Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

ναυαγοί

μπορούμε να φύγουμε μακριά, ξέρεις.
να ξεφύγουμε από όλη αυτή
την παράνοια, όλο αυτό
το άγχος, όλη αυτή
την ματαιότητα, την αδικία...
να φύγουμε και να μην μας νοιάζει
τίποτα πια-
να είμαστε σαν ναυαγοί που δεν θέλουν να σωθούν.
γιατί μένουμε, μου λες;
τι μας κρατάει πίσω;
μερικές κούφιες ελπίδες
και κάτι άστρα πεθαμένα; 
είναι αρκετό αυτό, άραγε;
και γιατί με κοιτάς με αυτά τα μάτια;
αφού και εσύ έχεις κουραστεί.
ποιος θα μας σώσει εμάς;
εδώ ο ίδιος μας ο εαυτός κοντεύει να κλατάρει
και εμείς τον πιέζουμε κάθε μέρα, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα...
έτσι, ε;
πολύ καλά, λοιπόν!
ας κάνουμε λίγη υπομονή ακόμη
και ποιος ξέρει;
μπορεί στο τέλος
να έχουμε εμείς δίκιο.
- ναυαγοί, Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές (2)




Η Αλίκη και ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης Φωτιάδης και η Αλίκη Παπαδοπούλου. Ζευγάρι για πάνω από πέντε χρόνια και κάθε φορά που έχουν επέτειο, πηγαίνουν στο ίδιο μέρος, που έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Με αυτό τον τρόπο, θέλουν να μην ξεχάσουν από που ξεκίνησε το κοινό ταξίδι τους και όσα έχουν περάσει, τα όμορφα, αλλά και τα άσχημα. Νιώθουν αυτό που λέμε, ο ένας για την άλλη και το αντίστροφο. Κάποια στιγμή, αφού τα χρόνια πέρασαν και ωρίμασε παραπάνω η σχέση τους, πήραν την απόφαση να συγκατοικήσουν, πρώτα για λόγους συναισθηματικούς και μετά οικονομικούς. Μένουν στην Θεσσαλονίκη, για κάποιους την πιο ερωτική πόλη της Ελλάδας. Αλλά γι' αυτούς τους δύο, η έκφραση αυτή δεν σήμαινε απολύτως τίποτα: η Αλίκη είχε πληγωθεί  από τύπους με τους οποίους έμπλεξε και ο Δημήτρης, μέχρι να γνωρίσει την Αλίκη, δεν ήξερε τι θα πει να ζεις τον έρωτα με όλες του τις εκφάνσεις. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τις ζωές τους σαν δύο παράλληλες γραμμές, οι οποίες κατάφεραν να συναντηθούν τελικά. Γιατί οι προσωπικότητες, οι καθημερινότητες, τα πάντα τους, δεν μπορούσαν ούτε κατά φαντασία να προϊδεάσουν πως αυτοί οι δύο άνθρωποι θα κατέληγαν, τελικά, μαζί. 
Η Αλίκη ήταν ανέκαθεν εξωστρεφές άτομο. Θες η παιδική ηλικία, η αγάπη των γονιών της, οι παρέες της, η ήρεμη και φυσιολογική ζωής της; Ένα αποτέλεσμα όλων αυτών την καθόρισε. Ήταν ευγενική, κοινωνική, ανήσυχο πνεύμα, άριστη μαθήτρια και, αργότερα, άριστη φοιτήτρια, μέλος θεατρικής ομάδας του Α.Π.Θ.