Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Το πουλί στο καλώδιο



το πουλί στο καλώδιο
κάθισε πάνω
με τα γαμψά του νύχια.
μόνο του στην αρχή
βρήκε παρέα άλλα δύο
έπαιξαν λίγο
περπάτησε πέρα-δώθε,
χτύπησε τα φτερά του
να μετακινηθεί λίγο δίπλα
παρέμεινε εκεί πάνω 
στο καλώδιο
για κάμποση ώρα.
το πουλί
δεν ξέρει ,ούτε ενδιαφέρεται
για τον σκοπό της ύπαρξης του
απλά πετάει, τρέφεται, επιβιώνει,
και όταν βαρεθεί
ή νιώσει τη ανάγκη να φύγει
θα χτυπήσει πάλι τα φτερά του
και θα σηκωθεί ψηλά
σε προορισμούς άγνωστους

θα πετάξει
Ελεύθερο.

- Ο.Γ.Θ

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο






Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα ουσιαστικό
Οι άνθρωποι μαζεμένοι σε πλήθη
Πάντα να κοιτάνε επικριτικά 
Το διαφορετικό
Οι κόρες συστέλλονται στο απεχθές θέαμα
..........Εμάς.....................
ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΙΩΠΗΡΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΊΑ!
Η νεολαία πάντα είναι χαμένη
Μέσα σε ιδεολογίες χωμένη
Με τα πόδια να ακροβατούν
Συμμετέχοντας σε αγώνες 
Οι οποίοι που καταλήγουν;
Ένα ζευγάρι γεμάτο στρασάκια χορεύει στην πλατεία
Μεθυσμένοι
Ακούστε τη μουσική.Ακούτε τη μουσική; Ακούτε τη μουσική;
Ή κατάφεραν να σας κουφάνουν;
Αν χάσω την αυθεντικότητα μου
,ας υποθέσουμε πως είχα μια,
Θα έχω λόγο να ζω;
Δυσκολεύομαι να σε κοιτάξω στα μάτια όταν μιλάμε
Γιατί μου θυμίζεις μια άλλη εποχή
Και το κοινό μας παρελθόν.
Πρέπει να τακτοποιήσω τα προσωπικά μου
Η ζωή κρίνεται στο τώρα
Και εγώ το μόνο που θέλω
Είναι να φύγω ήσυχος
Και εντυπωσιακά,
Να φύγω μαχόμενος,
Φορτωμένος με ενοχές και βάρη 
Που έθεσαν στην πλάτη μου γενιές ολάκερες
Να πούνε πως
Σε αυτή την ύστατη στιγμή
Έκανε την προσπάθεια του
Και δεν τα παράτησε απλα
Ενώ που να ήξεραν 
Πως εγώ αποφάσιζα
Παραδομένος στην τύχη μου
Μα όχι δειλά και κουτά.

- Ο.Γ.Θ , ποίημα εμπνευσμένο από την ταινία "Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο", των Νίκου Ζερβού και Κώστα Φέρρη

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Θείε, τί γυρεύεις εδώ;



