Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Αερογέφυρα

Περνούσα τον δρόμο όταν ένα αμάξι με πάτησε. Πλάκα κάνω. Εγώ έπεσα πάνω του. Πλάκα κάνω πάλι. Δεν συγκρούστηκα με κανένα αμάξι. Ήταν μια γέφυρα και έπεσα κάτω. Ψέματα, αερογέφυρα και έπεσα στο έδαφος. Θα το 'θελα.
Βολόδερνα στην Εγνατία δίχως σκοπό. Όπως εδώ και πολύ καιρό δηλαδή.  Επεξήγηση αναγκαία: δεν βολοδέρνω απλά στη Εγνατία σαν κανένας τρελός, εννοούσα, με την προηγούμενη φράση, γενικά στη ζωή μου. Σκοπός. Τι είναι άραγε τούτη η μυστήρια λέξη με την οποία μας πυροβολούν από μικρά παιδιά; Λένε πως πρέπει να τον βρεις κάποτε, τι γίνεται όμως όταν δεν μπορείς; Εννοώ, έχω ψάξει αρκετά. Έκανα πράγματα, δοκίμασα πράγματα, αρνήθηκα πράγματα, λάθος πράγματα, σωστά πράγματα, και πάλι τίποτα. Μήπως είναι ο Ιησούς; Ίσως ο Αλλάχ;  Ένα φυτό στο σπίτι σου; Ένα βιβλίο; Μια γάτα; Κάποιος άνθρωπος; Δεν ξέρω. Έφτασα τριάντα και ακόμη δεν το έμαθα. Και δεν είμαι άνθρωπος που έχει μεγάλη υπομονή.
Το όνομά μου δεν έχει σημασία. Θα είχε μια ελάσσονα, αν είχα και εγώ. Λέτε με Φάνη. Δεν θέλω να σας ζαλίσω με την παιδική και εφηβική μου ηλικία, δεν ήταν εκεί το θέμα. Κάποια στιγμή έγινα φοιτητής, αυτό είναι γεγονός. Και τη σχολή μου την τελείωσα όλα καλά. Και δουλειά βρήκα, υπέροχα.  Μένω στη Θεσσαλονίκη χρόνια τώρα. Ωραία πόλη, χωρίς αμφιβολία. Δεν φταίει ούτε η πόλη αυτή, εγώ φταίω. Θεέ μου!
Ενώ περπατούσα, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα μπροστά από ένα Today's και αποφάσισα να μπω για να πάρω μια μπύρα. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη μέρα που ήπια μπύρα, ήμουν περίπου δώδεκα χρονών και την έκλεψα από το ψυγείο των γονιών μου. Λέω ''γονιών μου'' γιατί δεν είχα ουσιαστικά κάτι δικό μου μέσα εκεί, όλα τα αγόραζαν αυτοί, όπως και το σπίτι, τους άνηκε. Όπως και να έχει, την πήρα στα κρυφά και το ίδιο βράδυ, εκεί που όλοι κοιμόντουσαν, την ήπια σχεδόν μονοκοπανιά, πλάι στα αρκουδάκια μου. Έκανα αμέσως κεφάλι, δεν μέθυσα όμως. Από τον πατέρα μου, εκτός των άλλων, κληρονόμησα την γερή του κράση. Εξαιτίας της ζαλάδας έπεσα αμέσως για ύπνο και κοιμήθηκα περίπου δώδεκα ώρες. Ευτυχώς προνόησα να κρύψω κάπου το κουτάκι και να το πετάξω σε έναν κάδο εξωτερικό την επόμενη ημέρα. ειδάλλως θα έπρεπε να υποστώ την κατσάδα της μητέρας μου.
Είχα την μπύρα στα χέρια μου και δεν την άνοιγα. Κάτι μέσα μου μού έλεγε πως σαν το έκανα, δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Επιστροφή από τι όμως; Για να επιστρέψεις από κάπου πρέπει πρώτα να ξεκινήσεις και εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα αν είχα κάνει ποτέ το πρώτο βήμα.
