτι του ΑΠΘ, αποφασίσαμε τελικά να περάσουμε για λίγο από εκεί. 
Το μέρος έσφυζε από κόσμο λόγω της ώρας και η μουσική έπαιζε δυνατά. Μας άρεσε και αγοράσαμε από μια μπύρα ο καθένας. Η μουσική και το κλίμα άρχισαν να μας κυριεύουν και τελικά αποφασίσαμε να καθίσουμε παραπάνω- με αποτέλεσμα να πίνουμε  τη μια μπύρα μετά την άλλη.
<<ΓΑΜΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΤΙ>>, φώναξε στο αυτί μου ο Θεόφιλος, ο οποίος είχε ήδη μπετώσει. Εγώ γέλασα, τέλειωσα άλλη μια μπύρα και πήγα να κατουρήσω. Όταν γύρισα, ο Ηλίας κάπνιζε μόνος του, όσο ο Θεόφιλος με τον Κυριάκο χτυπιόντουσαν μέσα σε ένα ατσούμπαλο mosh pit που δημιουργήθηκε μόλις ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το Chop Suey. 
<<Πάμε και εμείς μέσα;>>, τον ρώτησα, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση του.
<<Βρε δε γαμιέσαι;>>, μου απάντησε, φυσώντας τον καπνό.
<<Ευχαρίστως. Έχεις χρόνο; Πάω να πάρω άλλη μια. Θες;>>.
<<Μπα. Ίσως πιο μετά>>.
Πήγα στο αυτοσχέδιο μπαρ και ζήτησα μια μπύρα. Το τραγούδι είχε αλλάξει τώρα και, ενώ γύριζα προς την παρέα μου, λίγο πιο πίσω παρατήρησα μια κοπέλα να στέκεται μόνη της και να λικνίζεται διακριτικά στον ρυθμό, με μια μπύρα στο δεξί της χέρι. Μια κοκκινομάλλα που φορούσε φούστα και  δερμάτινο μπουφάν. Είχα πιει αρκετά ώστε να μην έχω ενδοιασμούς και, χωρίς να πω τίποτα σε κανένα, πήγα και στάθηκα λίγο πιο δίπλα της. Αν και μπορεί να μην ήταν τελείως μόνη της, μπορεί η φίλη της να περίμενε στη σειρά για να αγοράσει κάτι να πιεί, να χωρίστηκε από την παρέα της ή δεν ξέρω και εγώ τι, όπως και να είχε, δεν σκέφτηκα τίποτα εκείνη τη στιγμή και απλά άδραξα την ευκαιρία.
<<Σου αρέσουν οι Χατζηφραγκέτα;>>, την ρώτησα λίγο μετά και της πήρε μερικά δεύτερα για να καταλάβει πως απευθυνόμουν σε αυτήν.
<<Ναι, πλάκα έχουν>>, απάντησε χαμογελώντας- και λίγο αμήχανα. 
<<Εγώ τους άκουγα πολύ στο πρώτο και στο δεύτερο έτος, μετά σταμάτησα. Με λένε Δημήτρη. Εσένα;>>.
<<Αναστασία>>, μου είπε και δώσαμε τα χέρια. 
<<Χάρηκα! Πως και από αυτό το πάρτι;>>.
<<Γυρνούσα σπίτι από έξω και είπα να περάσω μια βόλτα. Μένω στις Εστίες πιο πάνω, οπότε ήταν στο δρόμο μου>>.
<<Κατάλαβα... Άρα ήρθες μόνη σου;>>.
<<Ναι. Μου αρέσει η μουσική που παίζουν εδώ. Γιατί;>>.
<<Τίποτα. Απλά μου φάνηκε περίεργο, να έρθει δηλαδή κανείς σε τέτοιο πάρτι μόνος του>>.
<<Επειδή είμαι κορίτσι το λες;>>.
<<Όχι, καμία σχέση. Εγώ , ας πούμε, ήρθα γιατί ήμασταν έξω με τους φίλους μου. Και τί φίλους! Ένας από αυτούς είναι ο Θεόφιλος εκεί, που τον βλέπω τώρα να κρατάει το ένα παπούτσι του στον αέρα για κάποιο λόγο. Μόνος δεν θα ερχόμουν, θα πήγαινα σπίτι απευθείας>>.
Μόλις είδε τον Θεόφιλο, άρχισε να γελάει και αισθάνθηκα πως χαλάρωσε κάπως τη στάση της απέναντι μου. Πλέον με κοίταζε περισσότερο στα μάτια.
Συνεχίσαμε την κουβέντα για αρκετή ώρα ή απλά έτσι μου φάνηκε, ώσπου μου είπε πως θα έφευγε, γιατί είχε πάει αργά. Της πρότεινα, αν δεν είχε θέμα, να την συνοδεύσω μέχρι τις Εστίες, γιατί θα ένιωθα άσχημα να την άφηνα να περπατήσει μόνη της εκείνη την ώρα μέχρι εκεί. Το σκέφτηκε , συμφώνησε και της ζήτησα να περιμένει λίγο, για να χαιρετήσω τους φίλους μου. Τους είπα στα γρήγορα τι είχε συμβεί και άρχισαν να χαχανίζουν. Ο Ηλίας έβαλε το χέρι του σε μια τσέπη του, μετά στην δεξιά τσέπη του μπουφάν μου και μού ευχήθηκε να περάσω καλά.Δέκα λεπτά μετά βρεθήκαμε κάτω από τις Εστίες όπου έμενε η Αναστασία, λίγο πιο πάνω από το Καυτατζόγλειο. Η Αναστασία ήταν από τα Τρίκαλα και το τελευταίο μέρος της συζήτησής μας είχε μονοπωλήσει το κρασί από τα Τρίκαλα και πόσο ωραίο ήταν και μου αποκάλυψε, τελικά, πως είχε ένα μπουκάλι πάνω στο δωμάτιο της. Εξέφρασα την περιέργεια μου να το δοκιμάσω και, πριν πούμε καληνύχτα, της το ανέφερα πάλι.
<<Γιατί δεν ανεβαίνεις να δοκιμάσεις τότε;>>.
Νομίζω εκείνη τη στιγμή ανέβασα ταχυπαλμίες, αλλά προσπάθησα να το παίξω όσο πιο ήρεμος γινόταν.
<<Φυσικά!>>, είπα. Κατευθυνθήκαμε στο ασανσέρ, μπήκαμε, πάτησε το κουμπί για τον έβδομο όροφο και, να 'μαστε, να ξεκλειδώνει την πόρτα της και να βγάζουμε τα παπούτσια μας.
<<Είναι ακατάστατα, το ξέρω. Με συγχωρείς>>, είπε γελώντας.
<<Είναι μια χαρά, μην ανησυχείς>>, της απάντησα και το εννοούσα. Από την άλλη, πρώτη φορά βρισκόμουν σε δωμάτιο Εστίας. Ήταν σα να είχα μπει σε ένα δωμάτιο πολύ φθηνού ξενοδοχείου, το οποίο δεν είχε καν δική του τουαλέτα. Ήταν κοινόχρηστες, όπως έμαθα, το ίδιο και το μπάνιο και συνειδητοποίησα αργότερα πόσο τυχερός ήμουν που είχα την δυνατότητα να μένω σε διαμέρισμα μόνος μου, με δική μου τουαλέτα, να μην μοιράζομαι την χέστρα μου με άλλους πόσους κάθε μέρα, αλλά όποτε θέλω να ακουμπάω τον κώλο μου και να κάνω την δουλειά μου σαν άνθρωπος.
Έτσι, κάθισα στο κρεβάτι, όσο η Αναστασία γέμιζε, για κάποιο λόγο, ένα μεγάλο κρασοπότηρο μέχρι πάνω. Αυτό δεν ήταν για να δοκιμάσω, ήταν να το πιώ κούπα και το έφερα ίσα-ίσα στα χείλη μου και κατέβασα μια γουλιά.
<<Πολύ ωραίο!>>, είπα άφησα το ποτήρι πάνω στο γραφείο της.
<<Δεν με πίστεψες, ε;>>, είπε και χαμογέλασε. Τότε, λίγο πριν η σιωπή μας γίνει αμήχανη, την άρπαξα και την φίλησα. Εκείνη ανταπέδωσε και βρεθήκαμε να φιλιόμαστε πάνω στο κρεβάτι της, σαν άγρια ζώα. Της ξεκούμπωσα το φουστάνι, της το έβγαλα και εκείνη έβγαλε την δική μου μπλούζα. Με ξάπλωσε στο κρεβάτι ανάσκελα, κάθισε πάνω μου και, στο μυαλό μου, το πιθηκάκι που υπάρχει συνήθως και βαράει δύο πιατίνια, είχε πάρει φωτιά και τα χέρια μου πήγαιναν στα απαγορευμένα όρη και ανακάλυπταν νέες βουνοπλαγιές. Ωστόσο, τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να προχωρήσω παρακάτω, η Αναστασία έκανε ένα βήμα πίσω.
<<Νομίζω πως είναι η ώρα να σταματήσουμε>>, είπε και έφυγε από πάνω μου. Πρέπει να την κοίταξα σαν χαζός. Ήταν εντελώς απροσδόκητο, αναπάντεχο, σα να πήραν από ένα παιδί το παιχνίδι του.
<<Τι εννοείς;>>, την ρώτησα, αλλά εκείνη είχε ήδη σηκωθεί.
<<Κοίτα και το φουστάνι μου πως είναι εδώ κάτω, πεταμένο>>, μονολογούσε, ενώ ξαναφορούσε το φουστάνι της. Σηκώθηκα και εγώ όρθιος, χωρίς να έχω ιδέα τι συνέβαινε.
<<Τι έγινε; Έκανα κάτι λάθος;>>, την ρώτησα με ειλικρινή απορία.
<<Όχι, δεν φταις εσύ. Αλλά θα ήταν καλό να φύγεις τώρα>>.
<<Πες μου, τι φταίει; Έχεις περίοδο μήπως; Έχεις αγόρι; Δεν ήθελα να->>.
<<Κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακριβώς. Απλά είμαι μπερδεμένη αυτό τον καιρό, αυτό είναι όλο>>.
Το περίεργο ήταν πως, όσα και πιθανόν να ήθελα να της πω, αν γινόταν όλο αυτό οποιαδήποτε άλλη στιγμή, δεν είπα τίποτα. Απλά δεν έβγαλα άχνα και αποδέχθηκα τα γεγονότα. Γιατί φαινόταν πως, όποια σκέψη και να βολόδερνε στο μυαλό της πριν, τώρα είχε φύγει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτσι, φόρεσα τη μπλούζα μου και τα παπούτσια μου, πήγα στην πόρτα και την κοίταξα. Με κοίταζε και εκείνη με ένα βλέμμα που δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε.
<<Μην στενοχωριέσαι. Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω. Μην λυπάσαι, όλα είναι καλά, απλά είμαι στα χαμένα αυτό τον καιρό. Φαίνεσαι πολύ καλό παιδί, αλήθεια. Αν θέλεις ποτέ μια φίλη, κάποια για να πεις ότι σε ταλαιπωρεί, μην διστάσεις να με πεις. Θα είμαι δίπλα σου>>, είπε και αγκαλιαστήκαμε. Μου χαμογέλασε για τελευταία φορά και έκλεισε την πόρτα.
Όχι, δεν ήθελα μια φίλη. Φίλους είχα. Δεν έφταιγε κανείς, δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Γι' αυτό μου έδωσες ξηρό κρασί Αναστασία; Γνώριζες από πριν την κατάληξη και τι γεύση ίσως μου άφηνε στο στόμα; Ήταν μια βραδιά που ξεκίνησε ήρεμα, σε ένα σημείο είχε υψηλές προσδοκίες και μετά τίποτα. Μια βραδιά που βγήκα για μία μπύρα και κατέληξα να αγκαλιάζω σφιχτά την Αναστασία, μια κοπέλα που δεν γνώριζα παρά λίγες ώρες, ανέβηκα στο δωμάτιο της και τελικά δεν έγινε τίποτα. Μια βραδιά που, αν ήθελα, θα μπορούσα να την χρησιμοποιήσω σαν δικαιολογία για να αρχίσω να γενικεύω, να σπαστώ ή δεν ξέρω και εγώ τι, αλλά δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να το κάνω. Και αυτό γιατί, όσο κατέβαινα τις σκάλες, χαμογελούσα. Γιατί ήταν μια βραδιά που δεν είχα τόσο όρεξη να βγω και τελικά αποτυπώθηκε για πάντα στο κεφάλι μου με θετικό τρόπο. Αυτό είχε σημασία.
-Ο.Γ.Θ. 