Ξύπνησα με το χειρότερο κεφάλι που είχα ποτέ μετά από μεθύσι. Ένιωθα μια αφόρητη ζέστη να με κατακλύζει, μια άπνοια να κυριαρχεί, αλλά δεν μπορούσα να ανοίξω ακόμη τα μάτια μου, και η πλάτη μου 
πονούσε. Έτσι, χουζούρεψα για μερικά λεπτά και έπειτα πήρα την μεγάλη απόφαση. 
Προς μεγάλη μου έκπληξη , βρισκόμουν έξω. Τότε συνειδητοποίησα πως καθόμουν σε μια καρέκλα. Γύρω μου γρασίδι με δένδρα- μια αυλή. Δεξιά ένα σπίτι, μπροστά μου ένα τραπέζι, δύο θέσεις δεξιά-. Ποιος; Ο θείος Δημήτρης, φαλακρός, λεπτός, με μούσι μεγάλο και σχετικά πυκνό, ένα μαύρο κοντομανικο και ένα βιβλίο στο χέρι. 
Πήρε αμέσως χαμπάρι πως είχα ξυπνήσει, έβγαλε τα γυαλιά μυωπίας που φορούσε, έτριψε τα μάτια του και άρχισε να γελάει σαν παλαβός. Νομίζω δακρύσε λίγο. Κόντεψε να πνίγει. Όταν ηρεμήσε, άνοιξα το στόμα μου.
<<Θείε, τι κάνω εδώ;>>.
<<Α, δεν θυμάσαι τίποτα! Ευτυχώς είπα στον πατέρα σου πως θα κοιμηθείς σε μένα και να μην ανησυχούν>>.
Οι γονείς μου.....
<<Θες τσιγάρο ρε;>>
<<Δεν καπνίζω...>>
<<Ελα, μεταξύ μας είμαστε. Άλλα είδα χθες. Μην ντρέπεσαι>>.
<<Τόσο χάλια ε;>>
<<Ε, λίγο!>>
Πήρα ένα και το άναψα. 
<<Πριν κάνα μισάωρο ξύπνησες και είπες πως ήθελες να πάρεις καθαρό αέρα. Βγήκαμε εδώ αλλά σε πήρε ο ύπνος στην καρέκλα και σε άφησα να χαλαρώσεις λίγο ακόμη. Όταν είσαι κομπλέ, θα σε πάω με το αμάξι στην πόλη, στο σπίτι>>.
<<Α, με έφερες και μέχρι το χωριό!>>.
<<Εσύ έπεσες πάνω στο αμάξι μου και ήθελες να σε πάω σπίτι. Σιγά μην σε γυρνούσα σε τέτοια χάλια στην μάνα σου>>.
Σιωπή.
<<Θα μπω στο μεσεντζερ λίγο, να δω αν, και θα, σε λίγο....>>.
Μπήκα στην ομαδική που έχουμε εγώ και οι φίλοι μου στο Messenger. 99+ μυνήματα, και τα περισσότερα αφορούσαν εμένα και αν ζούσα. Και τι ωραίες φωτογραφίες....και τι ωραία βίντεο....μμμμμμ. 
Μετά από λίγη ώρα, τα κομμάτια του παζλ ενωθηκαν. 
<<Θες να μάθεις τι έγινε, θείο;>>.
<<Το μισό το ξέρω, αλλά θέλω να ακούσω όσα θυμάσαι από την δική σου οπτική.>>
Ορίστε λοιπόν τι έγινε.
Ο Λάμπρος είχε γενέθλια και αποφασίσαμε να βγούμε να  γιορτάσουμε. Στην πόλη ήταν άλλοι δύο φίλοι, ο Άλκης και ο Παναγιώτης. Πρώτα μαζευτηκαμε στο σπίτι του Άλκη - έλειπαν οι δικοί του έξω. Είχαμε πάρει ένα μπουκάλι ουίσκι και εκείνος ένα ακόμη. 
<<Για να μπουν καλά τα γενέθλια>>. Άντε βιβες, άντε σφηνάκια, άντε το ένα και το άλλο, πάνω κάτω σε 3 ώρες τα ήπιαμε. Είχαμε κάνει καλό κεφάλι, σημάδι του ότι δεν θα μας σταματούσε τίποτα. Βγήκαμε κατά τη μία και θα ακολουθούσαμε το πλάνο του Λάμπρου. Είχε πολλές στάσεις στο μυαλό του. Πρώτα, το αγαπημένο μας μαγαζί, το "Bolivia", όπου ρουφήξαμε περίπου έξι μπύρες ο καθένας και τρία σφηνάκια.  Ο Άλκης είχε γίνει κομμάτια, προσπάθησε να την πέσει στη σερβιτόρα όταν ήρθε να πάρει τα ποτήρια με την ατάκα , πρώτα θα μου πεις το όνομα σου και μετά θα στα δώσω, και για να αποφύγουμε να ρεζιλευτούμε περισσότερο γιατί ήμασταν συχνοί θαμώνες, πληρώσαμε, γελάσαμε και φύγαμε.