Έμενα στο κέντρο, περιοχή Καμάρα. Είναι ωραία εκεί, βλέπεις λογιών-λογιών ανθρώπους κάθε μέρα. Καθώς πρέπει, πρεζάκια, γύφτους, αλκοολικούς, φοιτητές, περίεργα παιδιά, ανθρώπους που πάνε στις δουλειές τους, γυναίκες να επιστρέφουν σπίτι μετά από ξενύχτι και άνδρες  που δεν κατάφεραν να πλαγιάσουν μαζί τους. Δεν παρατηρώ γενικά τους ανθρώπους, αλλά μου αρέσει να τους κοιτάζω και να κάνω σενάρια για το πως είναι η ζωή τους. Δεν τους κρίνω ποτέ, ο καθένας φοράει τα παπούτσια του και πορεύεται αναλόγως το μέγεθός τους.
Πριν λίγες μέρες κατευθύνθηκα προς τα ανατολικά. Ίσως να το θεώρησα, υποσυνείδητα, συμβολικό. Ξέρετε, ανατέλλει ο ήλιος, άλλη μια μέρα να προσπαθήσεις και τα σχετικά. Όμως ο δικός μου ήλιος είχε πολύ καιρό να ανατείλει, οπότε μάλλον το έκανα σαν μια προσπάθεια αρχής μιας άλλης ζωής, της μετά θάνατον. Πώς το ξέρω πως υπάρχει και τέτοια ζωή; Δεν το ξέρω. Παίζω με τις πιθανότητες. Όλα είναι ένα ρίσκο,
Είχα βάλει στόχο να πέσω από την αερογέφυρα στην Βούλγαρη. Περνάνε από εκεί πολλά αμάξια κάθε ώρα, έτσι θα ήταν πολύ εύκολο να δώσω τέλος στο βδέλυγμα της φύσης που ακούει στο όνομά μου, ακόμη και αν δεν το πετύχαινα μόνος μου . Περπατούσα σχετικά ανάλαφρα. Σα να είχε φύγει ένα βάρος από πάνω μου. Είχα φορέσει βολικά ρούχα, φόρμες ,για να είμαι πιο άνετος. Γενικά δεν τις προτιμώ, όμως άρμοζαν στην προκειμένη περίπτωση.
Δεν ξέρω τι με βασανίζει. Χρόνια τώρα ένα καταραμένο βάρος με πίεζε, ένα νέφος γέμιζε τα πνευμόνια μου, μια βρώμα, και δεν ήταν από τα καυσαέρια και τον Θερμαϊκό. Είναι αυτό το άγνωστο που δεν σε αφήνει σε ησυχία. Δεν ήταν πως το δούλευα καιρό μέσα μου, από ένα σημείο και μετά, ένιωθα χάλια, σχεδόν σε καθημερινή βάση. Καλά, όχι χάλια, υπερβάλλω, αλλά φαντάζομαι πιάσατε το νόημα. Όπως νιώθει κάποιος όταν δεν τα πάει καλά στην εξεταστική ή όταν τον χωρίσει κάποιο έτερον ήμισυ ή τελειώνει ο μήνας και τα λεφτά δεν είναι αρκετά. Αυτό, πολλαπλασιασμένο. Και ξέρεις πως δεν σου συνέβη κάτι που να το δικαιολογεί, η ζωή σου ήταν σε γενικές γραμμές μια χαρά, πολύ καλύτερη από άλλων, πραγματικά άτυχων.  Σκέψεις να σε τριβελίζουν και να μην μπορείς να τις θέσεις σε τέλμα, έγνοιες και άγχη που δεν έχουν λόγο ύπαρξης, μαύρο φόντο. Να πάω σε ψυχολόγο ούτε κατά διάνοια. Τι ξέρουν αυτοί, ειδικοί είναι; Εντάξει πλάκα κάνω, απλώς ντρέπομαι. Ναι ,θα το παραδεχθώ, ντρέπομαι να αρχίσω να λέω τα εσώψυχα μου σε αγνώστους που αμφιβάλλω αν θα μπορούσαν να μου δώσουν κάποια λύση. Τι λέω Θεέ μου; Απλά είμαι δειλός. Δεν θέλω να παραδεχθώ κάποια πράγματα και πάντα ψάχνω τη λύση μόνος μου. Την βρήκα και σε αυτό το θέμα. Λίγο ανορθόδοξη μεν ,αλλά είναι η η καλύτερη. Κανείς δεν θα ανησυχούσε για εμένα, σκέφτηκα. Οι γονείς μου ήταν πεθαμένοι από καιρό και οι φίλοι μου θα ήταν καλύτερα δίχως εμένα. Όχι πως μοιράστηκα ποτέ μαζί τους τα θέματά μου, ούτε καν τους τα φανέρωσα αλλά, αν ήταν πραγματικοί φίλοι, δεν θα το είχαν καταλάβει; Θεέ μου τι λέω; Εγώ φταίω για όλα!