Σάββατο 2 Απριλίου 2022





Είχα μόλις κατέβη από την σκάλα, κρατώντας στα χέρια μου τις κουρτίνες που είχα στο σαλόνι, έτοιμος να πάω να τις βάλω στο πλυντήριο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ωστόσο, όταν είδα το όνομα, το άφησα κάτω. Έβαλα τις κουρτίνες στο πλυντήριο, έριξα απορρυπαντικό, πάτησα έναρξη και γύρισα πάλι στο σαλόνι. Το κινητό ξαναχτύπησε, αλλά δεν το σήκωσα. Ούτε που θυμόμουν πόσες φορές είχε χτυπήσει. Ήξερα τι θα άκουγα και δεν μπορούσα να τα ακούσω ακόμα. Απλά ήθελα λίγη ηρεμία, ήταν Δευτέρα πρωί, είχα άδεια και ήθελα απλά λίγη ηρεμία
Άνοιξα το ψυγείο για να δω τι υπήρχε μέσα. Ήταν σχεδόν άδειο, μόνο μια σάλτσα ντομάτας ανοιχτή, μια μουστάρδα και μερικές φέτες κασέρι. Άνοιξα ένα ντουλάπι και βρήκα ένα πακέτο μακαρόνια μέσα. Σκέφτηκα πως τουλάχιστον θα είχα κάτι να φάω το μεσημέρι. Όσο για το πρωινό μου, άνοιξα ένα άλλο ντουλάπι, έβγαλα τον καφέ, έριξα δύο κουταλιές στο shaker, παγάκια και λίγο νερό, άρχισα να το κουνάω πάνω-κάτω και ,σε λίγα δευτερόλεπτα, είχα έναν φραπέ σκέτο στο ποτήρι μου και είχα το ποτήρι στο χέρι μου και πήγα και κάθισα στον καναπέ και έβαλα τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι και χύθηκα πίσω, σα να είχα περάσει μια πάρα πολύ κουραστική μέρα. Άνοιξα το YouTube, έβαλα λίγη μουσική για να γαληνέψει η ψυχή μου και ρούφηξα τον καφέ μου. Με την πρώτη γουλιά, ένιωσα αμέσως να ξυπνάω. Με την πρώτη νότα, ένιωσα αμέσως να γαληνεύω. Δύο-τρία τραγούδια μετά, πήρα την Έλλη τηλέφωνο. Το σήκωσε σχεδόν αμέσως.
<<ΕΙΣΑΙ ΒΛΑΚΑΣ;>>.
<<Καλημέρα και σε σένα>>.
<<ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΤΟ ΣΗΚΩΝΕΙΣ ΑΠΟ ΧΘΕΣ;>>.
<<Ηρέμησε λίγο. Μπορείς να ηρεμήσεις;>>.
Σιωπή.
<<Έλλη; Είσαι εκεί; Που είσαι;>>.
<<Σπίτι είμαι. Εσύ που είσαι;>>.
<<Σπίτι>>.
<<Μην φύγεις. Έρχομαι!>>, είπε και μου το έκλεισε. Κανονικά θα έμενα στη θέση μου και θα την περίμενα να έρθει, ωστόσο δεν είχα όρεξη να μείνω μέσα γι' αυτό που θα ακολουθούσε, οπότε άλλαξα  ρούχα και την περίμενα κάτω από την πολυκατοικία μου. Όπως ακριβώς τα είχα υπολογίσει, έφτασε περίπου δέκα λεπτά αφού μου έκλεισε το τηλέφωνο. Κοιτούσα προς τα αριστερά και την είδα να κατεβαίνει την κατηφόρα. Περπατούσε ήδη γρήγορα και ,όταν με είδε, επιτάχυνε περισσότερο το βήμα της. Λίγο πριν με φτάσει, γύρισα προς τα δεξιά και άρχισα να περπατάω. Την άκουγα που φώναζε το όνομα μου, αλλά δεν είχε σημασία, σταμάτησα ,άλλωστε, λίγα μέτρα πιο πέρα, στο αμάξι μου. Η Έλλη με έφτασε. Έπαιρνε κοφτές ανάσες. Σήκωσα το αριστερό μου χέρι για να την χαιρετήσω και χαμογέλασα.
<<Δεν με άκουγες που σε φώναζα;>>.
<<Σε άκουγα. Τι κάνεις Έλλη, πως είσαι;>>.
Πιστεύω ήθελε να μου ρίξει σφαλιάρα, αλλά συγκρατήθηκε.
<<Μπες μέσα στο αμάξι>>, της είπα σοβαρά, προτού προλάβει να ξαναμιλήσει.
<<Στο αμάξι;>>.
<<Ναι. Πάμε μια βόλτα>>.
<<Τι βόλτες και->>.
<<Σε παρακαλώ. Απλά μπες μέσα. Θα μιλήσουμε μετά>>.
Ήξερε πως δεν μπορούσε να πει κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή, οπότε μπήκε στη θέση του συνοδηγού. Για όση ώρα οδηγούσα, είμασταν αμίλητοι. Είχα βάλει μουσική, μια λίστα που είχα βρει με ήρεμα indie και folk τραγούδια. Είχα το αριστερό μου χέρι στο τιμόνι και το δεξί στον λεβιέ και που και που έριχνα κλεφτές ματιές στα δεξιά μου. Η Έλλη κοίταζε έξω από το παράθυρο και ένιωσα για λίγο σα να ήμασταν οι πρωταγωνιστές μιας μέτριας ταινίας σε μια καθοριστική στιγμή. 
Μετά από λίγη ώρα, φτάσαμε στη Σχολή Δικαστών και πάρκαρα με την φάτσα του αυτοκινήτου στη θάλασσα. Έβγαλα τη ζώνη μου, άνοιξα την πόρτα, σηκώθηκα και ,χωρίς να την κλείσω, για να ακούγεται η μουσική, πήγα και κάθισα στο καπό του αυτοκινήτου. Η Έλλη έκανε το ίδιο, μόνο που έκλεισε την πόρτα της όταν βγήκε έξω. Ο καιρός ήταν καλός, μόνο λίγα σύννεφα είχε στον ουρανό.
<<Γιατί ήρθαμε μέχρι εδώ;>>.
<<Με γαληνεύει η θάλασσα. Δεν ήθελα να μείνω σπίτι>>.
<<Μάλιστα... Λοιπόν;>>
<<Χμ;>>.
<<Μην μου κάνεις χμ εμένα. Τι έχεις να πεις για προχθές;>>.
<<Τα ίδια. Βγήκαμε, ήπιαμε, περάσαμε καλά. Δεν κατάλαβα γιατί ταράχτηκες>>.
Η Έλλη ήθελε στα αλήθεια να με σφαλιαρίσει αλλά συγκρατιόταν. Το έβλεπα στα μάτια της, αλλά κάτι μέσα μου το ευχαριστιόταν. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε.
<<Το είχα κόψει μια χαρά έξι μήνες και με έκανες και πήρα πακέτο πάλι. Παλιομαλάκα>>.
<<Συγγνώμη που σου καταστρέφω την υγεία. Δεν θα το ξανακάνω>>.
<<Δεν σε παίρνει να ειρωνεύεσαι>>.
<<Συγγνώμη. Ήθελες να μιλήσουμε για ό,τι έγινε  έτσι;>>.
<<Ναι... Λοιπόν; Μίλα>>.
Όταν κάποιος μου λέει να μιλήσω για κάτι με τέτοιο τρόπο, σα να με προστάζει, δεν ξέρω γιατί αλλά με κάνει να κλείνομαι λίγο και ό,τι και να ήθελα να πω εκείνη τη στιγμή, δεν μπορεί να βγει από τα χείλη μου εύκολα. Ωστόσο, έκλεισα τα μάτια μου για ένα δευτερόλεπτο ακριβώς και κοίταξα την θάλασσα. Δεν μπορούσα να την κοιτάξω στα μάτια εκείνη τη στιγμή.
<<Καταρχάς, ό,τι και να πεις έχεις δίκιο. Ξέρω πως το συγγνώμη δεν θα κάνει κάποια διαφορά τώρα, αλλά παρόλα αυτά, θα στο πω. Συγγνώμη. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Νόμιζα ήμουν καλύτερος, αλλά φαίνεται τελικά πως υπάρχουν μερικά συναισθήματα ακόμη κρυμμένα και βγήκαν στην επιφάνεια. Όχι αναγκαστικά για σένα, αλλά δικές μου παπαριές που δεν έχω ξεπεράσει ακόμα>>.
Να τι είχε γίνει.
Δύο βράδια πριν, ο φίλος μου ο Κώστας μας είχε βγάλει έξω γιατί είχε γενέθλια. Ήμασταν πέντε άτομα σύνολο και είχε κλείσει σε ένα μαγαζί στο κέντρο για κρασί. Είχαμε όλοι καλή διάθεση εκείνο το βράδυ και ήπιαμε αρκετά. Πρέπει να είχε πάει δύο, όταν φύγαμε από το μαγαζί και ,περνώντας έξω από το 8ball, αποφασίσαμε με ένα βλέμμα να μπούμε μέσα. Πληρώσαμε στην είσοδο και πήγαμε κατευθείαν στο μπαρ για να πάρουμε μπύρες, οι οποίες έγιναν γρήγορα βότκα με πορτοκάλι για μένα. Είχε πάει 4 το πρωί και ήμουν αρκετά μεθυσμένος. Περιμένοντας έξω από την τουαλέτα των ανδρών, γιατί είχε κόσμο, χτυπώντας το δεξί μου πόδι στο ρυθμό, είδα μια γνώριμη φάτσα να μπαίνει μέσα και να περπατάει προς το μπαρ. Δεν φορούσα τα γυαλιά μου, οπότε έπρεπε να πλησιάσει αρκετά για να καταλάβω πως ήταν η Έλλη. Με την Έλλη είχαμε χωρίσει έξι μήνες πριν. Ήταν μια κοινή απόφαση, γιατί βλέπαμε πως η σχέση μας δεν τραβούσε άλλο μετά από δύο χρόνια, ωστόσο εμένα μου είχε αφήσει μια πικρή επίγευση αυτός ο χωρισμός. Μόλις με είδε, χαμογέλασε και με αγκάλιασε για να με χαιρετήσει.
<<Τι κάνεις Λάμπρο;>>, είπε φωναχτά.
<<Μια χαρά! Εσύ, πως είσαι;>>.
<<Μια χαρά και εγώ!>>.
<<Πως και από εδώ; Θυμάμαι δεν σου άρεσε και τόσο αυτό το μαγαζί>>.
<<Χαχαχα. Εεεε, θέλαν τα παιδιά να έρθουμε και δεν μου πήγαινε να χαλάσω την παρέα. Εσύ κλασσικά εδώ;>>.
<<Μπααα. Είχα καιρό να έρθω, αλλά βγήκαμε για τα γενέθλια του Κώστα και είπαμε να έρθουμε εδώ>>.
<<Μια χαρά! Λοιπόν, χάρηκα που σε είδα, δώσε χαιρετισμούς στα παιδιά από εμένα!>>.
<<Και εγώ χάρηκα. Καλά να περάσεις!>>.
Όταν απομακρύνθηκε, το χαμόγελό μου κόπηκε και πρέπει να πήρα μια πολύ σοβαρή έκφραση. Βγήκα από την τουαλέτα και είπα στους φίλους μου ποια είδα και πως είχαν χαιρετίσματα.
<<Εσύ είσαι καλά;>>, με ρώτησε ο Ιάκωβος, που ήξερε, ή, μάλλον, είχε καταλάβει οτι ο χωρισμός με είχε πληγώσει περισσότερο από ό,τι παραδεχόμουν.
<<Ναι ρε, μια χαρά>>.
<<Σίγουρα, έτσι;>>.
<<Ναι, μην ανησυχείς>>, είπα και άρχισα να χορεύω σαν τον χαζό. Γελούσαμε και πίναμε και προσπάθησα να την πέσω σε δύο κοπέλες, αλλά χωρίς επιτυχία. Όλη αυτή την ώρα, προσπαθούσα να εντοπίσω την Έλλη, αλλά χωρίς επιτυχία. Όλη εκείνη την θολή-από-το-ποτό ώρα σκεφτόμουν που μπορεί να ήταν και τι να έκανε. Όλη εκείνη την ώρα, το παρελθόν είχε ανοίξει πάλι την πόρτα και με προσκαλούσε να μπω μέσα. 
Τελικά, στις 5:30,  αποφασίσαμε να φύγουμε. Καθόμασταν λίγο πιο πέρα από το μαγαζί, μιλώντας και γελώντας, όταν είδα την Έλλη να βγαίνει με την παρέα της και, εκείνο που δεν έπρεπε να δω, κρατούσε αγκαζέ έναν τύπο. Το ποτό είχε πάρει τον έλεγχο πλέον. Έβλεπα θολά, παραπατούσα και με το ζόρι άρθρωνα σωστές προτάσεις, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν σα να ξεμέθυσα για λίγο. Χωρίς να το σκεφτώ, όσο πλησίαζαν προς τα εμάς για να πάνε δεν ξέρω και εγώ που, άρχισα να τους πλησιάζω. Η Έλλη όταν είδε πώς ήμουν, ελευθέρωσε το χέρι της και ήρθε προς το μέρος μου αλλά μάταια, γιατί την έκανα στην άκρη και στάθηκα μπροστά από τον τύπο. Δεν μιλούσα. Δεν ήξερα τι να ήθελα να πω. Δεν ήξερα καλά-καλά γιατί το έκανα αυτό, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος και όμως, ήμουν εκεί, στεκόμουν μπροστά από έναν άγνωστο ο οποίος μπορεί αν ήταν το καλύτερο παιδί του κόσμου. Οι φίλοι μου εκείνη τη στιγμή κατάλαβαν πως κάτι κακό έπαιζε και ήρθαν προς το μέρος μου. Και όχι επειδή ήμουν βίαιος ως άνθρωπος, απλά είχα πιει και ήμουν συναισθηματικός . Ένιωσα, τότε, ένα χέρι να με ακουμπάει στο μπράτσο και, ως αντίδραση, το τράβηξα και με τα δύο μου χέρια έσπρωξα τον καημένο τον τύπο από το στήθος. Με κοίταξε απορημένος. Πριν προλάβει, όμως, να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, τον έσπρωξα πάλι, με αποτέλεσμα να παραπατήσει και να πέσει και εγώ να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω δίπλα του. Από κει και πέρα δεν θυμάμαι τίποτα, ξύπνησα απλά στο κρεβάτι μου και ο Ιάκωβος και ο Κώστας που έμεναν κοντά σε μένα κοιμήθηκαν στον καναπέ. Όσο μου έλεγαν τι είχε συμβεί - με έκραζαν, για την ακρίβεια- εγώ κοίταζα το πάτωμα και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο πέραν από το πόσο ηλίθιος και ανώριμος ήμουν. 
Η Έλλη με κοίταζε. Το έβλεπα με την άκρη του ματιού μου πως με κοίταζε αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι συναισθήματα ένιωθε εκείνη τη στιγμή.
<<Είσαι βλάκας>>, μου είπε. <<Ένας βλαμμένος βλάκας>>.
<<Το ξέρω>>.
<<Ήταν φίλος μου. Τον είχες γνωρίσει πιο παλιά. Τώρα τι; Δεν δικαιούμαι να έχω φίλους τώρα; Δεν δικαιούμαι να έχω τίποτα πια;>>.
<<Μπορείς να έχεις ό,τι θες>>.
<<Δηλαδή αν είχα βρει κάποιον και μας έβλεπες...πιο κοντά.... τι θα έκανες; Θα τον σκότωνες;>>.
<<....>>.
<<Πες μου, τι θα έκανες;>>.
<<Εγώ....δεν... Δεν....>>.
Την άκουσα να ρουφάει το τσιγάρο και να φυσάει τον καπνό.
<<Δεν άλλαξες καθόλου. Μα καθόλου. Αλλά δεν ήσουν έτσι, δεν σε είχα δει ποτέ έτσι. Είσαι καλά;>>.
<<Από ό,τι φαίνεται, όχι και τόσο όσο νόμιζα>>.
<<Τι συμβαίνει; Νόμιζα πως είχαμε καταλήξει κάπου όταν χωρίσαμε και πως όλα ήταν καλά>>.
<<Όχι κάτι συγκεκριμένο. Δεν φταις εσύ, ούτε ο χωρισμός ακριβώς. Καταλήξαμε κάπου και όλα είναι καλά. Αλλά δεν ξέρω τι με έπιασε. Κάτι ανησυχίες που έχω τον τελευταίο καιρό και ξέσπασα λάθος, τελείως λάθος.. Και νομίζω εσύ με βοηθούσες να τις ξεχνάω όσο ήμασταν μαζί. Αλλά από όταν χωρίσαμε, σιγά-σιγά άρχισαν να επανέρχονται. Χθες το σκέφτηκα αρκετά πως τελικά δεν μπορώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου μόνος. Βρήκα το τηλέφωνο μιας ψυχολόγου και θα πάρω αύριο να κλείσω ραντεβού. Χρειάζομαι την γνώμη ενός αντικειμενικού παρατηρητή>>.
Η Έλλη αναστέναξε.
<<Νόμιζα πως ήσουν κατά των ψυχολόγων. Τζάμπα λεφτά. Έτσι μου έλεγες παλιά>>.
<<Φαίνεται ο άνθρωπος αλλάζει. Θέλοντας και μη, πρέπει να αλλάξει. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για τους άλλους. Το είπες μόνη σου, τι θα γινόταν αν.... . Δε νομίζω να ξαναγίνει κάτι τέτοιο, το εύχομαι δηλαδή, αλλά δεν θέλω να το ρισκάρω κιόλας. Ποιος μου το εγγυάται; Δεν θέλω να φοβάσαι να μην με δεις έξω από δω και πέρα. Δεν θέλω οι φίλοι μου να φοβούνται τι θα κάνω και αν θα κάνω καμιά βλακεία. Θέλω να.... θέλω να ηρεμήσω επιτέλους. Αυτό είναι όλο>>.
Για πρώτη φορά μετά από ώρα, την κοίταξα. Η Έλλη ήταν σοβαρή. Θα ήθελα να χαμογελάσει, έστω να δείξει κάποιο συναίσθημα που να έλεγε πως είναι περήφανη για όσα της έλεγα, πως καταλάβαινε, κάτι. Αλλά δεν το έκανε. Ίσως επίτηδες. Να μην μου δημιουργήσει ψευδαισθήσεις. Με ήξερε πολύ καλά και  καλά έκανε. Έτσι, την ρώτησα αν τελείωσε το τσιγάρο της και μπήκαμε μέσα στο αμάξι για να γυρίσουμε πίσω. 
-Ο.Γ.Θ.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2022