Ο Παναγιώτης πήγε σε ένα δένδρο μέσα σε ένα στενό και ξερασε. Όλοι τον κοιτούσαμε λες και ήταν κάνας μάγος που έκανε το πιο εντυπωσιακό κόλπο. Σκουπίστηκε και τον ρωτήσαμε αν ήταν καλά. Φυσικά ξέραμε πως ήταν κομπλέ,συχνά το έκανε αυτό, αλλά για τα τυπικά έπρεπε να τον ρωτήσουμε.
Ήμασταν στο ζενίθ μας. Στη συνέχεια αποφασίσαμε να μπούμε δε ένα κλαμπ. Ούτε την επόμενη μέρα θυμόταν κάνεις γιατί το επιλέξαμε. Ήταν πολύ περίεργη επιλογή. 
Παντού χρώματα. Ο κόσμος ήταν λίγο περίεργος για τα δεδομένα μας, διαφορετικός από τα συνηθισμένα. Οι άνδρες φασωνονταν με άνδρες και οι γυναίκες με γυναίκες και τα σχετικά. Είχαμε μπει στο "Queer" αλλά δεν πτοήθηκαμε. Ήμασταν τόσο χάλια που ίσα ίσα το χάρηκαμε. Κάποια στιγμή βρήκα μια κοπέλα μόνη της και την πλησίασα.
<<Σόρρυ αγόρι, είμαι λεσβία>>.
<<Έχεις πάει ποτε με άνδρα, λεσβία;>>.
<<Όχι>>>.
<<Αν δεν δοκιμάσεις πως θα ξέρεις;>> , και της έπιασα το χέρι. Το αστείο ήταν πως με ακολούθησε και το πιο αστείο ήταν πως την ίδια στιγμή μας έκοψε το δρόμο μια άλλη γυναίκα, καρέ μαλλί, αμάνικο, τζιν, και άγρια χαρακτηριστικά.
<<Τι κάνεις μωρη μαλάκω; Μαζί μου είσαι>>.
Την πήρε και έφυγαν. Εγώ προσπάθησα να εστιάσω για να έχω όσο το δυνατόν λιγοτερο θολή εικόνα γινόταν. Πήγα στους άλλους, που απλά κρατούσαν τις μπύρες τους αμίλητοι και τους είπα να φύγουμε.
Είχε ασανσέρ και, κατεβαίνοντας, μας ήρθε η υπέροχη ιδέα , με εμένα πρωτοστάτη, να κατουρησουμε το πόμολο. Τις βγάλαμε  και όταν τελειώσαμε ήρθε ένας τύπος- που πιθανότατα μας είδε από τις κάμερες και έτρεξε- και με κάπως τσιριχτή φωνή μας απείλησε.
<<Τι κάνετε εκεί; Ντροπή σας! Μην ξαναπατησετε εδώ αλλιώς->>.
<< Τι θα κανείς; >>, φώναξε ο Άλκης, << θα πάρεις φόρα με τον κώλο;>>.
Πεθάναμε στα γέλια καθώς τρέχαμε εξω. Μας κόπηκε η ανάσα .
Με διέκοψε τότε ο θειος μου.
<<Την συνέχεια την ξέρω. Πέσατε πάνω. Δηλαδή δεν πέσατε, εμείς οι δυο βρεθήκαμε τυχαία. Μέσα στο " Red velvet".  Ναι, πήγατε σε κωλομπαρο, και αμφιβάλλω αν το θυμάται κανείς σας. Α το θυμάται ένας; Χαχαχαχα. Και άρχισες να φωνάζεις σαν βλαμμένο, ότι θα έπαιρνες πριβέ την ίδια που πήρα και εγώ, πως είμαι ο πιο γαμάτος θείος και τέτοια. Ώρες ώρες μου θυμίζεις τόσο πολύ εμένα στα νιάτα μου. Τελικά ,οι φίλοι σου έφυγαν, εγώ είπα να σε κάνω λίγο παραπάνω χαρούμενο, αλλά δεν ήσουν για τίποτα. Και έτσι κατέληξες εδώ. Ωραία ιστορία, ε;>>.
Δεν ήξερα τι να πω και απλά κοίταζα το πράσινο χορτάρι.
<<Ξέρεις θείο....>>
<< Αν για κάποιο λόγο θέλεις να απολογηθείς ή οτιδήποτε, ξέχνα το. Ό,τι έγινε έγινε. Βρες τους φίλους σου, κοροιδευτείτε, γελάστε και συνεχίστε όπως ξέρετε καλύτερα. Είστε στην καλύτερη ηλικία και ας μην το καταλαβαίνετε. Στην καλύτερη ηλικία φορτωμένοι με τις χειρότερες προσδοκίες από εμάς. Δε βαριέσαι.>>.
Χαμογέλασα και έφερα το τσιγάρο στα χείλη μου. Απότομα έβγαλε το κινητό του και με τράβηξε φωτογραφία.
<< Αυτο πάει στη μάνα σου να ξέρεις. Ε ρε γέλια!>>.