Άκουγα το Black από τους Pearl Jam. Ωραίο τραγούδι. Ποτέ δεν μπόρεσα να το νιώσω τελείως, δεν είχα ποτέ κοπέλα που να μου μαύρισε την καρδιά. Κάτι λυκοφιλίες που κατέληξαν στο κρεβάτι αλλά τίποτα παραπάνω. Άσε που εγώ θα μαύριζα την ψυχή τους, όχι αυτές την δική μου, αν πήγαινε σε κάτι πιο σοβαρό. Θεέ μου τι λέω, λες και προσπάθησα ποτέ! Εγώ φταίω για όλα.
Έφτασα στην τελική ανηφόρα και τότε μπήκε το Down in a Hole από τους Alice in Chain. Εκπληκτικό επίσης. Συνόψιζε την ζωή μου. Στην μέση της ανηφόρας είδα ένα σκυλάκι να περπατάει. Το κάλεσα κοντά μου και το χάιδεψα. Το κακόμοιρο, τι κλωτσιές και βρισιές θα είχε φάει! Έβλεπα τη θλίψη στα μάτια του και λυπόμουν μαζί του που δεν θα μπορούσα να του προσφέρω μια στέγη και την αγάπη που του άρμοζε. Θυμάμαι στο πατρικό μου είχαμε ένα, τον Ζωρζ. Μπάσταρδο, το είχαμε βρει έξω από το σπίτι σχεδόν πεθαμένο και το αναστήσαμε. Κατάφερε να ζήσει δέκα ένδοξα χρόνια μέχρι να το θάψουμε.
Κάθισα για λίγο σε ένα από τα παγκάκια που υπήρχαν εκεί και άναψα ένα τσιγάρο. Δεν κάπνισα ποτέ μου, αλλά ήθελα να δω πως είναι το τσιγάρο του μελλοθάνατου, εκείνο το τελευταίο που ζητούσαν πάντα στις ταινίες ή τα βιβλία. Ήταν πικρό , ωστόσο το ρούφηξα μέχρι το φιλτράκι. Δεν κατέβαζα τον καπνό, απλά ρουφούσα και ξεφυσούσα, αλλά δεν με πείραζε. Έψαξα να το πετάξω κάπου, αλλά δεν βρήκα και έτσι το πέταξα κάτω και το πάτησα. Και το πάτησα. Και το πάτησα. Με τόση δύναμη που σχεδόν το εξαφάνισα, μόνο κάτι θρύμματα απέμειναν. Χαχα, σαν τη ζωή μου. Θεέ μου, τι λέω;
Έπειτα, ήπια μονορούφι την μπύρα, την ζούληξα, πέταξα το κουτί σε έναν κάδο και περπάτησα μέχρι το μεταίχμιο εδάφους και κενού. Στάθηκα όρθιος και πήρα μια βαθιά ανάσα. Τραμπαλιζόμουν αχνά εμπρός- πίσω και άλλαξα τραγούδι. Ήθελα να ανεβάσω λίγο την αδρεναλίνη, έτσι έβαλα το Fade to Black από Metallica.
Τη στιγμή που πήγα να κάνω το τελειωτικό εμπρός , κοντοστάθηκα και στραβοκατάπια. Δεν ήθελα να πέσω....δεν ήθελα να πέσω....δεν ήθελα...δεν πρέπει...πρέπει....πρέπει....θα συνεχίσει το ίδιο...δεν το αντέχω....πρέπει να πέσω...δεν αντέχω άλλο.....θα πάψει.....θα σταματήσει...θα ηρεμήσω!
Θα ήθελα να υπάρχει μια παρέα ανθρώπων γύρω μου να προσπαθήσει να με αποτρέψει. Ίσως έτσι ένιωθα πιο σημαντικός για λίγο. Ίσως έτσι αναθαρρούσα κάπως. Όμως ,στις πέντε το χάραμα, ποιος θα μπορούσε να ήταν εκεί, καθημερινή μάλιστα; Είχα επιλέξει στρατηγικά την ημέρα και την ώρα. Ωστόσο πήγα πίσω. Όχι πως το μετάνιωσα, το ανέβαλλα μέχρι την ανατολή του ήλιου. Ολίγον τι ποιητικό, θα ξημέρωνε, η επόμενη ζωή αν υπήρχε θα ήταν μόνο χαρούμενη ή κάτι τέτοιο. Ηλίθιος μέχρι τέλους.