<<Θέλω να μιλήσουμε>>, μου είπε μόλις με είδε στην πόρτα του διαμερίσματός μου. Την περίμενα εκεί, δηλαδή, με ανοικτή την πόρτα, όπως κάθε φορά που ερχόταν σε μένα και αυτή την φορά, όταν πήγα να την φιλήσω, τραβήχτηκε πίσω. Απόρησα και μια ταραχή με κυρίευσε, αλλά την άφησα να περάσει χωρίς να πω τίποτα.
Καθίσαμε στον καναπέ, αυτή δηλαδή κάθισε πρώτα και μου ζήτησε να καθίσω και εγώ  και μου έπιασε το χέρι. Αυτό δεν είναι καλό, σκέφτηκα και,<<Χμ;>>, είπα και την κοίταξα κατάματα. <<Τι έγινε;>>.
<<Θα στο πω όσο πιο απλά μπορώ, γιατί δεν έχω σταματήσει να το σκέφτομαι. Είναι πως...δεν ξέρω. Νιώθω πως δεν τραβάει άλλο η σχέση μας. Θέλω να χωρίσουμε. Να μείνω λίγο μόνη να σκεφτώ καλύτερα. Νιώθω πιεσμένη, νιώθω πως θέλω να κάνω τόσα πολλά πράγματα και δεν μπορώ...>> και συνέχισε για κάνα λεπτό ακόμα.
Όταν τελείωσε, έμεινα για λίγο σιωπηλός, κοιτάζοντας το πάτωμα, τελειώνοντας από μέσα μου το 50 ways to leave your lover του Paul Simon. Μετά, σήκωσα το κεφάλι μου, της χαμογέλασα και << Αφού είναι αυτό που θες πραγματικά, καταλαβαίνω απόλυτα. Αφού θες να χωρίσουμε, θα χωρίσουμε>>, της είπα. 
Το βλέμμα της πάγωσε και μόρφασε.
<<Δηλαδή->>. Τράβηξε το χέρι της απότομα και σηκώθηκε όρθια. <<Δηλαδή τι;  Αυτό κατάλαβες από αυτά που σου είπα; Πως θέλω να χωρίσουμε και τέλος; Τι, τόσο εύκολο είναι για σένα; Μετά από δύο χρόνια σχέσης, τόσο εύκολα λες αντίο; Δε νιώθεις τίποτα; Όλα ήταν ψέματα;>>.
<<Τι θέλεις από εμένα, Μαρία; Να πέσω στα γόνατα μου και να αρχίσω να κλαίω και να προσεύχομαι στους θεούς; Αφού αυτό αποφάσισες, δεν μπορώ να κάνω κάτι>>.
Και τελικά, επειδή είμαι βλαμμένος, έπεσα στα γόνατα μου και άρχισα να κουνάω τα χέρια μου στον αέρα, ανοιγοκλείνοντας το στόμα μου.
<<Είσαι απίστευτος. Πραγματικά, δεν έχω λόγια. Δεν....δεν... ΦΕΥΓΩ!>>.
Πήρε την τσάντα της, μου γύρισε την πλάτη, περπάτησε μερικά βήματα και έκλεισε την πόρτα με την ίδια δύναμη που την άνοιξε.
Αν συνέχιζε να μιλάει, ήξερα τι θα έλεγε. Πως τα παρατάω εύκολα. Πως δεν διεκδικώ μέχρι τέλους. Πως δεν μπορώ να είμαι σοβαρός όταν οι περιστάσεις το απαιτούν και άλλα τέτοια που τα ήξερα ήδη από την ψυχολόγο μου και από τις ηλίθιες ενδοσκοπήσεις μου όταν με πιάνουν τα δικά μου. Αλλά αφού ήταν δική της απόφαση και φαινόταν σίγουρη γι' αυτήν, εμένα τι λόγος μου έπεφτε; Να παρακαλούσα να αλλάξει κάτι που εκ των πραγμάτων, το πιο πιθανό, δηλαδή, ήταν καταδικαστέο να αποτύχει τελικά; Το είχα ξαναδεί το σενάριο. Και σίγουρα την αγαπούσα και ήμουν ερωτευμένος μαζί της, αλλά ήμουν τόσο σοκαρισμένος, με έπιασε τόσο απροετοίμαστο, που δεν ήξερα πως να αντιδράσω, οπότε έμεινα να κοιτάζω το κενό, να φαντάζομαι την κλειστή πόρτα και να σκέφτομαι πως έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου. Μια απτή παρομοίωση. Δεν θυμάμαι αν στο σχολείο μας τις είχαν διδάξει αυτές. Δεν ξέρω αν είναι καν δόκιμος ο όρος αυτός.
Παρόλο που όλο μου το είναι κραύγαζε να ανακοινώσω τον πρόσφατο χωρισμό μου στους φίλους μου, μαζί με το κομμάτι μου που κραύγαζε και παρακαλούσε να τρέξω να την βρω,  αποφάσισα να μην πω τίποτα, να μην κάνω τίποτα. Για την ώρα, ήθελα απλά να μείνω λίγο μόνος και να ηρεμήσω. Τι στο καλό, ένας άνθρωπος δεν μπορεί να μείνει για λίγο μόνος και να ηρεμήσει όταν το έχει ανάγκη; 
Η Μαρία μπήκε στη ζωή μου, όπως ακριβώς έφυγε. Ήμασταν σε ένα πάρτι, στο σπίτι του φίλου μου του Άλκη. Εκείνη ήταν γνωστή γνωστού, όχι Κύπρια, την ήξερε ένας γνωστός μας που τον είχαμε καλέσει και έφερε μαζί του μερικά άτομα και ,τέλοσπάντων, κάποια στιγμή, εγώ δεν την είχα προσέξει μέχρι τότε, ενώ περίμενα στην τουαλέτα, ακούω έναν θόρυβο και γυρνάω πίσω και την βλέπω να τρέχει, να γλιστράει και να πέφτει κάτω. Είδα κάτι τύπους να γελάνε, γέλασα και εγώ και την βοήθησα να σηκωθεί.
<<Είσαι καλά;>>, την ρώτησα.
<<ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΓΛΙΣΤΡΑΕΙ!>>, φώναξε και άρχισε να γελάει. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα , το οποίο είχε βραχεί. 
<<Να είσαι πιο προσεκτική>>, της είπα, λες και ήμουν ο πατέρας της. Αλλά εκείνη φάνηκε να εκτιμάει τη συμβουλή μου. Καμιά ώρα μετά, ενώ γέμιζα στο αυτοσχέδιο μπαρ το ποτήρι μου με βότκα και Sprite, την είδα να έρχεται με αργά βήματα και να στέκεται δίπλα μου.
<<Είδες; Τώρα προσέχω>>.
Γέλασα και την ρώτησα να ήθελε να πιει κάτι. Με ρώτησε τι πίνω και της φάνηκε ενδιαφέρον. 
<<Ενδιαφέρον είναι που πίνω τώρα και στα λέω αυτά. Γιατί στα λέω όλα αυτά;>>, είπα το ίδιο βράδυ σε μια κοπέλα, η οποία έτυχε να κάθεται και αυτή μόνη στο μαγαζί που βρέθηκα, στο μπαρ, δίπλα μου. Δεν την ρώτησα γιατί ήταν μόνη. Ούτε εκείνη με ρώτησε πως βρέθηκα μόνος, αν και από τα συμφραζόμενα μπορούσε να καταλάβει απολύτως τον λόγο.
<<Φαίνεσαι λυπημένος. Θλιμμένος>>, μου είπε και τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό μου.
<<Δεν είναι αυτό. Απλά βαρέθηκα. Κουράστηκα. Με αυτό. Με τα πάντα. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω>>.
<<Σε καταλαβαίνω απόλυτα>>.
<<Αν μπορούσαμε να καταλάβουμε απόλυτα μερικούς ανθρώπους, δεν θα υπήρχε τόση δυστυχία στον κόσμο>>.
<<Μην ξεχνάς πως από ένα κλάμα ξεκινάμε να ζούμε>>.
Και μετά η εικόνα χάθηκε και βρέθηκα πάλι στον καναπέ μου να κάθομαι και δεν είχαν περάσει ούτε πέντε δευτερόλεπτα και είχα αρχίσει να σκέφτομαι πάλι τη ζωή μου σαν ταινία. Γιατί θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν όλο αυτό ήταν μια ταινία και ξέραμε το σενάριο ή , καλύτερα, αν μπορούσαμε να γράψουμε το σενάριο ξανά και ξανά, αναλόγως του πως θα ταίριαζε σε εμάς περισσότερο.
Σηκώθηκα όρθιος και τεντώθηκα. Πήγα προς το παράθυρο και κοίταξα έξω. Η μέρα ήταν καλή. Δεν είχε σύννεφα, είχε ήλιο και καταλάβαινα από τις κινήσεις των τεντών πως  φυσούσε. Για να διώξω την ένταση, δάγκωσα το δεξί μου μανίκι και άρχισα να ουρλιάζω, μέχρι που όσο περιττό αέρα είχα στα πνευμόνια μου τον έδιωξα και ηρέμησα. 
Και μετά λες, τι σου απομένει τελικά σε αυτή τη ζωή; Οι άνθρωποι φεύγουν, έρχονται, μεταβλητές, υποτείνουσες, συνιστώσες και το μόνο σταθερό σε όλα αυτά είσαι εσύ, που και στην τελική, δεν σου μένει άλλη επιλογή από το να αλλάξεις, αν θες να πας μπροστά ή να διατηρήσεις μια στάση απάθειας σε όλη σου τη ζωή ή, το χειρότερο, να νομίζεις πως πας μπροστά, ενώ αυτό δεν ισχύει ή, το ακόμα χειρότερο, να πηγαίνεις στην πραγματικότητα πίσω. 
Ξέσφιξα τα δόντια μου και είδα πως το μανίκι που είχε πάρει το σχήμα τους. Θυμήθηκα που καμιά φορά μικρός το έκανα αυτό για ανεξήγητο λόγο και γέλασα και μετά με έριξε η σκέψη του πόσο βλαμμένοι ήμασταν μικροί και πόσο απλώς μας φάνταζε ο κόσμος τότε. 
Με αργές κινήσεις, πήγα στο δωμάτιο μου και άνοιξα την ντουλάπα μου. Η ντουλάπα μου έχει ένα ξύλο πάνω-πάνω, ακριβώς πάνω από τις κρεμάστρες, σαν διαχωριστικό και την χρησιμοποιώ για να βάζω διάφορα αντικείμενα, όπως κολόνιες, εσώρουχα κ.λ.π. Εκεί, δίπλα από μια κολόνια που μου είχε κάνει δώρο η Μαρία, μια κολόνια που μύριζε υπέροχα, από ένα συνοικιακό, μικρό αρωματοπωλείο, μύριζε λεβάντα και έρωτα και την φορούσα με κάθε ευκαιρία, δίπλα από αυτή την κολόνια άπλωσα το δεξί μου χέρι και πήρα μια κάρτα. Ήταν μια κάρτα όμορφη που έξω είχε έναν σκύλο που έπαιζε στο χορτάρι και για μάτια είχε εκείνο το φουσκωτό πλαστικό, που μέσα έχει ένα μαύρο πραγματάκι, που τα χρησιμοποιούσαμε στα καλλιτεχνικά στο δημοτικό κυρίως και διάλεξα αυτή την κάρτα γιατί η Μαρία είχε τον Λάρρυ, ένα πολύ όμορφο σκυλάκι στο διαμέρισμα της, που το συμπαθούσα πολύ και, τέλοσπάντων, άνοιξα την κάρτα, άρχισα να την διαβάζω και στο τέλος να κλαίω, γιατί πλησίαζε του Αγίου Βαλεντίνου και ήμουν ενθουσιασμένος και ήμουν πολύ χαρούμενος γιατί θα ήταν ο πρώτος Βαλεντίνος που θα γιόρταζα και ας είχα φτάσει τα 24 και της έγραφα, Για όση χαρά μου χάρισες, όλες τις υπέροχες στιγμές που ζήσαμε και για τόσα πολλά που δεν ξέρεις πως μου προσφέρεις, γι' αυτό σ' αγαπώ και θα συνεχίσω να σ' αγαπώ μέχρι το τέλος του κόσμου, μελιστάλαχτες παπαριές πάνω στην έξαψη και στη λαχτάρα, αλλά τώρα η κάρτα δεν είχε νόημα, εκείνη τη στιγμή ήταν μια απλή κάρτα. Οπότε, την κράτησα στα χέρια μου σα να αγκάλιαζα τη Μαρία, την χάιδευα με τους αντίχειρες μου σα να ήταν το κεφάλι της Μαρίας, τα δάκρυα έπεφταν πάνω και μετά πήρα μερικές βαθιές ανάσες, σκούπισα τα μάτια μου, χαμογέλασα και έβαλα την κάρτα στη θέση της. Ό,τι και να είχε προηγηθεί, δεν ήθελα να την πετάξω. Γιατί να την πετούσα; Ίσως, στην τελική, η Μαρία να το μετάνιωνε και να ερχόταν πάλι, μα και να μην ερχόταν, η κάρτα αυτή είχε μέσα της τόση πολύ αγάπη.
Και εδώ που τα λέμε, χρειαζόμαστε όση παραπάνω αγάπη γίνεται. 
-Ο.Γ.Θ. 