- Ο.Γ.Θ

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Παρατηρήσεις ενώ ο ήλιος πέφτει







Η γυναίκα ψάχνει απεγνωσμένα
Ο άνδρας ψάχνει απεγνωσμένα
Κανείς δεν είναι ποτέ
Εντάξει με ό,τι έχει
Για μεγάλο διάστημα.
Η εξωτερική όψη αλλάζει
Μα η ασχήμια
Μέσα
Παραμένει.
Η κούραση είναι αιώνια
Η λύπη είναι αιώνια
- και η ευτυχία είναι αιώνια
μα το ξεχνάμε αυτο-
Η καρδιά είναι σαν μπαλόνι
Που μια φουσκώνει, μια ξεφουσκώνει.
Η ισότητα δεν θα έρθει ποτέ
Γιατί πάντα ένας
Δεν θα δεχτεί να είναι ίσος
Με κάποιον άλλο .
Και ελπίζω πως κάποτε
Οι άνθρωποι θα μαλώνουν λιγότερο
Και θα ζητάνε συγγνώμη 
Περισσότερο.
Και προσευχόμαστε όλοι
Να έρθει κάποτε η μέρα
Που από μικροί ελπίζαμε πως θα έρθει.

- Ο.Γ.Θ

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

ενάντια σε όλους τους θεούς



Ή που το προσπαθείς πάρα πολύ
Ή πολύ λίγο
Γι'αυτό δεν πετυχαίνει όπως το θες
Συγχρόνως προσπαθείς να δώσεις νόημα στα πάντα
Θυμήσου, δεν είναι ανάγκη
Να βγάζουν όλα νόημα
Αμέσως
Θα βγάλουν κάποτε, και εσύ
Δεν είσαι πέτρα που βουλιάζει
Είσαι ο πιο δεινός κολυμβητής
Αξίζεις όλα τα μετάλλια
Μην παύεις να προσπαθείς.
Οι θεοί συνωμοτούν με τον γεροθάνατο πριν καν γεννηθούμε
Οπότε επιβάλλεται να τους αψηφάς
Για να κάνεις αυτό που πρέπει
Και θέλεις, γιατί
                        Θυμήσου
Σε περιμένει το στέμμα σου στο βάθος.

- Ο.Γ.Θ


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Στην άκρη ενός γκρεμού



κάθομαι στην άκρη ενός γκρεμού 
μακριά από την/μέσα στην
πραγματικότητα.
εκεί που τα όνειρα 
έχουν μεγαλο τίμημα και κόστος
αλλά ζεις και αναπνέεις
για να τα δεις να πραγματοποιούνται.
εκεί που τα εμπόδια στο δρόμο σου 
τα βάζεις ο ίδιος.
εκεί που γράφω μανιωδώς
και συχνά επαναλαμβάνω ίδια μοτίβα
γιατί ελπίζω πως κάποτε
όσα έχω μέσα μου
θα αποτυπώσω επιτυχώς και
όπως τους αρμόζει.
εκεί που
όταν σκέφτομαι να τα παρατήσω
μια φωνή γλυκιά μου ψιθυρίζει
" Όχι.
Δεν είσαι ένα χαμένο κορμί
Είσαι απλά χαμένος".