Ώρα: επτά και πενήντα εννιά πρώτα λεπτά.  Η ακρίβεια με μάρανε!
Ώστε θα έφευγα! Μάλιστα!
Δεν πήρα φόρα, απλώς περπάτησα μέχρι να μην νιώθω κάτι κάτω από τα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή το μετάνιωσα. Ήταν η χειρότερη αίσθηση στη ζωή μου. Κατανοείς πως υπερέβαλλες και πως θα μπορούσες να προσπαθήσεις ξανά. Πως σε περιμένει κάτι επώδυνο, κάτι ανώφελο. Η πιο λάθος επιλογή που έκανες ποτέ. Πως η αυτοχειρία δεν είναι ποτέ η λύση.
Κράτησα από πριν την αναπνοή μου μήπως χάσω τις αισθήσεις μου αλλά δεν το κατάφερα. Η πτώση πρέπει να διήρκησε κάτι δευτερόλεπτα που εμένα μου φάνηκαν ώρες. Και, πριν προσγειωθώ στο έδαφος, συνέβη το απρόοπτο.
Ένας μηχανόβιος πέρασε. Ένα μηχανάκι με έναν άνθρωπο πάνω του, που πιθανότατα θα είχε ξυπνήσει για να πάει στη δουλειά του, βαριεστημένα και νυσταλέα. Και εγώ συγκρούστηκα μαζί του. Οι αγκώνες μου με το κεφάλι του. Ναι ,έβαλα τους αγκώνες μου για προστασία, ασυναίσθητα.Δεν τον στόχευα τον κακόμοιρο, πιστέψτε με.  Και έπεσα πάνω του.....εγώ....αίμα παντού.....μουδιασμένος....έχασε την ισορροπία του....πάνω σε άλλο αμάξι...
πέθανε
ζω....
νεκρός οδηγός........
εξαιτίας μου.....
δεύτερη ευκαιρία.........
αθώος εκείνος.......
θεέ μου, εγώ φταίω για όλα....
ασθενοφόρο......
με πάνε στο νοσοκομείο........
μαζί του........
στο κρεβάτι τα σκέφτομαι όλα.......
τα είπα στη νοσοκόμα......
τώρα σε εσάς.......
πως θα το βαστάξω;...
θέλω να ζήσω...
δεν μου αξίζει τώρα!

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Ο διάβολος πάντα γελάει όταν έχεις ανάγκη από έναν φίλο

Μέσα, μέσα, μείνετε μέσα
Όχι, μην βγαίνετε
Δεν σας έχει κανείς ανάγκη
Μέσα, μέσα
Μην κάνετε το λάθος να βγείτε
Γιατί μετά θα γεμίσει ο τόπος
Μη!, σήμερα δεν πρέπει
Εγώ φταίω, κανένας άλλος
Όχι σήμερα
Είμαι καλύτερος από όσο δείχνω
Γιατί δεν το δείχνω πιο συχνά;
Γιατί είσαι βλάκας, γι' αυτό
.
..................................................
Κάθε βήμα και ένα νέο λάθος
Κάθε προσπάθεια και μια παλιά συνήθεια
....δεν θα ικετέψω......δεν θα υποκύψω.....
Όλα είναι όπως πρέπει να είναι
Το νερό ρέει γάργαρο
Τα πόδια μου!
Γιατί δεν είναι γυμνά;
Πότε φόρεσα τα παπούτσια αυτά
Της ανησυχίας;
Μέσα λέω μέσα μέσα μέσα μέσα μέσα
Με- με....μέ-σα....με- σα-ς...