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

 




De Profundis

<<Απλά σου λέω πως μου έχει κολλήσει από χθες που το διάβασα και δεν μου φεύγει. Σόρρυ! Εκ βαθέων, συγγνώμη!>>.
<<Και εγώ σου λέω να σταματήσεις να το λες σε κάθε πρόταση, γιατί μου τα έχεις πρήξει. Δεν έχεις σταματήσει από όταν καθίσαμε>>.
<<Εκ βαθέων, Δημήτρη, καλά, καλά, σταματάω! Από τα βάθη της καρδιάς μου, σταματάω!>>, είπε, γέλασε και σήκωσε το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν.
Το μαγαζί είχε γεμίσει από νωρίς, αλλά  έφτασαν την κατάλληλη στιγμή και βρήκαν δύο άδειες θέσεις στην άκρη του μπαρ. Έβγαλαν τα μπουφάν τους και τα κρέμασαν σε κάτι κρεμαστράκια που βρισκόντουσαν κάτω από τον πάγκο. Ο μπάρμαν τους παρατήρησε, προτού σηκώσουν το χέρι τους για να τους δει, τους έφερε τα νερά τους και παρήγγειλαν δύο μπύρες, οι οποίες, μέσα στις επόμενες δύο ώρες, έγιναν οκτώ στο σύνολο.
Όταν πήγε δώδεκα, το μαγαζί  ήταν τίγκα. Η μουσική έπαιζε δυνατά, ο κόσμος έπινε τα ποτά του, ο κόσμος έπαιζε με τα κινητά του, ο κόσμος μιλούσε με κόσμο, ο κόσμος πήγαινε στην τουαλέτα, κόσμος έμπαινε και έβγαινε, ποτήρια τσουγκρίζονταν, γέμιζαν, άδειαζαν, ένα χέρι που άνηκε σε ένα παλικάρι, στην προσπάθεια πιστής αναπαράστασης μιας ιστορίας που έλεγε σε κάτι φίλους του, πετάχτηκε προς τα πίσω, καταλήγοντας πάνω στον δίσκο με τα άδεια ποτήρια που κρατούσε η μία από τις τρεις σερβιτόρες του μαγαζιού, ρίχνοντας τον κάτω, το παλικάρι ζήτησε συγγνώμη και προσφέρθηκε να την βοηθήσει να τα μαζέψουν, η σερβιτόρα αρνήθηκε ευγενικά, δεν πειράζει, μην αγχώνεσαι, μια σκούπα και ένα φαράσι εμφανίστηκαν από την κουζίνα, το παλικάρι χαμήλωσε τους τόνους του από ντροπή και αμηχανία, οι φίλοι του προσπαθούσαν να μην γελάσουν μέχρι να φύγει η σερβιτόρα, η οποία , αν ήθελε να τον εκδικηθεί, μπορεί να έφτυνε μέσα στην επόμενη παραγγελία του, όλα πήγαιναν όπως έπρεπε να πάνε ένα βράδυ Παρασκευής.
Στο μεταξύ….
<<Στην τέταρτη είμαστε, έτσι;>>.
<<Έτσι νομίζω>>.
<<Καλά θα πάει και σήμερα>>.
<<Έλα μωρέ γκρινιάρη. Πόσες μέρες είχαμε να βγούμε;>>.
<<Καλά, δεν με πειράζει αυτό. Αλλά μεγαλώσαμε λίγο>>.
<<Σιγά μπάρμπα- Σάββα. Θα αργήσεις στο καφενείο αύριο;>>.
<< Δεν το είπα γι’ αυτό. Αλλά πώς το κάναμε αυτό πριν τρία χρόνια π.χ., να γινόμαστε σκατά το ένα βράδυ και μέχρι το επόμενο βράδυ να είμαστε κομπλέ και να ξαναβγαίνουμε; Και αυτό γινόταν σίγουρα δύο φορές την βδομάδα>>.
<<Τι να σου πω; Μάλλον είχαμε καλό μεταβολισμό>>.
<<Άλλη μια τότε, Μήτσο;>>.
<<Άλλη μια. Για τα παλιά! Χαχαχαχα>>.
<<Τι βλάκες οι άλλοι που δεν ήρθαν>>.
<<Ο Κώστας μάλωσε με την δικιά του και ο Χρήστος ήταν κουρασμένος από την δουλειά. Τι να κάνεις; Όταν λέω εγώ ότι μεγαλώσαμε, δεν με ακούς>>.
Στο μεταξύ….
Το μπαρ είχε μια γωνία, δυο μικρές ευθείες που τέμνονταν σε αυτήν την γωνία. Εκεί, στην γωνία, από την άλλη ευθεία από αυτή που βρίσκονταν ο Δημήτρης και ο Σάββας είχαν καθίσει δύο κοπέλες. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα έλεγε πως κάθονταν σχεδόν απέναντι αυτές οι τέσσερις οντότητες. Αν υπήρχε ρολόι στον τοίχο ή αν κάποιος κοίταζε μια στο τόσο την ώρα, θα μπορούσε να πει πως είχε περίπου μια ώρα που έφτασαν στο μαγαζί. Ο Σάββας τις είχε δει μερικά λεπτά αφού κάθισαν και αυτό που τον προβλημάτιζε και τον εξίταρε παράλληλα ήταν πως η μια από τις δύο κοπέλες, η μελαχρινή, φαινόταν να ρίχνει ματιές προς το μέρος τους. Ο Δημήτρης το είχε καταλάβει από νωρίς, αλλά δεν έλεγε τίποτα, γιατί ήξερε πως ο Σάββας γινόταν αμήχανος με τέτοια σκηνικά και το απολάμβανε, πίνοντας την μπύρα του και στρίβοντας τα τσιγάρα του. Ωστόσο, έσπασε την σιωπή του, ακουμπώντας το σαγόνι του Σάββα με το δεξί του χέρι και γελώντας. Ο Σάββας τρόμαξε.
<<Τι σκατά;>>.
<<Σου μαζεύω το σαγόνι που έπεσε. Χαχαχαχα. Ηρέμησε ρε, πώς κοιτάς έτσι; Θα τις τρομάξεις>>.
<<Εγώ; Κοιτάω;>>.
Άρχισαν να γελάνε. Στο μεταξύ, ο Σάββας είχε σκεφτεί τουλάχιστον δέκα πιθανά σενάρια με τα οποία θα μπορούσε να προσεγγίσει την δίπλα κοπέλα, που ήταν κοκκινομάλλα, αλλά στο τέλος κάθε σεναρίου, τον απέρριπτε. Ο Δημήτρης, από την άλλη, καπνίζοντας ήρεμος το τσιγάρο του, πίνοντας ήρεμος την μπύρα του, έσκυψε στο αυτί του Σάββα, για να τον ακούσει καλύτερα.
<<Αν τις κοιτάξεις λίγο παραπάνω, θα εξαφανιστούν>>.
<<Και τι να κάνω; Να πάω έτσι, απλά;>>.
<<Όχι, με πιρουέτες. Ε πως θα πας ρε; Πόσες φορές θα τα πούμε; Πάρε την μπύρα σου, πήγαινε δίπλα στην κοκκινομάλλα και μην σκέφτεσαι>>.
<<Να μην σκέφτομαι;>>.
<<Όχι, μην σκέφτεσαι>>.
<<Πως να πάω εκεί; Δεν έχει χώρο ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε πουθενά>>.
<<Χμμμ. Κάτσε…. Το έχω!>>>
Έκανε νόημα στον μπάρμαν και του είπε κάτι που ο Σάββας δεν το άκουσε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, εκείνος άφησε μπροστά τους ένα πάκο με αυτοκόλλητα στίκερς και ένα στυλό.
<<Ορίστε. Γράψε κάτι>>, είπε ο Δημήτρης.
<<Σα να είμαστε στο Δημοτικό; Τι να γράψω;>>.
<<Ό,τι σου κατέβει. Εσύ είσαι καλός με αυτά>>.
<<Σκατά είμαι>>.
<<ΕΠ! Μην σκέφτεσαι! Πιάσε δουλειά!>>.
Ο Σάββας έπιασε το στυλό, σκέφτηκε για λίγο και σημείωσε κάτι.
<<Έτοιμος!>>.
<<Για να δω….. Τόση ώρα μόνες….τι θα….εδώ για να γνωριστούμε… μάλιστα! Απλό και περιεκτικό. Μπράβο ρε! Συγγνώμη…>>.
Το έδωσε στον μπάρμαν και εκείνος με την σειρά του το έδωσε στις κοπέλες. Γέλασαν όταν το διάβασαν, αλλά όχι με εκείνο το κοροϊδευτικό γέλιο. Λίγο μετά, έφτασε στα αγόρια μια απάντηση, η οποία βρισκόταν στο πίσω μέρος από το χαρτάκι το οποίο έστειλαν.
Ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση, αλλά είμαστε πολύ ντροπαλές και δεν μπορούμε να έρθουμε :)
Ο Σάββας ενθουσιάστηκε. Εν μέρει γιατί τους απάντησαν και δεν τους διαολόστειλαν και ,επίσης, επειδή αυτό ήταν σα να έδιναν ραβασάκια ο ένας στον άλλον, κάτι που ήθελε να κάνει από πάντα, αλλά ποτέ δεν, δεν έχει σημασία, τελικά το πήρε πάνω του και έστειλε ένα ακόμα χαρτάκι προς το μέρος τους. Μέχρι και ο μπάρμαν είχε αρχίσει να το διασκεδάζει. Μερικά ακόμα γελάκια και η δεύτερη απάντηση έφτασε.
Εμείς είμαστε πιο ντροπαλές από εσάς!
Ο Σάββας τελείωσε την μπύρα του και παρήγγειλε μια ακόμα. Και ,όταν το γεμάτο ποτήρι ακούμπησε στο μπαρ, ήταν σα να εκπυρσοκρότησε πιστόλι σε αγώνα δρόμου, γιατί οι διπλανοί από τα κορίτσια έβαζαν τα μπουφάν τους για να φύγουν, ενώ μια παρέα περίμενε στην πόρτα για να μπει, Εκ βαθέων Κύριε, εκ βαθέων Κύριε, εκ βαθέων κύριε…, πήρε το ποτήρι του, σηκώθηκε και ,με γρήγορες κινήσεις, έφτασε δίπλα από την κοκκινομάλλα που την έλεγαν Ματίνα, λέει η κοκκινομάλλα, χάρηκα, Εμένα με λένε Σάββα, και εσένα; , Εμένα με λένε Ιωάννα, λέει η μελαχρινή, χάρηκα, Σάββας, παρομοίως και μπλα και μπλου και μπλι, να πω τον φίλο μου να έρθει να μην κάθεται μόνος;  , και έτσι έκανε νόημα στον Δημήτρη να έρθει και εκείνος έφτασε λίγα δευτερόλεπτα μετά, με το ποτήρι του και τα μπουφάν τους, χάρηκε επίσης, Δημήτρης, Ιωάννα, Ματίνα, γνωριμίες, ονόματα, χειραψίες κάτω από τεχνητά φώτα και ο κόσμος συνεχίζει να γυρνάει.
<<Με τι ασχολείσαι, Ματίνα;>>, ρώτησε ο Σάββας, αφού βολεύτηκε δίπλα της.
<<Σπουδάζω Φιλολογία στο ΑΠΘ. Εσύ;>>.
<<Ωραία σχολή! Και  εγώ εδώ σπουδάζω, είμαι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο>>.
<<Ουάου! Δύσκολη σχολή πρέπει να είναι!>>, αναφώνησε η Ματίνα.
<<Μπαααα. Χαχαχα…ναι, είναι αρκετά δύσκολη, αλλά μου αρέσει, οπότε δεν παραπονιέμαι και τόσο>>.
<<Σε ποιο έτος είσαι;>>.
<<Τελειώνω. Τώρα κάνω την πτυχιακή μου>>.
<<Πάνω σε τι;>>.
<<Α, τι να σου εξηγώ τώρα, δεν είμαι καλός με αυτά. Σκέψου ένα πρόγραμμα που ουσιαστικά κουνάει ρομποτικά χέρια και άλλα σχετικά>>.
<<Πολύ ενδιαφέρον ακούγεται, πραγματικά!>>.
<<Γι’αυτό το διάλεξα. Εσύ τι έτος είσαι;>>.
<<Στο δεύτερο>>.
<<Κακό! Περίεργη χρονιά>>.
<<Περίεργη δεν θα πει τίποτα. Τον Σεπτέμβριο πάτησα για πρώτη φορά στη σχολή>>.
<<Γλιτώσατε τουλάχιστον τις φοιτητικές παρατάξεις και τα στριμώγματα στις αίθουσες τον πρώτο καιρό>>.
<<Ναι, αλλά και αυτά είναι ωραία, δεν συμφωνείς; Με όλη αυτή την κατάσταση, ήρθα στην Θεσσαλονίκη πριν δύο μήνες περίπου και τώρα άρχισα να γνωρίζω κόσμο. Ακόμα δε νιώθω τελείως φοιτήτρια>>.
<<Αυτό είναι κακό, όντως. Σε καταλαβαίνω κάπως. Εδώ σκέψου εγώ, που πέρασα πριν έξι χρόνια και μπήκα τέτοιο μήνα, Νοέμβριο, έκανα πόσους μήνες μέχρι να βρω παρέα. Και δες τα αποτελέσματα>>.
Ο Σάββας έδειξε τον Δημήτρη και γέλασε.
<<Τι έγινε;>>, τον ρώτησε ο Δημήτρης.
<<Τίποτα. Λέω πόσο καλό παιδί είσαι στη Ματίνα!>>.
<<Το καλύτερο!>>, απάντησε και απομονώθηκε πάλι ο καθένας στην μεταμεσονύχτια παρέα του.
<<Γιατί πέρασες Νοέμβριο;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Λόγω μεταγραφής. Δεν σε ρώτησα, από που είσαι;>>.
<<Από την Δράμα. Εσύ;>>.
Το κατάλαβα ότι ήσουν….Δραματική, σκέφτηκε ο Σάββας και έπνιξε το γέλιο του.
<<Εγώ….Είμαι από την Πρέβεζα>>.
<<Πρέβεζα ε; Έχω έρθει μόνο για διακοπές πιο παλιά με τους γονείς μου. Πως είναι γενικά;>>.
<<Θάνατος είναι οι κάργιες…>>.
Η Ματίνα τον κοίταζε απορημένη.
<<Καρυωτάκης; Όχι; Ξέχνα το, κάτι δικά μου. ΥΠΕΡΟΧΑ ΕΙΝΑΙ!>>.
<<Τόσο καλά ε;>>.
<<Δεν μπορείς να φανταστείς. Ανυπομονώ να ξαναπάω>>.