- γενικά, δεν έχανε ευκαιρία για νέες εμπειρίες, άρπαζε την ζωή με κάθε τρόπο. Λόγω της ανατροφής και των συναναστροφών της, ήταν κάπως αγαθούλα. Μέχρι να  συναντήσει τον Δημήτρη, είχε κάνει τρεις σχέσεις στην ζωή της. Η μία ήταν εφηβική, έληξε μετά από μερικά φιλιά και δύο-τρία ραντεβού. Οι άλλες δύο είχαν πόνο. Η Αλίκη,  αρκετά όμορφη κοπέλα -μαύρα μαλλιά μακριά, αστραφτερό χαμόγελο, γαλάζια μάτια, σώμα σαν αγάλματος, κινήσεις του σώματος χαριτωμένες- ήταν αντικείμενο πόθου αρκετών. Μόνο δύο την κατάφεραν τελικά, πριν τον Δημήτρη. Και, όταν θεώρησαν πως πέρασαν καλά και ήταν εντάξει, ή που την άφησαν στα κρύα του λουτρού ή που την απάτησαν μια και δύο και τρεις φορές, μέχρι εκείνη να το μάθει. Το θέμα είναι πως η καρδιά της Αλίκης είχε γίνει κομμάτια και είχε αρχίσει να την φθείρει ο κόσμος. Ωστόσο, βαθιά μέσα της, κρατούσε ακόμα ένα μικρό κομμάτι με ελπίδα πως εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι σωστοί. Γιατί, παρ' όλο που την άντεχε την μοναξιά, αναζητούσε την συντροφιά. 
Ο Δημήτρης ήταν εξωστρεφής όταν ήταν μικρός. Αλλά όταν πήγε στο Γυμνάσιο, άλλαξαν πολλά. Οι γονείς του άρχισαν να έχουν κάποια οικονομικά προβλήματα και να μαλώνουν και αυτό έβγαζε πιο βαθιά πράγματα στην επιφάνεια. Οι συμμαθητές του άρχισαν να τον πειράζουν, κάποιοι σε άσχημο βαθμό. Δεν είχε τα ενδιαφέροντα που είχαν τα άλλα παιδιά της ηλικίας του και δυσκολευόταν να βρει παρέες. Έγινε κλειστός άνθρωπος. Δεν έβγαινε πολύ συχνά από το σπίτι και έβρισκε διαφυγή στα βιβλία και σε άλλες μορφές τέχνης. Είχε αμφιβολίες για τον εαυτό του και για τον κόσμο και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Είχε, βέβαια, μερικούς παιδικούς φίλους και χαιρόταν που δεν ήταν ολότελα μόνος. Πριν καν περάσει φοιτητής, από το Γυμνάσιο, όπου η ζωή του δυσκόλεψε κομμάτι, ονειρευόταν το νέο του ξεκίνημα. Αλλά, σαν πέρασε φοιτητής, αρχίζοντας να διευρύνει τους ορίζοντές του και να ενηλικιώνεται, τον χτύπησε μια υπαρξιακή κρίση που την κουβάλησε για χρόνια. Έκανε νέους φίλους, δέθηκε με τους παλιούς, άρπαζε κομμάτι την ζωή, προσπαθούσε να αποκτήσει εμπειρίες, αλλά πάντα φοβόταν, πάντα ντρεπόταν, πάντα κάτι τον κρατούσε πίσω, είχε αναστολές που έπρεπε να ματώσει και να ραγίσει μέσα του για να αρχίσει να τις αποβάλλει κάπως. Γι' αυτό, γέμισε απωθημένα. Έδωσε το πρώτο του φιλί όταν ήταν στο τελευταίο έτος και πήγε μονάχα με δύο κοπέλες στο κρεβάτι, μέχρι να γνωρίσει την Αλίκη. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του ιδιαίτερα όμορφο και θα ήθελε να είχε άλλο σώμα και, μερικές φορές, άλλο χαρακτήρα. Μα δεν ήταν δύσκολος άνθρωπος. Απλά δυσκολευόταν να ανοιχτεί και να είναι ο εαυτός του. Δυσκολευόταν να κοιτάξει τους άλλους στα μάτια. Πολλές φορές αναλογίστηκε την σημασία της ζωής του και πόσο, τελικά, άξιζε, αλλά πάντα κάτι τον κρατούσε ζωντανό να περιμένει την επόμενη μέρα. Κάποια στιγμή, άρχισε να γράφει, σαν τρόπο για να εκφραστεί όπως ακριβώς ήθελε. Ήταν κάτι που έγινε κατά τύχη και τελικά το αγάπησε. Και όσο συνέχιζε να γράφει, το πήρε απόφαση: θα εξέδιδε βιβλία και, μια μέρα, θα γινόταν συγγραφέας. Σαν τα είδωλά του, θα γινόταν κάποιος που ο κόσμος θα τον υπολόγιζε. Και αν δεν το πετύχαινε ποτέ, πάλι θα άξιζε τον κόπο η προσπάθεια.