Εσείς
Εμείς
Ο κόσμος όλος
Και κανένας συγχρόνως
Γιατί αγαπάμε πιο εύκολα τους άλλους
Και όχι τους εαυτούς μας;

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Μεσημεριανή σιέστα

Για χρόνια στην άβυσσο
Πλέον στο σκότος
Το φως φαίνεται στην επιφάνεια
Συνήθως κάτω, λίγες φορές αιθέριος
Αυτοάνοσος, ετεροδιοικούμενος
Δεν πνίγομαι, κολυμπάω στα βαθιά
Τα όνειρα κοστίζουν ακριβά
Ο εγωισμός σου μπορεί να σε καταστρέψει
Άσχημος από επιλογή στην τελική
Κανείς δεν σε πίεσε για το αντίθετο
Σούφρωσες τα φρύδια τόσο που απέκτησες μυωπία
Λαβωμένα ξωτικά σε επισκέφθηκαν πάλι
Σου έδωσαν να πιείς λίγο από το αίμα τους
Για να πάρεις δύναμη
Η νεράιδα των δοντιών επιστρέφει τα παλιά σου δόντια
Για να θυμηθείς τι ήσουν κάποτε
Και εσύ εμμένεις σε εκείνο το κάποτε
Αμελώντας αυτό που έχεις μπροστά σου
Και εύχεσαι
Το τελευταίο ποτήρι που θα σηκώσεις
Να είναι γεμάτο.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Αυτό δεν είναι μοντέρνα ποίηση

Άδειο σπίτι
Μόνος
Καφές, μουσική
Μόνος
Σκέψεις
Μόνος, όχι μονάχος
Μοναχικός και λίγο μόνος
Διάβασμα- γράψιμο- απασχόληση
Δουλειά επί εαυτόν
Ενασχόληση
Νύστα
Ελεύθερος χρόνος άφθονος
Ανησυχία για το μέλλον
Ανησυχία για το μέλλον
ΑΝΗΣΥΧΊΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΈΛΛΟΝ
Άδειο σπίτι
Φώτα ανοιχτά, μουσική
Ένα βιβλίο
Συνομιλίες με τον εαυτό σου
Με άλλους
Κυρίως με τον εαυτό σου
Νυστάζεις
Δεν πρέπει να κοιμηθείς ακόμη
Σήκωσε, άφησε, ξέχνα
Ξέχνα, μα μην ξεχνάς οριστικά
Συμβιβάσου
Ζήσε
Νιώσε
Πείσμωσε
Κατάφερε το ακατόρθωτο
Να φοβάσαι λιγότερο
Αγάπα

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Αιχμάλωτοι

Τοξικός ανδρισμός, κατάλοιπο μιας άλλης εποχής
Φεμινίστριες που βαυκαλίζονται με τις ιδέες τους
Ζωή δίχως αξίες και ιδανικά
Απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ
Και ο Καίσαρας νομίζει πως έγινε Θεός
Και ο Θεός γελάει με την πάρτη του
Γιατί δεν είναι καν αυτοκράτορας
Μονάχα κομπάρσος του βασιλείου του.
Δεν ελεείς τον φτωχό γιατί δεν σε νοιάζει η αξία του
Παρά μόνο όταν είναι να προβληθεί η δικιά σου
Ή για να ανέβει η αυτοπεποίθησή σου.
Η αγάπη που τάζεις τόσο φθηνή όσο τα τσιγάρα ή το ποτό που αγοράζεις
Αλλά οι ανθρώπινες καρδιές δεν είναι προϊόν
Είναι θησαυροί ανεκτίμητης αξίας.
Δεν σε εκτιμάν πραγματικά γιατί δεν έχεις φωνή αληθινή
Το μόνο που έχεις είναι μερικές κραυγές
Και όσοι είναι δίπλα σου θα σε παρατήσουν
Ανά πάσα στιγμή
Αναρωτιούνται τι προσπαθείς να καταφέρεις.
Φτύσε κάτω και μετά γλείψε το πάτωμα
Απομονώσου για λίγο να δεις αν θα λείψεις σε κανέναν
Απομακρύνσου μαζί με τον εαυτό σου και μονομαχήστε
Αν ηττηθείς, ξαναδοκίμασε
Δοκίμασε
Δοκίμασε
Μια ακόμη δοκιμή έβλαψε πολλούς
Στην περίπτωση αυτή κανέναν
Σου έμαθαν πως η μοναξιά είναι αρρώστια
Και να την αποφεύγεις με κάθε κόστος
Γελασμένε.
Όσα φοράς δεν σε εκφράζουν
Αλλά φοβάσαι πως θα σε κατακρίνουν διαφορετικά
Δεν ψάχνεις ανθρώπους αληθινούς σιμά σου
Απλά ανθρώπους να γεμίζουν το κενό.