<<Καλέ, με κοροϊδεύεις;>>.
<<Εσύ ξεκίνησες πρώτη. Χαχαχα. Η αλήθεια είναι, όμως, πως ,αν και έχει κάποια καλά, εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει καθόλου>>.
<<Άρα δεν σκέφτεσαι να ξαναγυρίσεις;>>.
<<Προτιμώ να μένω σε χαρτόκουτο στην Αριστοτέλους και να τρώω πεθαμένα περιστέρια>>.
Παρόλο που το παράδειγμα του ήταν λίγο γκροτέτσκο και το ήξερε, ο Σάββας διέκρινε ένα μικρό γελάκι που ξέφυγε από τα χείλη της Ματίνας και ήταν αρκετό για να μην του πέσει το ηθικό.
Όσο περνούσε η ώρα, το μαγαζί σιγά-σιγά αραίωνε από κόσμο. Άλλωστε, κόντευε δύο και οι περισσότεροι ή θα πήγαιναν σπίτια τους ή θα συνέχιζαν σε κάποιο άλλο μαγαζί. Ωστόσο, ο Σάββας και ο Δημήτρης δεν σκόπευαν να φύγουν ακόμα, τουλάχιστον μέχρι να άκουγαν από την Ματίνα και την φίλη της πως αυτές θα έπρεπε να φύγουν πρώτες. Και αυτό δεν το ήθελαν καθόλου, όχι τουλάχιστον χωρίς να προσκαλούν και τους ίδιους, άμεσα ή έμμεσα, να φύγουν μαζί τους.
Ο Σάββας πήγε στην τουαλέτα, καθώς οι μπύρες είχαν αρχίσει να πιέζουν τα εσωτερικά του όργανα και δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ενώ έπλενε τα χέρια του, άδραξε την ευκαιρία, όντας μόνος στην τουαλέτα, και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μάτια του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν και χαμογελούσε όπως χαμογελάν οι μεθυσμένοι όταν κοιτάζουν έναν καθρέφτη: με ένα πλατύ, ηλίθιο χαμόγελο, σα να είναι οι  μόνοι άνθρωποι χωρίς έγνοιες που υπάρχουν εκείνη τη στιγμή στον κόσμο, ένα σκαλοπάτι πάνω από τον οποιοδήποτε άλλο στη Γη. Ωστόσο, αισθανόταν πως, αυτή την φορά, είχε έναν λόγο το χαμόγελο αυτό, σε αντίθεση με άλλες φορές, που απλά θα πήγαινε να πληρώσει και να φύγει ή θα έπινε και άλλο και μετά απλά πήγαινε σπίτι και θα ξεραινόταν στον ύπνο. Δηλαδή, τον περίμενε έξω μια πολύ όμορφη κοπέλα, με την οποία μιλούσε για κάμποση ώρα, χωρίς να νιώθει πως το κάνει από αγγαρεία ή κάτι σχετικό,  και του φαινόταν πως η βραδιά θα είχε μια πολύ όμορφη κατάληξη, δηλαδή σεντόνια ανακατεμένα, σώματα ενωμένα και….
Καταπίεσε το χαμόγελο του για να μην τον περάσει για χαζοχαρούμενο, άνοιξε την πόρτα και κάθισε πάλι στη θέση του.
<<Τι λέγαμε;>>.
<<Ήθελες να με ρωτήσεις κάτι>>.
<<Να σε ρωτήσω…. Να σε ρωτήσω… Το ξέχασα. Συγγνώμη!>>.
<<Δεν πειράζει!>>.
<<Ωραία μουσική έβαλε. Τι μουσική ακούς, δεν σε ρώτησα>>.
<<Λίγο από όλα. Εσύ;>>.
Δηλαδή αν σου βάλω τώρα μογγολικούς λαρυγγισμούς με κλαρίνα, θα το ακούσεις;, σκέφτηκε ο Σάββας.
<<Και εγώ το ίδιο. Ό,τι μου κάθεται καλά στο αυτί, βασικά, δεν μένω σε ένα συγκεκριμένο είδος. Αν και , νομίζω, κατά βάση ακούω ραπ και ροκ μουσική>>.
<<Αγαπημένος καλλιτέχνης;>>.
<<Χμμμμ. Νομίζω ο Tom Waits. Ίσως ο Leonard Cohen. Τους ξέρεις;>>.
<<Μπαααα>>.
<<Δεν πειράζει. Είναι ωραίοι, όμως, να τους ακούσεις>>.
<<Εντάξει>>.
Και σιωπή. Ήταν η πρώτη στιγμή από όταν άρχισαν να μιλάνε που έπεσε αμήχανη σιωπή. Στον Σάββα δεν άρεσε καθόλου αυτό. Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η αμήχανη σιωπή, ήταν κακό σημάδι αυτή η αμήχανη σιωπή, οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτή την αμήχανη σιωπή, ο Δημήτρης μιλάει με ροή και ευχάριστα με την Ιωάννα, εγώ γιατί όχι, μπορεί να μην μιλάνε, να βγάζουν με το στόμα τους ήχους κλανιάς και ρεψίματος, και πάλι, καλύτερο, ΑΑΑ-.
<<Δεν καπνίζεις, έτσι;>>, τον ρώτησε η Ματίνα.
<<Εγώ;>>, απάντησε ξαφνιασμένος ο Σάββας. <<Όχι, δεν καπνίζω. Γιατί;>>.
<<Αν πιω 2-3 ποτήρια κρασί, μου έρχεται η όρεξη για ένα τσιγάρο>>.
<<Θα πω τον Δημήτρη να σου στρίψει ένα. Μισό λεπτό>>.
Ο Σάββας σηκώθηκε και πήγε δίπλα στον Δημήτρη.
<<Τι θες;>>.
<<Προφυλακτικά>>, ψιθύρισε ο Σάββας στο αυτί του. Κατάλαβε, όμως, πως ο Δημήτρης ήταν έτοιμος  να τον αγκαλιάσει και άρχισε να γελάει.
<<Η Ματίνα θέλει τσιγάρο. Θα της στρίψεις ένα;>>.
<<Όσα θες πασά μου>>.
Με πολύ γρήγορες κινήσεις, ένα τσιγάρο είχε στριφτεί και ο Σάββας επέστρεψε στη θέση του.
<<Ξέχασα να του ζητήσω αναπτήρα>>.
<<Δεν πειράζει>>.
Σήκωσε το χέρι της και έκανε νόημα στον μπάρμαν, ο οποίος της άναψε το τσιγάρο. Η Ματίνα χαμογέλασε και ρούφηξε την πρώτη τζούρα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχαν νέα ποτήρια γεμάτα μπροστά τους.
<<Αυτά είναι από εμάς, κερασμένα. Στην υγειά σας!>>.
Τσούγκρισαν μαζί του και ήπιαν μια γουλιά. Ο Σάββας είχε μεθύσει, αλλά συνέχιζε απτόητος. Παρατήρησε τα δάχτυλα της Ματίνας, ενώ έπιανε το ποτήρι της και είδε πως είχαν μανικιούρ.
<<Πολύ ωραία τα νύχια σου>>.
<<Αααα, σε ευχαριστώ!>>.
<<Μου επιτρέπεις;>>, ρώτησε, ενώ άπλωνε τα χέρια του. Η Ματίνα τον κοίταξε και έτεινε το χέρι της προς το μέρος του. Ο Σάββας το έπιασε.
<<Πραγματικά, πολύ ωραία>>, είπε, ενώ της χάιδευε το χέρι. Η Ματίνα δεν έκανε κάποια κίνηση για να το απομακρύνει. Ο Σάββας είχε αρχίσει να νιώθει την ύπαρξη μιας σύνδεσης μεταξύ τους – ένας ουρακοτάγκος που προσπαθούσε να ζευγαρώσει, αυτό ήταν , αλλά όχι μόνο. Σε σημείο που, φευγαλέα, σκέφτηκε πως αυτό, αυτό το κομμάτι της νύχτας, αυτή η νύχτα, η Ματίνα, όλα, να άρχισαν να αποκτούν τελικά μια μεγαλύτερη σημασία, να είχαν ένα πιο βαθύ νόημα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης τους, η Ματίνα που και που, όταν της έλεγε κάτι αστείο ή την πείραζε, τον ακουμπούσε και ίσως λόγω αυτού πήρε το θάρρος και ο ίδιος να κάνει αυτό το βήμα, αλλά το σταμάτησε πριν της φανεί κανένας πολύ περίεργος. Εκείνη του χαμογέλασε και εκείνη και συνέχισαν να μιλάνε.
Τελικά, κατά τις τρεις – κανένας δεν είδε την ώρα τότε- η Ματίνα, τελειώνοντας το κρασί της, του είπε πως σκεφτόταν να πάει σπίτι. Για τον Σάβα, αυτό ήταν το κρίσιμο σημείο. Να περίμενε να τον προσκαλέσει; Να πήγαινε μαζί της; Να την άφηνε να φύγει; Τι να έκανε;
<<Και εγώ λέω να φύγω. Και αφού μένουμε κοντά, θα σε πάω από το σπίτι για να σιγουρευτώ πως θα φτάσεις ασφαλής>>.
<<Σίγουρα;>>.
<<Ναι. Ούτως ή άλλως, κοντά μένουμε>>.
Ο Σάββας έκανε νόημα στον μπάρμαν και πλήρωσε και για τους δύο. Δεν ήταν σε κάποιο ραντεβού ή κάτι τέτοιο, άλλα το μεθυσμένο του μυαλό του έλεγε πως έπρεπε να πληρώσει και για τους δύο. Στο μεταξύ, η Ματίνα αποχαιρετούσε την φίλη της. Το ίδιο έκανε και ο Σάββας λίγα δευτερόλεπτα μετά.
<<Εσείς θα μείνετε και άλλο;>>, ρώτησε η Ματίνα.
<<Έτσι λέμε>>, απάντησε η Ιωάννα. <<Έχουμε πιάσει σοβαρή κουβέντα τώρα>>.
<<Όταν ο Μήτσος μιλάει σοβαρά….μιλάει πολύ σοβαρά>>, είπε ο Σάββας και τους αποχαιρέτησαν.
Έξω είχε λίγο κρύο. Είχε και πανσέληνο. Το σπίτι της Ιωάννας δεν ήταν πολύ μακριά και έτσι το έκοψαν με τα πόδια. Όσο περπατούσαν, δεν μιλούσαν. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τους θορύβους της πόλης και τις αναπνοές τους. Κάποια στιγμή, κάπου στα μισά της διαδρομής πρέπει να ήταν, χωρίς να το καταλάβει, ο Σάββας είχε περάσει το δεξί του χέρι στη μέση της Ιωάννας και εκείνη το αριστερό της χέρι στην μέση του και έτσι περπατούσαν, έτσι περπατούσαν δύο άνθρωποι στη μέση της νύχτας, δύο άνθρωποι που μόλις είχαν γνωριστεί, ω υπέροχη νύχτα με τα θαύματα σου, άγια νύχτα που δεν έρχεσαι μόνο μια φορά τον χρόνο, δεν είναι όλες οι σιωπές εκκωφαντικές, ούτε οδυνηρές.
Έφτασαν κάτω από το σπίτι της. Ήταν μια πολυκατοικία τετραόροφη, χωρίς πυλωτή. Είχε ακόμα ησυχία έξω.  Η Ματίνα στάθηκε με την πλάτη της στην πόρτα και ο Σάββας απέναντι της. Κοιτάχτηκαν για μερικά δεύτερα και , Ευχαριστώ που με έφερες ως εδώ, δεν κάνει τίποτα, λοιπόν…καλό βράδυ και
την πλησίασε για να την φιλήσει. Η Ματίνα έκανε πίσω.
<<Τι κάνεις;>>.
Ο Σάββας έκανε μια ακόμα προσπάθεια.
<<Δεν….δεν τα συνηθίζω αυτά με άτομα που δεν γνωρίζω>>.
<<Μα… γνωριστήκαμε>>.
<<Καταλαβαίνεις τι εννοώ>>.
<<Μα….Όχι, ε;>>
Η Ματίνα του χαμογελούσε. Ο Σάββας της χαμογελούσε. Η νύχτα τους χαμογελούσε. Η Ματίνα είπε ξανά καλό βράδυ. Ο Σάββας είπε καταλαβαίνω… καλό βράδυ, Ματίνα, η Ματίνα ξεκλείδωσε την πόρτα, ο Σάββας άρχισε να περπατάει, ψάχνοντας τα ακουστικά του, η Ματίνα είχε μπει στην πολυκατοικία, ο Σάββας είχε βάλει τα ακουστικά του, έψαχνε τραγούδι και οι σκέψεις του, μεθυσμένες, χόρευαν μέσα στο κεφάλι του.
<<Έπρεπε να της ζητήσω Facebook, Instagram ,κάτι…αλλά γιατί να ήταν τώρα έτσι, αφού τόση ώρα ήμασταν εκεί και….De Profundis, De Profundis, εκ βαθέων, κύριε…. Δεν είμαι σαν εκείνους, γιατί έκανα σαν εκείνους, εγώ νόμιζα και θα έπρεπε να πάμε πάνω και από την άλλη μέρα, αλλά αύριο, έπρεπε να ζητήσω κάτι, έστω τηλέφωνο, γιατί ήπια τόσες μπύρες,  εκ βαθέων κύριε…Και ο Μήτσος θα με κράζει αύριο, αλλά δεν φταίω εγώ, εγώ ήμουν ξεκάθαρος, αλλά γιατί πάλι, μια φορά, μια κοπέλα να, μια κοπέλα που…. Δεν ζητάω πολλά, δεν ζητάω πολλά, μια κοπέλα ένα βράδυ, πολλά βράδια, μια κοπέλα ζητάω να της αρέσω γι’ αυτό που είμαι, αγάπη ζητάω, ζητάω πολλά και βλάκα, βλάκα…>>.
Είχε σταματήσει να περπατάει, ψάχνοντας το τραγούδι που θα άκουγε. Σε αυτή τη σιωπή, το κεφάλι του βούιζε. Τελικά, βρήκε ένα που του άρεσε πολύ και το έβαλε. Κοίταξε τον ουρανό. Στάθηκε για λίγο όσο ένα γλυκόπικρο χαμόγελο σχηματιζόταν στο πρόσωπο του και ψιθύρισε
<< Je te laisserai des mots….Εκ βαθέων , κύριε, τι βλαμμένος που είμαι!>>.
-Ο.Γ.Θ.



Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022




Διάβαζα το Κουτσό του Cortazar, κάπου στη μέση πρέπει να ήμουν, όταν μου ήρθε μια τρελή ιδέα: μέχρι να τελειώσω το βιβλίο, θα περπατάω, θα κινούμαι, θα υπάρχω μέσα σε ένα ατελείωτο κουτσό. Όπου και να ήμουν, ό,τι και να έκανα, ένα, ένα πόδι, δύο, δύο πόδια, τρία, ένα πόδι, και πάει λέγοντας. Καλά, δεν θυμάμαι πως ακριβώς παίζεται το κουτσό, αλλά έχω κρατήσει τα βασικά. Και στην τελική, σκέφτηκα, και να με περνούσαν για βλαμμένο όταν με έβλεπαν έξω στο δρόμο, οι βλαμμένοι συνήθως γίνονται διάσημοι και βγάζουν λεφτά. Δεν θα με χαλούσαν λίγα παραπάνω λεφτά, ίσα-ίσα. Όταν μου τα έσκασε αυτή η φαεινή ιδέα, άκουγα το Holiday των Scorpions. Διακοπές, σκέφτηκα, αυτό χρειάζομαι, να γίνω πιο βλαμμένος από ό,τι είμαι, να βγάλω πολλά βλαμμένα λεφτά και να πάω βλαμμένες διακοπές. Και λαλαλα και και ουυυααα και ούτω καθεξής. 
Έτσι, ξεκίνησα να προπονούμαι εντατικά στο σπίτι μου, προτού εμφανιστώ στον έξω κόσμο. Το πάτωμα έγινε πολλά μικρά τετραγωνάκια με αριθμούς. Και κάπου στο βάθος, πολύ μακριά στο βάθος, υπήρχε ένα νησί και εκεί υπήρχε ήλιος και η θερμοκρασία ήταν ιδανική και εγώ θα πήγαινα διακοπές και δεν θα είχα ούτε το κινητό μου, ούτε θα έλεγα σε κανέναν που θα πήγαινα και γιατί, απλά θα πήγαινα διακοπές και θα ηρεμούσε το κεφάλι μου, μακριά από όλα, μακριά από όλους, για πάντα, θα ζούσα το όνειρο, ποιο όνειρο, ένα όνειρο, από το χωριό είναι δεν το ξέρετε. 
Όμως, βαρέθηκα πολύ γρήγορα. Δεν είχαν περάσει ούτε τρείς μέρες.  Ήταν αυτή η βαρεμάρα και απογοήτευση που έρχεται όταν κάτι τελικά δεν είναι όπως σου φαινόταν στην αρχή στο μυαλό σου, όταν κάτι που φάνταζε πολύ ενδιαφέρον, πολύ ωραίο, πολύ πολύ σαν αρχική σκέψη, όταν μετά το έκανες πράξη, απλά δεν είχε αυτό το κάτι που πίστευες πως θα έχει. Βασικά, ήταν κάπως κουραστικό και ανυπόφορο κατά στιγμές, γιατί φανταστείτε να θες να ξυπνάς το πρωί και αν θες να πας τουαλέτα και να πρέπει να διασχίσεις μια κατά τα άλλα απλή και μικρή διαδρομή λες και έκανες την πιο κουραστική προπόνηση την προηγούμενη ημέρα και τώρα το σώμα σου κάνει τα δικά του. Δεν θα μπορούσα να το συνεχίσω για πολύ αυτό.
Έτσι, έπρεπε να βρω ένα άλλο μέσο για να επισπεύσω τις διακοπές μου. Εκείνες τις ουτοπικές διακοπές που όλοι ονειρεύονται, έστω και ενδόμυχα. Έσπασα το κεφάλι μου, στην κυριολεξία πήγε να σπάσει, γιατί τη στιγμή που αποφάσισα να σταματήσω το κουτσό και έπειτα, ιδέες καλές δεν μου ερχόντουσαν και σκέφτηκα πως η κατάσταση στην οποία βρισκόμουν ήταν πολύ περιορισμένη από την πραγματικότητα, το μυαλό μου έπρεπε να ανοίξει και ήπια κοντά στις 12 μπύρες ένα βράδυ στο σπίτι, αλλά το μόνο αποτέλεσμα που είχαν ήταν να κατουριέμαι κάθε είκοσι λεπτά και να καταλήξω να κάνω κουτσό σαν τον ηλίθιο σε όλο το διαμέρισμα, γελώντας και ακούγοντας Rory Gallagher.
Όταν ξύπνησα το επόμενο πρωί, ένιωσα την δυσφορία και την χωρίς-λόγο-ανησυχία που μου δημιουργείται όταν έχω hangover και, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι, σκέφτηκα, τώρα γιατί το σκέφτηκα αυτό δεν ξέρω, πως ακόμα και τα πιο ωραία πράγματα μπορούν να καταλήξουν κάπως βαρετά και κουραστικά, αλλά η σκέψη αμέσως έφυγε γιατί το κεφάλι μου πονούσε και ήθελα να ξανακοιμηθώ.
Ξύπνησα τελικά κοντά στο μεσημέρι. Άλλωστε, Κυριακή ήταν, δεν ήταν πως είχα να κάνω και τίποτα. Μονάχα να πάω να αδειάσω στην τουαλέτα, για να ξαλαφρώσω και αυτό δεν πήρε πολύ, τα βασικά δεν παίρνουν πολύ σε αυτή τη ζωή ή έτσι μας φαίνεται, αλλά είναι απαραίτητα, μαμ, γρήγορα, ύπνος, σαν αστραπή, νερό, σαν νεράκι, ικανοποίηση, αυτοϊκανοποίηση, δισταγμός, διάφορα συναισθήματα και πηδάς από το ένα θέμα στο άλλο γιατί αν σταθείς για πολύ σε κάτι συγκεκριμένο, θα πηδήξεις τελικά από το μπαλκόνι από την πολύ σκέψη.
Τελικά, έβαλα ένα τραγούδι και ξάπλωσα κάτω στο πάτωμα και φαντάστηκα πως έριχνε χιόνι, πολύ χιόνι, φορούσα τα χοντρά μου ρούχα και έριχνε χιόνι, ένα μέτρο χιόνι και ήμουν λίγο πιο ψηλός από ένα μέτρο, ήμουν στην αυλή, ήμουν δίπλα από έναν χιονάνθρωπο, ήμουν πάλι εκεί, ήμουν εγώ που ήμουν κάποτε εγώ, αλλά δεν είναι πως χάθηκα πραγματικά, χάθηκα για λίγο και ξαναβρίσκομαι, ξανασυναντιέμαι, επαναπροσδιορίζομαι. 
Δεν χρειαζόμουν διακοπές, σκέφτηκα. Ό,τι χρειαζόμουν, μπορούσα να το δημιουργήσω με το μυαλό μου και αρκούσε να κλείσω απλά τα μάτια μου και να το φανταστώ και , λειτουργώντας όπως νομίζω καλύτερα, ίσως να το πετύχω τελικά. Γιατί ίσως να μην πάμε ποτέ τα πιο μεγάλα ταξίδια. Να μην ζήσουμε ποτέ τον έρωτα όπως τον έχουμε στο μυαλό μας, να μην μάθουμε ποτέ να είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι με όσα έχουμε και ίσως , λέω ίσως, να είναι ψευδαίσθηση το ότι θα μάθουμε κάποτε να ζούμε σαν άνθρωποι. 
Παρόλα αυτά. Παρόλα αυτά. Όλα αυτά, παρά όλα αυτά. 
Επιτρέψτε μου να ξανασυστηθώ, πριν φύγω μια για πάντα. Με κουτσό, όχι με κανονικά βήματα. Με μπρος και πίσω βήματα, όπως είναι η ζωή. Με μπροστά βήματα όπως είναι τα όνειρα και η ευτυχία. Με πίσω βήματα, όπως είναι τα φαντάσματα και το στραβό το μυαλό μας ώρες ώρες. 
Και αν δεν έβγαλε και πολύ νόημα όλο αυτό, διαβάστε το πάλι.
-Ο.Γ.Θ.


Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022





Είχα αρχίσει να γράφω ένα διήγημα , το οποίο κατέληξε αρκετά μεγάλο, αλλά το έσβησα λίγο πριν το τελειώσω, γιατί είδα πως δεν έβγαζε πουθενά. Μου θύμισε λίγο εκείνους τους ανθρώπους που μιλάνε πολύ αλλά στην ουσία δεν λένε τίποτα, ούτε καν το τίποτα βασικά, θα ήταν καλύτερο να μην είχαν ανοίξει καθόλου το στόμα τους, γιατί ακόμα και το τίποτα μπορείς να το πεις με επιτυχία και το να πω ότι δεν λένε στην ουσία τίποτα θα ήταν προσβολή για το τίποτα.
Έτσι, αποφάσισα να αφήσω το γράψιμο για λίγο στην άκρη. Χύθηκα πίσω στην καρέκλα και κοίταζα το ταβάνι, λες και στο ταβάνι πάνω κρυβόντουσαν οι ιδανικές λέξεις. Μα το ταβάνι είναι άσπρο και το φως το έκανε ακόμα πιο άσπρο, οπότε αποφάσισα να αλλάξω καταστάσεις, να αλλάξω ρούχα δηλαδή και να βγω μια βόλτα για να ξεσκάσω λίγο. Λίγος καθαρός αέρας ίσως μου έκανε καλό, μιας και είχα κλεισμένος στο σπίτι ένα πενταήμερο σχεδόν και η αλήθεια είναι πως έχω καθίσει πολύ περισσότερο καιρό κλεισμένος μέσα στο σπίτι και τότε με πείραζε αυτή η κλεισούρα για τελείως διαφορετικούς λόγους.
Με τις φόρμες και τα αθλητικά μου παπούτσια, κατηφόρισα μέχρι την παραλία. Πήρα μια βαθιά ανάσα, για να γεμίσω τα πνευμόνια μου με την σαπίλα του Θερμαϊκού, που καλύπτει με μαεστρία την σαπίλα των ανθρώπων και ξεκίνησα να περπατάω αμέριμνος. Δεν είχα βάλει κάποιο στόχο, σα να είχα πάει για τρέξιμο, απλά ήθελα να περπατήσω για λίγη ώρα και να γυρίσω σπίτι μετά.
Είχε πάει 10 το βράδυ. Δεν είχε πολύ κόσμο έξω. Για μέσα Νοεμβρίου, είχε αρκετό κρύο. Έφτασα μέχρι τις ομπρέλες και κοντοστάθηκα απέναντί τους. <<Η πιο ερωτική πόλη του Σύμπαντος ολόκληρου>>, σκέφτηκα και γέλασα μόνος μου. Ευτυχώς φορούσα μάσκα και δεν με είδε κανείς, να αναρωτηθεί γιατί γελάω μόνος μου. 
Η αλήθεια είναι πως με είχε πιάσει μια μικρή μελαγχολία εκείνες τις μέρες. Ήταν εκείνη η μελαγχολία που έρχεται στα ξαφνικά, λόγω ενός τυχαίου γεγονότος, μιας εικόνας, ενός ήχου, μιας μυρωδιάς, μια γενική μελαγχολία, σαν ομίχλη, που όλο και συμπυκνώνεται μέχρι που γίνεται καπνός και εισβάλει  μέσα σου από κάθε πόρο του σώματος σου.
Διαβάσαμε με ενδιαφέρον το μυθιστόρημά σας, αλλά δυστυχώς, παρά....
Υπάρχουν καταστάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου που τον κάνει να πεισμώνει περισσότερο, να προσπαθεί περισσότερο να γίνεται όλο και καλύτερος, αλλά, από την άλλη, αυτός ο κόσμος όλο και ζητάει, όλο και σου ζητάει πράγματα. Συνέχιζα να περπατάω και, πριν καλά- καλά το καταλάβω, βρέθηκα στην Αριστοτέλους. Λίγο οι σκέψεις, λίγο η μουσική από τα ακουστικά, λίγο το ένα , λίγο το άλλο, περισσότερο ζωή, λιγότερο σκέψη, περισσότερο περισσότερο και λιγότερο λιγότερο. Σκέφτηκα να γυρίσω σπίτι με κάνα αστικό ή με κανένα ταξί, μα άλλαξα γνώμη και το έκοψα πάλι πίσω με τα πόδια. Άλλωστε, ήταν η ώρα που η οικογένεια δίπλα θα άρχιζε να μαλώνει για τα ίδια πράγματα, ο γείτονας από δύο πολυκατοικίες δεξιά θα ήταν μεθυσμένος και θα φώναζε στο μπαλκόνι του τα ίδια πράγματα και τελικά καταλαβαίνεις πως, όσο και να αλλάζει ο κόσμος, τα περισσότερα πράγματα μένουν ίδια και πολλές φορές δεν είναι πως δεν θες να τα αλλάξεις, απλά καταλήγεις στο συμπέρασμα πως δεν έχει νόημα.
<<Καλό αυτό>>, σκέφτηκα και έβγαλα το κινητό μου για να το σημειώσω.
Βρισκόμουν κάτω από τον Λευκό Πύργο. Κοίταξα ψηλά, εκεί που βρίσκεται η σημαία. Στιγμιαία, μου πέρασε η σκέψη από το μυαλό να μπορούσα να ανέβω εκεί πάνω, να πάρω μια πολύ βαθιά αναπνοή και να φωνάξω ένα ηχηρό ΓΑΜΙΕΣΤΕ και όποιος με άκουσε με άκουσε. Αλλά δεν άξιζε τον κόπο. Τι να το κάνεις; Μα αν κάποιος είχε το θάρρος να ανέβει μέχρι εκεί, ενώ ήταν κλειστή η είσοδος, μόνο και μόνο για να φωνάξει αυτό το ηχηρό ΓΑΜΙΕΣΤΕ, ίσως να άλλαζε μέχρι και η ροή αυτής της πραγματικότητας και να μπαίναμε σε ένα άλλο σύμπαν και αυτό που ζούμε για την ώρα να γινόταν το παράλληλο εκείνης της πραγματικότητας που πλέον θα ήταν η καινούργια.
Έτσι, περπατούσα αμέριμνος στην παραλία πάλι. Από την απέναντι πλευρά είδα κάποιον να προχωράει που μου θύμισε κάποιον που είχα δει κάποτε. Όταν πέρασε από δίπλα μου, παρατήρησα πως φορούσε και αυτός ακουστικά. Είχε φράντζα. Φορούσε κάτι απλές, μαύρες φόρμες και ένα μαύρο μπουφάν. Μα το βλέμμα του... το βλέμμα του έμοιαζε τόσο χαμένο, τόσο θολό. Έμοιαζε λες και είχε να δει ήλιο μέρες. Από τα ακουστικά του άκουσα έναν γνώριμο ήχο να βγαίνει. Ήταν το Best of You από τους Foo Fighters. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και τότε γύρισα απότομα το κεφάλι μου. Το παιδί συνέχιζε να περπατάει, με τα χέρια στις τσέπες, κοιτάζοντας ευθεία, τόσο ευθεία, έμοιαζε λες και αυτό το βλέμμα θα έσκιζε την πραγματικότητα της ευθείας αυτής και θα του αποκάλυπτε, σαν θαύμα, μια άλλη πραγματικότητα, εκείνη που φαινόταν πως ποθούσε. Χαμογέλασα. Πως γίνεται να μην χαμογελούσα; Δεν ήταν όμως ένα χαμόγελο ευχαρίστησης, αλλά μιας γλυκόπικρης μελαγχολίας. Έβαλα τα χέρια μου βαθιά μέσα στις τσέπες μου και κοίταξα ψηλά, στον ουρανό. Και ο ουρανός έγινε ένα τεράστιο ταβάνι και τα σύννεφα έγιναν λέξεις και οι λέξεις αυτές έγιναν.
Οι λέξεις αυτές έγιναν
Και ό,τι γίνεται, μένει για πάντα μέσα σου
Και ό,τι έγινε, δεν μπορείς να το ξεχάσεις
Και όσα ξέχασες, θα γίνουν για πάντα εσύ
Έβγαλα το κινητό μου και το σημείωσα. Λίγο κλισέ, σκέφτηκα, λίγο χιλιοειπωμένο. 
Δεν πειράζει.
-Ο.Γ.Θ. 

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

     Μια κάπως ασυνήθιστη γνωριμία

 

Έβλεπα ένα όνειρο πριν ξυπνήσω, αλλά δεν θυμάμαι τι ακριβώς συνέβαινε. Θυμάμαι, πάντως, πως ένιωθα ωραία μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, αλλά αλήθεια, δεν θυμάμαι ακριβώς τι ακριβώς συνέβαινε. Ξέρω μόνο πως, όταν άνοιξα τα μάτια μου ,πετάχτηκα πάνω, γιατί αμέσως κοίταξα το κινητό μου και, Σκατά!, μουρμούρισα, πάλι έκλεισα το ξυπνητήρι.  Είχα περίπου τρία τέταρτα  για να συμμαζέψω το σπίτι μέχρι να έρθει ,συν του οτι έπρεπε να κάνω μπάνιο και να αλλάξω ρούχα. Ευτυχώς είμαι γρήγορος με αυτά.

Ημέρα: Χριστούγεννα. Εννοώ, Παραμονή. Τέλοσπαντων, στην αλλαγή, όχι ανήμερα. Ποιος θα ερχόταν  σπίτι μου; Το γένος του καλεσμένου ήταν θηλυκό, άρα καλεσμένη.  Την συνάντησα τυχαία, κάνα δύο μήνες, ίσως και λίγο παραπάνω, πριν τα Χριστούγεννα. Τόπος: δανειστική βιβλιοθήκη. Είχα πάει να επιστρέψω κάτι βιβλία και να δανειστώ κάποια άλλα, χωρίς να έχω αποφασίσει  από πριν ποια θα ήταν αυτά, γιατί το να τριγυρνάω στην δανειστική βιβλιοθήκη, να αγγίζω, να βγάζω, να σηκώνω, να μυρίζω, να ξεφυλλίζω βιβλία ήταν κάτι σαν υπέροχη διέξοδος από την πραγματικότητα για μένα, μια ευχάριστη απόλαυση. Έτσι, σεργιάνιζα αμέριμνος ανάμεσα στους διαδρόμους. Είχα ήδη επιλέξει τρία, αλλά επειδή μου δινόταν η δυνατότητα να δανειστώ μέχρι τέσσερα, έψαχνα το τελευταίο. Στάθηκα σε ένα τυχαίο σημείο, στο διάδρομο με τα μυθιστορήματα, και για ένα πεντάλεπτο εξερευνούσα με τα μάτια, ενίοτε και με τα χέρια. Τότε μου ήρθε μια αναλαμπή, ένα βιβλίο του Saramago που ήθελα από καιρό να διαβάσω.

Την ίδια στιγμή, ήρθε και στάθηκε εκείνη δίπλα μου. Σίγουρα δεν το σχεδίαζε, σίγουρα έψαχνε και αυτή κάτι να διαβάσει, σίγουρα εγώ δεν ήμουν  γι’ αυτήν κάτι παραπάνω από μια μύγα ανάμεσα σε έναν σωρό από μελλοθάνατες μύγες. Ωστόσο, κάτι πάνω της με μαγνήτισε. Με γρήγορες κινήσεις, αλλά πάντα διακριτικά, σα να μη συνέβαινε τίποτα το σπουδαίο, πήγα, άρπαξα εκείνο που ήθελα , κι γύρισα  πίσω, για να κάνω πως ψάχνω και καλά στο ίδιο σημείο. Αλλά και που ήταν εκεί και ήμουν και εγώ εκεί, τι θα μπορούσε να συμβεί; Καμάκι στην βιβλιοθήκη ας πούμε; Μπα, αποκλείεται. Ωστόσο, θα μπορούσε να γίνει μια αρχή, σκέφτηκα.

Την έβλεπα καθώς ταλαιπωριόταν να διαλέξει. Έτσι τόλμησα να ξεστομίσω ένα "αυτό", τόσο σιγανά και δειλά που ούτε καν με άκουσε. Εντούτοις, επέλεξε όντως εκείνο το βιβλίο - ήταν το Άρωμα , του Ζίσκιντ - και έφυγε δίχως να μου δώσει σημασία.  Πήγα με τη σειρά μου να δανειστώ τα βιβλία μου, ενώ εκείνη είχε ήδη δανειστεί το δικό της και την έκανε με γρήγορο βήμα. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, άλλωστε δεν θα είχε νόημα.

Δε βαριέσαι!

Τρεις εβδομάδες μετά πήγα να τα επιστρέψω  και να δανειστώ κάποια άλλα και, ω Θεοί!, να την πάλι, στο ίδιο σημείο. Η χαρά μου, απερίγραπτη, αλλά γιατί; Εδώ σε άλλα μέρη δεν πλησίαζα γυναίκες , γιατί να το έκανα στη βιβλιοθήκη; Φαντάζομαι μου δημιουργήθηκε αυτή η επιθυμία λόγω του μέρους που την πέτυχα. Μια κοπέλα ,να δανείζεται βιβλία και από ότι φαινόταν αρκετά συχνά, ε, ήταν μια καλή αρχή, μια κοπέλα με ενδιαφέροντα, μια λίγο διαφορετική από τις άλλες, άσε που ήταν και όμορφη. Ακολούθησα την προηγούμενη τακτική, ωστόσο έχασκα απλά σαν τον ηλίθιο, στα κρυφά, και έκανα πως έψαχνα . Ώσπου , από το πουθενά, μια φωνή με επανέφερε στην πραγματικότητα.

<<Θα πρότεινα την Πείνα, του Κνουτ Χάμσουν, ενδιαφέρον βιβλίο>>.

Ήταν η δική της φωνή. Γλυκιά, γυναικεία φωνή. Ένευσα καταφατικά και κόλλησα. Έκανε να φύγει.

<<Εεεε....>>, είπα.
Γύρισε.
<<Χμμμ;>>.
<< Ωραίο βιβλίο το Άρωμα;>>.
Παραξενεύτηκε.
<< Εσύ δεν ήσουν που την προηγούμενη φορά το δανείστηκες;>>.
<<Ν...ν....ι, ναι εγώ ήμουν;....>> ψέλλισε διστακτικά.
<<Μην με παρεξηγείς, δεν είμαι κανένας περίεργος. Απλώς ήμουν δίπλα σου και.... βλέπεις, να...>>.

Κάπως έτσι πήγε και τελικά ανταλλάξαμε Facebook. Εγώ της το ζήτησα , με την δικαιολογία πως ήθελα να έχω κάποιον να μιλάμε για βιβλία, αν το επιθυμούσε και αυτή.

Και έπιασε, θεοί!

Την έλεγαν Μάχη, από το Ανδρομάχη. Συνομιλούσαμε για καιρό. Στην αρχή μόνο για βιβλία, για συγγραφείς και τα σχετικά, λίγα διάσπαρτα μηνύματα μέσα στη μέρα. Ωστόσο, δεν αργήσαμε να  πιάσουμε κουβέντα σε πιο προσωπικό επίπεδο.

