Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022




<<...Μα δεν καταλαβαίνεις;>>, της είπε, <<Μπορεί να την έχουν πατήσει μέχρι τώρα!>>
<<Πας καλά; Πως κάνεις έτσι για μια χελώνα; Έλα Θεέ μου...>>
<<Οι χελώνες είναι πανέμορφα ζώα... Δεν έχεις συναισθήματα!>>
<<Οτι δηλαδή θέλεις να πάμε πάλι κάτω βραδιάτικα και να ψάχνουμε μια χελώνα στα γρασίδια... Στη Θεσσαλονίκη... Που μπορεί να μην είναι καν εκεί-, Τι λέω!, σίγουρα δεν θα είναι εκεί!>>
<<Εγώ θα πάω! Εσύ κάνε ό,τι θέλεις>>.
<<Έχουμε δέκα λεπτά που το συζητάμε. Σιγά μην σε αφήσω μόνο σου!>>
Ο Παντελής έκανε μια αόριστη κίνηση με τα χέρια του, ντύθηκε και μάζεψε τα πράγματα του. Η Ειρήνη έκανε το ίδιο και βγήκαν από το διαμέρισμα της, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, για να πάνε κάτω στην Παραλία, στο Άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δεν είχε ούτε δύο ώρες που πέρασαν από εκεί, για να πάνε στο σπίτι της μετά από την βόλτα τους, γιατί είχε καλό καιρό και ήθελαν να περπατήσουν. Εκεί κοντά, ο Παντελής είδε με την άκρη του ματιού του κάτι να κινείται στα γρασίδια. Πλησίασε και συνειδητοποίησε πως ήταν μια χελώνα, φυσιολογικού μεγέθους. Από όταν είχε δει το Ψάχνοντας το Νέμο, τον είχαν μαγέψει αυτά τα πλάσματα. Και έπειτα είχε δει μερικές ακόμα έξω, στην εξοχή. Το είχε, μάλιστα, σκεφτεί πολλές φορές να πάρει ένα μικρό χελωνάκι στο σπίτι του, αλλά πάντα το μετάνιωνε, γιατί, ακόμα και τέτοια ζώα, γεννημένα για την αιχμαλωσία, δεν του πήγαινε η καρδιά να τα έχει έτσι στο σπίτι του. Αλλά και- .
<<Παντελή!>>
Δεν τους πήρε πολύ ώρα για να φτάσουν στην Παραλία. Για την ακρίβεια, ο Παντελής περπατούσε γρήγορα, σχεδόν σα να έτρεχε, και η Ειρήνη προσπαθούσε να τον ακολουθήσει, παρακαλώντας τον να πάει λίγο πιο σιγά. Ο Παντελής σταμάτησε μόνο όταν έφτασε στο σημείο που είχε δει την χελώνα. Η Ειρήνη στάθηκε δίπλα του, με την ανάσα της να έχει γίνει κοφτή.
<<Πας καλά; Δεν με άκουγες τόση ώρα;>>
<<Σε άκουγα, αλλά...>>. 
Δεν τελείωσε την πρόταση του. Το βλέμμα του ήταν στα χαμένα, δεξιά-αριστερά, μήπως και εντοπίσει την χελώνα.
<<Τι αλλά; Δεν πας καλά....Δεν πας καθόλου καλά! Και, για εξήγησέ μου πάλι, τι θα το κάνουμε το ζωντανό αν το βρούμε;>..
<<Θα->>.
Όπως άνοιξε το στόμα του, έτσι το έκλεισε. Αλήθεια, τι θα την έκανε ; Θα την έπαιρνε μαζί του; Θα την άφηνε κάπου για να είναι ασφαλές; Θα χτυπούσε, ας πούμε, μια πόρτα και θα έλεγε σε όποιον ή όποια την άνοιγε, Ορίστε, σας το έφερα για δώρο, πάρτε το; 
<<Τι έγινε; Σου έφαγαν την γλώσσα;>>, είπε η Ειρήνη ειρωνικά
<<Εγώ... Απλά...>>.
Για άλλη μια φορά δεν τελείωσε την πρόταση του και πήγε μέσα στο γρασίδια για να ψάξει.
<<Παντελή! Παντελή, με ακούς; Hello; Αχ, δεν πάει καλά!>>.
Ωστόσο, δεν βρήκε τίποτα και, απογοητευμένος, γύρισε πίσω στην Ειρήνη, η οποία τον περίμενε  με τα χέρια σταυρωμένα. 
<<Λοιπόν;>>
<<Δεν την βρήκα...>>.
<<Τι μου λες! Πάμε τώρα;>>
<<Δώσε μου μισό λεπτό, να... μόνο μισό λεπτό...>>, της είπε και κάθισε στο παγκάκι. Έφερε τους αγκώνες στα γόνατά του και άρχισε να τρίβει τα μάτια του. Η Ειρήνη τον περίμενε όρθια αλλά, όταν παρατήρησε τους ώμους του να κουνιούνται ελαφριά πάνω-κάτω, κάθισε δίπλα του, ακούμπησε την δεξιά παλάμη της πάνω στον αριστερό του ώμο και έσκυψε προς το κεφάλι του.
<<Τι έπαθες; Κλαις;>>
Ο Παντελής κούνησε το κεφάλι του πάνω-κάτω, χωρίς να μιλήσει. Η Ειρήνη τον αγκάλιασε και χάιδεψε την πλάτη του.
<<Συγγνώμη αν ήμουν κάπως απότομη πριν. Απλά είμαι κουρασμένη και μου φάνηκε κάπως χαζό όλο αυτό. Έλα, πάμε σπίτι, να ξεκουραστούμε. Και περνάμε και αύριο πάλι, να δούμε μήπως την βρούμε>>.
Ο Παντελής έπιασε την αριστερή της παλάμη και την χάιδεψε με το δεξί του χέρι. Σήκωσε το κεφάλι του - τα μάτια κοκκινισμένα- και της χαμογέλασε.
<<Συγγνώμη. Δεν ξέρω τι με έπιασε... Απλά την είδα και... Ίσως φταίει που... Στην είπα την ιστορία;>>.
<<Ποια ιστορία;>>.
<<Ναι, συγγνώμη. Πως να στην πω, δεν είχαμε γνωριστεί ακόμα. Ήταν πέρσι το καλοκαίρι, είχα πάει στο χωριό για λίγες μέρες. Ήμουν στο δρόμο με το αμάξι, ακούγοντας μουσική. Το Starman του David Bowie... Έτρεχα λίγο παραπάνω, αλλά όχι υπερβολικά, ούτε είχα αφαιρεθεί. Μερικά χιλιόμετρα πριν μπω στο χωριό, εκεί που το ζούσα μόνος μου με τη μουσική μου, παρατήρησα κάτι στο δρόμο. Σκέφτηκα, καμία σακούλα θα είναι, και συνέχισα ακάθεκτος. Λίγο πριν πλησιάσω, συνειδητοποίησα πως κινούνταν. Ήταν μια χελώνα. Ήταν λίγο πιο μέσα στη λωρίδα μου και ο δρόμος είναι μικρός και διπλής κατεύθυνσης και δεν μπόρεσα να την αποφύγω...προσπάθησα ,δηλαδή, αλλά... Δεν λέω πως με έχει στοιχειώσει η εικόνα. Έχω δει και ακούσει χειρότερα πράγματα. Δηλαδή, υπάρχουν χειρότερα πράγματα για να σε βασανίζουν. Αλλά όταν είδα εκείνη την χελώνα πριν, κάτι έγινε μέσα μου και δεν το σκέφτηκα καν... Και σε τράβηξα μέχρι εδώ νυχτιάτικα, ενώ... Έλα, πάμε σπίτι. Συγγνώμη...>>
Η Ειρήνη του χαμογέλασε και τον φίλησε στο μέτωπο. Χωρίς να πει κάτι, σηκώθηκε και πήγε στα γρασίδια. Ο Παντελής σηκώθηκε και αυτός, σταύρωσε τα χέρια στην κοιλιά του και χαμογέλασε, βλέποντας την να συνεχίζει την αναζήτηση. Διπλώθηκε στιγμιαία μπροστά, τεντώθηκε και, με γρήγορες κινήσεις την έφτασε. Την αγκάλιασε από πίσω, ήρθε μπροστά, της έπιασε το δεξί χέρι και της ψιθύρισε, Είναι εντάξει. Έλα, πάμε σπίτι.
-Ο.Γ.Θ..

Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

 



Έπεσα στο κρεβάτι να ξαπλώσω

Μεθυσμένος

Είχε ζέστη και τα έκανε

Όλα

Χειρότερα.

Ήμουν με το κινητό στο χέρι και χαζευα και

Δεν σκεφτόμουν απολύτως 

Τίποτα.

Δεν ήθελα να πέσω για ύπνο

Δεν ήθελα να χάσω 

Αυτή την αίσθηση, να μην

Σε νοιάζει τίποτα, να μην σε νοιαζει τίποτα.

Και το κεφάλι ήταν βαρύ,

Η επόμενη μέρα θα ήταν κακή, αλλά

Εκείνη τη στιγμή!,

Είχε σημασία μόνο εκείνη η στιγμή, εγώ 

Να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου

Ήρεμος, να ξαπλώνω 

Όπως θα έπρεπε να ξαπλώνω

Κάθε βράδυ.

Δες με τώρα...

Δες τι μου κάνατε....

Δες τι μου έκανα....και πρέπει 

Να γυρίσω τις σελίδες σε ένα βιβλίο

Που δεν επέλεξα να διαβάσω

Μπας και προχωρήσω πιο γρήγορα

Στο επόμενο.

Αλλά κάθε κεφάλαιο

Σε κόβει τόσο βαθιά- σώπασε...

Ο ύπνος έρχεται...

-Ο.Γ.Θ.