Μην την τρέμεις την καταιγίδα, να την προσμένεις
Γιατί μόνο τότε θα εκτιμήσεις την ηλιοφάνεια.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Θα σε βρει

Θα σε βρει, θα σε βρει
Στο τέλος πάντα σε βρίσκει
Συνήθως απροσδόκητα αλλά
Θα σε βρει, θα σε αναγνωρίσει
Δεν είναι κάποια υπόσχεση ή ευχή
Δοσμένη από έναν ελπιδοφόρο
Μπορεί κιόλας, ποιος το αποκλείει;
Όλοι και κανένας
Ίσως φύγεις με την προσμονή
Προσπάθησες αρκετά;
Ρίσκαρες αρκετά;
Πόνεσες αρκετά;
Έλαμψες αρκετά;
Μην τα παρατάς πριν σε βρει
Ή μέχρι να το βρεις
Γιατί και αυτό σε ψάχνει
Σε στιγμές αγωνίας
Σε στιγμές παράκρουσης
Σε στιγμές χαλεπές.
Μην προσπαθήσεις πάρα πολύ
Αλλά μην αγναντεύεις και αδιάφορα.
Θα το βρεις, θα ευτυχίσεις
Ποιος είναι ο εγγυητής;
Κανείς
Γι' αυτό μην απελπίζεσαι, το ξέρω πως θα το κάνεις
Θα το βρεις
Φως εκ φωτός
Είσαι εξαιρετικό πλάσμα
Είσαι υπέροχο πλάσμα
Κάποτε θα βρεθείτε
Συνέχισε να ψάχνεις.

Να σε ματιάσουν

Η πρώτη φορά που ήρθα πραγματικά αντιμέτωπος με την φράση <<Να δείχνεις σεβασμό στους μεγαλύτερους σου>>, ήταν στο γυμνάσιο. Ο κ. Βασιλόπουλος, ο θεολόγος μας, με πλησίασε την ώρα του μαθήματος και, μπροστά σε όλη την τάξη, άρχισε να μου κάνει κήρυγμα, πως δεν έπρεπε να μιλάω την ώρα του μαθήματος, τον ενοχλούσα συνέχεια, προσπαθούσε να κάνει την δουλειά του και η δική μου δουλειά  ήταν να μαθαίνω από αυτόν , όμως το μόνο που έκανα από την αρχή της χρονιάς ήταν τον βίο αβίωτο και άλλα τέτοια. Η αλήθεια είναι πως ήμουν πολύ καλός μαθητής και  η εικόνα μου πάντα ήταν αξιοπρεπέστατη. Μονάχα με αυτόν είχα θέμα. Δεν ήταν τόσο οι κακοί του τρόποι και η παραξενιά του, μονάχα πως ήταν κακός στη δουλειά του. Έμπαινε, μίρλιαζε δέκα λεπτά για την κατάντια των νέων και μετά δόξαζε τον Ιησού Χριστό και τις παλιές, καλές εποχές. Και εγώ θέμα κανένα δεν είχα με τον Κύριο. Μόνο με την μέθοδο διδασκαλίας του κ. Βασιλόπουλου.
Δεν έβγαζα άχνα. Υπέμεινα καρτερικά την αερολογία του μέχρι να βαρεθεί, να φανταστεί πως συμφωνούσα μαζί του, να κουνήσει το κεφάλι του, να γυρίσει στην έδρα του και να συνεχίσει ο καθένας μας τη ζωή του. Λες και τα όσα ξεστόμιζε ήταν ο τρόπος να συνετίσει ένα νέο παιδί. Πραγματικά αναρωτιέμαι πως τέτοια άτομα αποφοιτούν από τις σχολές τους. Ελάχιστους πραγματικούς εκπαιδευτικούς γνώρισα στο πέρασμά μου από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Το ποτήρι ξεχείλισε τη στιγμή που έπιασε στο στόμα του τους γονείς μου. Θα πρέπει να ξέρετε πως οι γονείς μου είναι -μπορεί να πέθαναν, μα η μνήμη δεν ξεχνάει- υπέροχοι άνθρωποι. Απλοί, τίμιοι άνθρωποι. Δεν έφταιγαν εκείνοι για την όποια συμπεριφορά μου .Δεν θα επέτρεπα σε κανέναν να σπιλώσει την υπόληψή τους, ούτε κατά διάνοια.Έτσι, σηκώθηκα, έβγαλα τη γλώσσα μου λίγο έξω και τη δάγκωσα με τα δόντια μου, έκανα μια γκριμάτσα, τον έφτυσα στα μούτρα και κάθισα πάλι κάτω. Τον σεβασμό δεν τον απαιτείς, τον κερδίζεις, αυτό μου έμαθε ο πατέρας μου. Ο κ. Βασιλόπουλος τον είχε χάσει ολάκερο, δεν το εκτιμούσα καν.