Η Αλίκη και ο Δημήτρης. Δύο απλοί άνθρωποι. Αυτή είναι η ιστορία τους. Και αν φανεί απλή, ηλίθια, συνηθισμένη, γενικά αν δεν αρέσει, ας μην ξεχνάμε πως η Αλίκη και ο Δημήτρης είναι απλά δύο φυσιολογικά παιδιά και αυτή είναι απλά η φυσιολογική ιστορία τους. Και καμιά φορά, στα απλά κρύβεται η ομορφιά.
-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Περασμένες ζωές



Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος τόσο δυνατά και απότομα, σα να τον κυνηγούσαν. Βρήκε την Αλίκη να κάθεται στον καναπέ, με το κινητό στο χέρι. Με τον θόρυβο που έκανε ο Δημήτρης, είχε σηκώσει το κεφάλι της προς το μέρος του, περίεργη να δει τι είχε συμβεί.
Τι έπαθες, αγάπη μου; τον ρώτησε, όταν στάθηκε μπροστά της.
Εκείνος δεν έβγαλε άχνα. Κάθισε δίπλα της, την έπιασε από τους ώμους και την φίλησε έντονα στο στόμα. Σα να είχαν να ιδωθούν μήνες ολόκληρους. Όταν απομάκρυνε τα χείλη του, τον κοίταζε πια γεμάτη απορία- και λίγο θαυμασμό. Ο Δημήτρης διατηρούσε την σιωπή του. Τώρα της κρατούσε τα χέρια και χαμογελούσε.
Με τρομάζεις...Τι έγινε; τον ρώτησε ξανά.
Τότε ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.
Αλίκη, ξέρεις πόσο σε αγαπάω, έτσι;
Φυσικά!
Ξέρεις πόσο ερωτευμένος είμαι μαζί σου, έτσι;
Φυσικά! Τι συμβαίνει, Δημήτρη;
Ναι, αλλά ξέρεις τι έρωτα νιώθω; συνέχισε εκείνος, λες και μονολογούσε. Σαν ένα μικρό παιδί που ερωτεύεται το χιόνι, όταν το βλέπει πρώτη φορά να πέφτει και να στρώνει κάτω στο έδαφος. Είναι αγνός έρωτας, Αλίκη, που σου δημιουργεί συνεχώς συναισθήματα! Μετράμε πάνω από πέντε χρόνια και μόνο εσύ θα μπορούσες να το προκαλέσεις αυτό!
Τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει από τα τιμητικά λόγια.
Αν το συνεχίσεις, θα πιστέψω πως μου κάνεις πρόταση γάμου!
Δώσε μου μισό λεπτό...ίσως ένα...περίμενε!
Σηκώθηκε αμέσως όρθιος και πήγε στο δωμάτιό τους. Όταν γύρισε, κρατούσε ένα ανοιχτό τετράδιο και τα χέρια του έτρεμαν. Κάθισε δίπλα της και το κοίταζε, ανοιγοκλείνοντας τα χείλη του.
Ναι, ναι τώρα είναι εντάξει! της είπε, σηκώνοντας το κεφάλι του προς την Αλίκη.
Τι είναι εντάξει;
Το ποίημα! Το ποίημα!
Ποιο ποίημα;
Αυτό που μου ήρθε στο μυαλό τώρα που γυρνούσα από την δουλειά!
Α στο καλό σου! Με κοψοχόλιασες! Και τι ποίημα είναι αυτό; Γιατί, όπως έκανες πριν, κόντεψα να βάλω τα κλάματα. Και δεν είμαι ωραία όταν κλαίω...
Μα είσαι πάντα ωραία, όπως και να είσαι! Ακόμα και αν έρθει κάποιος μάγος και σε μεταμορφώσει σε βράχο, θα είσαι ο πιο ωραίος βράχος που έχει υπάρξει ποτέ!
Αν είναι να με εγκωμιάζεις έτσι, περιμένω να ακούσω το δημιούργημά σου.
Ακόμα δεν είναι ολοκληρωμένο... Δηλαδή, νομίζω είναι εντάξει... Θα σου πω αυτό που σκέφτηκα.
Σε ακούω!
Ο Δημήτρης καθάρισε την φωνή του. Την κοίταξε στα μάτια και μετά κοίταξε το χαρτί: 

δεν έχω πολλά λεφτά, αγάπη μου
ούτε πολλά υλικά αγαθά για να σου προσφέρω.
ακόμα προσπαθώ να τα καταφέρω
για να σου παρέχω όσα αξίζεις και παραπάνω.
για την ώρα, έχω μόνο μια καρδιά
και αυτή στην δίνω ολόκληρη.
γι' αυτό
μην μου την κάνεις ποτέ χίλια κομμάτια
παρακαλώ.
γιατί αν το κάνεις αυτό
τότε θα πληγωθώ
και μετά τι θα έχω
για να σου προσφέρω
εκτός από μερικά λαβωμένα
''σ' αγαπώ'';

Κρατώντας το τετράδιο στα χέρια του, περίμενε την αντίδρασή της. 
Λοιπόν; την ρώτησε, ήρεμος πια. 
Το έγραψες...για εμένα; κατάφερε τελικά να πει.
Ναι. Φυσικά για εσένα! Θέλω να το δουλέψω και άλλο και νομίζω πως με μερικά ακόμη θα είναι έτοιμο το βιβλ-.
Η Αλίκη έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή του. 
Είναι υπέροχο! Αλήθεια, υπέροχο! Είμαι τόσο τυχερή!
Χάρη σε εσένα είναι. Με αγαπάς, Αλίκη;
Με όλη μου την καρδιά. Εσύ, Δημήτρη;
Με ό,τι έχει απομείνει από αυτήν. Και με ό,τι κατάφερες να φτιάξεις από τα κομμάτια της.

-Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)





Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

προσπάθεια

 εσύ τουλάχιστον προσπάθησες σήμερα

και ας μην κατάφερες κάτι σπουδαίο 

ή κάτι που να το θεωρείς σημαντικό- τουλάχιστον προσπάθησες.

να θυμάσαι πως

υπάρχουν χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι 

που δεν το κατάφεραν σήμερα 

(για πολλούς λόγους-

ή, χειρότερο, μπορεί να πίστεψαν πως όντως προσπάθησαν).

εσύ κοιμήσου ήσυχα σήμερα.

χαλάλι.

και αύριο μέρα είναι.

αφού πιστεύεις σε σένα 

θα προσπαθήσεις αύριο πάλι.

- Θεόδωρος Ορφανίδης (Ο.Γ.Θ.)

προσμονη

Θα την ζήσουμε και άλλο την ζωή μας, μωρέ. Με τον ένα η τον άλλο τρόπο  Θα βγει μια άκρη. Τα αστέρια ακόμα φωτίζουν το βράδυ Και τα πουλιά π...