Κυριακή 24 Ιουλίου 2022




Μιας και δούλευα πρωινός εκείνη την μέρα, προλάβαινα μετά το σχόλασμα να περάσω από το Σούπερ Μάρκετ για να αγοράσω δύο-τρία πράγματα που χρειαζόμουν για το σπίτι. Όταν μπήκα μέσα, πήρα ένα καλάθι, για να μην κρατάω τα πράγματα στα χέρια μου και ταλαιπωριέμαι τζάμπα. Από μνήμης, θυμόμουν πως ήθελα ψωμί του τοστ, γάλα, δημητριακά, ντομάτες για σαλάτα και λάδι. Λίγο άκυρο, αλλά το τι εντύπωση μου είχε κάνει το πόσο κόστιζε ένα λίτρο όταν πέρασα -και άρχισα να ζω ως- φοιτητής δεν λέγεται! Στο πατρικό μου - ή μητρικό μου, δεν θέλω να εξαγριώσω τις κυρίες φεμινίστριες-  αγοράζαμε τενεκέδες από έμπορο και ποτέ δεν είχα εικόνα της τιμής, άλλωστε για όλα αυτά φρόντιζαν οι γονείς μου. Με τα χρόνια, βέβαια, έμαθα να ξεχωρίζω ποιο ήταν το καλύτερο λάδι σε προσφορά - άλλωστε, μόνος μένω, ένα λίτρο μου φτάνει για καιρό. Έτσι, στάθηκα μπροστά στο ράφι με τα λάδια και έψαξα για εκείνο που αγόραζα συνήθως. Ωστόσο, παρατήρησα πως είχε τελειώσει, μα βρήκα ένα άλλο, της ίδιας εταιρείας, πιο φθηνό και ,χωρίς να το σκεφτώ περαιτέρω, το έριξα στο καλάθι. Πλήρωσα και κίνησα προς το σπίτι.
Επειδή βαριόμουν να μαγειρέψω το οτιδήποτε ήθελε παραπάνω από δέκα λεπτά, αποφάσισα να τηγανίσω αυγά. Άναψα το μάτι, έριξα λάδι στο τηγάνι και, όσο περίμενα να κάψει, έκοψα τις ντομάτες, τις έβαλα σε ένα πιάτο, έριξα λάδι και αλάτι και μετά ασχολήθηκα με τα αυγά μου. Σε πέντε λεπτά, το φαγητό μου ήταν έτοιμο στο τραπέζι. Πήρα δύο φέτες ψωμί του τοστ, ένα καθαρό πιρούνι και κάθισα στην καρέκλα για να φάω με όρεξη. Ωστόσο, κάτι δεν πήγε καλά με την πρώτη δαγκωματιά, δεν είχε την γεύση που...περίμενα; Περίεργο, σκέφτηκα, και τσίμπησα μια ντομάτα. Το ίδιο... Άφησα το πιρούνι κάτω και κοίταξα το φαγητό μου. Δεν μπορεί να έφταιγαν τα αυγά, ούτε οι ντομάτες, ήξερα την γεύση τους ακόμα και όταν ήταν χαλασμένα. Εκτός αν... Άνοιξα το ντουλάπι και έβγαλα το μπουκάλι με το λάδι. Διάβασα την ετικέτα: ΠΥΡΗΝΕΛΑΙΟ ΜΠΛΑΜΠΛΑ. 
Τότε, πήρα τηλέφωνο την μητέρα μου, για να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου και να την ρωτήσω, στην περίπτωση που έβγαιναν σωστές, τι μπορούσα να το κάνω. 
<<Πυρηνέλαιο; Καλά βρε αγόρι μου, δεν πρόσεχες τι...>>.
Μου είπε πως η ίδια το χρησιμοποιούσε μόνο για το καντήλι στο σπίτι και δεν ήξερε πως να με βοηθήσει. Την ευχαρίστησα και έκλεισα το τηλέφωνο. Σκατά, ξόδεψα 3,5 ευρώ γαμώ την αφηρημάδα μου!, σκέφτηκα. Ωστόσο, καντήλι δεν έχω και δεν σκοπεύω να αγοράσω. Δεν ήθελα, από την άλλη, να πετάξω ολόκληρο μπουκάλι με λάδι. Όχι λόγω του κόστους, 3,5 ευρώ είχα δώσει, άλλωστε, όχι πενήντα. Με κατέβαλλε, περισσότερο, εκείνο το ηλίθιο συναίσθημα που νιώθεις όταν ξέρεις στα σίγουρα πως έχεις κάνει μια μαλακία και, επειδή δεν θέλει να το παραδεχθείς τελείως στον εαυτό σου,  προσπαθείς να βρεις εναλλακτικές λύσεις, για να πεις στο τέλος, Όχι ρε, να, μπορώ να κάνω αυτό τουλάχιστον και ίσως εκείνο, καταβάθος ήξερα τι έκανα. ρούφα την Elon Musk...  Και τότε μου ήρθε!
Δεν είχαν περάσει πολλές μέρες που το Facebook μου πέταξε ένα βίντεο, με έναν τύπο που έκανε πως και καλά έμπαινε σε ''γυμναστήριο'' - την κουζίνα του-  και, αφού έβαλε την πετσέτα στο σβέρκο του,  έριξε λάδι κάτω στο πάτωμα, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στον πάγκο και έκανε ''διάδρομο''. Χαμογέλασα και σκέφτηκα να το δοκιμάσω. Οπότε, πήγα στην κουζίνα, αλλά συνειδητοποίησα πως ήταν αρκετά μικρή για να αναπαραστήσω την ιδέα αυτή. Για το λόγο αυτό, μετακίνησα λίγο πιο πέρα το τραπέζι, έφερα μια καρέκλα μπροστά μου για να κρατιέμαι από κάπου και έριξα λίγο από το λάδι κάτω. Ήξερα πως δεν ήταν η πιο λαμπρή ιδέα, αλλά δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω μέχρι να πέσω για ύπνο. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ξεκίνησα να περπατάω, με δειλά βήματα στην αρχή ,που σταθεροποιήθηκαν και ανέβασα ρυθμό και , δέκα δευτερόλεπτα μετά, παραλίγο να γλιστρήσω και να σωριαστώ ολόκληρος κάτω. Ευτυχώς η καρέκλα με κράτησε όρθιο.
Παπάρια! Είχα απομείνει με σχεδόν ένα λίτρο σκατοπυρηνέλαιο, χωρίς να έχω ιδέα πώς και που να το χρησιμοποιήσω. Σκούπισα τα πόδια μου και το πάτωμα πρόχειρα με χαρτί κουζίνας και κάθισα στην καρέκλα, παίζοντας με το μπουκάλι, να το φέρνω από το δεξί στο αριστερό χέρι, από το αριστερό στο δεξί χέρι, να το αναποδογυρίζω στον αέρα... ώσπου, μου ήρθε μια ιδέα!
Πήγα στην τουαλέτα και βρήκα μια πλαστική γαλάζια λεκάνη, μικρή, που την χρησιμοποιούσα στο καθάρισμα. Την γέμισα με νερό και την μετέφερα στο σαλόνι, όπου και την τοποθέτησα πάνω στο ξύλινο τραπέζι που είχα εκεί.
Και βρήκα την χαρά μου!
Η διαφανής επιφάνεια του νερού έγινε ο καμβάς μου και εγώ μεταμορφώθηκα σε πεντάχρονο παιδί που έπαιζε με λαδομπογιές. Σήκωσα το μπουκάλι και έριξα μια στάλα λάδι στα αριστερά. Μετά, στα δεξιά. Μετά, προσπάθησα να κάνω μια καμπύλη γραμμή λίγο πιο κάτω και ,τέλος, έναν κύκλο γύρω από όλα αυτά: είχα φτιάξει μια χαμογελαστή φατσούλα! Ή, καλύτερα, πρόσωπο, ένα χαμογελαστό πρόσωπο!, δεν έχει σημασία, απλά σπαταλούσα το σκατόλαδο με ευφάνταστους τρόπους. Την χάρηκα για λίγο την φατσούλα και με το δεξί μου χέρι πλατσούρισα στο νερό, για να τη διαλύσω. Τι άλλο, τι άλλο; Προσπάθησα να κάνω μια γάτα, αλλά βγήκε σαν παραμορφωμένη μάζα αποτυχημένου πειράματος σε εργαστήριο.
Όλο αυτό με συνεπήρε! Άλλαζα το νερό κάθε λίγο και λιγάκι, για να μην μένει το λάδι πάνω και μου χαλάει τον καμβά και προσπαθούσα να σχεδιάσω ό,τι μου κατέβαινε, Βαν Γκογκ, δώσε μου τα φώτα σου! Πρέπει να πέρασε καμιά ώρα, όταν, αφού άλλαξα για μια ακόμη φορά το νερό και σήκωσα το μπουκάλι, συνειδητοποίησα πως δεν απέμενε πολύ από το πυρηνέλαιο. Σταμάτησα, ανασήκωσα τα φρύδια μου, κοίταξα την λεκάνη και την ώρα και σκέφτηκα, Αρκετά για σήμερα. Κατά σύμπτωση, το κινητό άρχισε να χτυπάει. Μπορεί να είχε ώρα που χτυπούσε, δεν ξέρω, είχα αφοσιωθεί στον ιερό σκοπό μου. Το πήρα στα χέρια μου: Μαμά.
<<Έλα, Δημήτρη, τι κάνεις;>>
<<Καλά, μαμά, εσύ;>>.
<<Καλά και εγώ. Κοιμόσουν, μήπως; Ενοχλώ;>>
<<Όχι. Πες μου>>.
<<Για το πυρηνέλαιο σε πήρα. Μπορείς να το χρησιμοποιήσεις...>>.
Μα, μητέρα, το χρησιμοποίησα με τον καλύτερο τρόπο!
-Ο.Γ.Θ.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

 



Μπορεί να μην αναγνωρίσεις τις πιο όμορφες γυναίκες

Την πρώτη φορά που θα τις δεις.