Κάποια στιγμή μου εκμυστηρεύτηκε πως έλειπαν οι περισσότεροι φίλοι της, κάποιοι είχαν κανονίσει, δεν ήξερε τι θα έκανε την παραμονή των Χριστουγέννων και δεν ήθελε να μείνει στο σπίτι της, λόγω της ημέρας. Το σκέφτηκα λίγο. Τι λίγο δηλαδή, για κάνα δίωρο κοιτούσα το μήνυμά της δίχως να το ανοίξω. Μάζεψα όσο θάρρος είχα ,τελικά,  και την προσκάλεσα στο δικό μου σπίτι, μιας και εγώ , λόγω δουλειάς, θα έπρεπε να μείνω στην Θεσσαλονίκη , και δεν είχα κάτι άλλο  να κάνω εκείνη την μέρα, επίσης, μιας και όλοι μου οι φίλοι θα έφευγαν. Τώρα θα με χαρακτηρίσετε παράξενο, αλλά δεν ξέρω πώς μου βγήκε. Ήταν όντως μυστήριο και το μετάνιωσα τη στιγμή που το έγραψα. Αλλά παραδόξως, το σκέφτηκε και, τρείς ώρες μετά μου απάντησε θετικά.

Ολοκληρώνω αυτή τη μικρή αναδρομή γιατί ακούω το θυροτηλέφωνο να χτυπάει -ντριιιιιν. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και της ανοίγω. Λίγα δευτερόλεπτα μετά εμφανίζεται πάνω. Αέρινη, φοράει ένα κόκκινο φόρεμα, απλό, φαντάζομαι λόγω της επισημότητας της ημέρας που επιβάλει να είμαστε τρόπον τινά καλοντυμένοι, μαύρα παπούτσια ένα δερμάτινο μπουφάν. Τα μαλλιά τα έχει λυτά, πίσω από την πλάτη, ίσια, μαύρα. Δεν είναι πολύ κοντύτερη από μένα, κανένα κεφάλι, κοντά στο 1,70 υπολόγισα. Από το περίγραμμα του ρούχου της φαντάστηκα πως είχε λυγερό κορμί. Το βλέμμα μου , ωστόσο, έπεσε στους αστραγάλους της.

<<Χρόνια πολλά Νίκο!>>.

Ανταπέδωσα το χαιρετισμό. Έτεινε το χέρι της και μου έδωσε μια ωραία, μικρή , χριστουγεννιάτικη σακουλίτσα. Είχε κονιάκ. Το ίδιο ποτό που είχα αγοράσει και εγώ.  Την προσκάλεσα να περάσει μέσα.

Δεν χρειάζεται να βγάλεις παπούτσια. Κάθισε στον καναπέ και έρχομαι σε λίγο.
Και να' μαι ,με ποτήρια άδεια και το κονιάκ.

Πάγο ήθελες; Όχι; Ούτε εγώ, εντάξει.

Τσουγκρίσαμε για την επικείμενη γέννηση του Θεανθρώπου. Η κουβέντα μας κυλούσε ήρεμα και ομαλά, αν και η ίδια μιλούσε περισσότερο, εγώ ήμουν κομματάκι αγχωμένος, καθώς ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμασταν ουσιαστικά. Το είχε καταλάβει και προσπαθούσε να σπάσει τον πάγο όσο πιο γρήγορα γινόταν. Κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα και, όταν γύρισε, στάθηκε για λίγο μπροστά από την βιβλιοθήκη μου.

<< Βλέπω έχεις και δυο γεμάτα ράφια. Νόμιζα τα δανείζεσαι όλα όσα διαβάζεις>>.

<<Όχι όλα. Κάποια που μου αρέσουν πολύ τα έχω αγοράσει.>>.
Σηκώθηκα όρθιος και άρπαξα ένα τυχαία.
<< Στον δρόμο, του Κέρουακ, πολύ καλό>>.
<<Βαμβουνάκη έχεις διαβάσει;>>, με ρώτησε.
<<Όχι ακόμη, αλλά θέλω κάποια στιγμή>>.

Κάθισα πάλι στον καναπέ. Η Μάχη κάθισε στη θέση της και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι της. Φάνηκε ότι την έκαψε λίγο τον λαιμό, γιατί έβηξε. Έπειτα, κοίταξε για λίγο το δωμάτιο αμήχανα και γύρισε προς το μέρος μου, παίζοντας με τα δάχτυλα της. Τα χείλη της συσπάστηκαν αλλά δεν έβγαλαν ήχο. Είχαμε φτάσει σε ένα μικρό αδιέξοδο στη συζήτηση μας. Τελικά μίλησε πάλι εκείνη πρώτη.

<< Δεν σε ρώτησα ποτέ. Μένεις μόνος εδώ;>>

<<Μα όχι, έχω και συγκάτοικο. Κάθεται δίπλα μου, ο φανταστικός μου φίλος Ηλίας>>.

Κακή απόπειρα αστείου, αλλά τουλάχιστον απέσπασα ένα μειδίαμα. Ωστόσο, η απάντησή της με ξάφνιασε.

<< Είχες ποτέ φανταστικό φίλο; Εννοώ , σοβαρά....>>.

<<Κάπως. Δηλαδή, όχι ακριβώς φανταστικό, αλλά για κάποια χρόνια ένιωθα πως οι καλύτεροι μου φίλοι ήταν κάτι λούτρινα αρκουδάκια που είχα στο σπίτι μου>>.

<<Ένιωσες ποτέ την μοναξιά να σε κατακλύζει σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και ένα φιλικό καλημέρα από έναν περαστικό να σε γεμίζει με ζεστασιά;>>.

<<Είμαι μοναχικός, όχι μόνος. Οπότε όχι. Αλλά έχω περάσει φάσεις που ένιωθα τόσο ξένος μέσα στο ίδιο μου το δέρμα που ήθελα να το ξεσκίσω με τα δόντια μου και να κάτσω κάτω από τον ήλιο μέχρι να ξεραθώ και να αναγεννηθώ σε κάτι άλλο>>.

<<Έναν φοίνικα ας πούμε;>>.

<<Πολύ κοινότυπο. Σε κουνέλι θα ήθελα….ή γάτα. Ένα σκυλάκι; Κάτι χνουδωτό και χαριτωμένο, τέλοσπάντων>>.

<< Να σε χαϊδεύουν, να σε ταίζουν, να σε φροντίζουν και να σου λένε πως είσαι το καλύτερο παιδί του κόσμου;>>.

<Έτσι δεν μας κάνουν όταν είμαστε μικροί;>>.

<<Και μετά τα παίρνουν όλα πίσω και μας κλωτσάνε στην πλάτη μέχρι να σπάσει και μας τιμωρούν επειδή φτύνουμε αίμα>>.

<<Θες να πετάξουμε;>>.
<<Jenny?>>.
<<Πως;>>.

<< Κάτι δικά μου. Αν πιούμε όλο αυτό το μπουκάλι και το επόμενο, πάντως, θα είναι ένα παρόμοιο συναίσθημα, σίγουρα>>.

<<Γιατί να πρέπει να καταφεύγουμε στις ουσίες όταν θέλουμε να ξεφύγουμε;>>.

<<Δεν το ξέρεις; Δεν τις έφτιαξε και άνθρωπος, γι' αυτό. Έχουν μαγικές ικανότητες>>.
<<Τότε ποιος;>>.

<<Κάτσε αναπαυτικά και πιες τρεις γερές γουλιές πρώτα>>.

Γκλουκ, γκλουκ, γκλουκ .

<<Ήταν μάγισσες και ξωτικά , από τους δράκους πήραν αίμα και φωτιά από τα πνευμόνια τους και τα ανακάτεψαν μέσα σε ένα τσουκάλι>>- άρχισα να πηγαίνω κοντά της.

<<Δεν σε πιστεύω!>>.
<<Και όμως, έτσι έγινε!>>- πιο κοντά.

<<Μήπως ήμαστε όλοι μας ξωτικά του δάσους που έτσι εκδικούμαστε το γένος μας για την κατάντια του;>> -πιο κοντά.

<<Ή ίσως ήμαστε μια φωλιά σπουργιτιών που πασχίζει να μεταμορφωθεί σε αετούς>>.
Ήρθαμε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. Χαμογελούσε, στόμα πλατύ,ένιωθα την ανάσα της βαριά πάνω μου, μύριζε κονιάκ και είχε μια υπόνοια τσιγάρου.

<<Θες να προσευχηθούμε;>>, με ρώτησε αναπάντεχα.

Τραβήχτηκα λίγο πίσω.

<<Πως; Προσευχή; Έχω πάψει να το κάνω από καιρό , αλλά λόγω ημέρας και για σένα θα κάνω μια εξαίρεση>>.

Έτσι πέσαμε στα γόνατα, ενώσαμε τις παλάμες αναμεταξύ τους, ο καθένας τις δικές του, και κοιτάξαμε ψηλά. Ξεκίνησε πρώτη.

<<Θεέ μου->>. Με κοίταξε. <<Μπορώ να τα πω από μέσα μου; Ντρ-...ντρέπομαι λίγο>>.

Δεν είχα θέμα. Περίμενα καρτερικά μέχρι να τελειώσει. Έβγαλε έναν συμπαθητικό ήχο που υποδήλωνε πως ήταν σειρά μου.

<<Εχμμμ....γεια σου Θεέ! Χρόνια πολλά , να ζήσεις. Συγγνώμη, δεν είσαι κάποιος φίλος μου να σου μιλάω έτσι. Έχω πολύ καιρό να σου μιλήσω , συγχώρεσέ με για την ασέβεια μου. Ελπίζω να είσαι καλά. Ελπίζω να μας έχεις όλους καλά. Ελπίζω. Το ξέρεις πως ελπίζω. Εγώ... δεν ήμουν καλό παιδί έτσι; Έχω κάνει λάθη ,μα με ξέρεις δεν είμαι κακός άνθρωπος. Το ξέρεις έτσι; Τόσες φορές προσευχήθηκα, θα το ξέρεις, Συνέχεια τα ίδια ζητούσα. Ίσως με βαρέθηκες και με παράτησες. Σε παρακαλώ, φρόντισε τους όλους. Την οικογένεια μου, τους φίλους μου, όλους. Δεν....δεν μπορώ να τους βοηθήσω εγώ όλους, μα εσύ μπορείς, έστω όσους πιστεύουν σε σένα ακόμη. Και αν μπορείς να πραγματοποιήσεις τις επιθυμίες μου. Έστω κάποιες. Εγώ...εγώ...>>.

Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Διπλώθηκα. Εκείνη με κοιτούσε με μάτια γεμάτα απορία, το διαισθανόμουν. Κοίταζα ψηλά, αλλά, στην πραγματικότητα, απευθυνόμουν σε εκείνη.

<<Δεν είμαι κακός άνθρωπος. Φταίω, αλλά δεν το θέλω πάντα. Και δεν ζητάω πολλά, μονάχα τα ανθρώπινα. Το είπε και ο Μπουκόβσκι, Δεν ζητάμε καν την ευτυχία, μονάχα μονάχα λίγο λιγότερο πόνο. Και εγώ δεν.. αξίζω.....δεν αξίζω! Γιατί ο πόνος να χτυπάει πάντα τους λάθος ανθρώπους;>>.

Ένιωσα δύο χέρια να αγκαλιάζουν τον κορμί μου και μαλλιά να χαϊδεύουν το πρόσωπό μου. Μια ντροπή διαπέρασε την υπόσταση μου. Σηκώθηκα και σκουπίστηκα με τα μανίκια μου. Ποιος άνδρας κλαίει μπροστά σε μια γυναίκα, πόσο μάλλον άγνωστη;

<<Συγγνώμη. Βλέπεις τον λόγο που έπαψα να προσεύχομαι τόσο συχνά. Πάντα ξεσπάω . Σου χάλασα τη βραδιά. Μπορείς να φύγεις>>.

<<Δεν πειράζει. Δεν έκανες κάτι άσχημο. Ξέσπασες. Καλύτερα έτσι , παρά σε κάποιον άλλον.  Μα δεν ήξερα πως είσαι τόσο δυστυχισμένος. Τι έχεις;>>.

<<Αν σου πω, θα το κρατήσεις μυστικό;>>.

<<Θα προσπαθήσω.>>.

<<Αρκεί.>>.
<<Θέλεις πρώτα να χορέψουμε;>>.

<<Να χορέψουμε; Τι;>>.

<<Τσάμικο>>.
Γελάσαμε πάλι. Γιατί να μην γελάνε οι άνθρωποι τόσο συχνά; Έβαλα The National, Pink
Rabbits. Με το βλέμμα μου ρώτησα τη γνώμη της. Δεν μίλησε. Ήρθε κοντά μου και έβαλε τα χέρια της στους ώμους μου. Πέρασα τα δικά μου στη μέση της και εκείνη κούρνιασε πάνω μου, αγκαλιάζοντας με από τους ώμους. Και έτσι συνεχίσαμε μέχρι το τέλος του τραγουδιού, και για αρκετά τραγούδια ακόμα.

Και ήμουν, πραγματικά, ευτυχισμένος.

….

Δύο ώρες μετά, έβαλε το μπουφάν της και με φίλησε στο δεξί μάγουλο- υγρό φιλί.

<<Να προσέχεις, έτσι;>>.

<<Πάντα το κάνω. Συγγνώμη αν σου δημιούργησα λάθος εικόνα. >>.

<<Μην ζητάς συγγνώμη. Χαίρομαι μόνο που είσαι καλά!>>.

Ήταν στην πόρτα, έτοιμη να φύγει. Άπλωσα το δεξί μου χέρι και την ακούμπησα στον αριστερό της ώμο.

<<Θα…..θα τα ξαναπούμε έτσι; Εννοώ....τέλοσπαντων. Καλή ξεκούραση Μάχη!>>.

<<Καλή ξεκούραση Νίκο!>>.

<<Σε ευχαριστώ, Ανδρομάχη. Πέρασα πολύ ωραία σήμερα>>.

<<Και εγώ. Ήταν υπέροχα!>>.

Και με αποχαιρέτησε με το υπέροχο χαμόγελο της.

 Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της.

Ήταν η πρώτη ημέρα ενός νέου μου ξεκινήματος.

Δεν μπόρεσα ποτέ να την ευχαριστήσω όπως θα έπρεπε

και να της πω ότι....

Γαμώτο!

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...