-Ο.Γ.Θ

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Εκείνο το Πάσχα



Ηταν Πάσχα τότε, και αποφασίσαμε με την παρέα μου το βράδυ του Μ. Σαββάτου, μετά τα πρώτα Χριστός Ανέστη και τα τσουγκρίσματα των αυγών, να βγούμε έξω, στην Κοζάνη, σαν νεανίες που ήμασταν. Θα ανεβαίναμε με το αμάξι του Μιχάλη - εγώ, αυτός, ο Γιώργος, ο Κώστας και ο Μάκης. Εκεί θα βρίσκαμε τον Αλέξανδρο, ο οποίος θα ανέβαζε τα αδέρφια του, αλλα και έναν άλλον φίλο μου, τον Χρήστο, ο οποίος με είχε ρωτήσει αν μπορούσε να βγεί μαζί μας, μιας και δεν άνηκε στην παρέα μας.
Λίγο πριν τη μία είχαμε ήδη παρκάρει και περπατούσαμε στην πλατεία. Πήρα τηλέφωνο το Χρήστο και συνεννοηθήκαμε για το που θα βρισκόμασταν.                   <<Είναι μαζί μου και ο Λουκάς , δεν υπάρχει θέμα να έρθει, ε;>>.  Ρώτησα τους υπόλοιπους και ενευσαν καταφατικά στην  προσθήκη.                                                        Τους βρήκαμε λίγο πιο πέρα.  Δεν είχαμε προαποφασίσει που θα πηγαίναμε, ούτε είχαμε κλείσει κάπου τραπέζι. Λόγω της ημέρας, τα περισσότερα μαγαζιά ήταν γεμάτα. Έτσι, βρήκαμε ένα, το Bridge, ροκάδικο, και ήπιαμε κάνα δυο μπύρες εκεί. Η βραδιά κυλούσε ήρεμα. Συζητήσεις, παύσεις, σκρολάρισμα στα σοσιαλ. Ώσπου, μετά από κάνα δίωρο, αποφασίσαμε να φύγουμε.                                                                                     << Και τώρα;>>,  ρώτησε ο Μιχάλης.        Σιωπή.  Μας έπιανε πολλές φορές αυτό το κακό, να μην μπορούμε να αποφασίσουμε αμέσως το επόμενο μέρος, ή όσα μας άρεσαν να ήταν ήδη γεμάτα, και να καταλήγουμε να κάνουμε γυρες για ώρα.                                                  Τελικά η λύση βρέθηκε μετά από κάμποση βαβούρα και μηνύματα. Η αδερφή του  Γιώργου ήταν σε ένα μαγαζί , στο Lanedo ,με κάτι φίλες της , εκ των οποίων της μιας οι γονείς είχαν το μαγαζί , η άλλη δούλευε και οι άλλες δύο πήγαν για παρέα. Σκεφτήκαμε, γιατί όχι, και έτσι κινήσαμε προς τα αμάξια για να κατευθυνθούμε προς τα εκεί, γιατί ήταν κάπως μακριά με τα πόδια.          Καθόμουν πίσω και παρατηρουσα την φωτισμένη πόλη και τους ανθρώπους της. Ποτέ δεν κατάλαβα απόλυτα αμφότερους.       Όταν κατεβήκαμε, ξεκίνησε το σόου, το οποίο το απολαύσαμε όλοι εξίσου, πιστεύω. Η μουσική που έπαιζε, live, λες και ήμασταν σε μπουζούκια επαρχίας προς το τέλος του προγράμματος, ενώ ο μέσος όρος της ηλικίας έπεσε αισθητά την ώρα που πατήσαμε το πόδι μας μέσα. Ήμασταν σαν ένα μάτσο πιθήκια που τα έχωσες σε κελί με πιγκουίνους και έπρεπε να συμβιώσουν αρμονικά για λίγο.  Η αδερφή του Γιώργου ήρθε να μας καλωσόρισει και νομίζω όλοι σκεφτήκαμε την ίδια στιγμή πως μπορούσαμε να κάνουμε μεταβολή, να φύγουμε και να συνεχίσουμε τις ζωές μας ,προσποιούμενοι πως δεν έγινε ποτέ η είσοδος εκείνη. Αλλά είπαμε, δε γαμιέται, φάγαμε το γάιδαρο, ας φάμε και την ουρά- και , δεν κάνω πλάκα, ήταν τελικά η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσαμε να έχουμε πάρει εκείνη τη νύχτα.                             