Οι περισσότερες δεν έχουν κάτι συγκεκριμένο 

Που να τις ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες.

Οι πιο όμορφες γυναίκες

Συνήθως δεν το γνωρίζουν ούτε οι ίδιες πως είναι 

Τόσο όμορφες

Και καμιά φορά υποτιμάνε αυτό που είναι

Προσποιούμενες κάτι άλλο,

Επειδή έτσι τις έπεισαν.

Από την άλλη, έχω γνωρίσει τοσες "όμορφες" γυναίκες

Που πέντε κουβέντες μαζί τους

Και δυο συμπεριφορές τους 

Αρκούν για να καταλάβεις

Πως απλά δεν...

Οι πιο όμορφες γυναίκες

Κυκλοφορούν με διαφορετικά ονόματα,

Με όνειρα και φιλοδοξίες,

Περπατάνε στο δρόμο με το βλέμμα δεξιά και αριστερά,

Συνήθως χαραμιζονται

Με ανθρώπους και σε καταστάσεις που δεν τις αξίζουν.

Οι πιο όμορφες γυναίκες....

Ναι...

Γνώρισα μερικές και τώρα...

Ίσως κάποτε ρίξουν μια ματιά 

Προς το μέρος μας,

Ίσως τώρα-

Ίσως καλύτερα τώρα.

-Ο.Γ.Θ.


Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022




Το μαγαζί ήταν ήδη φουλ όταν έπιασα την απογευματινή βάρδια και, στο κλείσιμο, είχαμε ακόμα τραπέζια που πλήρωναν τους λογαριασμούς τους. Οπότε, ενώ είχε πάει 03:15 το βράδυ, εγώ ακόμα μάζευα ποτήρια και πιάτα και τα άφηνα μέσα στη λάντζα, καθαρίζοντας ,παράλληλα, τραπέζια και τακτοποιώντας το μέρος, μαζί με τους υπόλοιπους, για να το βρούνε εντάξει οι της πρωινής βάρδιας. Ευτυχώς, στις 03:45 τελειώσαμε, κλειδώσαμε και είπαμε καληνύχτα.
Έπρεπε να περπατήσω από τη Μητροπόλεως μέχρι την Εγνατία για να πάρω το νυχτερινό αστικό- για ταξί ούτε λόγος,  θα πληρωνόμουν την επομένη και, μέχρι τότε, είχα 1,72 ευρώ στο λογαριασμό μου. Έτσι, έβαλα τα ακουστικά μου και κίνησα για πάνω. Λίγο πριν φτάσω στην Εγνατία για να στρίψω προς την Αντιγονιδών, ένιωσα κάποιες διαταραχές στο στομάχι μου, Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, όταν ,όμως, έφτασα στη στάση και σταμάτησα για να περιμένω το αστικό, το στομάχι μου μού έδειξε τι πραγματικά... ''αισθανόταν''. Έσφιξα το δεξί μου χέρι σε γροθιά, για να διώξω την ενόχληση και αυτό είχε κάποια επιτυχία. Κοίταξα πάνω, είδα πως το 1Ν θα ερχόταν σε 5 λεπτά και άλλαξα τραγούδι για να ξεχαστώ.
Αν και καθημερινή, όταν έφτασε, το αστικό είχε αρκετό κόσμο, περισσότερο από όσο περίμενα. Στην κυριολεξία, έσπρωξα άτομα για να μπω μέσα. Που να τους εξηγούσα το επείγον της περίστασης, χέστηκαν. Μεταξύ μας, αν δεν έμπαινα, και εγώ στην κυριολεξία, αυτό είναι άλλο θέμα. Βρήκα μια θέση, κάθισα και κράτησα σφιχτά την τσάντα μου.
Μέχρι την Καμάρα, τα πράγματα ήταν υπό έλεγχο. Όταν ,όμως, το αστικό έφτασε στο ΠΑΜΑΚ, τότε ξεκίνησε το κακό, γιατί ο εγκέφαλος μου καταλάβαινε πως πλησιάζω στο σπίτι και είχε ήδη αρχίσει να δίνει, ενάντια στο θέλημα μου, εντολές στο σώμα μου να ετοιμάζεται. Δεν ξέρω πως μπορεί να φαινόμουν στους υπόλοιπους μέσα στο αστικό, η κοπέλα, ωστόσο, που καθόταν δίπλα μου είχε μαζευτεί λίγο στη θέση της. Ήθελα να γυρίσω και να της πω, Όχι, μην ανησυχείς, δεν είναι κάτι σοβαρό, να αδειάσω απλώς θέλω και θα φαίνομαι φυσιολογικός, αν θες πάμε και για μπύρα μετά, αλλά φυσικά όλα αυτά τα σκεφτόμουν για να απασχολήσω το μυαλό μου μέχρι να φτάσει η ύστατη στιγμή. Πρέπει να την σκούντηξα λίγο την καημένη όταν φτάσαμε Μπότσαρη, στην προσπάθεια μου να βγω όσο πιο γρήγορα γινόταν, γιατί παρατήρησα τον μορφασμό κάτω από τη μάσκα και γι'αυτό της ζήτησα αμέσως συγγνώμη. Λογικά αδιαφόρησε για το συγγνώμη μου και απλά περίμενε την ώρα να πάει σπίτι για να κοιμηθεί. Ή να βρει το αγόρι της. Ή την κοπέλα της. Σκέψεις, σκέψεις, απλά για να-.
Μόλις πάτησα το πόδι μου ξανά στο δρόμο, προσπάθησα να τρέξω, μα κάθε βήμα γινόταν με προσοχή, γιατί μπορεί να άνοιγε απότομα τις πύλες της Κόλασης. Με τα χίλια ζόρια τα κατάφερα να φτάσω στην πολυκατοικία μου. Ξεκλείδωσα και τις δύο πόρτες, την κάτω και του διαμερίσματος μου, με τέτοια ορμή, που φοβήθηκα μην σπάσει το κλειδί, χωρίς, ωστόσο, να με πολυνοιάζει εκείνη τη στιγμή. Μόλις μπήκα στο σπίτι, πέταξα ό,τι είχα κάτω και άρχισα να ξεκουμπώνω το παντελόνι, τρέχοντας προς την τουαλέτα. Κάθισα την τελευταία στιγμή και έπιασα την πετσέτα που είχα απλωμένη δίπλα μου από την ένταση. Όταν έφυγε το πρώτο κύμα και άρχισα να βαριανασαίνω από ευτυχία, πήρα το κινητό που μου είχε πέσει κάτω. Είχαν βγει τα ακουστικά και από το ηχείο είχε αρχίσει να ακούγεται το The Chain των Fleetwood Mac.
Πρέπει να είχαν περάσει κοντά στα δύο λεπτά που σκρόλαρα στο Instagram, όταν ένιωσα ένα ταρακούνημα στη λεκάνη. Σήκωσα το κεφάλι μου και σκέφτηκα πως ήταν η φαντασία μου. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ξανά το ίδιο. Σηκώθηκα αυτή τη φορά ολόκληρος και, μηχανικά, άρχισα να κόβω χαρτί τουαλέτας. Δεν πρόλαβα να σκουπιστώ τελείως, όταν και ένιωσα ένα δεύτερο ταρακούνημα.
Δεν το...Σεισμός, μουρμούρισα.
Όπως ήμουν, σήκωσα τα βρακιά μου , πήρα το κινητό και και έτρεξα καρφί έξω. Όχι και να με βρουν καλυμμένο με σκατά, σκέφτηκα. Άνοιξα την πόρτα και άρχισα να κατεβαίνω δύο- δύο τις σκάλες. Λάθος μου να βγω έτσι, αλλά είχα πανικοβληθεί, μέσα στην κούραση μου και όλα τα σχετικά. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η μπασογραμμή από το The Chain, που σε μεταφέρει σε άλλο γαλαξία και ένιωθα σα να είμαι πρωταγωνιστής σε καμιά ταινία.
Όταν βγήκα έξω και στάθηκα μπροστά από την πολυκατοικία μου, όλα ήταν στη θέση τους. Ένας τύπος, που μάλλον γυρνούσε σπίτι του από έξοδο, παραπατώντας ελαφρώς, με είδε και γέλασε. Αυτό με επανέφερε στην πραγματικότητα και συνειδητοποίησα πως στεκόμουν στη μέση του δρόμου, με το μπλουζάκι, το μποξεράκι και το κινητό μου να παίζει μουσική.
Ηλίθιε, σκέφτηκα, πέσε για ύπνο.
Έσκυψα το κεφάλι και ανέβηκα πάλι πάνω.
-Ο.Γ.Θ.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022