Τώρα που τα βλέπω λίγο πιο ώριμα,  θα μπορούσα να αποφύγω την συγκεκριμένη πράξη, απόρροια της εφηβείας με ό,τι αυτή συνεπάγεται. Ωστόσο, μου είχε φανεί σαν η πιο κατάλληλη κίνηση. Ο κ. Βασιλόπουλος γούρλωσε τα μάτια και σκούπισε με τα μανίκια του τα σάλια μου. Αστείο σκηνικό, δεν θα διαφωνήσω. Ακόμη και τώρα χασκογελάω σαν το σκέφτομαι. Ένας ώριμος άνδρας να ξεφτυλίζεται από ένα παιδάκι και, μάλιστα, ενώπιον της τάξης του.
Τις αντιδράσεις των υπολοίπων δεν χρειάζεται να τις περιγράψω με λεπτομέρειες. Μερικοί γέλασαν, οι φίλοι μου ψιθύρισαν ένα θριαμβευτικό ''ωωωωω'', οι υπόλοιποι με θεώρησαν αμέσως ένα ρεμάλι, έναν κρετίνο. Δεν με ένοιαζε. Την πράξη μου δεν την μετάνιωσα στιγμή.
Το έβλεπα στα μάτια του κ. Βασιλόπουλου πως ήθελε να μου τσακίσει κάθε κόκκαλο του σώματός μου. Τον συγκράτησε η υποτιθέμενη παιδεία του και η πιθανότητα να απολυθεί. Το δέρμα κάτω από τα μάτια του άρχισε  να συσπάται. Έπρεπε να τον θαυμάζατε από μια γωνιά πόσο γελοίος ήταν!  <<Το μάθημα διακόπτεται! Λάμπρου ,μαζί μου, στο γραφείο του διευθυντή!>>, αναφώνησε και εγώ υπάκουσα στις εντολές του αγόγγυστα.
Ο διευθυντής μας, ο κ. Αντωνίου, ήταν ένας γλυκός άνθρωπος. Γνώριζε τη θέση του και επιτελούσε το καθήκον του με ανιδιοτέλεια. Είναι από τους ελάχιστους ανθρώπους που λόγιζα - και συνεχίζω μέχρι σήμερα- ως άνθρωπο. Είχαμε κουβεντιάσει μία- δύο φορές, γιατί ήταν παλιός συμμαθητής με τον πατέρα μου και πιστεύω του είχα κάνει καλή εντύπωση. Έτσι, το σούφρωμα των φρυδιών του σαν άκουσε τα καμώματά μου με πλήγωσε αρκετά. Το πήρε φαίνεται κάπως προσωπικά. Ζήτησε από τον κ. Βασιλόπουλο να επιστρέψει στο μάθημα του και να μας αφήσει για λίγο μόνους.
Όταν άδειασε το δωμάτιο από τις ανεπιθύμητες παρουσίες χαλάρωσα λιγάκι. Ωστόσο φοβόμουν το άγνωστο . Άραγε τι αποζητούσε; Να με συμβουλέψει; Να με μαλώσει; Να με βαρέσει; Να με προειδοποιήσει να μην το ξανακάνω και να είμαι πιο προσεκτικός; Τα γόνατά μου είχαν αρχίσει να τρέμουν. Πήγαν να με εγκαταλείψουν τη στιγμή που μου έκανε νόημα, βλοσυρός, να τον πλησιάσω. Με έκφραση κάπως αδιάφορη, γύρισε την πλάτη και βημάτισε προς το παράθυρο του γραφείου του. Το παράθυρο αυτό έβλεπε όλη την αυλή του σχολείου. Εκείνη την ώρα μια τάξη είχε γυμναστική.
<<Για σίμωσε ζερβά μου>>, είπε. Εγώ δεν κατάλαβα λέξη. Του άρεσε να μιλάει με αυτό τον τρόπο πολλές φορές. Πιστεύω το έκανε για να διασκεδάσει λίγο την πλήξη του.