Επειδή ήμασταν αρκετοί, σπάσαμε. Ο Χρήστος και ο Νίκος κάθισαν σε έναν καναπέ και οι υπόλοιποι σε ένα τραπέζι. <<Ψήνεστε να πάρουμε μπουκάλι;>>, ρωτησε σοβαρά ο Αλέξανδρος , τον οποίο δυσκολεύομαι να καταλάβω ώρες ώρες.   <<Τι μπουκάλι βρε μαλάκα, έλα να πιούμε ένα ποτό και να φύγουμε>>, είπε ο Κώστας. Εγώ παρήγγειλα ένα τζιν με τόνικ. Ήπια την πρώτη γουλια και τότε είδα τον Κώστα να έχει ξεσπάσει σε νευρικό γέλιο. Απόρησα και γύρισα να δω τί ήταν εκείνο που τον έκανε να ξεσπάσει ετσι.                                                                                                Ήταν ο Λουκάς. Είχε παραγγείλει ένα ουίσκι σε χαμηλό ποτήρι. Είχε απλώσει το ένα χέρι στον καναπέ, με το άλλο κάπνιζε ένα τσιγάρο, ενώ η κοιλιά του, τουρλωμένη από το φαι και τα ξύδια στο πέρασμα του χρόνου, σχηματιζόταν κάτω από το πουκάμισο, το οποίο είχε περάσει μέσα από το τζιν του. Και το καλύτερο ήταν πως δεν είχε περάσει τα είκοσι, ούτε είχε φάει την ζωή με το κουτάλι. Γαλήνιος.  Σα να μην τον ένοιαζε τίποτα στον κόσμο. λες και πότε δεν τον απασχολούσε η στιγμή, γιατί είχε καταλάβει τί παιζόταν στον κόσμο και απλά το απολάμβανε. Ένας δεκαεννιάχρονος που φαινόταν  να είχε βρει το νόημα της ζωής- όσο τα ψευτολαϊκά βαρούσαν, οι λιγοστοί πελάτες διασκέδαζαν τα αρθριτικά τους και ο σουρεαλισμός μας συντρόφευε .Έτσι , ατάραχος, συνέχισε μέχρι να φύγουμε. Μπορεί να γέλασα και εγώ με το θέαμα, αλλά μέσα βαθιά , κάτι μου φώναζε να δώσω προσοχή.                                                                         Μετά από καμιά ώρα αναχωρήσαμε. Αφήσαμε τον Χρήστο και τον Λουκά στο κέντρο και επιστρέψαμε στο χωριό. Ήθελε λίγη ώρα μέχρι να ανατέλλει ο ήλιος και αποφασίσαμε να πάμε πρώτα πάνω στο εκκλησάκι για να αράξουμε, όπως κάναμε άλλες τόσες φορές.                          Φτάσαμε και ανοίξαμε τις μπύρες που είχαμε αγοράσει. Δεν πολυμιλούσαμε. Απλά απολαμβάναμε την θέα. Και είναι αυτές οι μικρές στιγμές που σε κάνουν να ομολογήσεις στον εαυτό σου πως, παρόλο που αισθάνεσαι όπως αισθάνεσαι πολλές φορές - άγχος κατάθλιψη , αγωνία για το μέλλον, τα σχετικά- , είσαι παραπάνω από τυχερός που έχεις το προνόμιο να βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει ενώ εσυ μπορείς να  πίνεις χαλαρός την μπύρα σου. Πως η ζωή είναι ένα συνοθύλευμα στιγμών τυχαίων που πρέπει να είσαι πάντα σε θέση να τις αξιοποιήσεις όσο καλύτερα γίνεται. Και πως, αν εξαιρέσεις την μέχρι τώρα ζωή σου, τα κατάφερες καλύτερα από όσο νομίζεις.              Όταν ρούφηξα την τελευταία γουλιά, έβαλα το μπουκάλι μέσα στη σακούλα και άραξα πίσω στο κάθισμα. 

"Αν όλοι μπορούσαμε να είμαστε λίγο περισσότερο σαν τον Λουκά σε ορισμένες περιπτώσεις,ο κοσμος ίσως να ήταν μια στάλα καλύτερος", συλλογίστηκα.

- Ο.Γ.Θ



πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...