Με πήρε ο ύπνος στον καναπέ τις προάλλες, σχεδόν γυμνό, έχοντας πιει καμιά 10αριά μπύρες και κουρασμένο από την δουλειά, έχοντας στο μυαλό μου πως θα ξαπλώσω για λίγο μόνο και μετά θα πάω στο κρεβάτι μου. Μάλλον μου ήρθε αυτή η τρομερή ιδέα επειδή ήμουν αρκετά μεθυσμένος. Ο ύπνος πρέπει να με πήρε σχεδόν αμέσως και ήταν από τις λίγες φορές που θυμάμαι το όνειρο που είδα. 

Το υποσυνείδητό μου πήρε εμένα, όπως ήμουν, 28 χρονών ώριμο και έρημο ενήλικα και με μετέφερε στο χωριό μου, στην αυλή του σπιτιού μου. Τα περισσότερα ήταν εκεί όπως τα θυμόμουν, η τεράστια καρυδιά, το σπίτι του παππού και της γιαγιάς μου, το parking για το τρακτέρ, η αποθήκη- λες και είχα πάει για επίσκεψη το 2005, αν και έλειπαν κάνα δυο πράγματα ή είχαν αντικατασταθεί από άλλα. Ας πούμε, όταν ξεκίνησα να περπατάω προς το δρόμο, ο μικρός κήπος με το γρασίδι μπροστά από το σπίτι δεν υπήρχε, στην θέση του ήταν μια βάρκα με δύο κουπιά, πάνω στο χώμα και αυτό δεν μου φάνηκε καθόλου περίεργο. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και πουλιά κελαηδούσαν, αλλά, όταν τα κοίταζα πάνω στα καλώδια της ΔΕΗ, μου έμοιαζαν πολύ ακίνητα, σαν παγωμένα. Ήμουν μόνος, αλλά όχι για πολύ, γιατί άκουσα κάτι νιαουρίσματα στα δεξιά μου, γύρισα και ένας γάτος καβαλούσε μια γάτα, δαγκώνοντάς την από τον αυχένα- ήταν και αυτοί παγωμένοι- και μετά άκουσα ανθρώπινες φωνές και έκανα μεταβολή και ήταν όλοι τους εκεί, ακόμα και οι πεθαμένοι. Ήταν λες και στο όνειρο, ο χρόνος είχε παγώσει όταν ήμουν δέκα χρονών. Ο παππούς μου κάπνιζε και δεν είχε βγάλει ακόμα καρκίνο, οι ρυτίδες της γιαγιάς μου δεν είχαν γίνει πιο έντονες, τα ξαδέρφια και οι φίλοι μου ήταν ακόμα παιδιά. Ωστόσο, κανένας τους δεν μιλούσε. Δηλαδή, άκουγα φωνές και γέλια και τα σχετικά, αλλά κανενός τα χείλη δεν κινούνταν, μόνο τα σώματα τους. 
Ένιωσα κάτι στα πόδια μου και, σκύβοντας το κεφάλι, είδα μια μπάλα ποδοσφαίρου στα δεξιά μου. Την σήκωσα με το δεξί μου πόδι, άρχισα να κάνω ζαράκια και ένιωθα πως όλοι με κοιτούσαν, όταν, όμως, σήκωσα το κεφάλι μου, είχαν εξαφανιστεί. Η μπάλα τότε έφυγε από τα πόδια μου και άρχισε να τσουλάει προς το δρόμο. Πήγα να την πάρω αλλά, όποτε την έφτανα, σα να φυσούσε δυνατός αέρας και την παρέσερνε πιο πέρα, μέχρι που την πήγε στο δίπλα σπίτι. Η μπάλα τσούλησε μέχρι την αυλή  και πήγε βαθιά μέσα.
Το σπίτι αυτό ήταν μια απλή μονοκατοικία, οι τοίχοι χρώματος άσπρου, παράθυρα, πόρτα, σκεπή με κεραμίδια μαύρα, τέτοια πράγματα, που απ' έξω μου φαινόταν πως ήταν πιο μικρό από ό,τι θα ήταν μέσα. Έξω-έξω, προστατευόταν από ένα πέτρινο τoιχάκι, κοντά στο μισό μέτρο ύψος, το οποίο στην κορυφή του είχε μαύρα, μυτερά κάγκελα, Στην μέση, υπήρχε μια πόρτα  και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ακριβώς είχε τσουλήσει η μπάλα εκεί μέσα. Ωστόσο, πλησίασα την πόρτα και την άνοιξα. Όταν την έκλεισα, άκουσα πάλι φωνές και τις ακολούθησα.
Ήταν από την αυλή, που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του σπιτιού, αριστερά όπως την έβλεπα εγώ. Περπάτησα μερικά βήματα και στάθηκα στη μέση. Μια πολύ μεγάλη έκταση, σαν γήπεδο ποδοσφαίρου, με εναλλαγές χώματος και γρασιδιού σε γραμμές οριζόντιες και, στο βάθος, διέκρινα κάτι που πρέπει να ήταν αποθήκη και parking. Στη μέση εμού και της αποθήκης-parking , κάθονταν δύο άνθρωποι. Τους αναγνώρισα από τις πλάτες, ήταν ένας θείος και μια θεία μου, νεκροί πλέον εδώ και χρόνια. Τους πλησίασα με αργά βήματα και, όταν έφτασα από πάνω τους, είδα πως κρατούσαν μια κότα, έτοιμοι να την σφάξουν. Ποτέ δεν μου άρεσε αυτό, να βλέπω δηλαδή κότα να σφάζεται, και είχα δει αρκετές όταν ήμουν μικρός. Κυρίως με αηδίαζε όταν της αδειάζαν τα εντόσθια από σκατά και άλλα συναφή. Αλλά για τους μεγαλύτερους, ήταν απλά μέρος της πραγματικότητας τους. 