<<Πως είπατε;>>, απάντησα.
<<Έλα  εδώ, ντε!>>.
Με τρεις δρασκελιές σίμωσα και εγώ ζερβά του.
<<Όποτε έχω ελεύθερο χρόνο στέκομαι εδώ  και σας κοιτάζω από ψηλά. Είναι και λίγο μεταφορικό, ποιητικό. Εγώ , ο ανώτερος της ιεραρχίας, εσείς οι υποτακτικοί μου. Ή κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με αυτά. Όπως και να έχει, σας θαυμάζω. Έχετε όρεξη, τσαγανό, ενέργεια. Όσα έχουν εκλείψει από εμάς, τους μεγάλους,  εξαιτίας της ηλικίας και των υποχρεώσεων . Είναι και θέμα ιδιοσυγκρασίας βέβαια.. Μα ο χρόνος περνάει και εμείς πρέπει να σοβαρέψουμε, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων κάθε φορά. Αυτό που έκανες ήταν το λιγότερο προσβλητικό, το δίχως άλλο, και αρκετά ηλίθιο. Το ξέρεις πως τώρα πρέπει να σε τιμωρήσω, έτσι;>>
Στραβοκατάπια. Η πενταήμερη αποβολή μου κουνούσε το χέρι της από μακριά. Ο κ. Αντωνίου είχε τα χέρια του σταυρωμένα. Έφερε το δεξί  στο μέτωπό του και γέλασε. Δυνατά. Εγώ τον παρατηρούσα παραξενεμένος. Τι να σκεφτόταν άραγε;
<<Μου θυμίζεις εμένα στα νιάτα μου ρε μπαγάσα! Σε καλό σου! Χαχαχαχα. Έτσι ατίθασος ήμουν, ρεμπελάκι με φώναζαν οι φίλοι μου. Μην ανησυχείς, δεν θα τιμωρηθείς. Άσε που ούτε εμένα μου γεμίζει το μάτι ο συγκεκριμένος καθηγητής. Δεν τον συμπαθώ και τόσο. Αλλά δεν μπορώ και να τον διώξω, έχει σύμβαση. Δε βαριέσαι, κάπως θα τα μπαλώσουμε. Θα τον καλμάρω, θα βρω τον τρόπο. Είσαι καλό παιδί, το ξέρω. Πάνε έξω και απόλαυσε τα επόμενα είκοσι λεπτά μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα. Απλώς σε θέλω πιο προσεκτικό, πιο συγκρατημένο από εδώ και πέρα, γιατί δεν θα μπορέσω να σε δικαιολογήσω ξανά και θα πρέπει να φας όντως αποβολή. Άντε, και την άλλη φορά που θα μπεις εδώ μέσα να είναι μόνο για ευχάριστο λόγο.>>.
Με χτύπησε στον ώμο και πήγε να καθίσει στην καρέκλα του. Κοντοστάθηκα στην πόρτα και, πριν φύγω, γύρισα τον κεφάλι μου και τον ευχαρίστησα.
<<Τίποτα αγόρι μου. Να μαθαίνετε, να μορφώνεστε και να πλάσετε χαρακτήρες σωστούς θέλω μόνο. Μην δίνετε σημασία σε τέτοιους καθηγητές, να τους υπομένετε καρτερικά. Θα συναντήσετε διάφορους τέτοιους , και όχι μόνο καθηγητές, σε όλη σας τη ζωή, και αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι οι πρέπουσες. Αν όλοι πράτταμε έτσι, θα γινόταν ζούγκλα ο κόσμος. Τίποτε άλλο.>>.
Χαμογέλασα πλατιά και άρχισα να περπατάω στο διάδρομο. <<Οι μεγάλοι είναι απλά περίεργα παιδιά>>, μονολόγησα. Με έπιασε λιγούρα. Ευτυχώς τα χρήματα μου τα είχα πάνω μου. Αγόρασα μια τυρόπιτα και βγήκα  στην αυλή. Σήκωσα το κεφάλι μου προς το γραφείο του διευθυντή. Για μια στιγμή τον φαντάστηκα να είναι όρθιος και να με κοιτάει. Αλλά το παράθυρο ήταν άδειο. Συνέχισα να περπατάω και να τρώω.

πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...