Ή δεν με είχαν καταλάβει ή απλά δεν μου έδιναν σημασία. Η θεία μου κρατούσε δυνατά την κότα στο έδαφος, όσο ο θείος μου την αποκεφάλιζε. Και όταν η κότα πήγε να το σκάσει, με το κεφάλι κομμένο, έχοντας ακόμα τις τελευταίες της αισθήσεις, ο θείος μου την κράτησε ακόμα πιο γερά. Όταν η κότα σταμάτησε να κουνιέται και ήταν σίγουροι πως πέθανε, η θεία μου σηκώθηκε όρθια και πήγε μέσα στο κοτέτσι, το οποίο μόλις τότε παρατήρησα πως υπήρχε μέσα στην αυλή. Δύο λεπτά μετά, βγήκε με μια άλλη κότα στο δεξί της χέρι και το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά και κατέληξα να γίνω μάρτυρας μιας ολόκληρης γενοκτονίας κοτετσιού, δεκάδες άψυχα κουφάρια κοτών να κείτονται λίγο πιο δίπλα μου, σχηματίζοντας ένα βουναλάκι. Ο θείος και η θεία μου ήταν γεμάτοι αίμα τώρα, από την κορφή ως τα νύχια.
Μόνο όταν η θεία μου βγήκε από το κοτέτσι με το τελευταίο κοτόπουλο στα χέρια της, κατάλαβε πως ήμουν εκεί και ήρθε και με αγκάλιασε, γεμίζοντας με αίματα, ενώ το ράμφος της κότας άρχισε να με τσιμπάει στο δεξί μου χέρι.
<<Τι κάνεις παλικάρι μου;>>, είπε και τα χείλη της κουνήθηκαν.
<<Καλά θεία, εσείς;>>.
<<Τα ίδια, όπως τα ξέρεις. Συνηθίσαμε τον πόλεμο. Εσύ, πως και από εδώ;>>.
<<Προσπαθώ να του ξεφύγω. Έπεσε η μπάλα στην αυλή και ήρθα να την πάρω>>.
<<Που είναι;>>.
<<Δεν ξέρω. Θα την ψάξω λίγο>>.
<<Ψάξε όσο θες>>, είπε και ξανακάθισε στη θέση της. Ο θείος μου ακόνιζε το μαχαίρι του.
Άρχισα να ψάχνω την μπάλα μου και την βρήκα αμέσως. Ήταν λίγο πιο μπροστά. Όταν, όμως, έσκυψα για να την πάρω στα χέρια μου, η μπάλα εξαφανίστηκε.  Έκανα μεταβολή για να γυρίσω πίσω και είδα όλους όσους είχα δει προηγουμένως στο σπίτι μας, να έχουν πιαστεί σε κύκλο και να χορεύουν γύρω από τον σωρό με τα κοτόπουλα και μου ήρθε η παρόρμηση να πιαστώ και εγώ μαζί τους. Ωστόσο, μόλις τους έφτασα, πισωπάτησα, ανακατεύτηκα και, πριν κάνω εμετό, ήρθε η θεία μου, μού έκλεισε το στόμα και μου έδωσε το μαχαίρι που κρατούσε ο θείος μου. 
<<Σειρά σου τώρα. Μην κάνεις το κοτόπουλο να περιμένει, μην παρατείνεις την αγωνία του. ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ, ΚΑΝΕΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΛΥΤΩΣΕΙ>>.
Υπάκουσα και πήρα το μαχαίρι. Πήγα και κάθισα στη θέση της, ενώ ο θείος μου κρατούσε τώρα το κοτόπουλο και με κοίταζε στα μάτια, σα να μου έλεγε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Σήκωσα το μαχαίρι ψηλά και το χέρι μου πάγωσε. Ήταν το βλέμμα της κότας που με έκανε να παγώσω, δεν μπορούσα, δεν γινόταν να σφάξω την καημένη την κότα, δεν της άξιζε,  δεν έπρεπε, δεν ήταν σωστό και τότε η θεία μου όρμησε, άρπαξε το μαχαίρι από το χέρι μου και φώναξε <<ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ, ΜΗΝ ΔΕΙΛΙΑΖΕΙΣ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΗ ΟΔΟΣ>> και , λίγο πριν την αποκεφαλίσει, η κότα έκοψε με τα νύχια της το κεφάλι της, κόβοντας μαζί και το χέρι του θείου μου  άρχισε να τρέχει σαν μανιακή πάνω κάτω, στο γρασίδι και το χώμα, μέχρι που ξεψύχησε και εγώ έπεσα στο γόνατα και-

Πετάχτηκα όρθιος και ανακατεύτηκα. Όχι από το όνειρο, αλλά από τις μπύρες. Τσέκαρα το κινητό μου και δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά από τη στιγμή που ξάπλωσα. Σηκώθηκα με αργές κινήσεις. Ενώ πήγαινα προς το δωμάτιο μου, άλλαξα γνώμη και σταμάτησα πρώτα στην κουζίνα. Άνοιξα τον καταψύκτη και έβγαλα δύο μπούτια κοτόπουλου να ξεπαγώσουν.
-Ο.Γ.Θ.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022




Κάθισα και σκέφτηκα αρκετά όλη αυτή την ώρα και κατέληξα πως ίσως να είχα περισσότερα πράγματα να πω, αν η ζωή μου πήγαινε λίγο καλύτερα τις στιγμές που περίμενα ή ήθελα να πάει ή αν δεν ήμουν τόσο απελπιστικά βλαμμένος ώρες- ώρες και την ζούσα λίγο παραπάνω ή αν την εκτιμούσα παραπάνω όταν έπρεπε- αν όλα αυτά τα ''αν'', έστω τα μισά, γινόντουσαν πράξη. Για παράδειγμα, εκείνο το βράδυ που οι φίλοι μου έκαναν ένα τρελό όργιο με κάτι κοπέλες που γνώρισαν σε ένα πάρτι, ενώ εγώ ήμουν στο σπίτι και έβλεπα ένα βίντεο διάρκειας 12 ωρών μιας animated γάτας που έβγαζε ένα ουράνιο τόξο από τον κώλο και πετούσε στα αστέρια, όσο έπαιζε από πίσω μια σπαστική μουσική. Ολόκληρο το βίντεο! Αν και-
Μισό λεπτό!
Όχι, ψέματα. Δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αν και νομίζω πως-
Όχι, ψέματα. Ναι, σωστά. Ναι, σωστά. Όσα είπα, ξεχάστε τα. Δηλαδή...άκυρο...
Τόσο βαρετή είναι η ζωή μου, που δεν έχω κάτι ουσιαστικό να πω; Ή απλά απέφυγα τόσο να την κάνω περισσότερο ενδιαφέρουσα, που μετά από ένα σημείο δεν είχε πια νόημα; Κάτσε, κάτσε, γιατί αυτό δεν είναι καλό, αυτό είναι-
Είμαι... ναι, είμαι τόσο χρονών. Και έχω καταφέρει... ναι, έχω καταφέρει τόσα στη ζωή μου. Και έχω αποτύχει...ναι, έχω αποτύχει σε τόσα πολλά στη ζωή μου. Αυτό είναι η ζωή; Ναι, σωστά.... Ναι, σωστά.
Άραγε, σε τελική ανάλυση, τι έχω κάνει/καταφέρει εγώ που να αξίζει να ειπωθεί; Μερικά είναι πολύ ωραία, τα μισά είναι έτσι και έτσι και όσον αφορά τα υπόλοιπα, ή πρέπει να τα διαμορφώσω καταλλήλως ή να τα ρίξω λίγο μπαχαρικό για να γίνουν κάπως πιο νόστιμα. Και, ένα πολύ μικρό, ελάχιστο, μερίδιο που θα κρατήσω για μένα, για το μυαλό, την καρδιά, τα μάτια, τα χέρια, τα χείλη, τον εαυτό μου. Δεν βγάζει πολύ νόημα. Για μισό. Μπα, βγάζει. Τουλάχιστον για μένα.
Παρόλα αυτά, δεν απάντησα στην ερώτηση που εγώ ο ίδιος έθεσα στον εαυτό μου. Αλλά, από την άλλη, έχω μια ζωή, χρόοοοονια ολόκληρα μπροστά μου για να βρω τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μου. Και αν δεν τις βρω ποτέ; Αν περάσω μια ζωή να ψάχνω απαντήσεις σε ερωτήσεις που είναι εκ φύσεως άλυτες ή τόσο περίπλοκες που δεν διαθέτω την πνευματική διαύγεια να τις επεξεργαστώ καταλλήλως; Αν και...υπάρχει θέμα και να συμβεί αυτό; Αυτό δεν είναι μέρος της ζωής; Να θέτεις ερωτήματα τα οποία, παρόλο που έχεις μια υπόνοια πως δεν θα τα απαντήσεις ποτέ, παρόλα αυτά, προσπαθείς να ξεμπλέξεις τον μίτο και να οδηγηθείς στη ρίζα του προβλήματος ή, τουλάχιστον, από τη δική σου οπτική, να φτάσεις σε ένα σημείο που με ασφάλεια μπορείς να πεις, εδώ κατέληξα, ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω και έβγαλα τελικά κάποια άκρη;
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, πως κάποτε βρέθηκα μπροστά από μια ανοικτή πόρτα. Μεταφορικά ή κυριολεκτικά, τι σημασία έχει; Καμιά φορά η κυριολεξία μας παραδίδει τις πιο δυνατές μεταφορές. Συνεχίζω. Υπάρχει μια πόρτα μπροστά μου. Ανοικτή. Αποφασίζω να την κλείσω. Αποφασίζω να την αφήσω ανοικτή και να περάσω μέσα. Εκείνη τη στιγμή, το σύμπαν διασπάται, το σύμπαν διχοτομείται, σε δύο παράλληλα, σε εκείνο που κλείνω και σε εκείνο που δεν κλείνω την πόρτα. Και είναι, πραγματικά, πολύ υπέροχο και τρομερό, συνάμα, αν το καλοσκεφτεί κανείς, τι άπειρες δυνατότητες και περιπτώσεις μπορεί να δημιουργήσει μια και μόνο κίνηση μας, μέχρι και να αλλάξει κάπως το ρου της ιστορίας. Γιατί είμαστε μέρος του πλανήτη, μέρος της πραγματικότητας αυτής, οπότε, παρόλο που δεν είμαστε τόσο σημαντικοί ή επιφανείς ή γνωστοί, για να επηρεάζουν οι αποφάσεις μας χιλιάδες ή εκατομμύρια ανθρώπους, παρόλα αυτά, επηρεάζουν εμάς και πιθανότατα τους γύρω μας. Ας πάρουμε για παράδειγμα όλες τις επιλογές που έχουμε κάνει και τι δυνατότητες άνοιγαν μπροστά μας και βάσει αυτών να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα.
Το θέμα, από την άλλη, είναι πως, κατά βάση,  δεν μπορείς να κυνηγήσεις κάτι, μόνο και μόνο για να δημιουργήσεις το συναίσθημα, την ένταση, την εμπειρία, εκείνο, γενικά, που περιμένεις πως θα συμβεί αν... . Ας πούμε, δεν μπορείς να κυνηγήσεις μια κοπέλα ή έναν άνδρα για να τον ερωτευτείς και να σε ερωτευτεί σφόδρα και να ζήσετε ζωή χαρισάμενη. Δεν ξέρω, νομίζω δεν λειτουργεί έτσι ή δεν λειτούργησε ποτέ έτσι, τουλάχιστον στον βαθμό που το περιμένει κάποιος. Θέλει κόπο, θέλει τρόπο, επιμονή, υπομονή, τύχη, ατυχία, όλα τα καλά του ντουνιά σε ένα τσουβάλι, να τα χώσεις μέσα, να το δέσεις σφιχτά από πάνω, να το κουνήσεις, να το χτυπήσεις κάτω σα να είναι νεκρό χταπόδι και κάτι θα βγει. Από την άλλη, σε ορισμένες πτυχές της ζωής μας χρειάζεται αντοχή, υπομονή και επιμονή, μερική τύχη και ικανότητα μόνο. Από την άλλη μεριά, ούτε τελείως άπραγος μπορείς να μένεις ή, το χειρότερο, να θεωρείς πως κάτι κάνεις, ενώ στην ουσία δεν κάνεις τίποτα και απλά να καταριέσαι την άμοιρη σου μοίρα ή το οτιδήποτε. Περπατάμε κάθε μέρα πάνω σε τόσο λεπτά νήματα.
Γι' αυτό, πιστεύω πως, τις περισσότερες φορές, τις καλύτερες και πιο έντονες στιγμές της ζωής σου τις ζεις όταν δεν το περιμένεις. Όταν το μυαλό σου δεν έχει προετοιμαστεί καθόλου, ούτε φαντάζεται αυτό που επακολουθεί και λειτουργείς αποκλειστικά με το συναίσθημα και πάνω στην ένταση της στιγμής. Αυτό νομίζω μετανιώνω περισσότερο από όλα και συνδέεται με αυτό που είπα στην αρχή. Υπήρχε ο αυθορμητισμός, η λαχτάρα, η προσμονή, η χαρά, όλα τα καλά, αλλά, την κομβική στιγμή, τα επισκίαζε ο φόβος και η δειλία και οι δεύτερες σκέψεις. Και ήταν πραγματικά πρωτοφανές το συναίσθημα όταν τα τελευταία έκαναν στην άκρη και έμεναν τα πρώτα. 
Απαιτεί αλλαγές. Μία στο τόσο, κάτι να αλλάζεις στη ζωή σου. Δε χρειάζεται να είναι κάτι σπουδαίο, δε χρειάζεται να είναι κάτι τρομερό, αλλά έτσι δεν βαριέσαι κιόλας και ανακαλύπτεις μερικά πράγματα. Και, αν καθίσεις και το παρατηρήσεις, αν παρατηρήσεις τη ζωή σου, συνειδητοποιείς πως, εν μέσω αυτών των αλλαγών ,κάτι αλλάζει και σε σένα, δημιουργείς σιγά-σιγά την ιστορία σου. Και δεν είναι ανάγκη, ούτε απαραίτητο να είναι όλες καλές αλλαγές. Ίσα-ίσα, αν γνωρίζαμε από πριν το αποτέλεσμα ή τον αντίκτυπο που θα έφερνε μια αλλαγή στη ζωή μας, δεν θα ήταν αλλαγή πραγματικά, αλλά... τι θα ήταν πραγματικά; Κάτι προκαθορισμένο, σίγουρα. Και οι επιλογές μπορούν να είναι προκαθορισμένες, να πεις, από σήμερα θα κάνω τα μαλλιά μου έτσι και όχι έτσι, από σήμερα θα περπατάω για να πάω εκεί που θέλω, κάτι τέτοιο, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι εγγυημένο. Σα να αγοράζεις ένα ξυστό ή να παίζεις ένα Τζόκερ και να περιμένεις το αποτέλεσμα με αγωνία. Μπορεί να κερδίσεις πολλά, μπορεί τίποτα, μπορεί κάτι ελάχιστο, αλλά, μέχρι το τέλος, περιμένεις. Αλλά αυτή είναι μια πολύ φτωχή παρομοίωση, μακάρι όλες οι αλλαγές μας να σήμαιναν το ίδιο. Γιατί υπάρχουν αλλαγές οι οποίες έχουν μεγάλες απαιτήσεις και δεν είσαι πρόθυμος να πάρεις το ρίσκο ή πολύ βολεμένος ή φοβισμένος για να κάνεις το πρώτο βήμα. Και κάποια στιγμή το κάνεις. Και ένα ακόμα. Και ένα ακόμα και ένα ακόμα και λες, αυτό ήταν; Ή δεν το κάνεις και το μετανιώνεις για όλη σου τη ζωή, αναλωμένος σε υποθετικά σενάρια. Και υπάρχει και εκείνη η μικρή χαραμάδα αλλαγών, που χαίρεσαι που δεν την άνοιξες, γιατί καταλαβαίνεις, μετά από καιρό, πως τελικά δεν θα σου έκαναν καλό. Βέβαια, δεν είναι πάντα όσα έζησες, αλλά και εκείνα που δεν έζησες, που μπορούν να δημιουργήσουν τις καλύτερες ιστορίες και σκέψεις σου ή να οδηγήσουν σε αυτές. Αρκεί να μην χαθείς στον κόσμο του φανταστικού.
Τελικά βρήκα μερικά πράγματα να πω και τώρα μπορώ να πω με ασφάλεια πως, εντάξει, δεν ήταν και τίποτα σπουδαία, αλλά γέμισαν μερικές γραμμές.
<<Εντάξει, δεν ήταν και τίποτα σπουδαία, αλλά γέμισαν μερικές γραμμές>>.
Μου άρεσε αυτή η πρόταση. 
Βέβαια, αλλού το πήγαινα και αλλού κατέληξα. Δε βαριέσαι... Έχω μια ζωή για να ζήσω τη ζωή μου, κάτι θα βγει.
-Ο.Γ.Θ.


πεφταστέρι

 δεν μιλούσα ενώ μπορούσα ενώ έπρεπε. και όλα αυτά τα λόγια που ασφυκτιούν μέσα στο μυαλό μου και πνίγουν την καρδιά μου δεν λένε να πάνε στ...